Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Κριτήρια. Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Έτσι, απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πιο πάνω Π.Δ. και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες. Η ένδικη καταγγελία δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της διότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις ήτοι ο έγγραφος τύπος και η καταβολή της αποζημίωσης, με αποτέλεσμα η πρώτη εναγόμενη, μη αποδεχόμενη την προσφερθείσα εκ μέρους του ενάγοντα εργασία, να καταστεί υπερήμερη εργοδότρια. Κρίση ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης. Η έκδοση νέας άδειας λειτουργίας από τη δεύτερη εναγόμενη δεν αναιρεί την κρίση αυτή, καθότι είναι υποχρεωτική εκ του νόμου εφόσον έγινε αλλαγή του φορέα καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης. Η πραγματικότητα αυτή δεν μεταβάλλεται από το ότι ορισμένα από τα στοιχεία της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης δεν μεταβιβάσθηκαν στη δεύτερη, ενώ αδιάφορο είναι το γεγονός ότι η διάδοχος εταιρεία προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα και νέα στοιχεία ή προσέλαβε καινούργιο προσωπικό η τροποποίησε μερικώς την παροχή των υπηρεσιών της προς τους πελάτες της. Η δεύτερη εναγόμενη, ως νέα εργοδότρια υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από άκυρη απόλυση του ενάγοντα από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου, που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντα προς αυτήν ή κάποια άλλη ενέργεια. Απορρίπτει έφεση της εργοδότιδος.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός Απόφασης 6100/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
5° Τμήμα Εργατικών Διαφορών
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Καλλιόπη Βενιού , Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, και από το Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο .
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Μαίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – εναγομένης : …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής , οδός …… …… αριθμ. … την οποία εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔικ. η πληρεξούσια δικηγόρος της Αικατερίνη Μαϊχόσογλου.
Του εφεσίβλητου – ενάγοντα : …… …… του …… ,κατοίκου ……, οδός …… αριθμ. … τον οποίο εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔικ. ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος .
Στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε η από 11-7-2014 αγωγή του εφεσίβλητου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/…/2014 κατά της εκκαλούσας επί της οποίας εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων η 715/2016 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής, η εναγόμενη άσκησε την από 22-7-2016 (αρ.εκθ.κατ. στο εκδόν δικαστήριο …/2016 και στο δικαστήριο τούτο …/2016) έφεσή της, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή . Η έφεση προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 6-3-3018 και εν συνεχεία μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά παρέδωσαν εμπρόθεσμα, στις 7-5-2018 στον αρμόδιο Γραμματέα της έδρας, τις από 7-5-2018 δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔικ και προκατέθεσαν τις έγγραφες προτάσεις τους .
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 22-7-2016 έφεση (αρ.εκθ.κατ. στο εκδόν δικαστήριο …/2016 και στο δικαστήριο τούτο …/2016) της πρωτοδίκως ηττηθείσας δεύτερης εναγομένης κατά της 715/2015/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της εκκαλουμένης στις 22-3-2016, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοσή της, ούτε προκύπτει τέτοια από τη δικογραφία (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ.1,516 παρ.1, 517, 518 παρ.2 ΚΠολΔικ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν.4335/2015, εν όψει του χρόνου άσκησης της έφεσης) ενώ κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 22-7-2016. Πρέπει, επομένως η έφεση αφού γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔικ) να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία, (άρθρ. 533 παρ.1 ΚΠολΔικ, 591 παρ.7 του ίδιου κώδικα, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν.4335/2015) .
