Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Έννοια και κριτήρια. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητά της. Η κρίση για την διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Το χρονικό διάστημα των τριών μηνών δεν συνιστά μακρά διακοπή, απορριπτομένου του ισχυρισμού της δεύτερης εναγόμενης. Το γεγονός ότι η νέα επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης είχε άδεια ιδρύσεως ως εν γένει εστιατορίου δεν είναι κρίσιμο για την ύπαρξη ή μη «μεταβίβασης επιχείρησης» υπό την έννοια του π.δ/τος 178/2002, διότι τυγχάνει προεχόντως σημαντικός ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση. Οποιαδήποτε πρόσθετη παρεχόμενη υπηρεσία από την επιχείρηση της δεύτερης εναγόμενης, συναφής ή μη με την κύρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της ύπαρξης «μεταβίβασης επιχείρησης», αλλά εντάσσεται μόνο στην γενικότερη επιχειρηματική πολιτική της. Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Συνέχιση υπερημερίας στο πρόσωπο του διάδοχου εργοδότη. Ορθά επιδικάστηκαν τα αιτούμενα κονδύλια σε βάρος της νέας εργοδότιδος. Απορρίπτεται η έφεση της εργοδότιδος.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

Αριθμός αποφάσεως 5047/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

τμήμα 5ο – εργατικών

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Δομνίκη Λασπά, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και τον Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο .

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Μαίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: ………., κατοίκου ……….Αττικής, οδός ………. αρ. …, με ΑΦΜ ………., την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της, Αικατερίνη Μαϊχόσογλου, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του εφεσίβλητου: ………., κατοίκου ……….Αττικής, οδός ……….αρ. …, με ΑΦΜ ………., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Δημήτριος Βλαχόπουλος, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο ήδη εφεσίβλητος, άσκησε την από 11-7-2014 (αριθ. εκθ. κατ. ………./………./15-7-2014) αγωγή του, την οποία απηύθυνε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της [εδώ μη διαδίκου] εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……….» ( πρώτης εναγόμενης) και της εκκαλούσας (δεύτερης εναγόμενης), επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης εναγόμενης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν.4335/2015), η με αριθμό 2640/2015 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα ( δεύτερη εναγόμενη) με την από 22-7-2016 (αριθμ. καταθ. ………./………./22-7-2016) έφεση η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 6ης-3-2018 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Κατά την εκφώνηση των υποθέσεων, στη σειρά τους, από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά παρέδωσαν στον αρμόδιο Γραμματέα της έδρας στις 7-5-2018, τις από 7-5-2018 και 7-5-2018 μονομερείς δηλώσεις τους, του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η υπό κρίση από 22-7-2016 (αριθμ. καταθ. ………./………./22-7-2016) έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας δεύτερης εναγόμενης κατά της 2640/2015 οριστικής απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των εδώ ενδιαφερόμενων διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την ισχύ του ν. 4335/2015), αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 513, 516-518 παρ. 2, 520 του ΚΠολΔ ως ισχύουν μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο και ένατο του Ν 4.335/2015, δεδομένου ότι η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1-1-2016, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522, 533 παρ, 1 σε συνδ. με άρθρο 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

II. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, στην ένδικη αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών κατά της πρώτης εναγόμενης (η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και της δεύτερης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, εξέθετε ότι προσλήφθηκε στις 27-12-1999 από την πρώτη εναγόμενη, η οποία διατηρούσε επιχείρηση εστιατορίου ψαροταβέρνας, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκε σ’ αυτήν με την ειδικότητα του σερβιτόρου μέχρι την 24-1-2014, οπότε η τελευταία κατήγγειλε την άνω σύμβασή του, χωρίς όμως να του καταβάλει την αποζημίωση απολύσεως καθώς και τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του, χρονικού διαστήματος Ιουνίου 2013 έως Ιανουαρίου 2014, τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας των αναφερομένων ετών συνολικού ύψους 31.892,10 ευρώ. Ότι την πρώτη εναγόμενη διαδέχθηκε, κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2002, η δεύτερη εναγόμενη, αναλαμβάνοντας και συνεχίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ’ αυτή (αγωγή). Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του π.δ. 178/2002. Ότι εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας, για τους πιο πάνω λόγους, η πρώτη εναγόμενη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας, η υπερημερία δε αυτή συνεχίζεται στο πρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης λόγω της μεταβίβαση της επιχείρησης, με αποτέλεσμα να του οφείλουν αποδοχές (μισθούς) υπερημερίας, η μεν δεύτερη για το χρονικό διάστημα από 24-1-2014 έως 23-1-2015, η δε πρώτη από 24-1- 2014 έως 27-1-2014 ( χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης). Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού της αγωγής εκ του κονδυλίου των μισθών υπερημερίας, με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου, ζήτησε : Α) Να αναγνωρισθεί α) η ακυρότητα της από 24-1-2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης, β) ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου Β) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του, επικουρικώς δε, σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, α) να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, τα ποσά των 10.017,56 ευρώ ως οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, 11.238,66 ευρώ ως επιδόματα εορτών, 10.635,88 ευρώ ως αποδοχές και επιδόματα αδείας, ήτοι συνολικά 31.892,10 ευρώ β) η μεν δεύτερη να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 24-1-2014 έως 23-1-2015 το ποσό των ποσό των 14.831,96 ευρώ, η δε πρώτη εναγόμενη, εις ολόκληρον με τη δεύτερη, μέρος του ποσού αυτού ύψους 153,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 24-1-2014 έως 27-1-2014, και όλα τα ποσά νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις, Γ) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης της προς το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης, Δ) επικουρικώς, σε περίπτωση δηλαδή που κριθεί έγκυρη η άνω καταγγελία, α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό ως αποζημίωση απόλυσης νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις και β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του, με την απειλή σε βάρος χρηματικής ποινής 5.900 ευρώ για την περίπτωση άρνησης συμμόρφωσής της. Τέλος ζήτησε να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2640/2015 οριστική απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κυρία βάση της, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 24-1-2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την πρώτη εναγόμενη και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει σ’ αυτόν το ποσό των 14.831,96 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας και την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγόμενη και από το παραπάνω ποσό των 14.831,96 ευρώ, το ποσό των 153,33 ευρώ, ενώ υποχρέωσε αμφότερες τις εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, συνολικά το ποσό των 31.892,10 ευρώ ως οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις, κήρυξε δε, την απόφαση ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 10.000,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η δεύτερη εναγόμενη-εκκαλούσα με την ένδικη έφεση, για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως προς αυτήν.

III. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18.7.1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν 3514/1928, ενώ όμοιο κανόνα περιέχει το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/1988 (με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς τη οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΑΠ Ολ 5/1994). Ήδη ισχύει το ΠΔ 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ.2).Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή [βλ. ΑΠ Ολ 5/1994 ΕλλΔνη 35,1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48,1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48,469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997,747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35,1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992,136, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992,125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990,722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993,456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35 (1994),1038, ΕφΑΘ 551/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 9346/1988 ΕΕργΔ 1989,403, ΕφΘεσ 420/1989 ΕΕργΔ 1989,518]. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει (ΑΠ 330/2015, ΑΠ 525/2013, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 1082/2010, ΑΠ 1468/2007, όλες δημ/νες σε Νόμος). Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Διατήρηση της ταυτότητας της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκατάστασης, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.). Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται ωστόσο, εκτός από τη διακοπή πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007,258, βλ. και Γνωμοδότηση Δημ. Ζερδελή σε ΔΕΝ 2009,1169, με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία). Υπό την ισχύ του ΠΔ 178/2002 (όπως και του προγενέστερου ΠΔ 572/1988, άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών» (ΑΠ 259/2006 ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση (για το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, του ΠΔ 572/1988, βλ. Δημ. Ζερδελή, Μεταβίβαση επιχειρήσεως και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, ΔΕΕ 1996,238 επ., Αλ. Καρακατσάνη/Στ, Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 1995, σελ. 180, ΕφΑΘ 3156/2002 ΔΕΕ 2003,88, ΕφΑΘ 5341/1999 ΕΕργΔ 59,271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002,884). Ειδικότερα ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις, α] από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου, που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια (ΑΠ 1378/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και β] προς καταβολή των αποδοχών υπερημερίας στον εργαζόμενο, του οποίου κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή σύμβαση και αρνήθηκε ν’ αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες ο παλαιός εργοδότης, δηλαδή πριν από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση της επιχείρησης, αφού το προσωπικό της, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιόν εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα, που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1697/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 648, 656, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955 και 1 και 3 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι ο εργοδότης που καταγγέλλει ακύρως την σύμβαση εργασίας περιέρχεται σε υπερημερία, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και πρέπει να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Ο εργοδότης μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση, ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 339/2009, ΑΠ 624/2008 όλες δημ/νες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

IV.Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού, από τη με αριθμό ………./23-1-2015 ένορκη βεβαίωση ενός μάρτυρα του ενόγοντος (ήτοι, του ……….) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επαναπροσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο ενάγων-εφεσίβλητος και λήφθηκε, νόμιμα, με επιμέλεια αυτού (ενάγοντος), κατόπιν εμπρόθεσμης και νομότυπης κλητεύσεως των αντιδίκων του (βλ. τις υπ’ αριθ. ………. και ………./5-8-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη που αφορά στις επιδόσεις της υπό κρίση αγωγής, στην οποία αναγράφεται και η γνωστοποίηση μαρτύρων για την ένορκη βεβαίωση την 23-1-2015 στον άνω τόπο), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία με νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προσκομίζουν οι διάδικοι της έκκλητης δίκης (βλ. ΟλΑΠ 23/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), είτε για να ληφθούν υπ’ όψιν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, καθώς και όσα έγγραφα προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, διότι δεν κρίνεται ότι προσκομίστηκαν στη δίκη αυτή το πρώτον από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (529 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, αναφορικά με τα κεφάλαια της εκκαλούμενης απόφασης που μεταβιβάζονται στο παρόν δικαστήριο ως προσβαλλόμενα με την ένδικη έφεση (άρθρο 522 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία «……….» (πρώτη εναγόμενη-η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη) συστάθηκε με το με αριθμό ………./20-7-1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Κανακίδου, [ΦΕΚ 6358/3-8-1999], μεταξύ των ………., (αδελφού της δεύτερης εναγόμενης), ………., ………. και ………., (με ποσοστό 40% ο πρώτος και 20% ο καθένας από τους λοιπούς) με έδρα την πόλη του Δήμου ……….Αττικής και ειδικότερα το επί της οδού ……….αρ. … (……….) μίσθιο κατάστημα και με σκοπό την ίδρυση και εκμετάλλευση, με στόχο το κέρδος, καταστημάτων αναψυχής και ειδικότερα ταβερνών ως και κάθε είδους συναφούς καταστήματος και επιχείρησης ήτοι ενδεικτικά εστιατορίων, ουζερί κλπ. Προς το σκοπό δε αυτό από της ιδρύσεώς της έθεσε σε λειτουργία το ως άνω μίσθιο κατάστημα ως εστιατόριο-ψαροταβέρνα με την επωνυμία «……….». Με τη με αριθμό ………./27-12-2006 πράξη μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων και τροποποίησης καταστατικού της συμβολαιογράφου Πειραιά Αικατερίνης Βαλμά, την διαχείριση της, ως άνω, εταιρείας, την οποία αρχικά είχαν οι τρεις πρώτοι των ιδρυτών-εταίρων, ανέλαβε από 27-12-2006 μόνον ο ………., ενώ συγχρόνως δύο εκ των εταίρων, ο ……….και ο ………. μεταβίβασαν σ’ αυτόν τα εταιρικά τους μερίδια και έκτοτε εταίροι της εταιρίας ήταν πλέον ο ………. και ο ……….. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ………., προσλήφθηκε την 27-12-1999 από την παραπάνω εταιρεία, με άτυπη έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως σερβιτόρος στο ως άνω κατάστημά της – ψαροταβέρνα, με το νόμιμο ωράριο εργασίας και με τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο ενάγων προσέφερε έκτοτε ανελλιπώς την υπό την συμφωνηθείσα ιδιότητα εργασία του στην ως άνω ψαροταβέρνα της εργοδότριάς του, μέχρι την 24-1-2014, οπότε η τελευταία, δια του τότε διαχειριστή της, ………., κατάγγειλε την άνω σύμβασή του, χωρίς όμως τις νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι χωρίς έγγραφο τύπο και χωρίς να του καταβάλει την αποζημίωση απολύσεως, έπαυσε δε έκτοτε να αποδέχεται την παροχή της εργασίας του ενάγοντος, ενώ δεν του κατέβαλε και τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος Ιουνίου 2013 έως Ιανουαρίου 2014, τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας των ετών 2009 έως 2013 και αναλογία επιδόματος δώρου Πάσχα 2014, συνολικού ποσού 31.892,10 ευρώ. Το ίδιο δε έπραξε και με τρεις ακόμη συναδέλφους του ενάγοντος, τους οποίους απέλυσε χωρίς αποζημίωση την ίδια ημέρα. Αυτή δε την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης (24-1-2014) η εργοδότρια εταιρεία έκλεισε το ως άνω εστιατόριο- ψαροταβέρνα, το οποίο διατηρούσε μέχρι τότε, με φήμη και πελατεία, στο επί της οδού ………. αρ. … ως άνω μίσθιο κατάστημα. Πλην όμως μόλις τρεις ημέρες αργότερα και δη τη Δευτέρα 27-1-2014 ξεκίνησαν εργασίες ανακαινίσεώς του, οι οποίες διήρκεσαν τρεις μήνες περίπου έως τα τέλη Απριλίου 2014. Το κατάστημα αυτό της επιχείρησης της εργοδότριας εταιρείας, που στις 31-1-2014 εκμισθώθηκε από τους ιδιοκτήτες του στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, ………., αδελφή του ως