Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Έννοια μισθού. Παροχή από τον εργαζόμενο υπερωριακής εργασίας, νόμιμης ή παράνομης, και υπολογισμός της οφειλόμενης αποζημίωσης. Πότε παρέχεται υπερεργασία και υπολογισμός της δικαιούμενης αμοιβής. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ή πέραν του πενθημέρου δεν αποτελεί υπερεργασία αν δεν υπερβαίνει το οκτάωρο. Η εργασία κατά την 6η ημέρα επί πενθημέρου είναι παράνομη και άκυρη και αμείβεται με προσαύξηση του ημερομισθίου κατά 30%. Ορισμένο αγωγής για καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών από έγκυρη σύμβαση εργασίας. Το δικαστήριο επιδικάζει μικτές αποδοχές. Μόνη η μη εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών ή αμοιβών δεν συνιστά αδικοπραξία και προσβολή προσωπικότητας του μισθωτού. Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον λείπουν οι προϋποθέσεις από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Πότε η αγωγή είναι ορισμένη και πότε νομικά αβάσιμη. Ορισμένη η ένδικη αγωγή από τη σύμβαση εργασίας. Στοιχεία για το ορισμένο της ένστασης εξόφλησης που προτείνει ο εναγόμενος εργοδότης. Καταβολή στον εργαζόμενο υπέρτερων των νομίμων αποδοχών και έγκυρη συμφωνία για συμψηφισμό σε αυτές τυχόν προσαύξησης από παρασχεθείσα κατά τις αργίες και τις νύχτες εργασία. Η συμφωνία είναι άκυρη όσον αφορά τις υπερωρίες. Πότε το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά. Το αγωγικό δικαίωμα δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, μη αρκούσης της αδράνειας του δικαιούχου και της αδιαμαρτύρητης είσπραξης αποδοχών μικρότερων από τις οφειλόμενες. Ο ενάγων δικαιούται αμοιβές για υπερεργασία και για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση λόγω υπέρβασης του ημερήσιου ωραρίου απασχόλησης, αφαιρουμένων των ποσών που του έχουν καταβληθεί και αυτών που συμψηφίζονται λόγω καταβολής υπέρτερων των νομίμων αποδοχών. Ο ενάγων απασχολήθηκε ημέρες Σαββάτου. Ο διατυπωθείς από την εργοδότρια ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας ισχυρισμός ότι ο ενάγων παρακρατούσε από το ταμείο που διαχειριζόταν όποιο ποσό θεωρούσε ότι εδικαιούτο, είναι μειωτικός για την προσωπικότητά του. Επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η εναγομένη οφείλει να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 11.459,50 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS – Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Αριθμός Απόφασης

449/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από την Δικαστή Ελευθερία Αθανασίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από την Γραμματέα Βασιλική Αργυροπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 22α Μαρτίου του έτους 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : …………………….., κατοίκου ……………………………., με ΑΦΜ …………………., ο οποίος εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο του Γεωργίου-Μιχαήλ, Δικηγόρο Αθηνών (AM ΔΣΑ 29922), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ; Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………………………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………………», που εδρεύει στη ………………………….. και διατηρεί υποκατάστημα ………………………… και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……………… της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ……………….., την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου η πληρεξούσια δικηγόρος της Ελένη Πάντζου του Ευαγγέλου, Δικηγόρος Αθηνών (AM ΔΣΘεσ 8925), που κατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 21.06.2017 και με γενικό αριθμό καταθέσεως …../2017 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2017 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 22α Ιουνίου του έτους 2017, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 27ης Οκτωβρίου του έτους 2017 και γράφηκε στο πινάκιο. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε με την σειρά του πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ KAI

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 του Α.Κ. προκύπτει, ότι ως μισθός νοείται κάθε παροχή που δίδεται από τους εργοδότες στους εργαζόμενους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, δηλαδή κάθε αμοιβή σε χρήμα και σε είδος (τροφή, κατοικία), η οποία καταβάλλεται τακτικά και μόνιμα, είτε βάσει της εργασιακής σχέσης ή της συλλογικής σύμβασης ή του νόμου, είτε βάσει της κρατούσας συνήθειας όταν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία (ΑΠ 52/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 673/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 266/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Νόμιμος μισθός χαρακτηρίζεται αυτός που προβλέπεται από συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική ή υπουργική απόφαση και αποτελεί τα κατώτατα όρια αποδοχών που υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει στους εργαζόμενους, αποτελείται δε ο νόμιμος μισθός από το βασικό μισθό και τα διάφορα επιδόματα, τα οποία επίσης προ βλέπονται από τη συλλογική σύμβαση εργασίας, τη διαιτητική απόφαση ή την υπουργική απόφαση. Ως συμβατικός μισθός χαρακτηρίζεται αυτός που έχει καθορισθεί από τη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου στην ατομική σύμβαση εργασίας γραπτώς ή προφορικώς ο συμβατικός, δε, μισθός είναι πάντοτε μεγαλύτερος από το νόμιμο, δεδομένου ότι το αντίθετο απαγορεύεται από το νόμο (680 του Α.Κ. και 7 παρ. 2 του νόμου 1876/1990). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του νόμου 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου των. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14.02.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθμ. 117/20.03.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚΒ’ 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από την 01.01.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της από του έτους 1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει : 1) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26.02.1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του νόμου 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και 2) στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέραν από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 01.01.1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του νόμου 2874/2000 (όπως ίσχυε έως την 30.09.2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του νόμου 3385/2005) από την 01.04.2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (05) ωρών την εβδομάδα. Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν, μέχρι την 31.03.2001, το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (03) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα. Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από την 01.04.2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από την 01.04.2001 η πέραν των σαράντα τριών ωρών (43) απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 01.04.2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως. Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του νόμο 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης με το άρθρο 4 του νόμου 2874/2000 ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των πέντε (05) ωρών εβδομαδιαίας υπερεργασιακής απασχολήσεως, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί 48) ώρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από την 01.04.2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακά απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχολήσεώς του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλαδή για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του νόμου 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 01.10.2005) το παραπάνω άρθρο 4 του νόμου 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής : 1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχολήσεως. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο, εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται1’για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (ΑΠ 1003/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ: 10 του νόμου 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.07.2010 (άρθρο 76 του νόμου 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως : α) για τις ώρες της υπερεργασίας (δηλ. από την 41η έως και την 45η ώρα εκάστης εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομάδας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 1.20 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Επισημαίνεται ότι για τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών, και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να ενδιαφέρει η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως (υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.7.1975 ΕΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντιθέτως, για να υπάρχει υπερεργασία, πρέπει να υπάρχει υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου και δεν ενδιαφέρει η μεμονωμένη υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου (ΑΠ 615/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 338/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 101/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 804/2003 ΕλλΔνη 45.141, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΕφΠειρ 933/2003 ΕλλΔνη 45.544). Η αμοιβή της υπερεργασίας υπολογίζεται βάσει των καταβαλλομένων αποδοχών κατά την ημέρα της απασχόλησης και όχι βάσει των νομίμων, σαν επαύξηση δε του μισθού θεωρούνται, πλην των οικειοθελών παροχών που δίδονται από τον εργοδότη στους εργαζόμενους καθόλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης συνεχώς, τακτικά και ανεπιφύλακτα και η αξία της υποχρεωτικά χορηγούμενης τροφής, καθώς και η παροχή κατοικίας στους μισθωτούς, τακτικά και αδιαλείπτως σαν συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους, παροχές οι οποίες συνυπολογίζονται για την εξεύρεση του ωρομισθίου της υπερεργασίας (ΑΠ 805/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

II. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή έβδομη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 418/2004 ΕλλΔνη 47.146, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΑΠ 679/2001 ΔΕΝ 2002.1628, ΑΠ 24/2000 ΔΕΝ 2000.851, ΑΠ 882/1998 ΔΕΝ 2000.378, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.17, ΕφΠειρ 572/2009 ΠειρΝομ 2010.141 ΕφΑθ 7576/2005 ΕλλΔνη 47.1474, ΕφΑθ 810/2001 ΕλλΔνη 42.1381), ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερήσιας βάσης, είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανόμενη για κάθε μια από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη), να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει για κάθε μια από αυτές το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο (ΑΠ 679/2001 ΕλλΔνη 42.1590, ΑΠ 119/1997 ΕλλΔνη 38.1554, ΕφΠειρ 572/2009 ΠειρΝομ 2010.141), όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του νόμου 435/1976 και 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, για την εργασία των υπαγόμενων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά την έκτη (6) ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή (κατά κανόνα) το Σάββατο, και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του νομοθετικού διατάγματος 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ (08) ώρες, οφείλεται ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου, πλουτισμού (άρθρ. 904 επομ. του Α.Κ.), ενόψει του ότι η εργασία αυτή είναι παράνομη, ως παρασχεθείσα σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, το ποσό το οποίο ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως, αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης, χωρίς να δικαιούται ο εργαζόμενος και οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση ΑΠ 175/2013 ΔΕΕ 2013.832, ΑΠ 191/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1413/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1519/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2161/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2125/2007 ΔΕΝ 2008.182, ΑΠ 2018/2007 ΕΕργΔ 2008.1191, ΕφΑθ 3879/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Όμως, με τη διάταξη του άρθρου 8 του νόμου 3846/2010, ορίστηκε ότι η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Η εργασία κατά την 6η ημέρα επί πενθημέρου, και μετά την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, παραμένει παράνομη και συνεπώς άκυρη.

III. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκή και ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. παρέχει μεν στον ενάγοντα την ευχέρεια να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι, όμως, και να αναπληρώσει εκείνους οι οποίοι λείπουν και αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Με βάση την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 του Κ.Πολ.Δ. ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του να συμπληρώσει, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει την νομική αοριστία αυτής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση των περιστατικών που απαιτούνται κατά το νόμο για την γένεση του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 45,84, ΑΠ 167/2002 ΕλλΔνη 43.1348, ΑΠ 1363/1998 ΕλλΔνη 39.325). Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 του Α.Κ. και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, όπως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχολήσεως. και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 2016/2207 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 184/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τα στοιχεία αυτά δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται στο δικόγραφο της αγωγής με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις, αλλά αρκεί λογικώς να συνάγονται από το όλο κείμενο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων μπορεί, έως τη συζήτησή της να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της (άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ.) με τις προτάσεις της συζητήσεως (ΑΠ 548/2000 ΕΕργΔ 2001.803, ΕφΘεσ 584/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 300/2001 ΕΕργΔ 2001.659). Αντιθέτως, για το ορισμένο της ανωτέρω αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτή οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών, διότι ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951, 22 και 32 του νόμου 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού, πλην όμως τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το : δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους καθώς επίσης και τα καταβληθέντα έναντι των αγωγικών αξιώσεών χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 του Α.Κ.) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση, ο χρόνος από του οποίου αρχίζει η υπερεργασία και η υπερωρία κάθε ημέρα, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε η ανάγκη η οποία παρέστη για την εκτέλεση της και το πρόσωπο από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΑΠ 2018/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 140/2000 ΕλλΔνη 41.966, ΕφΠειρ 994/2207 ΕΝαυτΔικ 2007.385, ΕφΠειρ 892/2002 ΕΝΔ 30.437, ΕφΠειρ 1239/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαίωμα να ζητήσει κάποιος χρηματική ικανοποίηση για προσβολή της προσωπικότητάς του υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις, που προσβάλλεται η προσωπικότητά του από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά άλλου προσώπου, η οποία του προκαλεί ηθική βλάβη. Σε περίπτωση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο μισθωτός έχει το παραπάνω δικαίωμα από τον εργοδότη του, όταν πρόκειται είτε για παράνομη πράξη του τελευταίου, δηλαδή για πράξη, που βρίσκεται έξω από τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος και είναι αντίθετη προς το νόμο, είτε πρόκειται για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. και επιπρόσθετα η πράξη να προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζομένου, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την επαγγελματική αξία και υπόληψή του (ΑΠ 542/1999 ΕλλΔνη 2000.92, ΑΠ 596/1999 ΕλλΔνη 2000.93 ΕφΑθ 6259/2003 ΕλλΔνη 2004. 870, ΕφΑθ 767/2005 ΔΕΕ 2005.1329). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου μόνου του αναγκαστικού νόμου 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του νόμου 2336/1995, προκύπτει ότι η μη εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών ή κάθε είδους αμοιβών για εργασία, που παρασχέθηκε, στοιχειοθετεί μεν ποινικό αδίκημα όχι όμως και αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., καθόσον με την παράλειψη αυτή ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αφού διατηρεί αντίστοιχη ενοχική αξίωση κατά του εργοδότη του και, κατά συνέπεια, δεν προκαλείται στον εργαζόμενο ισόποση με τις αποδοχές του ζημιά, που να έχει ως αιτία το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του αναγκαστικού νόμου 690/1945 αδίκημα . (ΑΠ 1436/2002 ΕλλΔνη 2004.757, ΑΠ 1346/2002 ΕλλΔνη. 2003. 455). Συνακόλουθα, δεν υφίσταται παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του εργαζομένου από την παραπάνω μη έγκαιρη καταβολή των αποδοχών του, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, που να αφορούν στη συμπεριφορά του εργοδότη απέναντι του, η οποία να τον μειώνει ηθικά. Συνεπώς, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να διεκδικήσει μόνο από την παραπάνω καθυστέρηση χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 670/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1114/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1707/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 106/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 325/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

V. Το άρθρο 904 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία κατά το άρθρο 361 του Α.Κ. και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα δικαιώματα του από τη σύμβαση. Επομένως, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ. τα περιστατικά που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης, δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟΛΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 2003.1261, ΟλΑΠ 23/2003 ΝοΒ 2004.1179). Η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 923/2007 ΧρΙΔ 2008.121). Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν, μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι άκυρη ή ανίσχυρη ή εάν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα για οποιαδήποτε λόγο. Τα πραγματικά όμως περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα, το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης, τα οποία συνιστούν τη βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ, διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη, ένεκα της αοριστίας της (ΑΠ 1056/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1457/2001 ΕλλΔνη 2002.1690, ΑΠ 1322/1996 ΕλλΔνη 1997.1045, ΕφΑθ 5617/2007 ΕλλΔνη 2008.1523).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι την 11.12.2013 προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία είναι επιχείρηση εμπορίας ζαχαρωδών ειδών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να παρέχει την εργασία του σε αυτή ως υπάλληλος-πωλητής, πέντε ημέρες κάθε εβδομάδα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με πλήρες ωράριο απασχόλησης και με μικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού 958,08 ευρώ και καθαρές αποδοχές, ποσού 800 ευρώ. Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης παρείχε την εργασία του στο υποκατάστημα της εναγομένης αρχικά στην ………… Αττικής και μετά τον Φεβρουάριο του έτους 2015 στον …….. και ότι τα καθήκοντα του δεν περιορίσθηκαν σε αυτά του πωλητή, ως είχε συμφωνηθεί, αλλά του ανατέθηκαν επίσης η προώθηση των προϊόντων της εναγομένης, η διεύρυνση του πελατολογίου, η εποπτεία του καταστήματος στον ……….. Αττικής, η προετοιμασία και η αποστολή παραγγελιών σε πελάτες, η έκδοση των αντίστοιχων παραστατικών και η τήρηση του ταμείου. Ότι για την εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατέθηκαν παρείχε την εργασία του έντεκα (11) ώρες ημερησίως κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και επτά (07) ώρες τις ημέρες του Σαββάτου, ότι κατά τις εορταστικές περιόδους, δηλαδή. από τις αρχές Νοεμβρίου έως τις αρχές Ιανουαρίου, οπότε η κίνηση ήταν αυξημένη, εργαζόταν δεκαπέντε (15) ώρες ημερησίως, τις εργάσιμες ημέρες, τις ημέρες του Σαββάτου, τις Κυριακές και τις αργίες και ότι η εναγομένη υπήρξε ασυνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και ουδέποτε κατέβαλε σε αυτόν, παρά τις διαρκείς οχλήσεις και διαμαρτυρίες του, τις αποδοχές για τις ώρες απασχόλησης καθ’ υπέρβαση του συμφωνηθέντος ωραρίου και για την απασχόληση του τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής. Ότι η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε από την εργοδότρια την 07.09.2015, ότι την 23.12.2015 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου υπέβαλε αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς αναφορικά με τις ανωτέρω αξιώσεις του και ότι την 05.07.2016, οπότε συζητήθηκε η εργατική διαφορά, η εναγομένη αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του περί υπέρβασης του ημερησίου και εβδομαδιαίου ωραρίου απασχόλησής του και παράλληλα ισχυρίσθηκε ενώπιον της Επιθεωρήτριας Εργασίας ότι αυτός παρακρατούσε από το ταμείο της εταιρίας 200 ευρώ – 250 ευρώ μηνιαίως έναντι των αποδοχών του. Ότι ενόψει των ανωτέρω η εναγομένη οφείλει σε αυτόν για υπερεργασία του χρονικού διαστήματος από την 11.12.2013 έως την 07.09.2015 το ποσό των 2.898 ευρώ, για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση της ιδίας χρονικής περιόδου το ποσό των 14.283 ευρώ, για την παροχή εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου το ποσό των 5.011,65 ευρώ, για την παροχή εργασίας τις ημέρες της Κυριακής κατά την χρονική περίοδο από την 05.11.2014 έως την 06.01.2015 το ποσό των 1.454,40 ευρώ και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 20.749,05 ευρώ, ως αυτό αναλυτικά υπολογίζεται για κάθε επιμέρους αιτία στην υπό κρίση αγωγή. Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης στην Επιθεώρηση Εργασίας περί παρακράτησης του ποσού των 200-250 ευρώ μηνιαίως είναι καθόλα ψευδής και προσχηματικός και ότι η εναγομένη με την ανωτέρω δήλωση της περί τέλεσης αξιόποινης πράξης προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του και για το λόγο αυτό πρέπει να υποχρεωθεί στην καταβολή του χρηματικού ποσού των 10.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Με βάση αυτό το ιστορικό αιτείται να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως ενεχόμενη έναντι από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, άλλως και σε περίπτωση που η σύμβαση εργασίας του κριθεί άκυρη, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του κατά τα ανωτέρω ποσά που απέφυγε να καταβάλει σε αυτόν, εξοικονομώντας ισόποση δαπάνη, τα οποία θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις αυτές συνθήκες, να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των τριάντα χιλιάδων επτακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και πέντε λεπτών (30.749,05 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που εκάστη αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθεί η εναγομένη λόγω της άρνησης της να χορηγήσει σε αυτόν πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, να απειληθεί σε βάρος της εναγομένη χρηματική ποινή ύψους διακοσίων ευρώ (200 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης της στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, διότι από την καθυστέρηση στην εκτέλεση θα υποστεί σημαντική ζημία και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο (άρθρα 1, 2, 7, 9 εδ. α’, 10, 12, 13, 14 παρ. 2, 25 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 6 παρ. 6 του νόμου 4055/2012 και 614, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015, 621 του Κ.Πολ.Δ. και εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα μετά την 01.01,2016 ένδικα μέσα και αγωγές) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. του Κ.Πολ.Δ.). Η αγωγή είναι ορισμένη, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι διαλαμβάνει άπαντα τα υπό του νόμου αξιούμενα στοιχεία για τη δικαστική έρευνα και εκτίμηση της και συγκεκριμένα διαλαμβάνει αναφορά της σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και των ειδικότερων όρων αυτής ήτοι του χρόνου της καταρτίσεως της συμβάσεως, του είδους της παρασχεθείσης από τον ενάγοντα εργασίας και τα εν γένει καθήκοντά του, των όρων παροχής της εργασίας του και της συμφωνίας περί των αποδοχών του (δεν απαιτείται μνεία και του νόμιμου μισθού – βλ.σχετ. ΑΠ 1004/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), τη διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος, από την οποία προκύπτουν οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα η υπερεργασία και η κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, οι οποίες άλλωστε εκτίθενται, με την επισήμανση ότι οι τελευταίες είναι δυνατόν να προσδιορίζονται κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα (ΑΠ 1409/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 526/2013 ΔΕΕ 2013.1196, ΑΠ 297/2013 ΔΕΕ 2013.866), των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και του χρονικού διαστήματος για τον οποίο οφείλονται και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές της εναγομένης, μνεία των παράνομων και υπαίτιων ενεργειών της εναγόμενης σε βάρος της προσωπικότητας του ενάγοντος και των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, απάντα, δε, τα ανωτέρω επαρκώς προσδιορισμένα. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή, που κρίθηκε ορισμένη, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 57, 59, 330, 341, 345, 346, 648 επ., 914, 932, 904 του Α.Κ. : α) για την παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξάντλησης του πενθημέρου και β) τις Κυριακές, που ως εργασία απαγορευόμενη από κανόνα δημοσίας τάξης και ως εκ τούτου άκυρη, γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού κατ’ άρθρο 904 του Α.Κ., η δε ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως – βλ. σχετ. ΑΠ 192/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1519/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2161/2007, ΑΠ 45/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 3550/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ),1, 3 και 5 του νόμου 3385/2005, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 74 παρ. 10 του νόμου 3863/2010 (υπερεργασία και νόμιμη προσαύξηση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης), άρθρο 8 εδ. α’ του νόμου 3846/2010 (προσαύξηση λόγω απασχόλησης σε ημέρα Σαββάτου), άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 435/1976 (προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου για την εργασία της Κυριακής), 362, 363, 375 του Π.Κ. και 62, 63, 64, 68, 70, 176, 189, 191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή, που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δοθέντος ότι για το παραδεκτό αυτής όσον αφορά το αιτούμενο καταψηφιστικό ποσό που υπερβαίνει το όριο της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρα 14 παρ. περ. α’ του Κ.Πολ.Δ. και 71 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 παρ. 17 του νόμου 2479/1997, ήτοι για αγωγές που έχουν κατατεθεί από την 25.07.2011 και εφεξής το ποσό των 20.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 3994/2011) έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. σχετ. το με κωδικό αριθμό ………….. παράβολο-δικαστικό ένσημο αγωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης- Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 416 του Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τα στοιχεία της ένστασης εξόφλησης, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση, για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 του Α.Κ., 8 του νόμου 2112/1920, 8 παρ. 4 του νόμου 4020/1959). Σε αντίθετη περίπτωση, η ένσταση είναι αόριστη και δεν μπορεί να συμπληρωθεί δια των αποδείξεων. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (μισθοδοτικών καταστάσεων, αποδείξεων πληρωμής) περί του ότι πληρώθηκε ο μισθωτός όλες τις απαιτήσεις του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μια και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μια αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός περί καταβολής όλων των απαιτήσεων του ενάγοντος, χωρίς να γίνεται ειδικότερη ανάλυση του ποσού που καταβλήθηκε για την κάθε μία αιτία, είναι αόριστος, έστω και αν αναφέρεται το συνολικό ποσόν, που καταβλήθηκε, εκτός εάν πρόκειται για μία μόνο απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος, ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει, όταν ασκούνται με την αγωγή αξιώσεις από σύμβαση εργασίας και προσκομίζεται από τον εργοδότη έγγραφη απόδειξη του εργαζομένου περί καταβολής σε αυτόν συνολικού ποσού, που καλύπτει κατά ένα μέρος ή εξ ολοκλήρου τις αγωγικές αξιώσεις, χωρίς να αναφέρει την κάθε αιτία και το επί μέρους ποσό, που καταβλήθηκε για αυτή, διότι στην εν λόγω περίπτωση δεν αποκλείεται να καταβλήθηκε το ποσόν αυτό, προς εξόφληση άλλων αξιώσεων του εργαζομένου, που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του νόμου 1082/1980 και 20 παρ. 2 του νόμου 1469/1984, με την οποία προστέθηκε εδάφιο ε’ στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951 επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς, και οι κρατήσεις που έγιναν σε αυτές (ΑΠ 1069/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 381/2014 ΧρΙΔ 2014.488, ΑΠ 1030/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 191/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1322/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 178/2010 ΕλλΔνη 2010.743, ΑΠ 1828/2008 ΔΕΝ 2009.628, ΑΠ 1320/2008 ΧρΙΔ 2009.311, ΑΠ 894/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1405/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1086/2006 ΕΕργΔ 2007.306, Γκούτος Χρ., «Εξόφληση χρηματικού χρέους του εργοδότη», ΔΕΝ 2009.817). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου 28/1944, εκδοθείσας ΚΥΑ 25825/1951, με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικά οι ΚΥΑ 8900/1946 και 18310/1946, 8 παρ. 4 του νομοθετικού διατάγματος 4020/1959, 1 και 2 του νόμου 435/1976, 3 παρ. 16 του νόμου 4504/1966, 2 και 5 παρ, 1 του αναγκαστικού νόμου 539/1945 συνάγεται ότι απαγορεύεται ο από τον εργοδότη μονομερής συμψηφισμός (ακριβέστερα : καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων των νομίμων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται, όμως, και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνίας, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση, εφόσον με την σχετική συμφωνία προσδιορίζεται το τμήμα των επιπλέον των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις αξιώσεις αυτές. Η συμφωνία αυτή περί καταλογισμού (άκυρη σε κάθε περίπτωση επί υπερωριών) δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 του Α.Κ., εφόσον, ο μισθωτός και με την συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών με τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις (ΑΠ 1117/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 923/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 180/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1208/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 593/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να κριθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει να υπάρχει προφανής υπέρβαση των ως άνω ορίων που υφίσταται όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε σε συνάρτηση με αυτή του υπόχρεου (εφόσον όμως του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτή) ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, οι οποίες κρίνονται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 42.383, ΟλΑΠ 1/1997 ΕλλΔνη 38.534, ΟλΑΠ 17/95 ΕλλΔνη 38.410, ΟλΑΠ 862/1990 ΕλλΔνη 32.501, ΑΠ 66/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 291/2003 ΕλλΔνη 45.424, ΑΠ 321/2002 ΕλλΔνη 44.143, ΑΠ 1129/2002 ΕλλΔνη 45.424, ΑΠ 681/2000 ΕλλΔνη 42.109, ΑΠ 1875/1999 ΕλλΔνη 41.1315, ΑΠ 1125/1999 ΕλλΔνη 41.379, ΑΠ 683/1999 ΕλλΔνη 41.379, ΑΠ 156/1997 ΕλλΔνη 38.1547, ΑΠ 1252/1996 ΕλλΔνη 38.1795, ΑΠ 803/1996 ΕλλΔνη 38.804, ΕφΑθ 6270/2000 ΕΕμπΔ 52.598, ΕφΘεσ 3270/1998 Αρμ 1999.1080). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο. Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε, αντικειμενική καλή πίστη, είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα, που υπαγορεύεται σε κάθε άνθρωπο, από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής, που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο, που ενυπάρχει στο δικαίωμα, από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη αντίθεση προς αυτά (ΑΠ 615/1994 ΕλλΔνη 36.340, ΕφΑθ 4019/1999 ΕλλΔνη 40.1586). Εξ αυτού συνάγεται ότι δεν αρκεί η απλή αδράνεια του δικαιούχου επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, αλλά απαιτείται μεταξύ άλλων δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, έτσι ώστε, η, με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, επιδίωξη ανατροπής μιας ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης, να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς, για τον υπόχρεο, επιπτώσεις και να προκαλεί έντονη την εντύπωση της αδικίας. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, που έχει δημιουργηθεί, να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες, προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ 681/2000 ό.π, ΑΠ 409/2000 ΕλλΔνη 41.1315). Σημειώνεται ότι δεν αποτελεί ισχυρισμό (δικαιοκωλυτική ένσταση) κατ’ άρθρο 281 του Α.Κ., η αμφισβήτηση της ύπαρξης αυτού καθεαυτού του δικαιώματος του ενάγοντος λόγω είτε μη επέλευσης των σχετικών δικαιογόνων πραγματικών περιστατικών ή λόγω επέλευσης δικαιοφθόρων (αποσβεστικών περιστατικών), καθόσον η διάταξη αυτή του άρθρου 281 του Α.Κ. δεν δύναται να αντιταχθεί κατά δικαιωμάτων, αλλά του τρόπου, άσκησής τους κατά τις προμνησθείσες προϋποθέσεις (ΕφΘεσ 601/2005 ΝοΒ 53.1119) ήτοι η εφαρμογή της προϋποθέτει ότι ο ενιστάμενος καταφάσκει την ύπαρξη του δικαιώματος (ΑΠ 764/2001 ΔΕΕ 2001.1013, ΑΠ 950/1989 ΕλλΔνη 32.7, ΑΠ 1417/1984 ΝοΒ 33.1002, ΕφΘεσ 721/2010 Αρμ 2011.951, ΕφΛαρ 91/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 8263/2007 ΔΕΕ 2008.1115). Επίσης, περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση άλλης ένστασης, καταλυτικής του τελευταίου, δεν μπορεί να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995.1531, ΕφΘεσ 10/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1017/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η εναγομένη με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αρνείται αιτιολογημένα την υπό κρίση αγωγή. Περαιτέρω, η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι στην από 01.03.2014 ατομική σύμβαση εργασίας που υπογράφηκε με τον ενάγοντα συμφωνήθηκε ρητά να αμείβεται με αποδοχές υπέρτερες της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, ότι στο πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας κατέβαλε στον ενάγοντα, ως προκύπτει από τις αποδείξεις μισθοδοσίας, το ποσό των 256 ευρώ πλέον του κατώτατου μισθού μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2014 και το ποσό των 265 ευρώ πλέον του κατώτατου μισθού από τον Σεπτέμβριο του έτους 2015, ότι με το ποσό αυτό καλύπτονταν μία (01) ώρα υπερεργασίας ημερησίως και πέντε (05) ώρες εργασίας κατά τις ημέρες του Σαββάτου, οπότε απασχολήθηκε κατ’ εντολή της, ότι ο σχετικός συμβατικός όρος είναι απόλυτα έγκυρος και ισχυρός και ότι ενόψει τούτου καταβάλλονταν στον ενάγοντα 102,22 ευρώ μηνιαίως, που αντιστοιχούν σε μία ώρα υπερεργασίας ημερησίως για είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες με 4,65 ευρώ ημερησίως και 113,95 ευρώ μηνιαίως που αντιστοιχούν σε 26,5 ευρώ για κάθε Σαββάτο, ώστε οι αξιώσεις του για την επιδίκαση αμοιβής λόγω υπερεργασίας κατά την χρονική περίοδο από 01.03.2014 έως την 07.09.2015 είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης συνιστά ένσταση, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, όσον αφορά την κάλυψη των αξιώσεων εκ της σύμβασης εργασίας που αφορούν σε υπερεργασία και σε παροχή εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου (η σχετική συμφωνία δεν καλύπτει την υπερωριακή απασχόληση κατ’ άρθρο 8 παρ. 4 του νομοθετικού διατάγματος 4020/1959 – βλ. σχετ. ΑΠ 29/2010 ΕΕεργΔ 2011.259, ΑΠ 1352/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Λαναράς Κωνσταντίνος, ό.π.„ σελ. 558), στηρίζεται στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της. Ακολούθως, η εναγομένη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι ώρες εργασίας του ενάγοντος στα στάντς της ……………. και του ………………… πληρώθηκαν με χρέωση του ταμείου, ότι ο ενάγων έλαβε ως υπεύθυνος βάρδιας τα ποσά των 77 ευρώ για 22 ώρες στο στάντ …………… και των 84 ευρώ για 24 ώρες στο στάντ της …… και για το στήσιμο και ξεστήσιμο των στάντς τα ποσά των 31,5 ευρώ, των 7 ευρώ και των 17,5 ευρώ, ότι τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν λόγω υπερωριακής απασχόλησης και ως εκ τούτου οι. οικείες αγωγικές αξιώσεις για την περίοδο από 12.12.2014 έως την 04.01.2015 στο σταντ της ……….. και για την χρονική περίοδο από 29.11.2014 έως την 02.01.2015 στο σταντ του ………….. έχουν αποσβεσθεί λόγω εξόφλησης. Ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης συνιστά ένσταση, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά (άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ.), είναι ορισμένη (άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ.), διότι αναφέρονται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, τα ποσά που καταβλήθηκαν, η αιτία καταβολής αυτών και ο χρόνος της καταβολής εκάστου, και νόμιμη, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 416 του Α.Κ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της. Τέλος, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων από του έτους 2014, οπότε προσελήφθη στην εταιρία, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την μη καταβολή των αποδοχών του, αλλά υπέγραφε τις εξοφλητικές αποδείξεις χωρίς καμία επιφύλαξη και δηλώνοντας επ’ αυτών ότι δεν διατηρεί καμία άλλη απαίτηση, ότι στο χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο ενάγων στην εταιρία είχε το δικαίωμα είτε να αποστείλει τις ώρες εργασίας του στην επιχείρηση και να αξιώσει την πληρωμή του γι’ αυτές είτε να παρακρατήσει χρήματα από τα ταμείο της εταιρίας και στη συνέχεια να γίνει έλεγχος στις κινήσεις του, ότι ο ενάγων είχε αποστείλει κατάσταση με τις επιπλέον ώρες εργασίας του και είχε πληρωθεί για αυτές, ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε ένα έτος μετά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς και δύο έτη μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, την οποία ουδέποτε προσέβαλε και ως εκ τούτου η άσκηση της αγωγής περί οφειλόμενων αποδοχών για δεδουλευμένες αποδοχές, υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση παρίσταται καταχρηστική ως αντίθετη στις αρχές της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, διότι με την άσκηση της επιδιώκεται η ανατροπή μιας κατάστασης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της, η οποία λόγω της αδράνειας του ενάγοντος και της υπογραφής των αποδείξεων μισθοδοσίας δηλώνοντας επ’ αυτών ότι δεν διατηρεί απαιτήσεις είχε σχηματίσει εδραία την πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα προβάλλει αξιώσεις από την μεταξύ τους συμβατική σχέση. Ο σχετικός – ισχυρισμός της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλείται η εναγομένη, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., αφού, μόνη η μακροχρόνια, έστω, αδράνεια του δικαιούχου μισθωτού καθώς και η αδιαμαρτύρητη είσπραξη αποδοχών μικρότερων από τις οφειλόμενες δεν αρκούν να καταστήσουν καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με τη μακρά αδράνεια, να δημιούργησαν στον υπόχρεο, κατά τρόπο προφανή και αντικειμενικό (Ζερδελής-Λεβέντης, «Μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης», ΔΕΝ 2008.1610), τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα και θεμελίωσαν υπέρ αυτού μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας προκαλεί τόσο επαχθείς συνέπειες, ώστε προς ανατροπή των συνεπειών αυτών να επιβάλλεται με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (ΑΠ 1123/2007 ΔΕΝ 2007.1123, ΑΠ 1694/2006 ΧρΙΔ 2007. 211, ΑΠ 1141/2006 ΝοΒ 2007.1317, ΑΠ 733/2003 ΕΕργΔ 2003.1269, ΑΠ 2073/1990 ΕΕργΔ 1992.129, ΕφΘεσ 21/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 187/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 297/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Ζερδελής Δ., «Ατομικές εργασιακές σχέσεις» έκδοση 2007, σελ. 766, Κουκιάδης Ι.„ «Εργατικό Δίκαιο- Ατομικές εργασιακές σχέσεις», έκδοση 2005, σελ. 6.50), τις οποίες εν συνιστούν τα προεκτεθέντα από την εναγομένη περιστατικά.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων ………………… και …………………….., που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 408 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ.), από τη με αριθμό ……../20.03.2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος της εναγομένης ………………………… ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της (βλ. σχετ. την από 12.03.2018 εξώδικη γνωστοποίηση-πρόσκληση και τη με αριθμό …../13.03.2.018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δήμητρας Κρανίτη), κατ’ άρθρο 422 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του νόμου 4335/2015 και ισχύει από την 01.01.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του νόμου 4335/2015, που ισχύει και στην διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 591 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015), το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι άπτεται του υποστατού του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 580/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1103/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά από αυτά, είτε για να χρησιμεύσουν (τα έγγραφα) προς πλήρη απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 338, 339 του Κ.Πολ.Δ.) και από όλη εν γένει την διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει έδρα στην περιοχή ……………………… και δραστηριοποιείται από του έτους 2001 στον τομέα της χονδρικής και λιανικής πώλησης διαφόρων ζαχαρωδών προϊόντων. Η εναγομένη για τις ανάγκες της επαγγελματικής της δραστηριότητας διατηρεί υποκαταστήματα-αποθήκες σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας (Αθήνα, Λάρισα, Καβάλα, Αλεξανδρούπολη, Ηράκλειο Κρήτης) και οι πωλήσεις των προϊόντων της εμπορίας της διενεργούνται μέσω της έκθεσης αυτών σε στάντ-κιόσκια, τα οποία βρίσκονται εγκατεστημένα σε σημεία με μεγάλη εμπορική κίνηση και κυρίως εντός εμπορικών κέντρων, στην διάρκεια δε των εορταστικών περιόδων εγκαθιστά στάντ-κιόσκια πρόσκαιρα και σε άλλα σημεία με μεγάλη επισκεψιμότητα (πολυχώρους διασκέδασης), τα οποία απομακρύνει μετά το τέλος των εορτών (βλ. σχετ. προσκομιζόμενο αντίγραφο της ιστοσελίδας της εναγομένης στο διαδίκτυο). Η εναγομένη για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας διαθέτει προσωπικό, το οποίο απασχολείται ως ακολούθως : α) το προσωπικό λιανικής πώλησης, δηλαδή πωλητές που εργάζονται στα εγκατεστημένα σε διάφορα σημεία πώλησης (σταντ-κιόσκια), το οποίο είναι μόνιμο προσωπικό στα σταθερά, σημεία πώλησης για την πώληση σε λιανική στο κοινό, κατά δε τις περιόδους των εορτών προσλαμβάνει εποχιακό προσωπικό με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη των αναγκών της, β) του πωλητές-οδηγούς χονδρικής, οι οποίοι περιοδεύουν, σε μία ευρύτερη περιοχή ανά νομό και πωλούν σε διάφορους εμπόρους σε χονδρική με ταυτόχρονη τιμολόγηση, έκδοση του οικείου παραστατικού και είσπραξη των χρημάτων (πρόκειται για πωλήσεις «Χ-VAN» που διενεργούνται από τον οδηγό ενός μικρού φορτηγού, το οποίο ανεφοδιάζεται από τον ίδιο τον οδηγό από την αποθήκη κάθε καταστήματος και οι εισπράξεις αποδίδονται από τον οδηγό στον υπεύθυνο της εταιρίας) και γ) τους περιοδεύοντες πωλητές, οι οποίοι χρησιμοποιούν ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητα της εταιρίας και περιοδεύουν σε εμπορικά καταστήματα είτε για την λήψη παραγγελιών από υφιστάμενους πελάτες είτε για την προσέλκυση νέων πελατών. Την 11η Δεκεμβρίου του έτους 2013 υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ……………, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εκ περιτροπής απασχόλησης, με την οποία συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του στην εταιρία ως πωλητής. Ειδικότερα, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκα τα κάτωθι : «…..Ι. ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ – ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ 1. Ο μισθωτός προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του πωλητή. 2. Η Εταιρία ρητά επιφυλάσσεται του δικαιώματος της να αναθέτει στο μισθωτό κάθε άλλη εργασία, καθώς και να προβαίνει σε μεταβολή ή ανάκληση των ανωτέρω εργασιών, κατ’ εκτίμηση των ικανοτήτων, των γνώσεων και των δυνατοτήτων του, αλλά και των αναγκών της επιχείρησης, χωρίς οι ενέργειες αυτές να θεωρούνται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Για τα επιπλέον καθήκοντα ο μισθωτός δεν δικαιούται πρόσθετης αμοιβής, εφόσον τα εκτελεί εντός του συμφωνημένου ωραρίου του. II. ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ 1. Η παρούσα συμφωνείται ως ορισμένου χρόνου, αρχόμενη την ημερομηνία της υπογραφής της και λήγουσα στις 07/01/2014.0 δικαιολογητικός λόγος της σύναψης της παρούσας ως ορισμένου χρόνου συνίσταται στην έκτακτη και προσωρινή σώρευση εργασιών την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων. 2. Με την πάροδο της συμφωνημένης διάρκειας επέρχεται αυτοδικαίως και αυτομάτως η λύση της παρούσης εργασιακής σχέσης, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε προειδοποίηση, δήλωση καταγγελίας ή αποζημίωση. 3. Τα μέρη μπορούν σε κάθε περίπτωση να καταγγείλουν πρόωρα την παρούσα και να επιφέρουν την λύση της πριν το πέρας της συμφωνημένης διάρκειας, εφόσον συντρέχουν τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο κατά την έννοια της ΑΚ 672. Στην περίπτωση πρόωρης λύσης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση εργασίας μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, με εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ως προς την αποζημίωση απόλυσης για τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις του ν. 2112/1920. III. ΧΡΟΝΟΣ – ΩΡΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 1: Ο μισθωτός προσλαμβάνεται για να εργαστεί με εκ περιτροπής απασχόληση. Ο μισθωτός υποχρεούται να παρέχει την εργασία του εντός των νομίμων και συμβατικών χρονικών ορίων απασχόλησης. Το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του μισθωτού ορίζεται από Δευτέρα μέχρι Τετάρτη και το ημερήσιο ωράριο απασχόλησης ταυ ορίζεται από τις 11:00 μέχρι τις 19:00 ή όπως εκάστοτε αναγράφεται στη θεωρημένη κατάσταση ωρών εργασίας που κατατίθεται στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία αναρτάται σε εμφανές και προσιτό για τους εργαζομένους σημείο στο χώρο εργασίας. Η Εταιρία ρητά επιφυλάσσεται του δικαιώματος να μεταβάλλει το ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του μισθωτού, σύμφωνα με τις λειτουργικές και οργανωτικές της ανάγκες. 2. Ως χρόνος εργασίας θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο εργαζόμενος παρέχει πραγματικά την εργασία του στον τόπο εργασίας. Στο χρόνο εργασίας δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης στην εργασία και επιστροφής από αυτή. 3. Αν για οποιονδήποτε λόγο παρασχεθεί υπερωριακή εργασία, ο μισθωτός οφείλει εντός μίας εβδομάδας να ενημερώσει εγγράφως την Εταιρία για την παρασχεθείσα υπερωριακή εργασία και τις ώρες αυτής. IV. ΑΠΟΔΟΧΕΣ 1. Οι ελάχιστοι όροι αμοιβής και εργασίας της παρούσας εργασιακής σχέσης διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. 2. Οι αποδοχές του Μισθωτού συντίθενται από το βασικό, μισθό και τα επιδόματα που προβλέπονται και καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (βασικός μισθός και επίδομα γάμου και προϋπηρεσίας των Υπαλλήλων). 3. Συμφωνείται με τον Μισθωτό ότι οι μικτές (ακαθάριστες) αποδοχές του κατά το διάστημα διάρκειας της παρούσας σύμβασης ανέρχονται στο ποσό των 337,58 €. Για τον υπολογισμό των αποδοχών αυτών έχουν ληφθεί υπόψη η οικογενειακή κατάσταση και η προϋπηρεσία που ο Μισθωτός έχει γνωστοποιήσει στην Εταιρία, με τον νόμιμο τρόπο. 4. Ο μηνιαίος μισθός θα καταβάλλεται από την: Εταιρία στον μισθωτό, δεδουλευμένος μέχρι και την 15η ημέρα του επόμενου μηνός. Ο ανωτέρω μηνιαίος μισθός υπόκειται σε όλες τις νόμιμες κρατήσεις (ενδεικτικά, Φόρος Μισθωτών Υπηρεσιών, Εισφορές Κύριας, και Επικουρικής Ασφάλισης κλπ). Οι ως άνω αποδοχές θα κατατίθενται στον υπ’ αριθμ. …… τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας ………. Που υπέδειξε ο μισθωτός. 5. Κατά την καταβολή των αποδοχών του ο μισθωτός θα λαμβάνει αντίγραφο του εκκαθαριστικού του σημειώματος, το οποίο επέχει θέση εξοφλητικής απόδειξης. Τυχόν αντιρρήσεις του εργαζομένου ως προς την ακρίβεια των αναγραφόμενων στο εκκαθαριστικό σημείωμα στοιχείων σχετικά με την αμοιβή, το χρόνο απασχόλησης του και τους λοιπούς όρους εργασίας πρέπει να προβάλλονται εντός διμήνου από τη λήψη του εκκαθαριστικού σημειώματος. 6. Ο ανωτέρω συμφωνημένος και καταβαλλόμενος μισθός περιλαμβάνει και καλύπτει όλες τις από οποιαδήποτε αιτία και πηγή (νόμο, συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική απόφαση κ,λπ.) νόμιμες αποδοχές, υφιστάμενες ή μέλλουσες. Η διαφορά των πραγματικά καταβαλλόμενων αποδοχών από τις νόμιμες (εκάστοτε ισχύουσα ΕΓΣΣΕ) καλύπτει συμψηφιστικά οποιαδήποτε άλλη αμοιβή, επίδομα ή προσαύξηση από παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα ανάπαυσης, τις Κυριακές, τις εξαιρέσιμες εορτές, από υπερεργασία και νόμιμη υπερωρία και από νυκτερινή εργασία, καθώς επίσης και αποζημίωση από εκτός έδρας εργασία. Ρητά συμφωνείται ότι στις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές συμψηφίζεται το προβλεπόμενο από τη ΔΑ 10/1976 οικογενειακό επίδομα. Ρητά επίσης συμφωνείται ότι τυχόν αύξηση των καθοριζόμενων από συλλογικές συμβάσεις, ή άλλες κανονιστικές διατάξεις βασικών μισθών και επιδομάτων ή η τυχόν πρόβλεψη νέων επιδομάτων δεν θα επιφέρει αύξηση των αποδοχών του μισθωτού, όπως συμφωνήθηκαν παραπάνω, παρά μόνον αν οι αυξήσεις αυτές θα διαμόρφωναν μισθούς που θα υπερέβαιναν τις συμφωνημένες και καταβαλλόμενες αποδοχές και κατά το ποσό που τις υπερβαίνουν. Τυχόν μη γενόμενος συμψηφισμός σε συγκεκριμένη περίπτωση άπας ή κατ’ επανάληψη, δεν αποτελεί παραίτηση της Εταιρίας από το δικαίωμά, της να προβεί στον παραπάνω συμψηφισμό στο μέλλον ή σε άλλη περίπτωση. 7.. Κάθε παροχή της Εταιρίας, πέρα από τις προβλεπόμενες από κανονιστικές διατάξεις, ανεξάρτητα από τη φύση της, το λόγο καταβολής της και την εφάπαξ ή επανειλημμένη, έστω και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, χορήγησή της, θεωρείται ότι καταβάλλεται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση συμβατικής δέσμευσης και συνιστά πάντοτε οικειοθελή παροχή, η οποία υπόκεινται οποτεδήποτε και ελεύθερα σε ανάκληση ή τροποποίηση μονομερώς από την Εταιρία. IV. ΑΔΕΙΕΣ Ο μισθωτός δικαιούται άδειος, αποδοχών άδειος, επιδόματος αδείας και επιδομάτων εορτών (δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα), σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας. VI. ΤΟΠΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΤΉΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Τόπος εργασίας του μισθωτού θεωρείται ο νομός ΑΤΤΙΚΗΣ. Η Εταιρία διατηρεί το δικαίωμα να μεταθέτει και να μετακινεί, προσωρινά, τον μισθωτό σε άλλα μέρη της Ελλάδας, εφόσον το απαιτήσουν οι λειτουργικές ανάγκες της. Για την οριστική μετάθεση σε διαφορετικό νομό απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Μισθωτού. VII. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΟΥ Ο μισθωτός οφείλει ενδεικτικά : I. Να παρέχει την εργασία του με ζήλο και επιμέλεια και να τηρεί τους όρους υγιεινής και ασφάλειας στον χώρο εργασίας. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του υποχρεούται να συμμορφώνεται απόλυτα στις εντολές και οδηγίες της Εταιρίας και να μη προκαλεί προβλήματα στην καλή λειτουργία της. 2. Να ενημερώνει εγκαίρως την εταιρία για τυχόν εξωεργασιακά του προβλήματα, όταν αυτά απαιτούν αλλαγή ωραρίου. 3. Να γνωστοποιεί αμέσως στην Εταιρία κάθε μεταβολή στη διεύθυνση της κατοικίας του. 4. Να ειδοποιεί, σε περίπτωση απουσίας του λόγω ασθένειας, την ίδια ημέρα την Εταιρία, είτε τηλεφωνικά, είτε με άλλο τρόπο. Ο Εργοδότης δικαιούται, επιφυλασσόμενος, για την άσκηση παντός άλλου νομίμου δικαιώματος του, να θεωρήσει τυχόν κατ’ εξακολούθηση παράβαση της κατά τα ανωτέρω υποχρέωσης ειδοποίησης ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του μισθωτού. 5. Να είναι ευγενικός, πρόθυμος, και εξυπηρετικός με τους πελάτες, παρέχοντας την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση. 6. Να τηρεί απόλυτη εχεμύθεια για κάθε είδους πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση του, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, εξαιτίας ή εξ’ αφορμής αυτών, που αφορούν την Εταιρία, τις εργασίες της, τους πελάτες της ή τις συναλλαγές της με τρίτους. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον μισθωτό και μετά τη λήξη της σχέσης εργασίας του με την Εταιρία. Γίνεται ρητή μνεία ότι η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, εκτός από άλλες συνέπειες, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και ή υποχρέωση του μισθωτού να αποκαταστήσει τη ζημία που προξένησε στην Εταιρία, ενδέχεται να συνιστά και ποινικό αδίκημα. 7. Ο μισθωτός, για όσο διάστημα διαρκεί η σχέση εργασίας του με την Εταιρία, δεν δικαιούται να αναλαμβάνει ή να εκτελεί, ολικά ή μερικά, καθήκοντα παρόμοια με αυτά που του έχουν ανατεθεί από την Εταιρία ή να ασκεί οποιαδήποτε σχετική, όμοια ή παρεμφερή δραστηριότητα είτε για λογαριασμό του ιδίου είτε για λογαριασμό άλλου προσώπου, φυσικού ή νομικού, ούτε να συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, με όμοιο ή παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας με την Εταιρία, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια της Εταιρίας. 8. Μετά τη λύση της σύμβασης ο μισθωτός υποχρεούται, χωρίς περαιτέρω όχληση, να επιστρέφει στην Εταιρία τυχόν αρχεία, έγγραφα και κάθε είδους αντικείμενα ή υλικά, τα οποία αφορούν υποθέσεις της Εταιρίας και συνεχίζουν να βρίσκονται στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου για λογαριασμό του, καθώς και όλα τα αντικείμενα κυριότητας της Εταιρίας, τα οποία περιήλθαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του κατά την απασχόλησή του στην Εταιρία ή εξ αφορμής αυτής. VIII. ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ 1. Η μη άσκηση ή η καθυστέρηση άσκησης οποιοσδήποτε νόμιμου ή συμβατικού δικαιώματος της Εταιρίας δεν συνιστά και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως παραίτησή της από το σχετικό δικαίωμα. 2. Η παρούσα σύμβαση τροποποιείται με γνωστοποίηση των τροποποιούμενων όρων από την Εταιρία στον μισθωτό, εφόσον ο μισθωτός δεν αποκρούσει τις μεταβολές αυτές μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από την παραλαβή της γνωστοποίησης. Από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας οι τροποποιήσεις θεωρείται ότι έχουν γίνει πλήρως και ανεπιφυλάκτως αποδεκτές από τον μισθωτό και διέπουν εφεξής τη σχέση του με την Εταιρία 3. Ρητά συμφωνείται ότι σε περίπτωση που οποιαδήποτε διάταξη της παρούσας σύμβασης θεωρηθεί ως άκυρη και ανίσχυρη από οποιοδήποτε δικαστήριο, οι υπόλοιπες διατάξεις της παρούσης σύμβασης θα εξακολουθούν να ισχύουν και να δεσμεύουν τα μέρη. 4. Αρμόδια Δικαστήρια για την επίλυση κάθε διαφοράς μεταξύ Εταιρίας και του μισθωτού που απορρέει από τη μεταξύ τους συναλλακτική σχέση είναι τα Δικαστήρια της Θεσσαλονίκης. 5. Η παρούσα επέχει θέση γνωστοποίησης των όρων εργασίας σύμφωνα με το π. δ. 156/1994 και υπερισχύει έναντι οποιοσδήποτε άλλης προφορικής ή γραπτής συμφωνίας…» (βλ. αντίγραφο της από 11.12.2013 ατομικής σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και .εκ περιτροπής απασχόλησης). Η πρόσληψη του ενάγοντος αναγγέλθηκε από την εργοδότρια στην Επιθεώρηση Εργασίας ……….., στο σχετικό δε έντυπο που προσκομίσθηκε αναφέρεται ότι ο ενάγων προσλήφθηκε για την χρονική περίοδο από 11.02.2013 έως 07.01.2014 για να προσφέρει την εργασία του ως υπάλληλος, απασχολούμενος από Δευτέρα έως και Τετάρτη, με ωράριο από 11:00 έως 19:00 και συνολικά 24 ώρες εβδομαδιαίως και με μικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού 586,08 ευρώ και ωρομίσθιο ποσού 3,52 ευρώ (βλ αντίγραφο αναγγελίας πρόσληψης του ενάγοντος). Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγομένη ως πωλητής σε στάντ της εταιρίας (προσωπικό λιανικής πώλησης), ενώ μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου ο ενάγων, κατόπιν σχετικής προφορικής συμφωνίας με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, εξακολούθησε να παρέχει την εργασία του σε αυτή στο υποκατάστημα που αυτή διατηρούσε στην ……………… Αττικής και επί της οδού ………, αριθμός ….. (βλ. σχετ. το από 23.01.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης) ως περιοδεύων πωλητής, με τα καθήκοντα που προαναφέρθηκαν (αυτό συνολογείται από την εναγομένη – βλ. σχετ. 6η σελίδα των προτάσεων της εναγομένης). Την 1η Μαρτίου του έτους 2014 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας ο ενάγων συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του στην εναγομένη ως πωλητής. Ειδικότερα, στην έγγραφη σύμβαση που προσκομίσθηκε διαλαμβάνονται τα κάτωθι : « … … I. ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ – ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ 1. Ο μισθωτός προσλαμβάνεται από σήμερα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του πωλητή. 2. Η Εταιρία ρητά επιφυλάσσεται του δικαιώματος της να αναθέτει στο μισθωτό κάθε άλλη εργασία, καθώς και να προβαίνει σε μεταβολή ή ανάκληση των ανωτέρω εργασιών, κατ’ εκτίμηση των ικανοτήτων, των γνώσεων και των δυνατοτήτων του, αλλά και των αναγκών της επιχείρησης, χωρίς οι ενέργειες αυτές να θεωρούνται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Για τα επιπλέον καθήκοντα ο μισθωτός δεν δικαιούται πρόσθετης αμοιβής, εφόσον τα εκτελεί εντός του συμφωνημένου ωραρίου του. II. ΧΡΟΝΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ-ΩΡΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 1. Η Εταιρία λειτουργεί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα – Παρασκευή), 8 ώρες ημερησίως. 2. Ο μισθωτός προσλαμβάνεται για να εργαστεί με πλήρη απασχόληση. Ο μισθωτός υποχρεούται να παρέχει την εργασία του εντός των νομίμων και συμβατικών χρονικών ορίων απασχόλησης. Το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του μισθωτού ορίζεται από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και το ημερήσιο ωράριο απασχόλησης του ορίζεται από τις 09:00 μέχρι τις 17:00 ή όπως εκάστοτε αναγράφεται στη θεωρημένη κατάσταση ωρών εργασίας που κατατίθεται στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία αναρτάται σε εμφανές και προσιτό για τους εργαζομένους σημείο στο χώρο εργασίας. Η Εταιρία ρητά επιφυλάσσεται του δικαιώματος να μεταβάλλει το ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του μισθωτού, σύμφωνα με τις λειτουργικές και, οργανωτικές της ανάγκες. 3. Ως χρόνος εργασίας θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο εργαζόμενος παρέχει πραγματικά την εργασία του στον τόπο εργασίας. Στο χρόνο εργασίας δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης στην εργασία και επιστροφής από αυτή. 3. Αν για οποιονδήποτε λόγο παρασχεθεί υπερωριακή εργασία, ο μισθωτός οφείλει εντός μίας εβδομάδας να ενημερώσει εγγράφως την Εταιρία για την παρασχεθείσα υπερωριακή εργασία και τις ώρες αυτής. III. ΑΠΟΔΟΧΕΣ 1. Οι όροι αμοιβής και εργασίας του μισθωτού διέπονται από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, όπως εκάστοτε ισχύει. 2. Οι μηνιαίες μικτές (ακαθάριστες) αποδοχές του μισθωτού για το σύνολο των παρεχόμενων υπηρεσιών ανέρχονται στο ποσό των 644,69 €. Για τον υπολογισμό των αποδοχών αυτών έχουν ληφθεί υπόψη η οικογενειακή κατάσταση και η προϋπηρεσία που ο Μισθωτός έχει γνωστοποιήσει στην Εταιρία, με τον νόμιμο τρόπο. 3. Ο μηνιαίος μισθός θα καταβάλλεται από την Εταιρία στον μισθωτό δεδουλευμένος μέχρι και την 15η ημέρα του επόμενου μηνός. Ο ανωτέρω μηνιαίος μισθός υπόκειται σε όλες τις νόμιμες κρατήσεις (ενδεικτικά, Φόρος Μισθωτών Υπηρεσιών, Εισφορές Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης κλπ). Οι ως άνω αποδοχές θα κατατίθενται στον υπ’ αριθμ … .. τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας … … που υπέδειξε ο μισθωτός. 4. Κατά την καταβολή των αποδοχών του ο μισθωτός θα λαμβάνει αντίγραφο του εκκαθαριστικού του σημειώματος, το οποίο επέχει θέση εξοφλητικής απόδειξης. Τυχόν αντιρρήσεις του εργαζομένου ως προς την ακρίβεια των αναγραφόμενων στο εκκαθαριστικό σημείωμα στοιχείων σχετικά με την αμοιβή, το χρόνο απασχόλησης του και τους λοιπούς όρους εργασίας πρέπει να προβάλλονται εντός διμήνου από τη λήψη του εκκαθαριστικού σημειώματος. 5. Σε περίπτωση που στον Μισθωτό καταβάλλονται, αποδοχές ανώτερες των νομίμων, τότε συμφωνείται ότι η διαφορά των πραγματικά καταβαλλόμενων αποδοχών από τις νόμιμες (εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ) καλύπτει συμψηφιστικά οποιαδήποτε άλλη αμοιβή, επίδομα ή προσαύξηση από παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα- ανάπαυσης, τις Κυριακές, τις εξαιρέσιμες εορτές, από υπερεργασία και νόμιμη υπερωρία και από νυκτερινή εργασία, καθώς επίσης και αποζημίωση από εκτός έδρας εργασία. Ρητά συμφωνείται ότι στις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές συμψηφίζεται το προβλεπόμενο από τη ΔΑ 10/1976 οικογενειακό επίδομα. Ρητά επίσης συμφωνείται ότι τυχόν αύξηση των καθοριζόμενων από συλλογικές συμβάσεις ή άλλες κανονιστικές διατάξεις βασικών μισθών και επιδομάτων ή η τυχόν πρόβλεψη νέων επιδομάτων δεν θα επιφέρει αύξηση των καταβαλλόμενων αποδοχών του μισθωτού, παρά μόνον αν οι αυξήσεις αυτές θα διαμόρφωναν μισθούς που θα υπερέβαιναν τις. καταβαλλόμενες αποδοχές και κατά το ποσό που τις υπερβαίνουν. Τυχόν μη γενόμενος συμψηφισμός σε συγκεκριμένη περίπτωση άπαξ ή κατ’ επανάληψη, δεν αποτελεί παραίτηση της Εταιρίας από το δικαίωμά της να προβεί στον παραπάνω συμψηφισμό στο μέλλον ή σε άλλη περίπτωση. 6. Κάθε παροχή της Εταιρίας, πέρα από τις προβλεπόμενες από κανονιστικές διατάξεις, ανεξάρτητα από τη φύση της, το λόγο καταβολής της και την εφάπαξ ή επανειλημμένη, έστω και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, χορήγησή της, θεωρείται ότι καταβάλλεται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση συμβατικής δέσμευσης και συνιστά πάντοτε οικειοθελή παροχή, η οποία υπόκεινται οποτεδήποτε και ελεύθερα σε ανάκληση ή τροποποίηση μονομερώς από την Εταιρία. IV ΑΔΕΙΕΣ Ο μισθωτός δικαιούται άδειος, αποδοχών άδειος, επιδόματος αδείας και επιδομάτων εορτών (δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα), σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας. V. ΤΟΠΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Τόπος εργασίας του μισθωτού θεωρείται ο νομός ΑΤΤΙΚΗΣ. Η Εταιρία διατηρεί το δικαίωμα να μεταθέτει και να μετακινεί, προσωρινά, τον μισθωτό σε άλλα μέρη της Ελλάδας, εφόσον το απαιτήσουν οι λειτουργικές ανάγκες της. Για την οριστική μετάθεση σε διαφορετικό νομό απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Μισθωτού. VI. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΟΥ Ο μισθωτός οφείλει ενδεικτικά : 1. Να παρέχει την εργασία του με ζήλο και επιμέλεια και να τηρεί τους όρους υγιεινής και ασφάλειας στον χώρο εργασίας. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του υποχρεούται να συμμορφώνεται απόλυτα στις εντολές και οδηγίες της Εταιρίας και να μη προκαλεί προβλήματα στην καλή λειτουργία της. 2. Να ενημερώνει εγκαίρως την εταιρία για τυχόν εξωεργασιακά του προβλήματα, όταν αυτά απαιτούν αλλαγή ωραρίου. 3. Να γνωστοποιεί αμέσως στην Εταιρία κάθε μεταβολή στη διεύθυνση της κατοικίας του. 4. Να ειδοποιεί, σε περίπτωση απουσίας του λόγω ασθένειας, την ίδια ημέρα την Εταιρία, είτε τηλεφωνικά, είτε με άλλο τρόπο. Ο Εργοδότης δικαιούται, επιφυλασσόμενος για την άσκηση παντός άλλου νομίμου δικαιώματος του, να θεωρήσει τυχόν κατ’ εξακολούθηση παράβαση της κατά τα ανωτέρω υποχρέωσης ειδοποίησης ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του μισθωτού. 5. Να είναι ευγενικός, πρόθυμος, και εξυπηρετικός με τους πελάτες παρέχοντας την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση. 6. Να τηρεί απόλυτη εχεμύθεια για κάθε είδους πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση του, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, εξαιτίας ή εξ’ αφορμής αυτών, που αφορούν την Εταιρία, τις εργασίες της, τους πελάτες της ή τις συναλλαγές της με τρίτους. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον μισθωτό και μετά τη λήξη της σχέσης εργασίας του με την Εταιρία. Γίνεται ρητή μνεία ότι η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, εκτός από άλλες συνέπειες, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η υποχρέωση του μισθωτού να αποκαταστήσει τη ζημία που προξένησε στην Εταιρία, ενδέχεται να συνιστά και ποινικό αδίκημα. 7. Ο μισθωτός, για όσο διάστημα διαρκεί η σχέση εργασίας του με την Εταιρία, δεν δικαιούται να αναλαμβάνει ή να εκτελεί, ολικά ή μερικά, καθήκοντα παρόμοια με αυτά που του έχουν ανατεθεί από την Εταιρία ή να ασκεί οποιαδήποτε σχετική, όμοια ή παρεμφερή δραστηριότητα είτε για λογαριασμό του ιδίου είτε για λογαριασμό άλλου προσώπου, φυσικού ή νομικού, ούτε να συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, με όμοιο ή παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας με την Εταιρία, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια της Εταιρίας. 8. Μετά τη λύση της σύμβασης ο μισθωτός υποχρεούται, χωρίς περαιτέρω όχληση, να επιστρέφει στην Εταιρία τυχόν αρχεία, έγγραφα και κάθε είδους αντικείμενα ή υλικά, τα οποία αφορούν υποθέσεις της Εταιρίας και συνεχίζουν να βρίσκονται στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου για λογαριασμό του, καθώς και όλα τα αντικείμενα κυριότητας της Εταιρίας, τα οποία περιήλθαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του κατά την απασχόλησή του στην Εταιρία ή εξ αφορμής αυτής. VII. ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ 1. Η παρούσα σύμβαση είναι αορίστου χρόνου και μπορεί να λυθεί με καταγγελία κατά τους όρους και τις διατυπώσεις της εκάστοτε ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας. Σε περίπτωση καταγγελίας από τον εργοδότη χορηγείται στον εργαζόμενο η προβλεπόμενη από τους νόμους 3198/1955 και 2112/1920, όπως ισχύουν κατά το χρόνο της καταγγελίας, αποζημίωση απόλυσης. 2. Η μη άσκηση ή η καθυστέρηση άσκησης οποιονδήποτε νόμιμου ή συμβατικού δικαιώματος της Εταιρίας δεν συνιστά και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως παραίτησή της από το σχετικό δικαίωμα. 3. Η παρούσα σύμβαση τροποποιείται με γνωστοποίηση των τροποποιούμενων όρων από την Εταιρία στον μισθωτό, εφόσον ο μισθωτός δεν αποκρούσει τις μεταβολές αυτές μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από την παραλαβή της γνωστοποίησης. Από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας οι τροποποιήσεις θεωρείται ότι έχουν γίνει πλήρως και ανεπιφυλάκτως αποδεκτές από τον μισθωτό και διέπουν εφεξής τη σχέση του με την Εταιρία. 4. Ρητά συμφωνείται ότι σε περίπτωση που οποιαδήποτε διάταξη της παρούσας σύμβασης θεωρηθεί ως άκυρη και ανίσχυρη από οποιοδήποτε δικαστήριο, οι υπόλοιπες διατάξεις της παρούσης σύμβασης θα εξακολουθούν να ισχύουν και να δεσμεύουν τα μέρη. 5. Αρμόδια Δικαστήρια για την επίλυση κάθε διαφοράς μεταξύ Εταιρίας και του μισθωτού που απορρέει από τη μεταξύ τους συναλλακτική σχέση είναι τα Δικαστήρια της Θεσσαλονίκης. 6. Η παρούσα επέχει θέση γνωστοποίησης των όρων εργασίας σύμφωνα με το π.δ. 156/1994 και υπερισχύει έναντι οποιοσδήποτε άλλης προφορικής ή γραπτής συμφωνίας……». Σε εκτέλεση των όρων της ανωτέρω σύμβασης ο ενάγων συνέχισε να παρέχει την εργασία του ως περιοδεύων πωλητής στην …………………….. και μετά την 10.03.2014 σε νέο ισόγειο κατάστημα που εκμίσθωσε η εναγόμενη στον…………………………. (βλ. σχετ. το από 15.03.2018 αντίγραφο υποβληθείσας δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας), με κύρια καθήκοντα την λήψη παραγγελιών από τους υπάρχοντες πελάτες της εταιρίας και την παράδοση αυτών καθώς και την προώθηση πωλήσεων σε νέους πελάτες. Τον Απρίλιο του έτους 2014, οπότε αποχώρησε από την εναγόμενη ο απασχολούμενος σε αυτή ως οδηγός-πωλητής, …………………….. (βλ. σχετ. προσκομιζόμενο πίνακα προσωπικού) ανατέθηκαν στον ενάγοντα από την εναγομένη επιπλέον τα καθήκοντα της προετοιμασίας και τιμολόγησης των παραγγελιών των περιοδευόντων πωλητών του υποκαταστήματος με έκδοση των αντίστοιχων παραστατικών (τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής) καθώς και η τήρηση του ταμείου του υποκαταστήματος (είσπραξη χρηματικών ποσών από τους πωλητές, πληρωμή των λειτουργικών εξόδων του υποκαταστήματος, πληρωμή μισθοδοσίας, πληρωμή εξόδων συντήρησης και επισκευής των οχημάτων), το υπόλοιπο του οποίου, αφού ο ενάγων κρατούσε προηγουμένως το ποσό των αποδοχών του, ως είχε συμφωνηθεί, κατέθετε σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας που έκανε έλεγχο της διαχείρισης του ταμείου μέσω αρχείων με την μορφή excel που φτιάχνονταν από τον ενάγοντα και αποστέλλονταν σε αυτή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails). Επίσης, τον Οκτώβριο του έτους 2014 ο ενάγων ορίσθηκε υγειονομικώς και αγορανομικώς υπεύθυνος του καταστήματος που διατηρούσε η εναγομένη στον ………………. και επί της οδού …………………….. εντός του εμπορικού κέντρου …………………. (βλ. σχετ. την, με αριθμό πρωτοκόλλου ………………../20.10.2014 βεβαίωση υποβολής γνωστοποίησης του Δήμου ………………-Τμήμα Εσόδων). Συνεπεία των αυξημένων εργασιακών καθηκόντων του ενάγοντος οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του συμφωνήθηκαν στο ποσό των οκτακοσίων ευρώ (800 ευρώ). Η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων καταγγέλθηκε την 7η Σεπτεμβρίου του έτους 2015 από την εργοδότρια τηρουμένων των νομίμων διατυπώσεων, ήτοι τήρηση του έγγραφου τύπου και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 1.504,28 ευρώ (βλ. σχετ. έντυπο καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου). Την 23η Δεκεμβρίου του έτους 2015 ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας …………… Αττικής και κατέθεσε αίτηση με αντικείμενο τη διενέργεια εργατικής διαφοράς λόγω οφειλών της εναγομένης έναντι αυτού από την σύμβαση εργασίας που συνήψε με αυτή λόγω υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης. Η συζήτηση της εργατικής διαφοράς πραγματοποιήθηκε την 5η Ιουλίου του έτους 2016, πλην όμως λόγω της άρνησης της εναγομένης περί εργασιακής απασχόλησης του ενάγοντος καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, δεν επιτεύχθηκε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς (βλ. σχετ. το από 23.12.2015 και με αριθμό …. δελτίο εργατικής διαφοράς του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης ………….). Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν προέκυψε ότι κατά την εορταστική περίοδο 2013-2014 η εναγομένη λειτούργησε τρία (03) σταντ-κιόσκια και συγκεκριμένα : α) από την 06.12.2013 έως την 06.01.2014 στο ………………, β) από την 11.12.2013 έως την 06.01.2014 στην ………….. και γ) από την 10.12.2013 έως την 18.12.2013 στο σταθμό του ΗΣΑΠ και κατά την εορταστική περίοδο 2014-2015 η εναγομένη λειτούργησε δύο (02) σταντ-κιόσκια και συγκεκριμένα : α) από την 29.11.2014 έως την 02.01.2015 στην ……. και β) από την 12.12.2014 έως την 04.01.2015 στην ……………. Ο ενάγων κατά την χρονική περίοδο από την 11.12.2013, οπότε προσελήφθη και μέχρι την λήξη του συμβατικού χρόνου της σύμβασης, ήτοι μέχρι την 07.01.2014 απασχολήθηκε στην εναγομένη με σύμβαση εκ περιτροπής εργασίας (άρθρα 2 παρ. 3-6 του νόμου 3846/2010 και 17 παρ. 3 του νόμου 389/2010), δηλαδή δύο (02) ημέρες την εβδομάδα βάσει του οικείου συμβατικού όρου και της αναγγελίας πρόσληψης στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται αφενός από το περιεχόμενο της ίδιας της σύμβασης που υπογράφηκε μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, όπου ρητά αναφέρεται ως δικαιολογητικός λόγος σύναψής της η έκτακτη και προσωρινή σώρευση εργασιών την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων και αφετέρου από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης ………………, ο οποίος παρέχει την εργασία του στην εναγομένη ως βοηθός λογιστή και ο οποίος ρητά κατέθεσε ότι μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η διενέργεια προσλήψεων και απολύσεων του προσωπικού, ότι αυτός διεκπεραίωσε την πρόσληψη του ενάγοντος, ότι κατά την πρόσληψή του ο ενάγων ανέφερε ότι δεν μπορεί να εργασθεί περισσότερο από δύο ημέρες την εβδομάδα, διότι εκείνη την περίοδο εργαζόταν και στο …………………….. και ότι μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2014 εργάσθηκε στα στάντς που είχαν στηθεί στην Αθήνα λόγω των Χριστουγέννων δύο φορές την εβδομάδα για την κάλυψη εποχικών αναγκών της εργοδότριας. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από τον. προσκομιζόμενο από τον ίδιο τον ενάγοντα λογαριασμό ασφαλισμένου εκ του οποίου προκύπτει απασχόληση του κατά την ίδια χρονική περίοδο (μήνες 12/2013 και 01/2014) με δύο διαφορετικούς κωδικούς αριθμούς δραστηριότητας (βλ. σχετ. 2η στήλη – ΚΑΔ 5530 και 5132), σε δύο διαφορετικούς εργοδότες (βλ. σχετ. 8η στήλη – αριθμούς μητρώου εργοδότη) και απασχόληση εννέα (09) ημερών σε κάθε εργοδότη εντός του Δεκεμβρίου του έτους 2014 και απασχόληση δέκα τριών (13) ημερών στην εναγόμενη και πέντε (05) ημερών σε έτερο εργοδότη εντός του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2014. Οι ανωτέρω παραδοχές του Δικαστηρίου δεν αναιρούνται από τους ισχυρισμούς του εναγομένου για υπασφάλιση του από την εργοδότρια, οι οποίοι δεν κρίνονται βάσιμοι, δοθέντος ότι δεν προσκομίσθηκε ούτε έγγραφη καταγγελία του στον ασφαλιστικό φορέα, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυψε ποινική δίωξη σε βάρος της για μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών. Περαιτέρω, από το αποδεικτικό υλικό που προσκομίσθηκε δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι την 07.01.2014 ο ενάγων απασχολήθηκε καθ’ υπέρβαση του συμφωνηθέντος ωραρίου απασχόλησης και ως εκ τούτου οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Η ανωτέρω παραδοχή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη αναγγελίες πρόσληψης : α) της ……………………., η οποία προσλήφθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου, διάρκειας από την 09.12.2013 έως την 07.01.2014 και ωράριο από 11:00 έως 19:00 καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή, β) της …………………., η οποία προσλήφθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου, διάρκειας από την 20.12.2013 έως την 07.01.2014 και ωράριο από 16:00 έως 20:00 καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή, γ) του …………………., ο οποίος προσλήφθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου, διάρκειας από την 11.12.2013 έως την 07.01.2014 και ωράριο από 14:00 έως 18:00 καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή και δ) της …………………….. (σύζυγος του ενάγοντος), η οποία προσλήφθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου, διάρκειας από την 11.12.2013 έως την 07.01.2014 και ωράριο από 11:00 έως 19:00 καθημερινά από Τετάρτη έως και Παρασκευή εκ των οποίων εναργώς προκύπτει ότι η εναγομένη προσέλαβε με συμβάσεις ορισμένου χρόνου προσωπικό-υπαλλήλους για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών κατά την διάρκεια της εορταστικής περιόδου, ώστε δεν ήταν αναγκαία η υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος για την λειτουργία των σταντς που διατηρούσε στους χώρους που προαναφέρθηκαν. Επίσης, από τα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από τον λογαριασμό ασφαλισμένου, όπου εμφαίνονται εντός του μηνός Φεβρουάριου του έτους 2014 δώδεκα (12) ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος (εκ περιτροπής εργασία) στην εναγομένη σε συνδυασμό και με τις καταστάσεις-πίνακες προσωπικού της τελευταίας, όπου εμφαίνεται ότι απασχολούνταν σε αυτή ως περιοδεύων πωλητής και ο ……………………………. υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και δη σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως και πέντε (05) ημέρες κάθε εβδομάδα, από 09:00 έως 17:00 δεν προέκυψε ότι μετά την 08.01.2014, οπότε ο ενάγων απασχολήθηκε ως περιοδεύον πωλητής με πλήρες ωράριο από 08:30 έως 16:30 και μέχρι το Μάρτιο του έτους 2014 απασχολήθηκε καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου απασχόλησης και ως εκ τούτου οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις πρέπει να απορριφθούν. Αντιθέτως, μετά τον Μάρτιο του έτους 2014, οπότε ανατέθηκαν σε αυτό διευρυμένα καθήκοντα, ως προαναφέρθηκε, ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγομένη καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή απασχολούμενος από τις 08:00 έως τις 19:00, δηλαδή καθημερινά τρεις (03) ώρες καθ’ υπέρβαση του συμφωνηθέντος ωραρίου απασχόλησης (οκτάωρη απασχόληση από 08:00 έως 16:00) και εβδομαδιαίως δέκα πέντε (15) ώρες καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου απασχόλησης των σαράντα ωρών. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων δεν είχε άμεση εξάρτηση από την εργοδότρια και λόγω της φύσης των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί καθόριζε ελεύθερα το ωράριο εργασίας του εντός των ημερών απασχόλησης, ώστε να μην υπάρχει υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο και κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος, η οποία ερωτηθείσα σχετικά ανέφερε ότι αυτός εργάζονταν καθημερινά κατά μέσο όρο 11 ώρες και ότι στα καθήκοντα ήταν η πώληση, το στήσιμο των στάντς, η παράδοση παραγγελιών και παραλαβή των ταμείων, τα περιστατικά δε αυτά δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης, ο οποίος δεν αμφισβήτησε ότι ο ενάγων απασχολούνταν στην εργοδότρια με καθήκοντα αποθηκάριου, μεταφορέα, διανομέα προϊόντων στους πελάτες, προμηθευτή των σταντ της εταιρίας, διαχειριστή της αποθήκης, λήπτη παραγγελιών από τους πελάτες που έκανε διανομή, είσπραξη χρημάτων, η δε κατάθεση του ως προς το ωράριο απασχόλησης του ενάγοντος είναι ασαφής, διότι δεν είχε γνώση περί της απασχόλησης του ενάγοντος πέραν του πενθημέρου, ενώ όσον αφορά τις καθημερινές ο ίδιος ως πωλητής X-VAN κατέθεσε ότι μετέβαινε :στην αποθήκη των Αθηνών σε συγκεκριμένη ώρα που είχε προηγουμένως συμφωνήσει με τον ενάγοντα λόγω της αναγκαιότητας του τελευταίου να απουσιάζει για την εκτέλεση των λοιπών καθηκόντων του και για το λόγο αυτό δεν είχε αντικειμενικά την δυνατότητα να γνωρίζει το χρόνο έναρξης και λήξης της καθημερινής απασχόλησης του. Συνεπεία τούτου, ο ενάγων δικαιούται για υπερεργασία του χρονικού διαστήματος από 01.03.2014 έως και 07.09.2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση του το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων είκοσι δύο ευρώ (2.622 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (958,08 ευρώ καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές [η υπερεργασία υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου μισθού] : 25 = 38,32 X 6 – 229,93 ευρώ :.40 = 5,75 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο [για την αναγωγή του μηνιαίου μισθού σε ωρομίσθιο – βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική» έκδοση 2014, σελ. 476] + 20% προσαύξηση εκ 1,15 ευρώ = 6,90 ευρώ ανά ώρα X 5 ώρες εβδομαδιαίως = 34,50 ευρώ εβδομαδιαίως X 76 εβδομάδες του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, αφού αφαιρέθηκαν : α) τέσσερις εβδομάδες που απουσίαζε λόγω καλοκαιρινής άδειας τον Αύγουστο του έτους 2014, β) οι ημέρες της 03.03.2014 [Κάθαρά Δευτέρα], της 25.03.2014 [ημέρα Τρίτη], της 18.04.2014 [Μεγάλη Παρασκευή], της 21.04.2014 [Δευτέρα του Πάσχα], της 01.05.2014 [ημέρα Πέμπτη], την 09.06.2014 [εορτή του Αγίου Πνεύματος], 28.10.2014 [ημέρα Tρίτη], την 25.12.2014 και την 26.12.2014 [ημέρες Πέμπτη και Παρασκευή], γ) τρεις εβδομάδες που απουσίαζε λόγω καλοκαιρινής άδειας τον Αύγουστο του έτους 2015, δ) οι ημέρες της 28.02.2015 [Καθαρά Δευτέρα], της 25.03.2015 [ημέρα Τετάρτη], της 10.04.2015 [Μεγάλη Παρασκευή], της 13.04.2014 [Δευτέρα του Πάσχα], της 01.05.2014      [ημέρα Παρασκευή] και της 01.06.2015 [εορτή του Αγίου Πνεύματος] και δ) η ημέρα της 11.12.2014, οπότε απουσίασε από την εργασία του και ταξίδεψε αεροπορικώς στο Ηράκλειο Κρήτης [βλ. σχετ. προσκομιζόμενο αντίγραφο κάρτας επιβίβασης της AEGEAN], ε) η ημέρα της 11.05.2015, οπότε έλαβε άδεια και στ) η περίοδος από 18.05.2015 έως 27.05.2015, οπότε έλαβε άδεια [βλ. προσκομιζόμενο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου] = 2.622 ευρώ). Επίσης, ο ενάγων δικαιούται για την ανωτέρω χρονική περίοδο από 01.03.2014 έως 07.09.2015 ως αμοιβή για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση λόγω υπέρβασης του ημερησίου ωραρίου απασχόλησης (9 ώρες ημερησίως στην περίπτωση της πενθήμερης απασχόλησης) δύο (02) ώρες ημερησίως το ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ (6.934 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (958,08 ευρώ καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές : 25 = 38,32 X 6 = 229,93 ευρώ : 40 = 5,75 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 80% = 4,60 ευρώ = 10,35 ευρώ X 2 ώρες ημερησίως = 20,70 ευρώ X 335 ημέρες, αφαιρουμένων των ανωτέρω αναφερόμενων στην υπερεργασία ημερών και περιόδων απουσίας του από την εργασία = 6.934 ευρώ). Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί, ως προκύπτει από το με ημερομηνία 08.01.2015 ηλεκτρονικό μήνυμα του ιδίου του ενάγοντος προς την εργοδότρια το συνολικό ποσό των διακοσίων δέκα επτά ευρώ (217 ευρώ) που αφορά σε υπερωριακή απασχόληση ήτοι αναλυτικά : α) 77 ευρώ για 22 ώρες στο στάντ της …………… ως υπεύθυνος βάρδιας κατά την περίοδο από 12.12.2014 έως 04.01.2015, β) 31,5 ευρώ για το στήσιμο του στάντ της ……………., γ) 7 ευρώ για το μάζεμα του στάντ της ………….. την 04.01.2015, δ) 17,5 ευρώ για το μάζεμα του στάντ της …. και ε) 84 ευρώ για 24 ώρες στο στάντ της …. κατά την περίοδο από 29.11.2014 έως 02.01.2015 και ως εκ τούτου η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των έξι χιλιάδων επτακοσίων δέκα πετά ευρώ (6.717 ευρώ), κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης ως βάσιμης κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη από την 01.03.2014 έως και την 07.09.2015 τις ημέρες του Σαββάτου επί επτά (07) ώρες και ως εκ τούτου η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι δύο ευρώ (3.822 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (958,08 ευρώ καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές : 25 . = 38,32 X 6 = 229,93 ευρώ : 40 = 5,75 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 30% = 1.732 ευρώ = 7,48 ευρώ X 7 ώρες = 52,36 ευρώ X 73 Σάββατα, αφαιρουμένων 7 Σαββάτων του μηνός Αυγούστου των ετών 2014 και 2015 που απουσίασε από την εργασία του λόγω άδειας = 3.822 ευρώ). Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά την χρονική περίοδο από 05.11.2014 έως την 06.01.2015 παρείχε την εργασία του στην εναγομένη δέκα πέντε (15) ώρες ημερησίως, δηλαδή από 08:00 έως 23:00 καθημερινά καθώς επίσης και ότι απασχολήθηκε με το ίδιο ωράριο και όλα τα Σάββατα δεν κρίνεται βάσιμος και πειστικός και πρέπει να απορριφθεί. Ομοίως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί παροχής εργασίας τις ημέρες της Κυριακής και δη για δεκαπέντε ώρες κάθε Κυριακή, δοθέντος ότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι τις ημέρες της Κυριακής ελάμβαναν, χώρα είτε πράξεις ταμειακής διαχείρισης είτε τιμολόγηση και παράδοση προϊόντων από το υποκατάστημα της εναγομένης στον Πειραιά, ώστε να είναι αναγκαία η παρουσία του ενάγοντος σε αυτό ή στα διάφορα σημεία λιανικής πώλησης των ειδών της εταιρίας. Συνακόλουθα, οι αξιώσεις του ενάγοντος που ερείδονται στην ανωτέρω αιτία, δηλαδή στην καταβολή αμοιβής για την παροχή εργασίας πέραν των έντεκα ωρών ημερησίως στο χρονικό διάστημα από 05.11.2014 έως 06.01.2015 τις καθημερινές (Δευτέρα έως Παρασκευή) καθώς επίσης και τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στην από 01.03.2014 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων διαλαμβάνονταν ρητά ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος θα ανέρχονταν στο ποσό των 644,69 ευρώ (νόμιμες αποδοχές) και ότι σε περίπτωση καταβολής αποδοχών υπέρτερων των νομίμων η διαφορά θα καλύπτει συμψηφιστικά οποιαδήποτε άλλη αμοιβή, επίδομα ή προσαύξηση από παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα-ανάπαυσης, τις Κυριακές, τις εξαιρέσιμες εορτές, από υπερεργασία και νόμιμη υπερωρία και από νυκτερινή εργασία καθώς επίσης και αποζημίωση από εκτός έδρας εργασία. Ο ενάγων, ως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του, ελάμβανε από την ενάγουσα μηνιαίως το ποσό των 958,08 ευρώ (μικτές αποδοχές) και το ποσό των 800 ευρώ (καθαρές αποδοχές), το οποίο ομολογείται από την εναγομένη. Συνακόλουθα, η διαφορά που προκύπτει καλύπτει μεταξύ νομίμων και καταβαλλόμενων αποδοχών καλύπτει συμψηφιστικά βάσει του οικείου. συμβατικού όρου, ο οποίος είναι έγκυρος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, τις αμοιβές για την παροχή υπερεργασίας και για την εργασία τις ημέρες του Σαββάτου, από δε το ποσό αυτό η εναγομένη ομολογεί ότι 4,65 ευρώ αντιστοιχούν σε μία ώρα υπερεργασίας και 26,5 ευρώ σε αμοιβή για την εργασία σε ημέρα Σαββάτου (βλ. σχετ. 23η σελίδα των προτάσεων της εναγομένη). Επομένως, από το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων είκοσι δύο ευρώ (2.622 ευρώ) που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη για υπερεργασιακή απασχόληση του ενάγοντος πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των χιλίων επτακοσίων εξήντα επτά ευρώ (1.767 ευρώ) λόγω του συμψηφισμού ήτοι (4,65 ευρώ ανά ώρα υπερεργασίας X 5 ώρες εβδομαδιαίως = 23,25 ευρώ εβδομαδιαίως X 76 εβδομάδες του ανωτέρω χρονικού διαστήματος = 1.767 ευρώ) και ως εκ τούτου η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των οκτακοσίων πενήντα πέντε ευρώ (2.622 ευρώ – 1.767 ευρώ = 855 ευρώ). Επίσης, από την επιδικασθείσα αμοιβή των τριών χιλιάδων οκτακόσιων είκοσι δύο ευρώ (3.822 ευρώ) για την εργασία τις ημέρες του Σαββάτου πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των λόγω του συμψηφισμού ήτοι αναλυτικά : (26,5 ευρώ X 73 Σάββατα = 1.934,50 ευρώ) και ως εκ τούτου η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των χιλίων οκτακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (3.822 ευρώ – 1.934,50 ευρώ = 1.887,50 ευρώ). Επομένως, η σχετική ένσταση της εναγομένης πρέπει να γίνει εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη. Συνεπεία των ανωτέρω, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των εννέα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και πενήντα λεπτών (855 ευρώ + 6.717 ευρώ + 1.887,50 ευρώ = 9.459,50 ευρώ). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η εναγομένη κατά την συζήτηση της εργατικής διαφοράς ανέφερε ενώπιον της Επιθεωρήτριας Εργασίας ότι ο ενάγων είχε την διαχείριση του ταμείου του υποκαταστήματος, το οποίο είναι καθόλα αληθές, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ότι πριν από την απόδοση του ταμείου παρακρατούσε ότι εκείνος θεωρούσε ότι δικαιούται και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να υπάρχουν οφειλές και να μην παρακρατήσει αυτές πριν από την απόδοση του ταμειακού υπολοίπου. Ο σχετικός ισχυρισμός της εργοδότριας, ως διατυπώθηκε και περιήλθε σε γνώση των παρισταμένων κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς είναι σαφές ότι ενέχει μομφή περί της ηθικής ακεραιότητας του ενάγοντος, καθόσον υπονοείται ότι παρακρατούσε αυθαίρετα όσα χρήματα εκείνος έκρινε ότι δικαιούνταν για την εργασία του και κατ’ επέκταση ότι έχει υπεξαιρέσει χρηματικά ποσά από την εταιρία, ενώ ως η ίδια επικαλείται στις προτάσεις της υπήρχε συμφωνία και ο ενάγων είχε την ευχέρεια ως διαχειριστής του ταμείου να πληρώνει, μεταξύ άλλων εξόδων, την μισθοδοσία και να κρατά τον μισθό του και ο έλεγχος ως προς την συνετή και επιμελή διαχείριση από αυτόν ελάμβανε χώρα μέσω των καταστάσεων που απέστελλε ο ενάγων με τις ώρες εργασίας του προσωπικού και τις εισπράξεις και καταβολές, οι οποίες ουδέποτε προέκυψε ότι αμφισβητήθηκαν από την εταιρία. Για το λόγο αυτό άλλωστε δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός της ότι δεν την βαρύνει υπαιτιότητα για την ανωτέρω μομφή που εξαπέλυσε σε βάρος του ενάγοντος και ότι τα ανωτέρω ειπώθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας από παράλειψη της να ενημερώσει την πληρεξούσια δικηγόρο που την εκπροσώπησε για την σχετική συμφωνία. Τέλος, απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός περί αδυναμίας της εναγομένης να πληροφορήσει την δικηγόρο της επαρκώς, άμεσα και ολοκληρωμένα λόγω της απόστασης της δικηγόρου από την έδρα της εταιρίας λαμβανομένου υπόψη ότι η αίτηση της εργατικής διαφοράς κατατέθηκε την 26.01.2016 και η συζήτηση έλαβε χώρα μετά από έξι μήνες λόγω της αποχής των δικηγόρων, ως βεβαιώνεται στο σχετικό δελτίο που συντάχθηκε. Συνέπεια των ανωτέρω, η κατηγορία που αποδόθηκε από την εναγομένη στον ενάγοντα είναι μειωτική για την προσωπικότητα του και δεικνύει καταφρόνηση και απαξίωση στο πρόσωπο του, με τον τρόπο δε αυτό η εργοδότρια προσέβαλε κατάφωρα ενώπιον τρίτων την προσωπικότητα του υπό την έννοια της τρώση της τιμής και της υπόληψης της ως ευηπόληπτου μέλος του κοινωνικού συνόλου και ως τίμιου και αξιόπιστου εργαζόμενου και διέσυρε αυτόν άδικα ως άτομο και εργαζόμενο στο ευρύτερο οικογενειακό, εργασιακό και κοινωνικό του περιβάλλον. Συνεπεία των ανωτέρω, η εναγομένη, ή οποία με την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια δια της πληρεξούσιας δικηγόρου που την εκπροσώπησε συμπεριφορά της, έθιξε την προσωπικότητα του ενάγοντος, πρέπει να υποχρεωθεί στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Το ποσό αυτής ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή της τιμής και της ηθικής ακεραιτότητας του ενάγοντος, ο βαθμός της υπαιτιότητας της εναγομένης, το είδος της προσβολής και η βλάβη που προκλήθηκε εξ αυτής και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 211/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 705/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 324/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής, στο πρέπει να καθορισθεί σε δύο χιλιάδες ευρώ (2.000 ευρώ). Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθρο 932 του Α.Κ.), ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 944/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ- άρθρα 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεκτού γενομένου εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμου του συναφούς αγωγικού κονδυλίου. Περαιτέρω, ενόψει της σιωπηρώς συνομολογούμενης κατ’ άρθρα 261, 591, 614 περ.3 και 621επ. του Κ.Πολ.Δ. μη χορήγησης από την εναγομένη του αιτηθέντος κατ’ άρθρο 678 του Α.Κ. από τον ενάγοντα πιστοποιητικού εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του, πρέπει η εναγομένη να υποχρεωθεί προς τούτο, απειλουμένης σε βάρος της χρηματικής ποινής, για εκάστη ημέρα μη συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της παρούσας απόφασης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα : α) για αποδοχές λόγω υπερεργασίας, κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης και παροχή εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου με τις νόμιμες αυτών προσαυξήσεις το ποσό των εννέα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και πενήντα λεπτών (9.459,50 ευρώ), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω επιδικασθέντος ποσού κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση (άρθρο 655 Α.Κ. – βλ. σχετ. ΟλΑΠ 39 – 40/2002 ΕλλΔνη 2003.118, ΑΠ 945/2001 ΕΕργΔ 2002.168, ΕφΙωαν 14/2007 ΕΕργΔ 2007/473 ΑρχΝ 2007.298, ΕφΠειρ 555/2006 ΔΕΕ 2006.1179) και β) για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και να υποχρεωθεί η εναγομένη να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, γενομένου δεκτού του σχετικού αγωγικού αιτήματος, ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907 και 908 παρ.1 περ. ε’ του Κ.Πολ.Δ.) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, καθόσον οι αποδοχές εκ της εργασίας της αποτελούν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού και κάλυψης των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, η εναγομένη, που ηττήθηκε εν μέρει, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος του ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα : α) για αποδοχές λόγω υπερεργασίας, κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης και παροχή εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου με τις νόμιμες αυτών προσαυξήσεις το ποσό των εννέα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και πενήντα λεπτών (9.459,50 ευρώ), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω επιδικασθέντος ποσού κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και β) για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς αμέσως την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη περί επιδίκασης αποδοχών για τις ανωτέρω αιτίες και ως το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 ευρώ).

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του.

ΑΠΕΙΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ύψους διακοσίων ευρώ (200 ευρώ) για την περίπτωση μη συμμόρφωσης στην αμέσως ανωτέρω διάταξη της παρούσας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των εξακοσίων ενενήντα ευρώ (690 ευρώ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 20 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies