Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Απόλυση εργαζομένης σε κατάσταση εγκυμοσύνης χωρίς σπουδαίο λόγο. Νόμιμο το αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης λόγω στέρησης επιδομάτων ασθενείας και λοχείας. Η άρνηση της εναγομένης-εργοδότριας να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, παρά την προσχηματική εξώδικη δήλωση για επάνοδο στην εργασία της ήταν παράνομη με συνέπεια να έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη. Προσβολή προσωπικότητας. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Απορρίπτει έφεση εργοδότριας. Δέχεται έφεση της εργαζόμενης. Της επιδικάζει το ποσό των 1.898,64 Ευρώ επιπλέον όσων είχαν επιδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 2234/2021
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
4ο ΤΜΗΜΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Πασχαλίνα-Καλλιόπη Σταμάτη, Εφέτη που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ελισάβετ Τσιτσικάου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 26η Ιανουαρίου 2021 για να δικάσει : (Α) την από 24.8.2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ………/4.9.2020 έφεση (αρ. πιν. ….), μεταξύ
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ……… του ……., κατοίκου ……., ……… …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Στεφάνου δια δηλώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ……… του ………., κατοίκου ………, …….. …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο δια δηλώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και
(Β) την από 29.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών …../………./29.9.2020 έφεση (αρ. πιν. ….), μεταξύ
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………… του ………., κατοίκου …………, ………… …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο δια δηλώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ……… του ………., κατοίκου ………, …….. …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της ………. δια δηλώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης ……../…../2019 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή, επί της οποίας, συζητηθείσης αντιμωλία, εκδόθηκε η με αριθμό 100/27.1.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους οι παραπάνω εφέσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Επειδή ί. η από 24.8.2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ………../……../4.9.2020 έφεση και ii. η από 29.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ………/……../29.9.2020 έφεση, αμφότερες κατά της με αριθμό 100/27.1.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από αντιμωλία συζήτηση κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών/εργατικών διαφορών και δέχθηκε εν μέρει την από 18.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης ……/……/2019 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή, αρμοδίως εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (19 ΚΠολΔ, όπως αντικ/κε από το άρθρο 4§2 ν.3994/2011), ασκήθηκαν από τους διαδίκους που ηττήθηκαν εν μέρει πρωτόδικα, νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 518 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές. Ακολούθως, επειδή συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στη δευτεροβάθμια δίκη (524§1 ΚΠολΔ), πρέπει οι εφέσεις να συνεκδικαστούν και περαιτέρω να ερευνηθούν με την ίδια διαδικασία (591 §7 ΚΠολΔ) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (533§1 ΚΠολΔ).
Με την από 18.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης …../……/2019 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή, η ενάγουσα εξέθεσε ότι την 20 Σεπτεμβρίου 2017 σύναψε με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως πωλήτρια σε επιχείρηση εμπορίας γυναικείων τσαντών και αξεσουάρ, με τον διακριτικό τίτλο “………….” που διατηρούσε η εναγομένη επί της ……. ….. στην …….., έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών 586,08 € για εργασία πέντε ημερών εβδομαδιαίως και οκτώ ωρών ημερησίως (10.00 π.μ. – 18.00). Ότι τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στην ενάγουσα συνίσταντο στη λήψη, την προετοιμασία και την αποστολή των παραγγελιών των πελατών, στον ευθετισμό του χώρου και στην τακτοποίηση των εμπορευμάτων που βρισκόταν στην αποθήκη και όποτε ζητούσε η εναγομένη στην αποστολή δειγματολογίων στους πελάτες και στην έκδοση φορολογικών παραστατικών. Ότι τον Φεβρουάριο 2018 η ενάγουσα ανακοίνωσε στην εναγομένη ότι κυοφορεί το δεύτερο τέκνο της. Ότι πιθανή ημερομηνία τοκετού ήταν η 18η Οκτωβρίου 2018 και η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη δίνοντάς της και ιατρική βεβαίωση. Ότι λόγω διαλείπουσας κολπικής αιμόρροιας η ενάγουσα έλαβε αναρρωτική άδεια 10 ημερών τον Ιούνιο 2018 και 25 ημερών από 30.7.2018 έως 23.8.2018 και ενημέρωσε αμέσως την εναγομένη και της έδωσε ιατρική βεβαίωση. Ότι την 23.8.2018 άρχιζε η άδεια κύησης και η ενάγουσα επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την εναγομένη για να της χορηγήσει δήλωση διακοπής της απασχόλησης λόγω εγκυμοσύνης για να την προσκομίσει στο ΙΚΑ προκειμένου να αιτηθεί και να λάβει επίδομα κυοφορίας. Ότι ζήτησε επίσης από την εναγομένη να της χορηγήσει βεβαίωση περί διακοπής εργασίας και αποχής από την εργασία κατά το διάστημα των 25 ημερών που έλειπε με αναρρωτική άδεια προκειμένου να λάβει τη δικαιούμενη επιδότηση ασθενείας από το ΙΚΑ. Ότι η εναγομένη αφού της ζήτησε να επικοινωνήσει μαζί της μετά τις 10.9.2018, όταν θα επέστρεφε στην Αθήνα στη συνέχεια στη συνάντηση που είχαν στο κατάστημά της την 10.9.2018 αρνήθηκε να χορηγήσει τα ανωτέρω, παρά μόνο αν η ενάγουσα υπέγραφε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης και υπεύθυνη δήλωση περί του ότι ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της και είχε προκαλέσει ζημιά στην επιχείρηση. Ότι η εναγομένη αρνείτο να της χορηγήσει τα ανωτέρω παρά τις επανειλημμένες παρακλήσεις και διαμαρτυρίες της ενάγουσας οπότε η τελευταία προσέφυγε την 12.9.2018 στην Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Δυτικού Τομέα Αθηνών του ΣΕΠΕ), όπου υπέβαλε έγγραφη αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς προς λήψη των παραπάνω. Ότι την 9.10.2018 η ενάγουσα γέννησε το δεύτερο τέκνο της. Ότι στις 25.10.2018 επιδόθηκε στην ενάγουσα η από 17.10.2018 εξώδικη δήλωση, με την οποία η εναγομένη την κάλεσε να επιστρέψει στη θέση της εντός προθεσμίας τριών ημερών, ως αδικαιολογήτως απούσα, ενώ της απέδωσε και παράνομη και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά και την κάλεσε να της καταβάλει το ποσό των 15.000 € για την αποκατάσταση της υποτιθέμενης υλικής και ηθικής ζημίας που υπέστη από την αντιεπαγγελματική συμπεριφορά της. Ότι ειδικότερα η εναγομένη στην εξώδικη δήλωσή της διέλαβε τα εξής: “… από τον Οκτώβριο του έτους 2017 και έπειτα καταστήκατε πολλάκις υπερήμερη έναντι εμού ως προς την παροχή της εργασίας σας την οποία σε κάθε περίπτωση δεν παρείχατε προσηκόντως και καταλλήλως. Σχεδόν από την αρχή της μεταξύ μας συνεργασίας υποπέσατε σε πολλαπλές πλημμέλειες τις οποίες παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις, παρατηρήσεις και προειδοποιήσεις μου συνεχίζατε να επαναλαμβάνετε […] δεν συμμαζεύατε προ της αποχώρησής σας τον χώρο υποδοχής πελατών με αποτέλεσμα να σας κάνω συνεχείς παρατηρήσεις […] Δεν ολοκληρώνατε τις εργασίες που σας είχα αναθέσει στον κατάλληλο χρόνο, δεν τακτοποιούσατε ορθώς το εμπόρευμα στο κατάστημα, κάνατε λάθη κατά την εκτέλεση παραγγελιών στέλνοντας στους πελάτες διαφορετικά προϊόντα σε είδος και ποσότητες σε σχέση με τις παραγγελίες τους […] τιμολογούσατε πλημμελώς με χαμηλότερες τιμές τα προϊόντα της επιχείρησής μου ενώ λέγατε σε πελάτες ότι έχουν εξαντληθεί προϊόντα τα οποία υπήρχαν στην αποθήκη ως εμπόρευμα […] κάνατε πλείστα και επαναλαμβανόμενα λάθη στην αποστολή παραγγελιών, τιμολογίων και δειγματολογίων με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται η επιχείρησή μου με το ποσό των 200,00€-300,00€ ανά μήνα σε έξοδα ταχυμεταφοράς (courier) […] Οι συνεχιζόμενες πλημμέλειές σας κόστισαν στην επιχείρηση συνολικά μερικές χιλιάδες ευρώ, την απώλεια αρκετών πελατών και τη δυσφήμιση της επιχείρησής μου […] Με δική σας ευθύνη, η επιχείρησή μου ακόμα και σήμερα δεν έχει πωλητή προϊόντων μου στο ……… […] ακυρώθηκε αρχική παραγγελία ύψους 1.800,00 € συγχρόνως δε η επιχείρησή μου απώλεσε μελλοντικές παραγγελίες χιλιάδων ευρώ, ενώ δυσφημίστηκα σφόδρα ως κακός επαγγελματίας στην συγκεκριμένη περιοχή […] αργοπορούσατε συστηματικά στην εργασία σας […] άνευ έγκαιρης ειδοποιήσεως και σε τακτά χρονικά διαστήματα προφασιζόσασταν ασθένεια για να μην προσέρχεσθε στην εργασία σας ή να αποχωρείτε νωρίτερα από αυτή […] δεν προσκομίζατε τα αντίστοιχα ιατρικά έγγραφα εγκαίρως. Η ως άνω κατάσταση χειροτέρευσε όταν μείνατε έγκυος […] Λόγω της ως άνω μη πρόσέλευσής σας στην εργασία σας, το κατάστημά μου στο ………. παρέμεινε κλειστό για 20 περίπου ημέρες […] επιβαρυνθήκαμε με το ανάλογο ενοίκιο […] είχαμε απώλεια κερδών […] ξέσπασαν αρνητικές φήμες στην αγορά […] εσείς αντί να είστε κλινήρης ως θα δικαιολογούσε η υποτιθέμενη επικίνδυνη κατάσταση της εγκυμοσύνης σας, συνεχίζατε τις θερινές διακοπές σας στην Πάργα και στη Νάξο […] αποδεικνύοντας ότι οι βεβαιώσεις ιατρών τις οποίες έως σήμερα δεν μου έχετε προσκομίσει είναι όλως προσχηματικές και επίπλαστες […] ο σύζυγός σας κατέλειπε στην έδρα της επιχείρησής μου ένα ασυμπλήρωτο κενό έγγραφο […] δεν ήταν συμπληρωμένο από τον αρμόδιο ιατρό και κάποιος είχε προφανώς επέμβει παράνομα και αντισυμβατικά σε αυτό χειρόγραφα μετατρέποντας τις 56 ημέρες άδειας σε 63 ημέρες!!! […] εμφανιστήκατε άνευ έτερης ειδοποίησης ή ενημέρωσης από κοινού με τον σύζυγό σας, με προκλητική περιβολή και συμπεριφορά. Συγκεκριμένα ο σύζυγός σας φώναζε, έβριζε και απειλούσε ενώ βαρούσε τις πόρτες και τις προθήκες του καταστήματος μου καθιστώντας με αν μη τι άλλο υπόλογη στους έκπληκτους πελάτες μου, πολλοί από τους οποίους αποχώρησαν πάραυτα από το μαγαζί μου […] έχουν βλάψει οικονομικά την επιχείρησή μου πλέον των 10.000 € […] η μη προσήκουσα παροχή της εργασίας σας στην επιχείρησή μου, έχει προκαλέσει τη δυσφήμιση της επιχείρησής μου σε πελατειακούς και επιχειρηματικούς κύκλους και έχει οδηγήσει στην απώλεια σημαντικού κύκλου πελατών μου…” Ότι ακολούθως την 7.11.2018 η εναγομένη κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 6.11.2018 “δήλωση-αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού” με την οποία της δήλωσε ότι ότι θεωρεί τη σύμβαση εργασίας λυθείσα με καταγγελία από πλευράς της διότι δήθεν απείχε αδικαιολόγητα από την εργασία της, επαναλαμβάνοντας τα όσα συκοφαντικά της είχε αποδώσει με την προηγούμενη δήλωσή της. Ότι τα διαλαμβανόμενα στις εξώδικες δηλώσεις δεν ήταν βάσιμα, η ενάγουσα ουδέποτε αποχώρησε από την εργασία της οικειοθελώς και επιθυμούσε μετά το πέρας της άδειας λοχείας και της ειδικής άδειας μητρότητας να επιστρέψει στην εργασία της. Ότι την 8.11.2018 που συζητήθηκε η εργατική διαφορά στην Επιθεώρηση Εργασίας, η εναγομένη αρνήθηκε να επαναπασχολήσει την ενάγουσα, όπως επίσης και να υπογράψει τα απαιτούμενα από τον ασφαλιστικό οργανισμό έγγραφα προκειμένου η ενάγουσα να λάβει τις παροχές ασθενείας και μητρότητας, παρότι κλήθηκε να τα πράξει, ενώ επανέλαβε τους συκοφαντικούς της ισχυρισμούς, προσβάλλοντας την προσωπικότητα της ενάγουσας. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, αφενός διότι την απέλυσε εντός 18 μηνών από τον τοκετό και χωρίς σπουδαίο λόγο, διότι έγινε καταχρηστικά και ως αντίδραση στην προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας και διότι δεν της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ως εκ τούτου της οφείλει μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας από 8.11.2018 έως 7.11.2020, ύψους 16.502,46 €. Μετά ταύτα ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της για τους λόγους που αναφέρονται στο ιστορικό, εκ των οποίων τον λόγο της καταχρηστικής άσκησης τον προτείνει επικουρικώς, όπως επίσης, όπως παραδεκτώς περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα για το χρονικό διάστημα από 8.11.2018 έως 7.11.2017 το ποσό των 7.476,90 € με τους νόμιμους τόκους για κάθε επιμέρους ποσό από τότε που κατέστη απαιτητό. Επικουρικώς δε και για την περίπτωση που κριθεί ότι λύθηκε η σύμβαση εργασίας της εγκύρως ή κριθεί για οποιονδήποτε λόγο άκυρη η σύμβαση εργασίας ζήτησε να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης 1.367,52 € και να της χορηγηθεί πιστοποιητικό εργασίας. Επίσης, για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης να τη συκοφαντήσει με όσα ισχυρίστηκε στις εξώδικες δηλώσεις της που επανέλαβε στη συζήτηση της εργατικής διαφοράς και στο υπόμνημά της που συγκοινοποίησε στο Υπουργείο Εργασίας και των οποίων ανύπαρκτων και προσβλητικών γεγονότων που της απέδωσε έλαβαν γνώση δικηγόροι, δικαστικοί επιμελητές, γραμματείς κλπ ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το εύλογο ποσό των 10.044 € εκ του οποίου επιφυλάχθηκε για το ποσό των 44 € προκειμένου να ασκήσει την οικεία αξίωσή στο ποινικό δικαστήριο. Περαιτέρω, εξέθεσε πως η ενάγουσα δικαιούνταν βάσει του άρθρου 35 α.ν. 1846/1951 επίδομα ασθένειας 25 ημερών, ύψους (25 X 23,44€ =) 586 € και βάσει των άρθρων 39 και 31 §7 α.ν. 1846/1951 επίδομα μητρότητας (κυοφορίας 56 ημερών και λοχείας 63 ημερών). Ότι η εναγομένη αρνήθηκε να της χορηγήσει την απαραίτητη για τη λήψη τους βεβαίωση περί διακοπής της εργασίας της κατά τους χρόνους των αδειών και δεν εισέπραξε τα παραπάνω επιδόματα, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία αντίστοιχου ύψους με τα επιδόματα και ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 586 € για επίδομα ασθενείας και το ποσό των 1.382.96 € για επίδομα μητρότητας 59 ημερών (59 X 23,44 €) και συνολικά (586 + 1.382,96 =) 1.968,96 €. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατά την κύρια βάση της, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 29.10.2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας, εκ μέρους της εναγομένης, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με τους όρους της σύμβασης με απειλή χρηματικής ποινής 100 € σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της εναγομένης στην υποχρέωσή της να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.032,96 € για μισθούς υπερημερίας από 8.11.2008 έως 7.11.2009 με τους νόμιμους τόκους για κάθε επιμέρους ποσό από την επομένη της τελευταίας ημέρας έκαστου μηνός εντός τους οποίου παρασχέθηκε η εργασία που αφορά, 138,69 € για επίδομα Χριστουγέννων 2018 με τον νόμιμο τόκο από 31.12.2018, 305,25 € για επίδομα Πάσχα 2019, με τον νόμιμο τόκο από 30.4.2019 και 1.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και συνολικά το ποσό των 8.476,90 €. Η κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκάλεσε τα με τους λόγους της έφεσης παράπονα των εκκαλούντων για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων κατ’ακολουθίαν των οποίων ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της, κατά το αίτημα της εκκαλούσας-εναγομένης και να γίνει δεκτή για το αιτούμενο ποσό με την αγωγή, όσον αφορά τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το ποσό της ισόποσης με τα επιδόματα ασθενείας και κυοφορίας αποζημίωσης 1.968,96 € που απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι “η μη καταβολή των εν λόγω επιδομάτων δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται στην ενάγουσα-εργαζόμενη από τον οικείο ασφαλιστικό της φορέα, κατόπιν έκδοσης σχετικής απόφασης αρμόδιου οργάνου του, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης της ενάγουσας, δια της προσκόμισης σχετικών δικαιολογητικών εγγράφων, την υποβολή της οποίας, μετά των εγγράφων αυτών, η ενάγουσα ουδόλως αναφέρει στο κρινόμενο δικόγραφο”.