άνω κατά τα έτη 1999-2006 βασικού μετόχου και συνδιαχειριστή της εταιρείας, ………., αυτή (δεύτερη εναγόμενη) στις 27-1-2014 το παρέλαβε προς χρήση μαζί με τα μηχανήματα και γενικά όλο τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό της επιχείρησης της εργοδότριας εταιρείας, (φούρνους, κουζίνες, σχάρες, ψυγεία, πλυντήρια, έπιπλα, σκεύη κλπ) τα οποία βρίσκονταν στο ως άνω μίσθιο κατάστημα που στεγαζόταν μέχρι τότε η επιχείρηση της τελευταίας. Εν συνεχεία αφού προέβη στην κατά τα άνω ανακαίνιση του χώρου του μισθίου καταστήματος, υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ………. στις 16-4-2014 δήλωση έναρξης εργασιών ατομικής επιχείρησης με τίτλο «……….» και έθεσε σε επαναλειτουργία το κατάστημα, στο οποίο λειτουργούσε η εργοδότρια εταιρεία, με δική της επωνυμία, δηλαδή άρχισε να ασκεί σ’ αυτό την ίδια δραστηριότητα που ασκούσε εκείνη, ήτοι αποκλειστικά (όπως αναφέρεται και στο συμφωνητικό μίσθωσης) ως εστιατόριο – ψαροταβέρνα με την επωνυμία «……….», με τον ίδιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό, κάνοντας χρήση των παγίων του χώρου, των μηχανημάτων και του εξοπλισμού της επιχειρήσεως της εταιρείας, με τα οποία αυτή λειτουργούσε στο εγγύς παρελθόν, λειτούργησε δε-πλην του νέου προσωπικού που προσέλαβε- και με μέρος του εργατικού προσωπικού της εταιρείας, αφού προσέλαβε ατύπως ως εργαζόμενό της τον λαντζέρη της άνω εταιρείας, ήτοι τον ………., ενώ παράλληλα η ίδια απέκτησε, εκτός από τις πάγιες εγκαταστάσεις της εταιρείας, και το σύνολο των άυλων αγαθών της και δη τους προμηθευτές, την φήμη και την πελατεία της και την τεχνογνωσία της, διατηρώντας την ίδια τιμολογιακή πολιτική και είδη γευμάτων, ως εστιατόριο – ψαροταβέρνα πολυτελείας, στα οποία απέβλεπε η δεύτερη εναγόμενη για την επιτυχή λειτουργία της επιχείρησής της, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η εργοδότρια εταιρεία βρισκόταν εκεί και λειτουργούσε με επιτυχία την άνω επιχείρησή της από το έτος 1999, με μεγάλη και σταθερή πελατεία ένεκα της φήμης της. Έτσι, εκτός από τη μεταβίβαση του υλικοτεχνικού εξοπλισμού στη δεύτερη εναγόμενη και την άμεση μίσθωση από αυτήν του ίδιου επί της οδού ………. αρ. … μίσθιου καταστήματος της εργοδότριας εταιρείας, το εστιατόριο της δεύτερης εναγόμενης βάσισε την έναρξη της λειτουργίας του και στη φήμη και πελατεία της επιχείρησης της προκατόχου του. Ένεκα μάλιστα της στενής συγγενικής σχέσης της δεύτερης εναγόμενης με τον παλαιό βασικό μέτοχο και συνδιαχειριστή της εργοδότριας εταιρείας, ………., η ίδια η δεύτερη εναγόμενη γνώριζε καλώς το ένδικο κατάστημα και την προγενέστερη ομοειδή επιχείρηση της εταιρείας αυτής. Η πραγματικότητα αυτή δεν αλλάζει και η φήμη και πελατεία της παλαιάς επιχείρησης ουδόλως είχε απωλεσθεί κατά το χρόνο μεταβίβασης της στη δεύτερη εναγόμενη, από το φερόμενο, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί αληθές, ως προβληθέν δια λόγου της εφέσεως της εκκαλούσας, γεγονός, ότι αυτή έκλεισε την επιχείρησή της λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και των οφειλών της σε δεδουλευμένες αποδοχές και μισθώματα, όταν μάλιστα για την «παλιά επιχείρηση της ……….» στη θέση της οποίας «άνοιξε το νέο θαλασσινό εστιατόριο της ……….» γίνεται λόγος σε οδηγό εστιατορίων στο διαδίκτυο με ημερομηνία 12-5-2014 που επαναπροσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο ενάγων-εφεσίβλητος, στοιχείο που καταδεικνύει ότι επρόκειτο για ένα γνωστό και επώνυμο εστιατόριο για το οποίο γίνεται αναφορά σε οδηγό εστιατορίων και μετά που έκλεισε και στη θέση του οποίου άνοιξε η ομοειδής επιχείρηση της δεύτερης εναγόμενης. Ούτε βέβαια η πελατεία και η φήμη της αλλοιώθηκαν στο μεταξύ από τη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, λόγω ανακαίνισης του καταστήματος, επί τρεις μήνες, χρονικό διάστημα που δεν συνιστά μακρά διακοπή για να μεταβάλει την ταυτότητα της. Το γεγονός εξάλλου ότι η επιχείρηση της εργοδότριας εταιρείας βρισκόταν μέχρι τη 24η-1-2014 σε συνεχή και πλήρη λειτουργία επιβεβαιώνει ότι η δεύτερη εναγόμενη υπεισήλθε στο σύνολο των υλικών και άυλων στοιχείων άρρηκτα συνδεομένων μεταξύ τους σε μία