Στην υπο κρίση αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη, η οποία διατηρούσε επιχείρηση εστιατορίου – ψαροταβέρνας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως σερβιτόρος , οτι η πρώτη εναγόμενη δεν του κατέβαλε τις συμφωνηθείσες δεδουλευμένες αποδοχές του, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας κατά τα αντίστοιχα αιτούμενα αγωγικά διαστήματα παρά τις συνεχείς οχλήσεις του , ότι την 24-1-2014 η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας πλην όμως η καταγγελία δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματα της διότι δεν ήταν έγγραφη και δεν καταβλήθηκε σε αυτόν η νόμιμη αποζημίωση , ότι εν συνεχεία η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε την επιχείρηση της στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία αφού άλλαξε την επωνυμία της , συνέχισε τη λειτουργία της έχουσα το ίδιο αντικείμενο, εξοπλισμό και πελατεία, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητα της εν λόγω επιχείρησης απασχολώντας μέρος του εργατικού της δυναμικού της πρώτης εναγόμενης, μη αποδεχόμενη όμως την προσφερθείσα εργασία του ενάγοντα , κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Ζητεί δε, κατόπιν παραδεκτής εν μέρει μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και περιέχεται στις προτάσεις του (άρθρα 223, 294, 295, 297 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας του, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ένεκα της διαδοχής της ως εργοδότη στην θέση της αρχικής εργοδότριάς του, ήτοι της πρώτης εναγομένης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των 10.017,56 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος Ιούνιος του 2013 έως και τον Ιανουάριο του 2014 καθώς και το ποσό των 9.819,62 ευρώ για αποδοχές και επίδομα αδείας ετών 2009 – 2013, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προγενέστερης με αριθ. …/…/2014 αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 18.101,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος 24.1.2014 έως 23.1.2015 και να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη, εις ολόκληρον με την δεύτερη, οφείλει να του καταβάλει για την ίδια αιτία εκ του ανωτέρω κονδυλίου μισθών υπερημερίας το ποσό των 153,33 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 24.1.2014 έως 27.1.2014 , νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της άνω προγενέστερης αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής, άλλως και επικουρικώς, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του έχει λυθεί, α) να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 4.472,13 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, το ποσό των 1.277,75 ευρώ ως αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του έτους 2014 και το ποσό των 638,88 ευρώ ως επίδομα αδείας του ίδιου έτους, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της ως άνω προγενέστερης αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής και β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, επ’ απειλή χρηματικής ποινής, να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των 10.189,35 ευρώ για επιδόματα εορτών κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της άνω προγενέστερης αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ ημερησίως , σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική του δαπάνη.
Επι της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η εκκαλουμένη η οποία, απέρριψε 1) το αίτημα του ενάγοντα να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη απασχόλησης, ως αόριστο διότι δεν επικαλούνταν στην αγωγή ότι από τη μη πραγματική απασχόληση του επήλθε προσβολή της προσωπικότητας του ούτε εξάλλου ανέφερε συγκεκριμένους λόγους και περιστάσεις που στοιχειοθετούσαν την προβολή αυτή , 2) την αγωγή ως προς την περί αδικαιολογήτου πλουτισμού νομική βάση της ως μη νόμιμη λόγω της επιβοηθητικής φύσης της , εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και 1) αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της πρώτης εναγομένης,2) αναγνώρισε ότι η δεύτερη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων εκατόν ενός ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (18 101,98 ευρώ), από το οποίο η πρώτη εναγομένη υποχρεούταν να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγομένη, το ποσό των εκατόν πενήντα τριών ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (153,33 ευρώ),νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό , 3) αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των δέκα χιλιάδων εκατόν ογδόντα εννέα ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (10.189,35 ευρώ), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό 4)υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη,το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων οκτακόσιων τριάντα επτά ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (19.837,18 ευρώ), νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό. Κήρυξε την απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη κατά το ποσό των δέκα χιλιάδων δεκαεπτά ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (10.017,56 ευρώ) και επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος εις βάρος των εναγομένων, το ύψος του οποίου ορίστηκε στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η δεύτερη εναγόμενη- η οποία τυγχάνει απλή ομόδικος της πρώτης εναγόμενης – με την ένδικη έφεση της για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος”. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. της …18.7.1920 αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις , που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτή μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας, “τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο, μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, το διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας”. Η προαναφερθείσα Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50 Οδηγία. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 “Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την ως άνω Οδηγία 98/50/Ε.Κ. του Συμβουλίου”, κατά το άρθρο 4 του οποίου, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθεαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2).
Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή [βλ. Ολ.Α.Π. 5/1994 ΕλλΔνη 35 (1994), 1252, Α.Π. 259/2006 ΕλλΔνη 48 (2007), 1405, Α.Π. 564/2005 ΕλΔ 48 (2007), 469, Α.Π. 1723/1995 ΕΕργΔ 1997]. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ως “μεταβιβάζων” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως “διάδοχος” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλΔ 35.1252, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 259/2006 ΕλΔ 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλΔ 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλΔ 35.1311). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994 οπ, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 389/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1002/2004 ΕλΔ 2005.445). Ως εκ τούτων, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (βλ. ΑΠ 14/2012 ΝοΒ 2012.2005). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 390/2008 ΔΕΝ 64.1517 1850/2006, ΧρΙΔ 2007.258). Ακόμη, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 (ΑΠ 525/2013 ΔΕΕ 2013.1200, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 318/2010 Νόμος). Επίσης, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Π.Δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασής ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργάνωσης που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1).Η εν λόγω διάταξη καθιερώνει έναν αυτοτελή λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, ο οποίος ισχύει παράλληλα με άλλους λόγους ακυρότητας, η δε απαγόρευση που θεσμοθετεί αφορά τόσο τον μεταβιβάζοντα, όσο και τον διάδοχο. Έτσι, απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πιο πάνω Π.Δ. και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες ((ΑΠ 1148/2017 ,14/2012, ΑΠ 1319/2013).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την υπ’ αριθμ. …/23.1.2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθμ. ….5.8.2014 και …..5.8.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη που αφορούν στην επίδοση της αγωγής στην οποία αναγράφεται και η γνωστοποίηση μαρτύρων για την ένορκη βεβαίωση ) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Η πρώτη των εναγομένων επί σειρά ετών διατηρούσε ένα κατάστημα – ψαροταβέρνα στη ….. Αττικής επι της οδού ….. αριθμ. … με την επωνυμία «…..». Ο ενάγων προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη στις 17.6.2009 με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως σερβιτόρος στο εν λόγω κατάστημα , με το νόμιμο ωράριο εργασίας και με τις νόμιμες οριζόμενες αποδοχές. Εκτοτε ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην πρώτη εναγομένη σύμφωνα τις εντολές και υποδείξεις της έναντι μεικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.511,69 ευρώ το χρονικό διάστημα 2009 έως την 31.3.2012 και 1.277,75 ευρώ από 1.4.2012 . Αν και η πρώτη εναγομένη απασχολούσε τον ενάγοντα πλέον του νομίμου ωραρίου του, με επακόλουθο εν τέλει αυτός να εργάζεται προς έξι (6) ημέρες την εβδομάδα και προς δέκα (10) ώρες ημερησίως, εντούτοις δεν του κατέβαλε τις αναλογούσες αποδοχές του. Επιπροσθέτως από το έτος 2010 και μετά η πρώτη εναγομένη καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών του, , ενώ δεν του χορήγησε τις αποδοχές και επίδομα αδείας για τα έτη 2009 έως και 2014, παρά τις οχλήσεις του. Λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η πρώτη εναγομένη στις 24.1.2014 κατήγγειλε δια του συνδιαχειριστή της ….. ….., την ένδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα αλλά και άλλων εργαζομένων όπως του μάρτυρα απόδειξης . Η καταγγελία αυτή όμως δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματα της διότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις ήτοι ο έγγραφος τύπος και η καταβολή της αποζημίωσης με αποτέλεσμα η πρώτη εναγόμενη , μη αποδεχόμενη την προσφερθείσα εκ μέρους του ενάγοντα εργασία , να καταστεί υπερήμερη εργοδότρια . Περαιτέρω την ίδια ως άνω ημερομηνία ήτοι στις 24-1-2014 η πρώτη εναγόμενη σταμάτησε την λειτουργία της επιχείρησης της ενώ μετά από τρεις ημέρες , την Δευτέρα 27 Ιανουάριου 2014 , ξεκίνησαν σε αυτήν τρίμηνες εργασίες ανακαίνισης με διάρκεια περίπου έως τα τέλη Απριλίου 2014. Ειδικότερα και όσον αφορά την ανακαίνιση της ταβέρνας από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι η δεύτερη εναγομένη διατήρησε και χρησιμοποίησε για τις ανάγκες λειτουργίας της , τον εξοπλισμό που είχε στην κουζίνα της η πρώτη εναγομένη και ειδικότερα φούρνους , κουζίνες, ψυγεία , πλυντήρια , τρόλεϊ μεταφοράς σκεύη , καθώς και τα τραπεζοκαθίσματα , στα οποία απλά άλλαξε τον χρωματισμό, ως προκύπτει από τη συγκριτική επισκόπηση των φωτογραφιών της ταβέρνας πριν και μετά την ανάληψη λειτουργίας της από την πρώτη εναγόμενη αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης . Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από τις ελάχιστες αλλαγές χαμηλού κόστους που πράγματι έκανε η δεύτερη εναγομένη με την εκτέλεση επιμέρους εργασιών που αφορούσαν κυρίως στην διαφοροποίηση της διακόσμησης του καταστήματος , τοποθετώντας σε αυτό τζαμαρίες γυψοσανίδες φωτιστικά νέο πάτωμα και προβαίνοντας σε αλλαγή χρωματισμού στους τοίχους ( βλ. προσκομιζόμενα τιμολόγια και βιβλίο παγίων της δεύτερης εναγομένης ) . Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ανακαίνιση ήταν εκτεταμένη πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 7 της σύμβασης μίσθωσης του καταστήματος σύμφωνα με το οποίο οι σημαντικές τροποποιήσεις στο μίσθιο απαιτούν ειδική έγγραφη άδεια των εκμισθωτών η οποία δεν προσκομίστηκε. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι λόγω πλειστηριασμού της επιχείρησης – καφετερίας – εστιατορίου των αδελφών της στη ….., έλαβε από αυτούς εξοπλισμό για τις ανάγκες του καταστήματος της ,- όπως τραπεζοκαθίσματα , σερβίτσια και κρύσταλλα . Η ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού δεν προέκυψε καθόσον μόνη η προσκομιζόμενη εκ μέρους της έκθεση πλειστηριασμού δεν αποδεικνύει αυτοδίκαια τη μεταβίβαση των ως άνω κινητών αντικειμένων προς αυτήν . Πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας της παρά το ότι κατέθεσε γενικόλογα ότι η εναγομένη έλαβε από το κατάστημα της ….. εξοπλισμό εντούτοις δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει και να εξειδικεύσει αυτόν . Τέλος σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής , η εναγομένη δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει τη λειτουργία του εστιατορίου της χωρίς να προμηθευτεί μεταξύ άλλων , φούρνους κουζίνες ψυγεία και έτερα αντικείμενα , για την αγορά των οποίων αφενός δεν προσκομίζει τιμολόγιο αγοράς αφετέρου δεν αυτά δεν περιλαμβάνονται στο μητρώο παγίων που προσκόμισε . Συνεπώς η εκκαλουμένη η οποία έκρινε ότι η εναγομένη διατήρησε τα κύρια στοιχεία του εξοπλισμού της πρώτης εναγομένης και έκανε χρήση αυτών για τη λειτουργία του καταστήματος της , καθώς και ότι οι οποίες αλλαγές επέφερε σε αυτό αφορούσαν κατά κύριο λόγο τη διακόσμηση του καταστήματος και ήταν επουσιώδεις δεν έσφαλε , ούτε εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις , ως ισχυρίζεται η εναγόμενη με τον πρώτο λόγο έφεσης της , ο οποίος κρίνεται απορριπτέος . Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγόμενη εκμεταλλεύθηκε πλήρως την πελατεία της πρώτης εναγομένης η οποία , λόγω της πολυετούς παρουσίας της στο χώρο ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη , έχοντας κατ’αυτόν τον τρόπο εξασφαλισμένη την επαγγελματική της συνεχεία . Αυτό διότι αμφότερες οι εναγόμενες δραστηριοποιούνται στον ίδιο εξειδικευμένο τομέα εστίασης – ψαροταβέρνες πολυτελείας , ενώ χρησιμοποίησαν για τη λειτουργία τους το ίδιο ακριβώς κατάστημα . Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη διατήρησε τους ίδιους προμηθευτές ενώ ένας εκ των εργαζομένων της πρώτης απασχολήθηκε σε αυτή ( βλ. τα πρακτικά της εκκαλουμένης καθώς και το από 12-5-2014 προσκομιζόμενο άρθρο με τον τίτλο « Πως η ….. έγινε ….. στο οποίο αναφέρεται ότι παρά την αλλαγή του ονόματος και της διακόσμησης του εστιατορίου , αυτό συνέχισε τη λειτουργία του όπως πριν την ανακαίνιση δηλαδή ως ψαροταβέρνα πολυτελείας ) . Εξάλλου η έκδοση νέας άδειας λειτουργίας από τη δεύτερη εναγόμενη , δεν αντικρούει τα ανωτέρω , καθότι είναι υποχρεωτική εκ του νόμου εφόσον έγινε αλλαγή του φορέα καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης της οπότε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης περιλαμβανόμενοι στον δεύτερο λόγο έφεσης της κρίνονται απορριπτέοι . Το γεγονός εξάλλου ότι η πρώτη εναγόμενη , αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα , δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου , ως αβασίμως ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο έφεσης της η εναγομένη , οτι η πρώτη εναγομένη , είχε χάσει την καλή φήμη και πελατεία της , είχε αποκτήσει κακή φήμη στην αγορά με την οποία ουδείς επιχειρηματίας δεν ήθελε να συνδέσει το όνομα του . Αυτό διότι η ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεδομένου ότι οι μάρτυρες δεν κατέθεσαν σχετικά ενώ μόνη η επιχειρηματική επιλογή της δεύτερης εναγομένης , κατά το χρόνο που έγινε , αντικρούει τον ισχυρισμό της αυτό . Συνεπώς από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που προεκτέθηκαν προκύπτει άμεσα ότι μεταξύ των εναγομένων υφίσταται ταυτότητα του είδους της επιχείρησης και πλήρης ταύτιση των ασκούμενων δραστηριοτήτων τους, ότι έχει λάβει χώρα από την πρώτη εναγόμενη προς τη δεύτερη μεταβίβαση ενσωμάτων κινητών στοιχείων καθώς και άυλων στοιχείων και πελατείας . Η πραγματικότητα αυτή