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35§1 του ν. 1846/1951 “1. Ο ησφαλισμένος δικαιούται επιδόματος ασθενείας, εάν δε παρέχη εξηρτημένην εργασίαν και επιδόματος ανεργείας, εφ’ όσον συντρέχουσιν αι κάτωθι προϋποθέσεις: α) Δεν λαμβάνει σύνταξιν εκ του Ι.Κ.Α. β) Επραγματοποίησε 100 τουλάχιστον ημέρας εργασίας προκειμένου περί παροχής επιδόματος ασθενείας (και 150 τουλάχιστον, προκειμένου περί παροχής επιδόματος ανεργείας, κατά το ημερολογιακόν έτος, το αμέσως προηγούμενον της αναγγελίας της ασθενείας ή της ανεργίας) ή κατά το προηγούμενον της τοιαύτης αναγγελίας 15μηνον, μη συνυπολογιζόμενων ε τη τελευταία ταύτη περιπτώσει εις τας άνω 100 ή (150) ημέρας εργασίας των πραγματοποιηθεισών κατά το τελευταίον ημερολογιακόν τρίμηνον του 15μήνου… γ) Συνεπεία ασθενείας, μη οφειλομένης εις πταίσμα αυτού, απέχει της εργασίας αυτού, ή τυγχάνει άνεργος, δ) Η αποχή Λόγω ασθενείας εκ της εργασίας διήρκεσε πλέον των τριών τουλάχιστον ημερών ή η ανεργία διήρκεσε πλέον του 15θημέρου από της αναγγελίας των εις το Ι.Κ.Α. και επί αυτοτελώς εργαζομένου ή προαιρετικώς συνεχίζοντος την ασφάλισιν συμφώνως τω άρθρω 41, η ασθένεια διήρκεσε πλέον του υπό Κανονισμού ορισθησομένου χρόνου,εκτός εάν ο ησφαλισμένος εισήχθη εις Θεραπευτήριον, οπότε από της εισαγωγής του εφαρμόζονται αι επί των παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν διατάξεις…”. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 39 ν. 1846/1951 ” Η ησφαλισμένη δικαιούται παρά του Ι.Κ.Α. επί 42 ημέρας προ της πιθανής ημέρας τοκετού και επί ίσον χρόνον μετ’ αυτόν επιδόματος κυοφορίας και λοχείας ίσου προς το βασικόν επίδομα ασθενείας, μετά των τυχόν προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών εφ’ όσον απέχει της εργασίας. Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται και δια τας μη εργασίμους ημέρας. Δια τα επιδόματα κυοφορίας και λοχείας, δεν ισχύουν οι εν άρθρω 38 προβλεπόμενο περιορισμοί, όσον αφορά το ανώτατον όριον κατά ποσόν του επιδόματος ασθενείας. Τα επιδόματα κυοφορίας και λοχείας εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να είναι κατώτερα του τεκμαρτού ημερομισθίου της 1ης ασφαλιστικής κλάσεως. Δια την παροχήν των ανωτέρω επιδομάτων δέον όπως η ησφαλισμένη επραγματοποίησε 200 τουλάχιστον ημέρας εργασίας κατά τα δύο τελευταία έτη τα προηγούμενα της πιθανής ημέρας τοκετού”. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299 και 330 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β)παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014). Περαιτέρω, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 1116/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή, όσον αφορά το αίτημα καταβολής στην ενάγουσα αποζημίωσης ίσης με τα επιδόματα ασθενείας και κυοφορίας 1.968,96 € για τον λόγο ότι η εργοδότης εναγομένη δεν της χορηγούσε βεβαίωση/δήλωση περί αποχής από την εργασία της, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ήταν απαραίτητη για να της καταβάλει ο ασφαλιστικός φορέας τα παραπάνω επιδόματα που προϋποθέτουν αποχή από την εργασία και τα οποία δεν της καταβλήθηκαν, ήταν ορισμένη και νόμιμη ερειδόμενη στις στο σκεπτικό αναφερόμενες διατάξεις και περιέχουσα όλα τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις και η διάταξη του άρθρου 216 §1 ΚΠολΔ, ειδικότερα δε υφίσταται και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα από τη μη αύξηση της περιουσίας της κατά το ποσό των επιδομάτων και της παράλειψης της εναγομένης να της χορηγήσει τις απαραίτητες για τη λήψη τους βεβαίωση και δήλωση, όπως επίσης και ακριβής αναφορά των οφειλομένων για την αιτία αυτή ποσών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε κατά το μέρος αυτό την αγωγή ως μη νόμιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα- ενάγουσα με σχετικό λόγο στην υπό στοιχείο (Β) έφεση και πρέπει η αγωγή και κατά το αίτημα της αυτό να εξεταστεί και κατ’ ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη εάν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του Π.Δ. 176/1997: «Απαγόρευση απόλυσης: Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι: 1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/84. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Εξάλλου, στο άρθρο 2 του ιδίου ως άνω Π.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 άρθρ.2 του Π.Δ 41/2003.ΦΕΚ Α 44/21.2.2003 ορίζεται ότι «Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος, νοείται ως: α. Έγκυος εργαζόμενη: Κάθε εργαζόμενη γυναίκα που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της εφ’ όσον τούτο απαιτείται για τη λήψη θετικού μέτρου υπέρ της εγκύου». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984, όπως η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παράγραφο 1 άρθρου 36 Ν. 3996/2011,ΦΕΚ Α 170/5.8.2011 «1. Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το έγκυρο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εργαζόμενης κατά τον χρόνο της εγκυμοσύνης της ή κατά το χρονικό διάστημα 18 μηνών μετά τον τοκετό, εφόσον έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, συναρτάται με τον λόγο που επικαλείται ο εργοδότης, εφόσον αυτός κριθεί σπουδαίος (ΑΠ 954/2018, ΑΠ 433/2012). Η ύπαρξη σπουδαίου λόγου αποτελεί περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη (ΑΠ 433/2012, ΑΠ 308/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 §1 δ’ ΚΠολΔ “Τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα”. Εξάλλου, το άρθρο 656 ΑΚ πριν να αντικατασταθεί με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, όριζε ότι: “Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό …..’’. Με αυτή τη διατύπωση ο νομοθέτης, σε περίπτωση ακύρωσης της καταγγελίας σύμβασης εργασίας και περιέλευσης του εργοδότη σε καθεστώς υπερημερίας, προέβλεπε ότι ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει μόνον το μισθό του. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που υποβαλλόταν αίτημα για την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου, προκειμένου να θεμελιωθεί η αξίωση αυτή, ήταν αναγκαία η επίκληση με την αγωγή πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία η μη πραγματική απασχόληση του από τον εργοδότη θεμελίωναν προσβολή της προσωπικότητας του ή καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη (281 ΑΚ). Με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ και έχει ως εξής: “Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει, από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού”. Από την ως άνω διάταξη, όπως ισχύει, προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία, για τη θεμελίωση του (ΑΠ 90/2018, ΑΠ 654/2018, ΑΠ 1167/1999). Περαιτέρω, η εκπλήρωση της άνω υποχρεώσεως του εργοδότη να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο, γίνεται με την επιχείρηση εκ μέρους του πράξης που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο, αλλά η πραγματοποίησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του εργοδότη, ήτοι πρόκειται για υποχρέωση επιχείρησης πράξης και ο εξαναγκασμός του εργοδότη γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 946&1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1167/1999 Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Σάκκουλας, 2017, σελ. 867), όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 52&1 του ν. 3994/2011, ήτοι με την καταδίκη του σε εκτέλεση της πράξης και σε περίπτωση μη εκτέλεσης με την καταδίκη αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος.
Επειδή περαιτέρω η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο ήταν πλήρως ορισμένη καθώς περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία των διατάξεων στις οποίες στηρίζεται και αναφέρονται στο σκεπτικό και της διάταξης του άρθρου 216§1 ΚΠολΔ και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την έκρινε ορισμένη δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, πρέπει ο σχετικός λόγος της υπό στοιχείο Α έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Προσέτι, όπως αποδεικνύεται από το πρακτικό συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η εναγομένη ως προς τη βάση της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, διότι έλαβε χώρα σε χρόνο που απαγορευόταν η καταγγελία της σχέσης εργασίας της εργαζόμενης γυναίκας, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/84, δεν πρόβαλε προφορικά ένσταση περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία αυτή και δεν υπάρχει σχετική καταγραφή στο πρακτικό. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τους ισχυρισμούς της εναγομένης που κατατείνουν στην απόδειξη σπουδαίου λόγου προς κατάλυση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας σε χρόνο που εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρο 15 του Ν. 1483/84, προεχόντως ως απαράδεκτους λόγω μη προφορικής αναπτύξεώς τους κατά την ακροαματική διαδικασία και μη καταχώρησής τους στο πρακτικό συνεδρίασης, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και πρέπει ο σχετικός λόγος της υπό στοιχείο Β έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του Ν. 1599/1986 “Σχέσεις κράτους-πολίτη κλπ” και 339 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση έγινε ή δεν έγινε επίτηδες, για να χρησιμοποιηθεί σε συγκεκριμένη πολιτική δίκη, είναι ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 743/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-εναγομένη προσκόμισε και επικαλέστηκε στις προτάσεις της τις από τον Νοέμβριο 2019 υπεύθυνες δηλώσεις της ………… και της …………. και την από 7.11.2018 υπεύθυνη δήλωση της …………… Οι παραπάνω υπεύθυνες δηλώσεις συνιστούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο που συντάχθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στις δίκες μεταξύ των διαδίκων, άρα και στην παρούσα, όπου και χρησιμοποιούνται, καθώς δεν απευθύνονται σε καμμία αρχή και υπηρεσία που να δικαιολογεί τη λήψη τους για άλλο σκοπό.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων το περιεχόμενο των οποίων διαλαμβάνεται στο ταυτάριθμο με την εκκαλουμένη πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης, όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψη υπ’ όψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός από τις παραπάνω υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων, και από τη νομίμως ληφθείσα με αριθμό ……../6.3.2019 ένορκη βεβαίωση του ………. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη ασκεί ατομική επιχείρηση χονδρικής εμπορίας γυναικείων τσαντών και αξεσουάρ με τον διακριτικό τίτλο “…………”. Την 20 Σεπτεμβρίου 2017 η ενάγουσα σύναψε με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως πωλήτρια στο κατάστημα της εναγομένης επί της ………….. στην …., έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών 586,08 € για εργασία πέντε ημερών εβδομαδιαίως και οκτώ ωρών ημερησίως (10.00 π.μ. -18.00). Τα καθήκοντά της συνίσταντο στη λήψη, την προετοιμασία και την αποστολή των παραγγελιών των πελατών, στον ευθετισμό του χώρου και στην τακτοποίηση των εμπορευμάτων στην αποθήκη. Τον Φεβρουάριο 2018 η ενάγουσα ανακοίνωσε στην εναγομένη ότι κυοφορεί το δεύτερο τέκνο της και συνέχισε να απασχολείται με τους προηγούμενους όρους εργασίας και τα ίδια καθήκοντα. Στα τέλη Ιουλίου 2018 και ενώ η ενάγουσα βρισκόταν στην 29 η εβδομάδα της κύησης, παρουσίασε διαλείπουσα κολπική αιμόρροια και την 30/7/2018 κρίθηκε από τον Αναπληρωτή Καθηγητή Α’ Μαιευτικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου “Αλεξάνδρα” ………., ότι πρέπει να της χορηγηθεί αναρρωτική άδεια 25 ημερών, ήτοι από 30.7.2018 έως 23.8.2018. Ο παραπάνω ιατρός χορήγησε στην ενάγουσα την ίδια ημέρα (Δευτέρα 30.7.2018) σχετική ιατρική γνωμάτευση στην οποία αναγραφόταν ότι η ενάγουσα βρισκόταν στην 29η εβδομάδα κύησης και ότι έχρηζε αναρρωτικής άδειας 25 ημερών, όπως και ότι είχε παρουσιάσει διαλείπουσα κολπική αιμόρροια, ενώ ήδη από 25.7.2018 της είχε χορηγήσει και γνωμάτευση για την πιθανή ημερομηνία τοκετού 18.10.2018. Η ενάγουσα ενημέρωσε αμέσως την εναγομένη για την αναρρωτική άδεια της οποίας το τέλος συνέπιπτε με την αρχή της άδειας κύησης (56 ημέρες προ του τοκετού), ώστε η ενάγουσα με το τέλος της αναρρωτικής της άδειας δεν επέστρεψε στην εργασία της. Την 29.8.2018 η ενάγουσα απέστειλε μέσω της εφαρμογής viber στη λογίστρια της εναγομένης φωτογραφία της από 30/7/2018 παραπάνω ιατρικής βεβαίωσης με το μήνυμα “…….. καλησπέρα σου έστειλα φωτό για την αναρρωτική”, που έλαβε η παραλήπτης. Η απουσία της ενάγουσας από την εργασία της κατά το διάστημα από από 30.7.2018 έως 23.8.2018 ήταν δικαιολογημένη και ανυπαίτια και έγινε με ιατρική σύσταση αποκλειστικά λόγω του συμπτώματος που εμφάνισε και για να μην κουράζεται η έγκυος ενάγουσα και να μην απειληθεί η κύησή της. Τούτο δεν αναιρείται από το ότι η ενάγουσα μετέβη για παραθερισμό περί τις 20 Αυγούστου 2018 στη Νάξο, απ’ όπου γνωστοποιούσε φωτογραφίες όπως φωτογραφία σε χώρο εστίασης όπου καθόταν με άλλα πρόσωπα και φωτογραφία άποψης παραλίας, που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη από τις οποίες άλλωστε δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα επιδιδόταν σε οποιαδήποτε δραστηριότητα που μπορούσε να τη βλάψει. Εξάλλου, από τη σχετική ιατρική γνωμάτευση δεν συνάγεται ότι η ενάγουσα έπρεπε να παραμείνει κλινήρης ή να αποφύγει κάθε μετακίνηση. Επίσης, δικαιολογημένη ήταν και η μετά την 23.8.2018 απουσία της ενάγουσας από την εργασία της, λόγω της νόμιμης άδειας κύησης που δικαιούνταν. Την 4.9.2018 η ενάγουσα με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στη λογίστρια της εναγομένης και η τελευταία το έλαβε, της ζήτησε να ετοιμάσει βεβαίωση απουσίας της από 30.7.2018 έως 23.8.2018. Συγκεκριμένα το μήνυμα είχε το εξής περιεχόμενο: “…….. καλημερα αύριο θα περασω να φτιάξω κατι χαρτια στη δουλειά μπορείς να στειλεις μια βεβαίωση για τις μερες που ελειπα? 30 ιουλιου με 23 αυγουστου για να βαλουν σφραγίδα και υπογραφή το θέλω”. Επίσης, η ενάγουσα επικοινώνησε τηλεφωνικά και με την εναγομένη για να της ζητήσει την παραπάνω βεβαίωση, όπως επίσης και μία δήλωση περί του ότι διέκοψε την εργασία λόγω κύησης, προκειμένου να λάβει από το ΙΚΑ τα επιδόματα ασθενείας και μητρότητας, καθώς το ΙΚΑ για να αποδείξει τη διακοπή της εργασίας της για τις παραπάνω αιτίες που αποτελούσε προϋπόθεση για να δικαιούται τα επιδόματα από το ΙΚΑ, της ζητούσε τούτο να βεβαιωθεί και να δηλωθεί από την εργοδότριά της. Η εναγομένη της ζήτησε να μιλήσουν για να συναντηθούν μετά την 6.9.2018, διότι βρισκόταν σε διακοπές. Την 10.9.2018 η ενάγουσα, που βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη στον όγδοο μήνα, συνοδευόμενη από τον σύζυγό της …………. πήγε στο κατάστημα για να συναντήσει την εναγομένη και να λάβει τη βεβαίωση και τη δήλωση. Όμως, στη συνάντηση αυτή η εναγομένη αρνήθηκε να της δώσει τα αιτούμενα έγγραφα, παρά μόνο αν η ενάγουσα υπέγραφε την παραίτησή της και μια υπεύθυνη δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι δεν ήταν καλή στη δουλειά της και προκάλεσε ζημία στην επιχείρηση της εναγομένης. Στην άρνηση της ενάγουσας η εναγομένη δεν της χορήγησε τα έγγραφα και η ενάγουσα με τον σύζυγό της αποχώρησαν. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα όσα ενόρκως βεβαίωσε ο σύζυγος της ενάγουσας, ο οποίος ήταν παρών στα διαδραματιζόμενα. Σημειώνεται ότι η εναγομένη θα έπρεπε μόνο να δηλώσει και να βεβαιώσει το πραγματικό γεγονός απουσίας της ενάγουσας από την εργασία της και τούτο ήταν γεγονός γνωστό στην εναγομένη και τούτο της ζητήθηκε. Τα όσα ισχυρίζεται η εναγομένη στις προτάσεις της ότι για να χορηγήσει τη βεβαίωση και τη δήλωση που της ζητήθηκαν για την αποχή της ενάγουσας από την εργασία της θα έπρεπε η ενάγουσα να της παραδώσει προς συμπλήρωση έγγραφο συμπληρωμένο από τον ιατρό της στο οποίο θα καθορίζονταν οι ημέρες άδειας λόγω του επερχόμενου τοκετού της, όπως επίσης και έγγραφο από τον ιατρό της ότι δικαιούται άδεια κύησης 56 ημερών και άδεια λοχείας 63 ημερών, δεν ευσταθούν, διότι η γνωμάτευση του ιατρού για την αναρρωτική άδεια και το επίδομα κύησης (η ενάγουσα δεν ζήτησε ο,τιδήποτε για τη λοχεία) χρειάζεται ως επιπλέον δικαιολογητικό στον ασφαλιστικό φορέα και όχι στον εργοδότη ο οποίος πρέπει να βεβαιώσει μόνο την απουσία. Εξάλλου, ο χρόνος που δικαιούται η εργαζόμενη για άδεια κύησης και λοχείας, προκύπτει από τον νόμο και είναι 56 και 63 ημερών, ήτοι 8 και 9 εβδομάδων πριν και μετά την πιθανολογούμενη ημέρα τοκετού (8 Π.Δ 176/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2§3 Π.Δ 41/2003 και 11 ν. 2874/2000). Σχετικά δε με τα ιατρικά έγγραφα που δικαιολογούσαν την απουσία της ενάγουσας και την ιατρική γνωμάτευση για την πιθανή ημερομηνία τοκετού, αυτά είχαν γνωστοποιηθεί στην εναγομένη, όπως συνάγεται από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και την ένορκη βεβαίωση του …………… Εξάλλου, όσον αφορά ειδικότερα την ιατρική γνωμάτευση για την αναρρωτική άδεια, στην οποία αναγραφόταν και η εβδομάδα κύησης είχε αποσταλεί από την ενάγουσα και ηλεκτρονικά στη λογίστρια της εναγομένης. Στη συνέχεια η ενάγουσα, που λόγω της άρνησης της εναγόμενης να της χορηγήσει τη βεβαίωση και τη δήλωση για την αποχή από την εργασία της, δεν μπορούσε να λάβει από τον ασφαλιστικό της φορέα (ΙΚΑ) το επίδομα ασθενείας και το επίδομα κύησης, την 12.9.2019 προσέφυγε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Δυτικού Τομέα Αθήνας αναφέροντας ότι η εργοδότριά της – εναγομένη δεν της χορηγούσε βεβαίωση για το χρονικό διάστημα της αναρρωτικής της άδειας και δεν υπέγραφε το χαρτί για την άδεια εγκυμοσύνης της. Από το αρμόδιο τμήμα του ΣΕΠΕ ορίστηκε ως ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης η 11η.10.2018. Δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία αυτή, κατόπιν αιτήματος αναβολής της συζήτησης από την πλευρά της εργοδότριας, ορίστηκε νέα ημερομηνία συζήτησης η 2.11.2018 και τελικώς η υπόθεση συζητήθηκε με πρωτοβουλία του ΣΕΠΕ την 8.11.2018. Στο μεταξύ την 9.10.2018 γεννήθηκε το δεύτερο τέκνο της ενάγουσας. Προσέτι, την 25.10.2018 η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 17.10.2018 “εξώδικη καταγγελία σύμβασης εργασίας με προειδοποίηση” απευθυνόμενη στην ενάγουσα, με το παρακάτω περιεχόμενο: “ Όπως γνωρίζετε, την 20.09.2017 προσληφθήκατε στην επιχείρησή μου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως. Ειδικότερα συμφωνήθηκε όπως παρέχετε την εργασία σας σε καθημερινή βάση επί (8) οκτώ ώρες ημερησίως, ήτοι από την δεκάτη (10) πρωινή έως την έκτη (6) μεσημβρινή, το οποίο αντιστοιχεί και στο ωράριο εξυπηρέτησης των πελατών του καταστήματος μου. Ήδη όμως από τον Οκτώβριο του έτους 2017 και έπειτα καταστήκατε πολλάκις υπερήμερη έναντι εμού ως προς την παροχή της εργασίας σας την οποία σε κάθε περίπτωση δεν παρείχατε προσηκόντως και καταλλήλως. Σχεδόν από την αρχή της μεταξύ μας συνεργασίας υποπέσατε σε πολλαπλές πλημμέλειες τις οποίες παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις, παρατηρήσεις και προειδοποιήσεις μου συνεχίζατε να επαναλαμβάνετε. Ειδικότερα, παρά την μεταξύ μας συμφωνία ότι ανήκει στις εργασιακές σας υποχρεώσεις, δεν συμμαζεύατε προ της αποχώρησής σας τον χώρο υποδοχής πελατών με αποτέλεσμα να σας κάνω συνεχείς παρατηρήσεις με ενδεικτικές ημερομηνίες την 12.10.2017, την 21.11.2017, την 4.1.2018 και τελικά να διεκπεραιώνω μόνη μου τις εργασίες που σας είχα αναθέσει. Δεν ολοκληρώνατε τις εργασίες που σας είχα αναθέσει στον κατάλληλο χρόνο, δεν τακτοποιούσατε ορθώς το εμπόρευμα στο κατάστημα, κάνατε λάθη κατά την εκτέλεση παραγγελιών στέλνοντας στους πελάτες διαφορετικά προϊόντα σε είδος και ποσότητες σε σχέση με τις παραγγελίες τους, όπως ενδεικτικά η περίπτωση της κυρίας ……………. και του κου ……………. Επιπλέον, τιμολογούσατε πλημμελώς με χαμηλότερες τιμές τα προϊόντα της επιχείρησής μου ενώ λέγατε σε πελάτες ότι έχουν εξαντληθεί προϊόντα τα οποία υπήρχαν στην αποθήκη ως εμπόρευμα με αποτέλεσμα να μην γίνονται παραγγελίες τουλάχιστον 20 με 30 τσαντών τον μήνα. αξίας χονδρικής πώλησης 20,00 € εκάστη περίπου. Ως καλώς γνωρίζατε κάνατε πλείστα και επαναλαμβανόμενα λάθη στην αποστολή παραγγελιών, τιμολογίων και δειγματολογίων με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται η επιχείρησή μου με το ποσό των 200,00€-300,00€ ανά μήνα σε έξοδα ταχυμεταφοράς (courier) για την αποστολή των ορθών προϊόντων και τιμολογίων στους παραπονούμενους πελάτες. Οι συνεχιζόμενες πλημμέλειές σας κόστισαν στην επιχείρηση συνολικά μερικές χιλιάδες ευρώ, την απώλεια αρκετών πελατών και τη δυσφήμιση της επιχείρησής μου. Ενθυμείστε σαφώς την περίπτωση της πελάτισσας ………… στο ……….. με την οποία είχε συμφωνηθεί η αποκλειστική εμπορία των προϊόντων της επιχείρησής μου στην ευρύτερη περιοχή του ……….. και η οποία λόγω της δικής σας αμέλειας και ανεπιτηδειότητας ακόμα και να συνεννοηθείτε με την εταιρεία ταχυμεταφοράς (courier) για να παραλάβουμε την επιταγή καταβολής της αμοιβής μας, υπαναχώρησε από την σύμβαση ερωτώντας με “μπακάλικο είστε εκεί;;;” Με δική σας ευθύνη, η επιχείρησή μου ακόμα και σήμερα δεν έχει πωλητή προϊόντων μου στο ………. Ως καλώς γνωρίζετε, ακυρώθηκε αρχική παραγγελία ύψους 1.800,00 €, συγχρόνως δε η επιχείρησή μου απώλεσε μελλοντικές παραγγελίες χιλιάδων ευρώ, ενώ δυσφημίστηκα σφόδρα ως κακός επαγγελματίας στην συγκεκριμένη περιοχή και κανένας δεν επιθυμεί να συνεργαστεί με την επιχείρησή μου. Εκτός των ανωτέρω, αργοπορούσατε συστηματικά στην εργασία σας. Όλως ενδεικτικώς, κατά παράβαση της προρρηθείσης σύμβασης εργασίας, καταφτάσατε μετά τις 10.00 π.μ. την 21-11-2017, την 19-12-2017, 25-01-2018, 15-02-2018, 16-03-2018, 19-04-2018 ενώ η καθυστερημένη προσέλευση στην εργασία σας έτεινε να γίνει συνήθεια παρά τις σφοδρές διαμαρτυρίες μου. Ενώ άνευ έγκαιρης ειδοποιήσεως και σε τακτά χρονικά διαστήματα προφασιζόσασταν ασθένεια για να μην προσέρχεσθε στην εργασία σας ή να αποχωρείτε νωρίτερα από αυτή. Επικαλούσασταν ασθένεια ούτως ώστε να μην προσέρχεσθε στην εργασία σας χωρίς κατάλληλη προηγούμενη ενημέρωση ενώ δεν προσκομίζατε τα αντίστοιχα ιατρικά έγγραφα εγκαίρως. Η ως άνω κατάσταση χειροτέρευσε όταν μείνατε έγκυος. Ειδικότερα το διάστημα από 14-06-2018 έως 25-06-2018 απουσιάζατε από την εργασία σας με αναρρωτική άδεια. Στην συνέχεια λάβατε την νόμιμη καλοκαιρινή άδειά σας και με είχατε διαβεβαιώσει ότι θα επιστρέφατε στην εργασία σας την 23 Ιουλίου του έτους 2018, ενόψει τη έναρξης λειτουργίας του καινούριου μας καταστήματος λιανικής πώλησης στο ………. στο οποίο θα αναλαμβάνατε καθήκοντα ως μοναδική πωλήτρια/υπεύθυνη αρχές Αυγούστου. Εντούτοις αν και εργαστήκατε 23 με 27 Ιουλίου του έτους 2018 στην συνέχεια δεν επανεμφανιστήκατε στην εργασία σας, απλώς με ενημερώσατε την 29.07.2018 ημέρα Κυριακή με μήνυμα στο κινητό ότι δεν θα προσέλθετε την επόμενη ημέρα Δευτέρα στην εργασία σας γιατί αντιμετωπίζατε πρόβλημα με την εγκυμοσύνη σας και ότι θα πηγαίνατε στον γιατρό να σας δει. Λόγω της ως άνω μη πρόσέλευσής σας στην εργασία σας, το κατάστημά μου στο ……… παρέμεινε κλειστό για 20 περίπου ημέρες. Το διάστημα αυτό επιβαρυνθήκαμε με το ανάλογο ενοίκιο του καταστήματος και είχαμε απώλεια κερδών που ανερχόταν περίπου στο ποσό των 600,00 € ενώ ταυτόχρονα ξέσπασαν αρνητικές φήμες στην αγορά ότι η επιχείρησή μου δεν έχει ανοδική πορεία και ότι το νέο κατάστημα της επιχείρησης μας θα κλείσει πριν καν ανοίξει. Η εμπιστοσύνη μου και η στήριξή μου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σας έπεσαν σε ένα πηγάδι δίχως πάτο. Ενώ η επιχείρησή μου λόγω της απουσίας υπέστη τις ανωτέρω απώλειες, εσείς αντί να είστε κλινήρης ως θα δικαιολογούσε η υποτιθέμενη επικίνδυνη κατάσταση της εγκυμοσύνης σας, συνεχίζατε τις θερινές διακοπές σας στην Πάργα και στη Νάξο, αναρτώντας φωτογραφίες στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, προφανώς εμπαίζοντας με αποδεικνύοντας ότι οι βεβαιώσεις ιατρών τις οποίες έως σήμερα δεν μου έχετε προσκομίσει είναι όλως προσχηματικές και επίπλαστες. Άνευ δικής σας εμφανίσεως, περί την 07-09-2018 ο σύζυγός σας κατέλειπε στην έδρα της επιχείρηση μου ένα ασυμπλήρωτο κενό έγγραφο το οποίο θα έπρεπε να απευθύνεται στο ΙΚΑ και να πιστοποιεί τις νόμιμες ημέρες που διακόψατε την παροχή των υπηρεσιών σας στην επιχείρησή μου λόγω του επερχόμενου τοκετού σας. Το συγκεκριμένο έγγραφο έπρεπε να είναι συμπληρωμένο από τον αρμόδιο ιατρό και να καθορίζονται οι ημέρες αδείας σας λόγω του επερχόμενου τοκετού σας. Εν τούτοις το ως άνω προσκομισθέν έγγραφο δεν ήταν συμπληρωμένο από τον αρμόδιο ιατρό και κάποιος είχε προφανώς επέμβει παράνομα και αντισυμβατικά σε αυτό χειρόγραφα μετατρέποντας τις 56 ημέρες άδειας σε 63 ημέρες!!! Πάραυτα και με τη σύμφωνη γνώμη της λογίστριας της επιχείρησής μου, σας ενημέρωσα ότι δεν νομιμοποιούμαι να υπογράψω το συγκεκριμένο έγγραφο άνευ συμπληρώσεώς του από τον αρμόδιο ιατρό. Μάλιστα σας τόνισα ότι σύμφωνα με τον νόμο θα έπρεπε να μου προσκομίσετε και έτερο έγγραφο από γιατρό που να αναφέρει ότι δικαιούσθε 56 ημέρες άδεια εγκυμοσύνης και 63 ημέρες άδεια λοχείας, το οποίο ποτέ δεν πράξατε. Λίγες μέρες αργότερα, εν ώρα εργασίας και ενώ το κατάστημά μου στην Ιερά Οδό ήταν κατάμεστο καθώς δειγμάτιζα πελάτες χονδρικής πώλησης, εμφανιστήκατε άνευ έτερης ειδοποίησης ή ενημέρωσης από κοινού με τον σύζυγό σας, με προκλητική περιβολή και συμπεριφορά. Συγκεκριμένα ο σύζυγός σας φώναζε, έβριζε και απειλούσε ενώ βαρούσε τις πόρτες και τις προθήκες του καταστήματος μου καθιστώντας με αν μη τι άλλο υπόλογη στους έκπληκτους πελάτες μου, πολλοί από τους οποίους αποχώρησαν πάραυτα από το μαγαζί μου. Οι ως άνω αντισυμβατικές πράξεις σας συνιστούν παράβαση της μεταξύ μας σύμβασης εργασίας, έχουν βλάψει οικονομικά την επιχείρησή μου πλέον των 10.000,00 €, αλλά έτι περαιτέρω δύνανται σε κάθε περίπτωση να επιφέρουν και έτερες προεκτάσεις. Την ως άνω οικονομική βλάβη θα αξιώσω επί συνόλου από εσάς και σε κάθε περίπτωση επιφυλάσσομαι παντός νομίμου δικαιώματος μου. Επιπλέον, η μη προσήκουσα παροχή της εργασίας σας στην επιχείρησή μου, έχει προκαλέσει τη δυσφήμιση της επιχείρησής μου σε πελατειακούς και επιχειρηματικούς κύκλους και έχει οδηγήσει στην απώλεια σημαντικού κύκλου πελατών μου. Ήδη με την παρούσα διαμαρτύρομαι εντονότατα, αφενός για την αδικαιολόγητη και αντισυμβατική ως ανωτέρω περιγράφεται συμπεριφορά σας. Σας καλώ όπως εσείς και ο σύζυγός σας απόσχετε από πράξεις που δυσφημούν την επιχείρησή μου ενώπιον των πελατών καθώς και τρίτων. Σας ΚΑΛΩ όπως εντός τριών ημερών από την επίδοση της παρούσας όπως αποκαταστήσετε κάθε θετική και αποθετική ζημία που έχετε προκαλέσει στην επιχείρησή μου, ήτοι όπως μου καταβάλλεται το ποσό των 10.000,00 Ευρώ για τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω καθώς και το ποσό των 5.000,00 Ευρώ ως αποζημίωση λόγω της ηθικής μου βλάβης. Και με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου, σας ΠΡΟΣΚΑΛΩ, εντός προθεσμίας τριών ημερών από την επίδοση της παρούσης, να επιστρέφετε στη θέση σας ή να μας γνωστοποιήσετε την αιτία και τη διάρκεια της απουσίας σας, προσκομίζοντας και τα ανάλογα νόμιμα δικαιολογητικά ως ανωτέρω περιγράφονται. ΆΛΛΩΣ σας δηλώνω ότι η συμπεριφορά σας θα θεωρηθεί ως οικειοθελής αποχώρηση και θα επέλθει η λύση της μεταξύ μας εργασιακής συμβάσεως…”. Ακολούθως, την 7.11.2018 η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 6.11.2018 “Δήλωση – Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού”, κοινοποιουμένη και στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας στην οποία διαλαμβανόταν κατά λέξη η προηγούμενη εξώδικη δήλωση και τα εξής “Επειδή, εντός των χρονικών περιθωρίων που σας είχαν δοθεί δυνάμει της ως άνω εξώδικης όχλησης ουδέν πράξατε. Δια της παρούσας σας ενημερώνω ότι έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρησή σας από την επιχείρησή μου και ότι αυτή θα αναγγελθεί στο πληροφοριακό σύστημα ΈΡΓΆΝΗ” εντός του νόμιμου χρονικού πλαισίου. ΉΔΗ με την παρούσα, σας συγκοινοποιώ το έντυπο 5, τιτλοφορούμενο “Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού” του ΟΑΕΔ. Με τη ρητή επιφύλαξη παντός δικαιώματος μου αρμόδιος δικαστικός επιμελητής εντέλλεται να επιδώσει την παρούσα στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Αθηνών, Τμήμα Δυτικού Τομέα Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα, ΤΚ 10437, Αγησιλάου 10, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, προς γνώση και για κάθε νόμιμη συνέπεια, αντιγράφων αυτή στην έκθεση επιδόσεώς του. Αθήνα, 06-11-2018”. Ωστόσο, η ενάγουσα δεν εμφανίστηκε στην εργασία της, εντός της προθεσμίας που της ετάχθη από την εναγομένη, επειδή κατά τους χρόνους που της απεύθυνε τις δύο εξώδικες δηλώσεις τελούσε σε νόμιμη άδεια μητρότητας και όχι από πρόθεση λύσης της σύμβασης εργασίας και οικειοθελούς αποχώρησης από την εργασία της την οποία είχε ανάγκη, διότι από αυτή βιοποριζόταν. Προσέτι, η εναγομένη τελούσε σε γνώση του λόγου απουσίας της ενάγουσας και του νομίμου αυτού, διότι εξ αρχής είχε ενημερωθεί για την κύησή της, της είχαν γνωστοποιηθεί όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά που είχε λάβει η ενάγουσα, ενώ την 10.9.2018 η εναγομένη είχε συναντήσει την ενάγουσα που βρισκόταν στον όγδοο μήνα και ήταν εμφανής η προχωρημένη της εγκυμοσύνη, ώστε να μη δικαιολογείται οποιαδήποτε άγνοιά της ή έστω αμφιβολία της για τον λόγο απουσίας της ενάγουσας, καθώς ήταν βέβαιο ότι σχετιζόταν με την άδεια μητρότητας. Αλλά, η σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε ούτε με την από 17.10.2018 “εξώδικη καταγγελία σύμβασης εργασίας με προειδοποίηση” εκ μέρους της εναγομένης, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, καθώς δεν καταβλήθηκε αποζημίωση απόλυσης στην ενάγουσα και έλαβε χώρα πριν καν να περάσει μήνας από τον τοκετό δηλαδή σε χρόνο που απαγορεύεται η απόλυση της εργαζόμενης γυναίκας και συνακόλουθα οφείλονται στην ενάγουσα οι μισθοί υπερημερίας του χρονικού διαστήματος 8.11.2008 – 7.11.2019 ύψους (586,08 X 12=) 7.032,96 €, το ποσό των 138,69 € για μέρος επιδόματος Χριστουγέννων 2018 και το ποσό των 305,25 € για επίδομα Πάσχα 2019 και συνολικά 7.476,90 €. Προσέτι, η εναγομένη διέλαβε στην εξώδικο δήλωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας με προειδοποίηση, προσχηματικά τις αιτιάσεις σχετικά με την απόδοση της ενάγουσας, προκειμένου να θεμελιώσει σπουδαίο λόγο για να δικαιολογήσει την απόλυσή της στην περίοδο που αυτή απαγορευόταν λόγω μητρότητας της ενάγουσας, η οποία ήταν και η μοναδική πραγματική αιτία για την απόλυσή της. Το προσχηματικό των όσων σχετικά επικαλέστηκε η εναγομένη αποδεικνύεται από το ότι εμπιστευόταν την ενάγουσα και όπως αναφέρει η ίδια στην εξώδικο δήλωση καταγγελίας της σύμβασης με προειδοποίηση που της απεύθυνε, ενόψει της έναρξης λειτουργίας του καινούριου της καταστήματος λιανικής πώλησης στο …………., της είχε αναθέσει καθήκοντα μοναδικής πωλήτριας/υπεύθυνης από τις αρχές Αυγούστου, τα οποία δεν άσκησε η ενάγουσα λόγω της επιπλοκής που εμφάνισε στην εγκυμοσύνη της. Προσέτι, η ενάγουσα απουσίασε από την εργασία της λόγω πραγματικής ασθένειας και στη συνέχεια νόμιμα λόγω της κύησης, του τοκετού και της λοχείας και κατόπιν ιατρικής σύστασης για την οποία εκδόθηκαν γνήσιες και αληθείς ιατρικές γνωματεύσεις. Επομένως, τα όσα διέλαβε η εναγομένη στην εξώδικη δήλωση καταγγελίας με προειδοποίηση για προσχηματικές και επίπλαστες βεβαιώσεις ιατρών ήταν αβάσιμα. Εξάλλου, με τα όσα προσχηματικά και αβάσιμα ισχυρίστηκε η εναγομένη σε βάρος της ενάγουσας στην εξώδικο δήλωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όπως και επίσης από το γεγονός ότι η ενάγουσα απελύθη λόγω της μητρότητας και υπέστη δυσμενή διάκριση, προσεβλήθη η προσωπικότητά της και υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας λαμβάνοντας υπ’ όψη το είδος της προσβολής, τη βαρύτητα του πταίσματος της εναγομένης, το σύνολο των περιστάσεων και την κοινωνική και οικονομική θέση των διαδίκων, εύλογη είναι χρηματική ικανοποίηση 1.000 €. Ακολούθως, την 8.11.2018 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία του ΣΕΠΕ προκειμένου να εξεταστεί και να καταβληθεί προσπάθεια ώστε να επιλυθεί η εργατική διαφορά. Στη συνάντηση συμμετείχε ο σύζυγος της ενάγουσας με σχετική εξουσιοδότηση, η εναγομένη με τις πληρεξούσιες δικηγόρους της, η επιθεωρήτρια εργασίας και εκπρόσωπος του Συνηγόρου του Πολίτη. Κατά τη συνάντηση προσκομίστηκαν από την πλευρά της προσφεύγουσας τρεις ιατρικές γνωματεύσεις που είχαν συνταχθεί για την πιθανή ημερομηνία του τοκετού της και για τις δύο αναρρωτικές της άδειες εκ των οποίων η σχετική με τη δεύτερη αναφερόταν και στην εβδομάδα κύησης. Προσέτι στη συνάντηση αυτή υποδείχθηκε από την Επιθεωρήτρια και την εκπρόσωπο του Συνηγόρου του Πολίτη στην εναγομένη να χορηγήσει στην ενάγουσα τη βεβαίωση και τη δήλωση αποχής από την εργασία της που ζητούσε για να λάβει τα επιδόματα ασθενείας και μητρότητας, όμως η εναγομένη αρνήθηκε και ουδέποτε τις χορήγησε στην ενάγουσα με αποτέλεσμα η ενάγουσα αποκλειστικά και μόνο από την παραπάνω αντίθετη στην καλή πίστη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης να στερηθεί παρότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις λήψης τους το επίδομα ασθένειας 25 ημερών, ύψους (25 X 23,44€ =) 586 € και το επίδομα κύησης 56 ημερών, ύψους (56 X 23,44 €=) 1.312,64 € και συνολικού ύψους (586 + 1.312,64 =) 1.898,64 € και να υποστεί ισόποση ζημία την οποία υποχρεούται η εναγομένη να αποκαταστήσει και να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.898,64 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, στην παραπάνω συνάντηση, υποδείχθηκε στην εναγομένη να επαναπασχολήσει την ενάγουσα, όμως η εναγομένη επέμεινε στη λύση της σύμβασης εργασίας και ουδέποτε την επαναπασχόλησε παρότι η ενάγουσα επιθυμούσε να επιστρέψει στην εργασία της μετά το πέρας της άδειας λοχείας και προσφέρονταν προς τούτο, ενώ ο Συνήγορος του Πολίτη με το με αριθμό πρωτ. ………/………./26.2.2019 πόρισμά του εισηγήθηκε την επιβολή διοικητικού προστίμου στην επιχείρηση της εναγομένης. Επομένως, έπρεπε να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας με τους όρους σύμβασης εργασίας της με απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της 100 €. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ανωτέρω, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και πρέπει όλοι οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων να απορριφθούν ως αβάσιμοι, η δε υπό στοιχείο (Α) έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η εκκαλούσα-εναγομένη, λόγω της ήττας της στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης – ενάγουσας του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατ’ αποδοχήν ως βασίμου του νόμιμου αιτήματος της περί καταδίκης της αντιδίκου της στα δικαστικά της έξοδα (176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ). Έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος της αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης να μην της χορηγήσει βεβαίωση και δήλωση απουσίας από την εργασία προκειμένου να λάβει τα επιδόματα ασθενείας και κύησης και πρέπει κατ’ αποδοχήν ως βασίμου του σχετικού λόγου έφεσης και εν μέρει της έφεσης που κρίνεται να εξαφανιστεί κατά τούτο η εκκαλουμένη, μαζί με την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή και να γίνει δεκτή και κατά το ποσό αυτό, τα δε δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων και μετά από κατανομή και ανάλογα με το μέγεθος της νίκης και της ήττας των διαδίκων, πρέπει να επιβληθούν εν μέρει στην εφεσίβλητη-εναγομένη (178§1, 183, 191 §2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία (Α) την από 24.8.2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών …../……../4.9.2020 έφεση (αρ. πιν. …) και (Β) την από 29.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ……/……../29.9.2020 έφεση (αρ. πιν. ……), αμφότερες κατά της με αριθμό 100/27.1.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών/εργατικές διαφορές.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις.-
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την υπό στοιχείο (Α) από 24.8.2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ……../………./4.9.2020 έφεση και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας της εφεσίβλητης, που καθορίζει σε 357,12 €.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει κατ’ ουσίαν την υπό στοιχείο (Β) από 29.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ……./……../29.9.2020 έφεση.-
-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη κατά το μέρος που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της παρούσας.-
-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή, κατά το μέρος αυτό.-
– ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση ύψους 1.898,64 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εφεσίβλητη-εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας-ενάγουσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας που καθορίζει σε 520 €.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 27η Απριλίου 2021, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.-