ενιαία οργανωτική οικονομική μονάδα που την είχε συνθέσει η εργοδότρια εταιρεία. Έτσι η δεύτερη εναγόμενη υπεισήλθε στην επιχείρηση ως ζώντα οργανισμό και αναλαμβάνοντας τα στοιχεία που συνέθεταν την επιχείρηση στις 27-1-2014 είχε την αναμφισβήτητη δυνατότητα να συνεχίσει αμέσως τη λειτουργία της επιχείρησης που ασκούσε η εργοδότρια εταιρεία, είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι για λόγους δικής της επιχειρηματικής πολιτικής ξεκίνησε τη λειτουργία του καταστήματος της μετά την ανακαίνισή του που διήρκησε τρεις μήνες περίπου. Δηλαδή η επιχείρηση διατήρησε την ταυτότητά της και μετά τη μεταβίβαση στη δεύτερη εναγόμενη, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η ανακαίνιση του εν λόγω καταστήματος στην οποία προέβη, αφού αυτή δεν ήταν εκτεταμένη αλλά επουσιώδης και έγινε κυρίως στον χώρο της εστίασης των πελατών αναφορικά με την εμφάνιση, τον στολισμό και τα χρώματά του, χωρίς ουσιώδεις μεταβολές στην αναδιοργάνωση του χώρου και την εν γένει παρουσίαση και λειτουργία του συνόλου του καταστήματος. Ενέργεια δε επιχειρηματία της μεταβιβασθείσας επιχείρησης αποτελεί η απόφαση της δεύτερης εναγόμενης να ανακαινίσει το κατάστημα, στο οποίο λειτουργούσε η εργοδότρια εταιρεία, ασκώντας όμως σ’ αυτό την ίδια δραστηριότητα που ασκούσε εκείνη. Ενώ επίσης το ότι στις 23-4-2015 η δεύτερη εναγόμενη διέκοψε τελικά τη λειτουργία της ατομικής της επιχείρησης, λόγω παύσης εργασιών, αποτελεί πρωτίστως ενέργεια άσκησης εξουσίας επιχειρηματία που ανάγεται στη σφαίρα ευθύνης του και δεν σχετίζεται με την απόκτηση ή μη πελατείας προερχόμενης από τη μεταβιβάσασα επιχείρηση. Από τα παραπάνω στοιχεία, εκτιμώμενα στο πλαίσιο μιας συνολικής αξιολόγησης, συνάγεται ότι επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης της εργοδότριας εταιρείας στη δεύτερη εναγόμενη, με την προεκτεθείσα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ, 1, 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 178/2002, η οποία (επιχείρηση) διατήρησε την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της, δηλαδή τη δεύτερη εναγόμενη, επήλθε δε και διαδοχή της εναγόμενης αυτής στην εργασιακή σχέση με αποτέλεσμα η τελευταία να υποκαθίσταται αυτοδικαίως ως νέα εργοδότης στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, μεταξύ των οποίων και σε εκείνη του ενάγοντος. Τα ανωτέρω για την ύπαρξη «μεταβίβασης επιχείρησης» υπό την έννοια του π.δ/τος 178/2002, δεν αναιρούνται εκ του γεγονότος ότι η νέα επιχείρηση της δεύτερης εναγόμενης είχε άδεια ιδρύσεως ως εν γένει εστιατορίου, αφού το κύριο αντικείμενο παροχής υπηρεσιών των παραπάνω επιχειρήσεων ήταν η ψαροταβέρνα και δη η παροχή θαλασσινών εδεσμάτων στους πελάτες τους, οποιαδήποτε δε πρόσθετη παρεχόμενη υπηρεσία από την επιχείρηση, συναφής ή μη με την κύρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της υπάρξεως «μεταβίβασης επιχείρησης», αλλά εντάσσεται μόνο στην γενικότερη επιχειρηματική πολιτική της δεύτερης εναγόμενης. Αποδεικνύεται, άλλωστε, ότι η δεύτερη εναγόμενη, ως νέος φορέας είχε την βούληση να καταστεί διάδοχος της εργοδότριας εταιρείας, προς τούτο ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε την λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο υλικών και αυλών στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα και ήταν ικανά να πραγματοποιήσουν τον σκοπό αυτόν, χωρίς να ασκεί έννομη συνέπεια το γεγονός ότι κατάρτισε στις 31-1-2014 νέα σύμβαση μίσθωσης στο όνομα της, δυνάμει του προσκομιζόμενου από 31-1-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης αφού δεν παρέλαβε το μίσθιο κενό αλλά με τον ως άνω υλικοτεχνικό εξοπλισμό της εταιρείας που μεταβιβάσθηκε σ’ αυτήν, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, μαζί με το σύνολο των άυλων αγαθών της, ούτε βέβαια το γεγονός ότι εξέδωσε νέα άδεια λειτουργίας στο πρόσωπό της, αφού, κατά το νόμο, κάθε αλλαγή του φορέα καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος απαιτεί την έκδοση νέας άδειας στο όνομά του. Η πραγματικότητα αυτή εξάλλου δεν μεταβάλλεται από το ότι δεν λύθηκε το νομικό πρόσωπο της μεταβιβάσασας εταιρείας, αλλά συνέχισε υφιστάμενη, χωρίς όμως να είναι στην πραγματικότητα φορέας επιχειρηματικής δραστηριότητας, η οποία μεταβιβάσθηκε, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, στην δεύτερη εναγόμενη, ούτε από το γεγονός ότι ορισμένα από τα στοιχεία της επιχειρήσεώς της δεν μεταβιβάσθηκαν ενδεχομένως στη δεύτερη εναγόμενη ή μεταβιβάσθηκαν μόνο κατά χρήση, όπως τα δύο επαγγελματικά της ψυγεία και οι ογδόντα καρέκλες της, στα οποία είχε επιβληθεί κατάσχεση βάσει Κ.