δεν μεταβάλλεται από το ότι ορισμένα από τα στοιχεία της επιχειρήσεώς της πρώτης δεν μεταβιβάσθηκαν ενδεχομένως στη δεύτερη , ενώ αδιάφορο είναι το γεγονός ότι η διάδοχος εταιρεία προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα και νέα στοιχεία ή προσέλαβε καινούργιο προσωπικό η τροποποίησε μερικώς την παροχή των υπηρεσιών της προς τους πελάτες της (βλ. και Βλαστό, ΕΕργΔ 1999,980), ούτε επηρεάζεται από τα ενδεχόμενα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η πρώτη εναγομένη . Συνεπώς αποδεικνύεται ότι τα στοιχεία της επιχειρήσεώς της πρώτης εναγομένης που μεταβιβάσθηκαν τελικώς στη δεύτερη , συγκροτούν οργανική ενότητα που προσδιορίζει την ταυτότητα και τη συνέχιση της επιχειρήσεώς της και υπό το νέο φορέα της. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά καταδεικνύουν ότι εν προκειμένω υφίσταται άτυπη μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στη δεύτερη και αποδεικνύουν τη βούληση της δεύτερης εναγομένης να συνεχίσει την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης , και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει με τον τέταρτο λόγο έφεσης της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε όμοια δεν έσφαλε, όσον αφορά την εκτίμηση του προσαγόμενου ενώπιον του αποδεικτικού υλικού και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει με το δεύτερο και τέταρτο λόγο έφεσης της η εναγομένη κρίνονται απορριπτέα .
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 648, 656, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955 και 1 και 3 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι ο εργοδότης που καταγγέλλει ακύρως την σύμβαση εργασίας περιέρχεται σε υπερημερία , ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και πρέπει να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Ο εργοδότης μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 339/2009, ΑΠ 624/2008 όλες δημ/νες σε Νόμος).Με τον τρίτο λόγο έφεσης της η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη κρίνοντας ότι δεν αποδέχθηκε την προσφερόμενη εργασία του ενάγοντα , ενώ δεν προέκυψε από τα προσαγόμενα αποδεικτικά ότι ο ενάγων προσέφερε σε αυτήν την εργασία του ή τις γνωστοποίησε τις απαιτήσεις του . Ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω διότι η δεύτερη εναγόμενη ως νέα εργοδότρια υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις, α] από τυχόν άκυρη απόλυση του ενάγοντα από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου, που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντα προς αυτήν , ως εσφαλμένα ισχυρίζεται ή κάποια άλλη ενέργεια (ΑΠ 1378/2002 Νόμος) Β) προς καταβολή των αποδοχών υπερημερίας στον ενάγοντα – εργαζόμενου του οποίου κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή σύμβαση και αρνήθηκε ν’ αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες η πρώτη εναγομένη , δηλαδή πριν από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση της επιχείρησης, αφού το προσωπικό της, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως ενάγων από τον παλαιόν εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα, που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1697/1998 Νόμος).
Συνεπώς σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν με ορθή κατά βάση ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε η εκκαλούμενη απόφαση με συνοπτικές αιτιολογίες, οι οποίες παραδεκτά συμπληρώνονται και διορθώνονται με τις αιτιολογίες της προκειμένης αποφάσεως (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ότι η άκυρη κατά τ’ ανωτέρω απόλυση του ενάγοντα και η άρνηση έκτοτε της πρώτης εναγομένης να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, την κατέστησε υπερήμερη εργοδότρια και η υπερημερία αυτή συνεχίσθηκε και στο πρόσωπο της εκκαλούσας δεύτερης εναγομένης η οποία μετά τη μεταβίβαση σ’ αυτή της επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης νομιμοποιείται παθητικά όσον αφορά την αξίωση του εφεσίβλητου γι’ αυτό και οφείλει σ’ αυτόν τα όσα επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ως προς τα οποία, δηλαδή ως προς το μαθηματικό υπολογισμό των ποσών αυτών, δεν διατυπώνεται κάποιο παράπονο με την κρινόμενη έφεση .Συνεπώς πρέπει μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της . Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιδικαστούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την έφεση
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την από 22-7-2016 (αρ.εκθ.κατ. στο εκδόν δικαστήριο …/2016 και στο δικαστήριο τούτο …/2016) έφεσή.
Επιβάλει σε βάρος της εκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων ( 400) ευρώ .
Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στο ακροατήριο του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 7-12-2018.
