Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως τυπική δικαιοπραξία είναι άκυρη, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου (ΑΚ 174), ήτοι αν δεν γίνει εγγράφως και ο εργοδότης δεν καταβάλει συγχρόνως στον εργαζόμενο την οφειλόμενη αποζημίωση. Ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, χωρίς να τηρήσει προθεσμία και χωρίς να καταβάλει αποζημίωση, μόνο αν προηγουμένως έχει νομοτύπως υποβληθεί εναντίον του μισθωτού μήνυση για αξιόποινη πράξη, που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή αν έχει απαγγελθεί εναντίον του κατηγορία για αδίκημα σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, αλλά στη συνέχεια, αν επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση, επαναφέρεται, από τότε που κοινοποιείται το βούλευμα ή η απόφαση, το δικαίωμα του μισθωτού για την απόληψη της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 και η αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη. Η έκτακτη καταγγελία μπορεί να είναι άκυρη ήδη από τη στιγμή της άσκησής της για διάφορους λόγους, όπως, όταν π.χ. ο εργοδότης προβαίνει στην απόλυση γνωρίζοντας ότι είναι ψευδείς οι κατηγορίες σε βάρος του εργαζόμενου ή όταν η καταγγελία, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της κατηγορίας, δεν γίνεται λόγω της αξιόποινης πράξης που φέρεται ότι διέπραξε ο εργαζόμενος (η οποία χρησιμοποιείται προσχηματικά προκειμένου να αποφευχθεί η χορήγηση αποζημίωσης), αλλά για άλλους λόγους, που αποδοκιμάζει η έννομη τάξη (συνδικαλιστική δράση, διεκδίκηση μισθολογικών αξιώσεων κ.λπ.). Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει κατάχρηση δικαιώματος και επομένως η καταγγελία είναι άκυρη από το χρονικό σημείο άσκησής της και από το σημείο αυτό ο εργοδότης οφείλει μισθούς υπερημερίας (349, 350 και 656 ΑΚ), χωρίς μάλιστα να απαιτείται, για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος, πραγματική προσφορά των υπηρεσιών από την πλευρά του εργαζόμενου. Δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικαστεί παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και, συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας, για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή αποδοχή τους. Αν η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζόμενου ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να επισχέσει την παροχή που οφείλει στον εργοδότη, δηλαδή να αρνηθεί να εκτελέσει την εργασία που συμφώνησαν να του παρέχει, για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του κατά του εργοδότη και ιδιαιτέρως την πληρωμή οφειλόμενων αποδοχών αλλά και την εκπλήρωση άλλου ουσιώδους όρου της εργασιακής σύμβασης, από την παράβαση του οποίου έχει ενδεχομένως δημιουργηθεί ληξιπρόθεσμη αξίωση του εργαζόμενου. Ο εργοδότης μισθωτού, εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που έχει ασκήσει δικαίωμα επίσχεσης, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει εξ αυτού ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση. Το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζόμενου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Ένσταση απαραδέκτου επειδή σε βάρος της εναγομένης έχει εκδοθεί απόφαση απαγόρευσης πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης ενόψει αίτησης πτώχευσης. Η απαγόρευση αφορά μόνο την αναγκαστική εκτέλεση και όχι γενικά την αναστολή των ατομικών διώξεων. Απορρίπτει. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η επίσχεση είναι καταχρηστική διότι η μη καταβολή των δεδουλευμένων στον ενάγοντα, την οποία συνομολογεί, επήλθε όχι λόγω δυστροπίας της αλλά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης η οποία έπληξε και την επιχείρησή της. Απορρίπτει ισχυρισμό. Η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων στον ενάγοντα οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων της εναγόμενης και συνακόλουθα η γενόμενη επίσχεση δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη. Η εν λόγω έγκληση έγινε προσχηματικά, εν γνώσει της αθωότητας του ενάγοντα, προκειμένου η εναγόμενη να καταγγείλει τη σύμβασή του χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η υποβληθείσα έγκληση έγινε για λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας στο πρόσωπο του ενάγοντα επειδή διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του και είναι εκ του λόγου αυτού καταχρηστική και συνακόλουθα άκυρη. Μεταβίβαση επιχείρησης. Η διάδοχος υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδος. Η σύμβαση του ενάγοντα, η οποία εξακολουθούσε να υφίσταται κατά τον χρόνο της μεταβίβασης λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της, μεταβιβάσθηκε και αυτή στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της πρώτης, εις ολόκληρο με αυτή μέχρι τη μεταβίβαση και αποκλειστικά η ίδια για τον χρόνο που έπεται της μεταβίβασης. Ένσταση εξόφλησης των εισφορών που αναλογούν στον ενάγοντα. Δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι έλαβε χώρα τέτοια καταβολή, αφού οι προσκομιζόμενες αποδείξεις αφορούν το σύνολο των εργαζόμενων της πρώτης εναγόμενης, χωρίς να προκύπτει ότι σε αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι εισφορές του ενάγοντα. Απορρίπτει. Ένσταση έκπτωσης από μισθούς υπερημερίας του επιδόματος ανεργίας. Σε περίπτωση καταβολής από τον ΟΑΕΔ επιδόματος ανεργίας, ο εργοδότης δικαιούται κατά το στάδιο της εκτέλεσης να παρακρατήσει το ποσό που έλαβε ο εργαζόμενος και να το αποδώσει στον ΟΑΕΔ, αφορά δηλαδή ζήτημα της εκτέλεσης και όχι της διαγνωστικής δίκης. Απορρίπτει. Υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα η επίδικη καταγγελία (ανυπόστατη καταγγελία για συκοφαντική δυσφήμηση), προσβλήθηκε η προσωπικότητα και η επαγγελματική τιμή και υπόληψη του ενάγοντα και συνεπώς, δικαιούται αυτός χρηματική ικανοποίηση. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 29.669,36 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
1383/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Στεργιανή Μαλιώρα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και τη Γραμματέα Φωτεινή Μαρίνου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΚΑΛΟΥΝΤΑ – ΕΝΑΓΟΝΤΑ: …………., κατοίκου ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στη …………….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» (………….) που εδρεύει στη ……………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Αγαπηνού.
Ο καλών με την από 30-1-2015 κλήση του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ………/2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου, …../2015 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επαναφέρει προς συζήτηση την από 28-4-2014 αγωγή του (ΓΑΚ ……./2014 και ΑΚΔ ……../2014) και ζητεί να γίνει αυτή δεκτή.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση, με την από 30-1-2015 κλήση, η από 28-4-2014 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ………/2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../2014, μετά από ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 26-1-2015 λόγω διενέργειας των εθνικών εκλογών.
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 3, 7 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως τυπική δικαιοπραξία (βλ. ΑΠ 876/2004 ΕλλΔνη 47.1397) είναι άκυρη, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου (ΑΚ 174), ήτοι αν δεν γίνει εγγράφως και ο εργοδότης δεν καταβάλει συγχρόνως στον εργαζόμενο την οφειλόμενη αποζημίωση (ΑΠ 1900/2005 ΕλλΔνη 47.1035, ΑΠ 457/2005 ΕλλΔνη 48.171). Όταν η απόλυση είναι άκυρη, την ακυρότητά της δικαιούται να την επικαλεστεί μόνο ο απολυθείς μισθωτός, δηλαδή πρόκειται για σχετική ακυρότητα (ΑΠ 83/1997 ΕΕργΔ 57.12, ΑΠ 1176/1995 ΕλλΔνη 38.818). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 7 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι ο εργοδότης που έχει προσλάβει μισθωτό με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας, έχει το δικαίωμα- να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή, χωρίς να τηρήσει προθεσμία και χωρίς να καταβάλει αποζημίωση, μόνο αν προηγουμένως έχει νομοτύπως υποβληθεί εναντίον του μισθωτού μήνυση για αξιόποινη πράξη, που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή αν έχει απαγγελθεί εναντίον του κατηγορία για αδίκημα σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, αλλά στη συνέχεια, αν επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση, επαναφέρεται, από τότε που κοινοποιείται το βούλευμα ή η απόφαση, το δικαίωμα του μισθωτού για την απόληψη της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 και η αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη (ΑΠ 1237/2003 ΕλλΔνη 46.446, ΑΠ 5916/2001 EλλΔνη 43.208, ΕφΑΘ 1138/2006 ΕλλΔνη 47.1694). Πάντως, ανεξάρτητα από την έκβαση της ποινικής δίκης και την αντίδραση του εργοδότη στην κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απόφασης, η έκτακτη καταγγελία μπορεί να είναι άκυρη ήδη από τη στιγμή της άσκησής της για διάφορους λόγους, όπως, όταν π.χ. ο εργοδότης προβαίνει στην απόλυση γνωρίζοντας ότι είναι ψευδείς οι κατηγορίες σε βάρος του εργαζόμενου ή όταν η καταγγελία, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της κατηγορίας, δεν γίνεται λόγω της αξιόποινης πράξης που φέρεται ότι διέπραξε ο εργαζόμενος (η οποία χρησιμοποιείται προσχηματικά προκειμένου να αποφευχθεί η χορήγηση αποζημίωσης), αλλά για άλλους λόγους, που αποδοκιμάζει η έννομη τάξη (συνδικαλιστική δράση, διεκδίκηση μισθολογικών αξιώσεων κ.λπ.). Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει κατάχρηση δικαιώματος και επομένως η καταγγελία είναι άκυρη από το χρονικό σημείο άσκησής της και από το σημείο αυτό ο εργοδότης οφείλει μισθούς υπερημερίας (349, 350 και 656 ΑΚ), χωρίς μάλιστα να απαιτείται, για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος, πραγματική προσφορά των υπηρεσιών από την πλευρά του εργαζόμενου (βλ. ΑΠ 1055/1988, ΕΕργΔ 1989,885, ΕφΑΘ 1051/2004 ΕΕργΔ 2004.1157, ΕφΘεσ 528/2005 ΔΕΕ 2005.1000, Ζερδελή, Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, αρ. 819). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικαστεί παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και, συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας, για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή αποδοχή τους (ΑΠ 752/2007 ΕλλΔνη 48.807, ΕφΑΘ 5680/2007). Κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, ο εργαζόμενος δικαιούται να απαιτήσει ό,τι ακριβώς θα έπαιρνε ως μισθό, αν ο εργοδότης δεν απέκρουε την προσφορά της εργασίας του (ΑΠ 431/2006 ΧρΙΔ 2006.658). Τέλος, αν η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζόμενου ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (άρθρα 5 παρ. 1 Συντάγματος, 57, 59, 330, 299, 932, 914 ΑΚ), το ποσό της οποίας καθορίζεται από το Δικαστήριο, κατ’ εύλογη κρίση (βλ. ΑΠ 161/1997 ΔΕΝ 53.763, ΕφΑΘ 1322/2006 ΕλλΔνη 48.1120).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφώνησαν και τον βαρύνουν. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353 και 656 ΑΚ, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να επισχέσει την παροχή που οφείλει στον εργοδότη, δηλαδή να αρνηθεί να εκτελέσει την εργασία που συμφώνησαν να του παρέχει, για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του κατά του εργοδότη και ιδιαιτέρως την πληρωμή οφειλόμενων αποδοχών αλλά και την εκπλήρωση άλλου ουσιώδους όρου της εργασιακής σύμβασης, από την παράβαση του οποίου έχει ενδεχομένως δημιουργηθεί ληξιπρόθεσμη αξίωση του εργαζόμενου. Προϋπόθεση άσκησης του δικαιώματος αυτού είναι η αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, ανεξαρτήτως του αν η καθυστέρηση οφείλεται σε δυστροπία του. Το αν η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη, κρίνεται από τις ιδιαίτερες συνθήκες σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ο εργαζόμενος ασκεί το δικαίωμά του με δήλωση προς τον εργοδότη του ότι παύει να του παρέχει την εργασία του μέχρι να του καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές του ή ενδεχομένως να εκπληρωθεί άλλος ουσιώδης όρος της σύμβασης, η μη εκπλήρωση του οποίου οδήγησε στην επίσχεση. Από τη στιγμή περιέλευσης της δήλωσης επίσχεσης σε γνώση του εργοδότη, ο μισθωτός απαλλάσσεται της υποχρέωσης παροχής της εργασίας του, ενώ ο εργοδότης γίνεται υπερήμερος και ευθύνεται πλέον στην πληρωμή των μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 παρ. 1 ΑΚ. Έτσι, μολονότι ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, η υπερημερία δεν βαρύνει αυτόν αλλά τον εργοδότη του, ο οποίος έχει υποχρέωση, όσο δεν καταβάλλει τις οφειλόμενες αποδοχές ή δεν εκπληρώνει άλλον ουσιώδη όρο της σύμβασης, να πληρώσει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Η άρση της επίσχεσης γίνεται αυτοδικαίως είτε με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του εργοδότη, η οποία πρέπει να είναι πραγματική είτε με συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου. Ο εργοδότης μισθωτού, εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που έχει ασκήσει δικαίωμα επίσχεσης, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει εξ αυτού ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης του ν. 2112/20 και του ν. 3198/55 (βλ. ΑΠ 1153/2009 ΔΕΕ 2011.348, ΑΠ 1803/1987 ΕΕΔ 48.176). Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζόμενου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικά, δε, ασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραγία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (βλ. ΑΠ 1153/2009 ΔΕΕ 2011.348).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, όπως αυτή περιορίστηκε παραδεκτά (άρθρα 223, 294, 295, 297 ΚΠολΔ), με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντα στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, σύμφωνα με την οποία περιόρισε το αίτημα της αγωγής που αφορά μισθούς υπερημερίας στο ποσό των 20.656,54 ευρώ, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε στις 5-3-2011 από την πρώτη εναγόμενη, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή ηλεκτροβιομηχανικών προϊόντων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μηχανικός – συντηρητής, με πλήρες ωράριο. Ότι την 1-9-2012 η εναγόμενη του επέβαλε εκ περιτροπής εργασία τριών ημερών την εβδομάδα για χρονικό διάστημα τριών μηνών. Ότι από τον Νοέμβριο του 2011 η εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του με αποτέλεσμα τον Νοέμβριο του 2012 να του οφείλει το συνολικό ποσό των 7.083,11 ευρώ. Ότι στις 28-11-2012 κοινοποίησε στην εναγόμενη την από 27-11-2012 εξώδικη διαμαρτυρία του με την οποία την καλούσε να του καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές του, πλην όμως η εναγόμενη δεν προέβη σε καμία καταβολή και έτσι στις 10-12-2012 κοινοποίησε και πάλι εξώδικο στην εναγόμενη με το οποίο της δήλωνε ότι προβαίνει στην επίσχεση της εργασίας του μέχρι την καταβολή των δεδουλευμένων του, προσέφυγε δε συγχρόνως στην Επιθεώρηση Εργασίας όπου κατήγγειλε την εναγόμενη για μη καταβολή του παραπάνω ποσού και κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 19-12-2012 αγωγή του με την οποία ζητούσε την καταβολή των δεδουλευμένων του και μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης. Ότι η εναγόμενη στις 14-5-2013 κατήγγειλε τη σύμβασή του από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας στο πρόσωπό του επειδή διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του, επικαλούμενη ψευδή μήνυση που κατέθεσε σε βάρος του για συκοφαντική δυσφήμηση. Ότι στη συνέχεια άσκησε την από 3-7-2013 αγωγή του, από την οποία παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, με την οποία ζητούσε, εκτός από τα δεδουλευμένα, την αναγνώριση της ακυρότητας της γενόμενης καταγγελίας ως καταχρηστικής και την επιδίκαση υπέρ του μισθών υπερημερίας. Ότι στις 7-8-2013 η βασική μέτοχος της πρώτης εναγόμενης και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου ίδρυσε τη δεύτερη εναγόμενη, η οποία ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης, η τελευταία δε, μετά την αποτυχημένη προσπάθειά της να υπαχθεί στο άρ. 99 του ΠτΚ, διέκοψε τη λειτουργία της. Ότι η εργασιακή του σύμβαση, η οποία εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ λόγω της υπερημερίας της πρώτης εναγόμενης, μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης. Με βάση τα παραπάνω ζητεί, 1) να αναγνωριστεί ότι η από 10-12-2012 επίσχεση της εργασίας του είναι νόμιμη, 2) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 14-5-2013 καταγγελίας της σύμβασής του, 3) να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 4) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία του, με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε μέρα παραβίασης της απόφασης, 5) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εις ολόκληρον να του καταβάλουν, α) το ποσό των 8.941,44 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και δώρο Χριστουγέννων, β) το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που έχει υποστεί από την καταχρηστική καταγγελία της σύμβασής του και γ) το ποσό των 11.779,58 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10-12-2012 έως 30-9-2013, 6) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 20.656,54 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10-12-2012 έως 31-12-2014, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωσή της ήταν απαιτητή, άλλως από την επίδοση της από 19-12-2012 αγωγής του, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, 7) επικουρικά, σε περίπτωση που η σύμβασή του έχει λυθεί, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητά της εργασίας του καθώς και η διαγωγή του, με απειλή χρηματικής ποινής 5.900 ευρώ σε περίπτωση άρνησής του να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης, 8) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική του δαπάνη. Επικουρικά δε ζητεί τα παραπάνω, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβασή του, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 16 παρ. 2 και 664επ. ΚΠολΔ), δεδομένου ότι όσον αφορά την επίδικη καταγγελία η πρώτη αγωγή του ενάγοντα σε βάρος της πρώτης εναγόμενης με όμοια ιστορική και νομική βάση, από την οποία παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, αφού η επικαλούμενη καταγγελία έγινε στις 14-5-2013 και η παραπάνω αγωγή ασκήθηκε στις 15-7-2013 (βλ. τη με αριθμό ……../2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο αυτό Κωνσταντίνου Λεράκη) και είναι ορισμένη, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των εναγόμενων, καθώς περιέχει όλα τα κατά νόμο απαραίτητα στοιχεία, πλην του αιτήματος επαναπρόσληψης του ενάγοντα, το οποίο είναι απορριπτέο ως αόριστο, καθώς δεν αναφέρονται στην αγωγή συγκεκριμένα περιστατικά προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντα από τη μη αποδοχή της εργασίας του. Η πρώτη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η κρινόμενη αγωγή είναι απαράδεκτη ως προς αυτή διότι με την 3218/2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου έχουν ανασταλεί οι ατομικές διώξεις εναντίον της μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αιτηθείσας σε βάρος της αίτησης πτώχευσης. Πλην όμως από την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων αποδεικνύεται ότι διατάχθηκε η απαγόρευση προσωρινά κάθε πράξης ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της πρώτης εναγόμενης για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της, κάθε διάθεση περιουσιακού της στοιχείου, καθώς και κάθε επιβάρυνση της περιουσίας της με εμπράγματα βάρη μέχρι τη δημοσίευση απόφασης επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2015 αίτησης πτώχευσης της πρώτης εναγόμενης. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η απαγόρευση αφορά μόνο την αναγκαστική εκτέλεση και όχι γενικά την αναστολή των ατομικών διώξεων σε βάρος της πρώτης εναγόμενης, γεγονός το οποίο θα συνεπαγόταν και την απαγόρευση άσκησης αγωγής. Επομένως ο παραπάνω ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 178, 180, 281, 648, 653, 655, 656, 669, 678, 325, 340, 341, 343, 345, 346, 349, 350, 353, 361, 914, 932 ΑΚ, 1 παρ. 1 και 2 ν. 1082/1980, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, άρθρ. 1 επ. ν. 3198/1955, 1 επ. ν. 2112/1920, 1 επ. π.δ. 178/2002, 69, 70, 219, 907, 908 παρ. 1ε’, 910 περ. 4, 176, 191 ΚΠολΔ. Μη νόμιμη όμως τυγχάνει η επικουρική βάση της αγωγής, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι η εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγή είναι επιβοηθητικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 531/1994 ΕλλΔνη 37.81, ΕφΘεσ 2111/1996 Αρμ. 1996.1323), εν προκειμένω δε ο ενάγων για την θεμελίωση της αξίωσής του με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικαλείται τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωση της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγόμενων (βλ. ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 456/2010). Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το καταψηφισπκό αίτημά της, το οποίο υπερβαίνει την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (βλ. άρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ), καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα με αριθμούς ……., ………., ………., ……… αγωγόσημα).
Από την ανωμοτί εξέταση της νόμιμης εκπροσώπου της δεύτερης εναγόμενης και την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα (οι εναγόμενες δεν επιμελήθηκαν την εξέταση μάρτυρα), που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, από τις με αριθμούς ……. και ……/2014 και ………., ………. ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων και λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόμενων με την επίδοση της πρώτης όμοιας αγωγής του ενάγοντα και της κρινόμενης αγωγής, αντίστοιχα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 5-3-2011 από την πρώτη εναγόμενη, η οποία εκμεταλλεύεται βιομηχανία παραγωγής ηλεκτρικών πινάκων διανομής και ηλεκτρονικών αυτοματισμών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μηχανικός – συντηρητής των εγκαταστάσεων στα έργα που η εναγόμενη αναλάμβανε, με πλήρες ωράριο και ημερομίσθιο 40 ευρώ μικτά, όπως συνομολογείται από την εναγόμενη. Έκτοτε ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη, η τελευταία όμως από τον μήνα Νοέμβριο του 2011 άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του με αποτέλεσμα τον Νοέμβριο του 2012 να του οφείλει το συνολικό ποσό των 7.083,11 ευρώ. Στις 28-11-2012 ο ενάγων κοινοποίησε στην πρώτη εναγόμενη την από 27-11-2012 εξώδικη διαμαρτυρία του με την οποία την καλούσε να του καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές του, πλην όμως αυτή δεν προέβη σε καμία καταβολή και έτσι στις 10-12-2012 κοινοποίησε και πάλι εξώδικο στην εναγόμενη με το οποίο της δήλωνε ότι προβαίνει στην επίσχεση της εργασίας του μέχρι την καταβολή των δεδουλευμένων του. Παράλληλα την ίδια ημέρα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας όπου κατήγγειλε την εναγόμενη για μη καταβολή των δεδουλευμένων του και κατά τη συζήτηση της διαφοράς η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγόμενης αποδέχθηκε την οφειλή των δεδουλευμένων στον ενάγοντα. Επίσης ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 19-12-2012 αγωγή του με την οποία ζητούσε την καταβολή των δεδουλευμένων του και μισθούς υπερημερίας λόγω της επίσχεσης. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η εν λόγω επίσχεση είναι καταχρηστική διότι η μη καταβολή των δεδουλευμένων στον ενάγοντα, την οποία συνομολογεί, επήλθε όχι λόγω δυστροπίας της αλλά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης η οποία έπληξε και την επιχείρησή της. Πλην όμως αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2011 που άρχισε η καθυστέρηση των δεδουλευμένων στους εργαζόμενους, τα μέλη της διοίκησης της εναγόμενης, τα οποία απαρτίζονταν από τον Πρόεδρο της εταιρείας ……………. και τη θυγατέρα του, προέβησαν σε απόληψη από το ταμείο της εταιρείας ποσού 2.610.850,10 ευρώ, κατά παράβαση της απαγορευτικής διάταξης του άρ. 23α του ν. 2190/1920, την οποία διαπίστωσε ο ορκωτός ελεγκτής ………….., τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την εναγόμενη περί διόρθωσης του ισολογισμού κρίνονται ουσία αβάσιμα. Επίσης, όπως η ίδια η εναγόμενη συνομολογεί διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία, πλην όμως δεν προέβη σε καμία ενέργεια εκποίησης μέρους αυτής προκειμένου να ικανοποιήσει τους δανειστές της, μεταξύ αυτών και τον ενάγοντα. Άλλωστε ακόμη και η επικαλούμενη από την εναγόμενη μείωση του κύκλου εργασιών της και αύξηση των εξόδων της δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων στον ενάγοντα οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων της εναγόμενης και συνακόλουθα η γενόμενη επίσχεση δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, δεδομένου μάλιστα ότι το οφειλόμενο ποσό κρίνεται αξιόλογο για έναν εργαζόμενο της τάξης του ενάγοντα, και η καθυστέρηση ήταν μακρόχρονη. Συνεπώς η ένσταση που πρόβαλε παραδεκτά στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, η εναγόμενη ενώ βρισκόταν σε υπερημερία λόγω της προαναφερόμενης επίσχεσης, στις 14-5-2013 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα και άλλων εργαζόμενων της επιχείρησής της οι οποίοι είχαν προβεί σε επίσχεση της εργασίας τους, επικαλούμενη την από 10-5-2013 έγκληση που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών σε βάρος του ενάγοντα για συκοφαντική δυσφήμηση της επιχείρησής της. Πλην όμως από το σώμα της εν λόγω έγκλησης προκύπτει ότι αυτή είναι εντελώς αόριστη, δεν κατονομάζει συγκεκριμένα πρόσωπα και γεγονότα και δη προσωπικά τον ενάγοντα, ακόμη και με την υποβολή υπομνήματος ενώπιον του Εισαγγελέα και την προσκόμιση ιστοσελίδων όπου αναφέρονται κάποιες δυσφημιστικές κρίσεις για την επιχείρηση, χωρίς να προκύπτει η εμπλοκή του ενάγοντα σε αυτές. Επομένως, ανεξάρτητα από το ότι ο ενάγων παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου για την παραπάνω πράξη, χωρίς ουσιαστική κρίση, κρίνεται ότι η εν λόγω έγκληση έγινε προσχηματικά, εν γνώσει της αθωότητας του ενάγοντα, προκειμένου να καταγγείλει τη σύμβασή του χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, κατά τα προαναφερόμενα στην υπό στοιχ. (I) νομική σκέψη. Εξάλλου, όμοια έγκληση σε βάρος άλλων εργαζόμενων της επιχείρησης των οποίων επίσης καταγγέλθηκε η σύμβαση τέθηκε στο αρχείο με Διάταξη του Εισαγγελέα λόγω έλλειψης ενδείξεων ενοχής (βλ. τη με αριθμό Εγ99-14/147/38Δ/14 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών). Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η υποβληθείσα έγκληση έγινε για λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας στο πρόσωπο του ενάγοντα επειδή διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του και είναι εκ του λόγου αυτού καταχρηστική και συνακόλουθα άκυρη. Σημειώνεται ότι, με δεδομένη την κρίση του Δικαστηρίου περί ψευδούς μήνυσης, δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή της συζήτησης μέχρι τη έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της παραπάνω μήνυσης και συνεπώς το αίτημα της εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά ην καταγγελία των συμβάσεων του ενάγοντα και άλλων εργαζόμενων της επιχείρησης, στις 7-8-2013 συστήθηκε η δεύτερη εναγόμενη από τη ……………., θυγατέρα του Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και βασικού μετόχου της πρώτης εναγόμενης, η οποία διατέλεσε επί πολλά έτη Αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενης περί μικρής μόνο διάρκειας συμμετοχής της σε αυτό (βλ. τα από 5-12-1997 και 17-8-2012 προσκομιζόμενα ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη, η οποία άρχισε τη λειτουργεία της από 1-10-2013, έχει το ίδιο αντικείμενο δραστηριότητας με την πρώτη εναγόμενη, έχει την ίδια έδρα με αυτή, χρησιμοποιεί τον ίδιο μηχανολογικό εξοπλισμό και τα ίδια μέσα μεταφοράς, ακόμη και τα ίδια τηλέφωνα, απασχολεί στην πλειοψηφία τους πρώην εργαζόμενους της πρώτης, συνεχίζει δε τα έργα που είχε αναλάβει η τελευταία (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθμό ……/2014 απόφαση του Διοικητή του Γ.Ν. Πατρών). Η ίδια διαφημίζεται στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο ως διάδοχος της πρώτης εναγόμενης και ότι στηρίζεται στην πολυετή τεχνογνωσία της ………….., ότι απασχολεί ειδικευμένο προσωπικό που αποτελείται από μηχανικούς ΑΕΙ και TEI, διοικητικό προσωπικό, εξειδικευμένους τεχνίτες και εργάτες (βλ. προσκομιζόμενες ιστοσελίδες). Αντίθετα τα υποστηριζόμενα από τη δεύτερη εναγόμενη ότι μίσθωσε μέρος των εγκαταστάσεων της πρώτης, ότι απασχολεί μόνον δύο εργαζόμενους και ότι δεν χρησιμοποιεί ίδια μεταφορικά μέσα δεν αποδείχθηκαν. Το τελευταίο μάλιστα καταρρίπτεται από το από 1-3-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό χρησιδανείου, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη, όπου φαίνεται ότι η δεύτερη εναγόμενη χρησιδανείζει ένα φορτηγό ιδιοκτησίας της σε πρώην εργαζόμενο της ………….. Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι το γεγονός ότι τα έγγραφα που επιδίδονται και στις δύο εταιρείες τα παραλαμβάνει η ίδια υπάλληλος (βλ. τις …………. και …………/2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Λεράκη). Ταυτόχρονα δε η πρώτη εναγόμενη, η οποία με την από 27-12-2013 αίτησή της ζήτησε την υπαγωγή της στο άρθρο 99 του ΠτΚ, που απορρίφθηκε με τη με αριθμό 49/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως καταχρηστική, έπαυσε ουσιαστικά τη λειτουργία της, όπως ισχυρίζονται οι και ίδιες οι εναγόμενες, ενώ η δεύτερη εναγόμενη από τον πρώτο κιόλας χρόνο λειτουργίας της είχε κύκλο εργασιών 1.000.000 ευρώ, όπως κατέθεσε η νόμιμη εκπρόσωπός της στο ακροατήριο. Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης, κατά την έννοια του Π:Δ. 178/2002 και η δεύτερη εναγόμενη, ως διάδοχος της πρώτης υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Επομένως, η σύμβαση του ενάγοντα, η οποία εξακολουθούσε να υφίσταται κατά τον χρόνο της μεταβίβασης λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της, μεταβιβάσθηκε και αυτή στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της πρώτης, εις ολόκληρο με αυτή μέχρι τη μεταβίβαση και αποκλειστικά η ίδια για τον χρόνο που έπεται της μεταβίβασης. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο ενάγων δικαιούται μισθούς υπερημερίας από την κοινοποίηση της δήλωσης επίσχεσης εργασίας στις 10-12-2012 μέχρι τις 31-12-2014 (όπως ζητείται), δεδομένου ότι η υπερημερία της πρώτης εναγόμενης και στη συνέχεια της δεύτερης δεν ήρθε με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται τα εξής: Α. Για δεδουλευμένες αποδοχές: Δεκέμβριος 2011: 1000 ευρώ (40 ευρώ το ημερομίσθιο X 25) + Μάρτιος 2012: 1000 ευρώ + Απρίλιος 2012: 1000 – 376,89 που συνομολογεί ότι έλαβε = 623,11 ευρώ + Μάϊος 2012: 1000 ευρώ + Ιούνιος 2012: 1000 ευρώ + Ιούλιος 2012, 1000 ευρώ + Αύγουστος 2012: 1000 – 500 που έλαβε = 500 ευρώ + Οκτώβριος 2012, 480 ευρώ (3 ημέρες X 4 εβδ. X 40) + Νοέμβριος 2012: 480 ευρώ + Δεκέμβριος 2012: 160 ευρώ (4 ημερομ.) + αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012: 978,05 ευρώ [40 X 2 = 80 X 11,73 (223 ημέρες εργασίας : 19) = 938,94 + 39,11 (0,04166 αναλογία επιδόματος αδείας)] = 8.221,16. ευρώ. Β. Για μισθούς υπερημερίας από 10-12-2012 έως 31-12-2012: 22/30 X 1000 = 733,33 ευρώ, θα επιδικαστεί όμως το αιτούμενο 560 ευρώ. Από 1-1-2013 έως 31-12-2014: 1000 X 24 μήνες = 24.000 ευρώ. Για δώρα εορτών και επίδομα αδείας: Αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012: 96,48 [40 X 2 = 80 X 1,15 (22 ημέρες εργασίας : 19) = 92,63 + 3,85 (0,04166 αναλογία επιδόματος αδείας), θα επιδικαστεί όμως το αιτούμενο 43,75 ευρώ. ΔΠ 2013 1000 X 1/2 = 500 + 20,83 (500 X 0,04166) = 520,83 ευρώ. ΕΑ 2013 500 ευρώ. ΔΧ 2013: 1000 + 41,66 (1000 X 0,04166) = 1.041,66 ευρώ. ΔΠ 2014: 520,83 ευρώ. ΕΑ 2014 500 ευρώ. Δ.Χ. 2014 1041,66 ευρώ και συνολικά για μισθούς υπερημερίας δικαιούται 28.728,73 ευρώ. Πλην όμως ο ενάγων αφαιρεί το ποσό των 9.280,53 ευρώ που εισέπραξε από την εργασία του αλλού κατά τη διάρκεια της υπερημερίας των εναγόμενων και δη από Δεκέμβριο του 2013 έως Δεκέμβριο του 2014, χωρίς να προβληθεί από τις τελευταίες η σχετική ένσταση, και συνεπώς θα του επιδικαστούν μισθοί υπερημερίας συνολικού ποσού 19.448,2 ευρώ (28.728,73 – 9280,53), το οποίο οφείλει να του καταβάλει η δεύτερη εναγόμενη και από αυτό ποσό 10.624,58 ευρώ εις ολόκληρο με την πρώτη εναγόμενη, ήτοι μισθούς του χρονικού διαστήματος από 10-12-2012 έως 30-9-2013 [Δεκέμβριος 2012 560 + μισθοί από 1-1-2013 έως 30-9-2013 9.000 + ΑΔΧ 2012 43,75 + ΔΠ 2013 520,83 + ΕΑ 2013 500]. Περαιτέρω, η εναγόμενη ισχυρίζεται πρόβαλε παραδεκτά στο ακροατήριο την ένσταση εξόφλησης των εισφορών που αναλογούν στον ενάγοντα, πλην όμως η ένσταση αυτή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι έλαβε χώρα τέτοια καταβολή, αφού οι προσκομιζόμενες αποδείξεις αφορούν το σύνολο των εργαζόμενων της πρώτης εναγόμενης, χωρίς να προκύπτει ότι σε αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι εισφορές του ενάγοντα. Επίσης οι εναγόμενες πρόβαλαν την ένσταση συμψηφισμού των αξιώσεων του ενάγοντα με το επίδομα που επικαλείται ότι έλαβε αυτός από τον ΟΑΕΔ. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς σε περίπτωση καταβολής από τον ΟΑΕΔ επιδόματος ανεργίας ο εργοδότης δικαιούται κατά το στάδιο της εκτέλεσης να παρακρατήσει το ποσό που έλαβε ο εργαζόμενος και να το αποδώσει στον ΟΑΕΔ, αφορά δηλαδή ζήτημα της εκτέλεσης και όχι της διαγνωστικής δίκης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα η επίδικη καταγγελία (ανυπόστατη καταγγελία για συκοφαντική δυσφήμηση), προσβλήθηκε η προσωπικότητα και η επαγγελματική τιμή και υπόληψη του ενάγοντα και συνεπώς, δικαιούται αυτός ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο (ΑΚ 932) και ανάλογο με τον βαθμό της υπαιτιότητας των οργάνων των εναγόμενων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών. Με βάση τα παραπάνω πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα: Α. Η πρώτη εις ολόκληρο με τη δεύτερη: 1) για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 8.221,16 ευρώ, 2) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 10.624,58 ευρώ, 3) για ηθική βλάβη το ποσό των 2.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 20.845,74 ευρώ, Β. Η δεύτερη εναγόμενη: 1) για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 8.221,16 ευρώ, 2) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 19.448,2 ευρώ, 3) για ηθική βλάβη το ποσό των 2.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 29.669,36 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, όσον αφορά τους μισθούς από το τέλος κάθε μήνα, το δώρο Πάσχα από 30 Απριλίου κάθε έτους, το δώρο Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας από 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους και το ποσό της ηθικής βλάβης από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, απορριπτομένου του αιτήματος έναρξης της τοκογονίας από την επίδοση της από 21-12-2012 αγωγής του ενάγοντα, δεδομένου ότι το παραπάνω κονδύλι αφορά την καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντα και συνεπώς το σχετικό δικαίωμα δεν είχε γεννηθεί κατά την άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης αυτής να προξενηθεί σημαντική ζημία στον ενάγοντα, δεδομένου ότι μέρος της απαίτησης αφορά δεδουλευμένες αποδοχές. Επομένως, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή [άρθρ. 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 αρ, 4 ΚΠολΔ, μόνο όμως ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, ενώ ως προς την πρώτη πρέπει να απορριφθεί το αίτημα λόγω ισχύος της προσωρινής απαγόρευσης πράξεων εκτέλεσης σε βάρος της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντα σε βάρος των εναγόμενων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό ότι έπρεπε απορριφθεί.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 10-12-2012 επίσχεση της εργασίας από τον ενάγοντα είναι νόμιμη.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 14-5-2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα είναι άκυρη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγόμενη, το ποσό των είκοσι χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (20.845,74), με τον νόμιμο τόκο, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων εξακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (29.669,36) – από το οποίο ποσό 20.845,74 ευρώ εις ολόκληρο με την πρώτη εναγόμενη, σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω διάταξη, με τον νόμιμο τόκο, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την παραπάνω διάταξη προσωρινά εκτελεστή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντα σε βάρος των εναγόμενων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2016.