Ε.Δ.Ε. που μέχρι σήμερα είναι σε ισχύ και παρέμειναν στη θέση που βρίσκονταν λόγω του όγκου τους και της δύσκολης μεταφοράς τους, ορίστηκε δε μεσεγγυούχος αυτών σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΚΕΔΕ ο διαχειριστής της άνω εταιρείας, σύμφωνα με το με αριθμ.πρωτ. ………. /5-4-2017 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης Δ.Ο.Υ. ………. που παραδεκτά κατ’ άρθρον 529 ΚΠολΔ προσκομίζεται το πρώτον στο παρόν δικαστήριο από την εκκαλούσα-δεύτερη εναγόμενη, ενώ αδιάφορο είναι και το γεγονός ότι η ίδια απέκτησε και νέο υλικοτεχνικό εξοπλισμό, ανανεώνοντας εν μέρει τον παλαιό, ή προσλήφθηκε και νέο προσωπικό (βλ. και Βλαστό, ΕΕργΔ 1999,980), αφού τα στοιχεία της επιχειρήσεως της άνω εταιρείας, που μεταβιβάσθηκαν τελικώς στη δεύτερη εναγόμενη, συγκροτούν οργανική ενότητα που προσδιορίζει την ταυτότητα και τη συνέχιση της επιχειρήσεώς της και υπό το φορέα της. Συνεπώς, λόγω της ως άνω μεταβίβασης, η διάδοχος δεύτερη εναγόμενη υποκατέστησε αυτοδικαίως την αρχική εργοδότρια εταιρεία, με συνέπεια αφενός μεν ο ενάγων να συνδέεται με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την αρχική εργοδότρια εταιρεία είναι λόγω μη καταβολής της σχετικής αποζημίωσης απολύσεως, άκυρη (άρθρο 180 ΑΚ), αφετέρου δε οι αξιώσεις αυτού, που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότρια του και υφίσταντο κατά το χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, και τη διάδοχο δεύτερη εναγόμενη, η οποία ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντος, που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της αρχικής εργοδότριας εταιρείας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, συνεχίστηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης, χωρίς να απαιτείται γνώση της τελευταίας ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν, κατά τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη. Σε κάθε δε περίπτωση από τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά δύναται να συναχθεί και γι’ αυτήν (δεύτερη εναγόμενη) ανάλογο τεκμήριο, για πραγματική και προσήκουσα προσφορά εργασίας σ’ αυτήν με εκείνο που αντλήθηκε για την αρχική εργοδότρια, από την άκυρη καταγγελία, αφού και η ίδια έχει εκδηλώσει, αντίθετη βούληση, να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες των απολυθέντων μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του τα ίδια δέχθηκε, έστω με εν μέρει ελλιπείς και εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες παραδεκτά συμπληρώνονται και διορθώνονται με τις αιτιολογίες της προκειμένης αποφάσεως (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια επιδίκασε σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης-εκκαλούσας τα αιτούμενα κονδύλια (το ποσό των 31.892,10 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας και 14.831,96 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του μέχρι την εξόφληση), ως προς τα οποία δηλαδή ως προς το μαθηματικό υπολογισμό των επιδικασθέντων ποσών, δεν διατυπώνεται κάποιο παράπονο με την έφεση, ούτε για τον επιμέρους ούτε για τον συνολικό υπολογισμό τους, ούτε ως προς την τοκοφορία των επιδίκων αξιώσεων προσβλήθηκε ειδικώς η πρωτόδικη απόφαση με λόγο έφεσης από κάποιον από τους διαδίκους, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τον νόμο εφάρμοσε και θα πρέπει οι λόγοι εφέσεως ν’ απορριφθούν και η έφεση στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 2640/2015 αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών).

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 12 Οκτωβρίου 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies