οφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 950/2014

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Επιδίκαση διαφοράς καταβληθεισών και καταβλητέων κατά νόμο αποδοχών. Παρότι ο μισθωτός που αμείβεται με ημερομίσθιο, πρέπει να λαμβάνει κάθε μήνα τόσα ημερομίσθια, όσες είναι οι εργάσιμες ημέρες που εργάσθηκε κατά τον συγκεκριμένο μήνα, ως εργάσιμης υπολογιζομένης και της έκτης ημέρας επί πενθημέρου (δηλαδή κατά κανόνα 26 ημερομίσθια, αν έχει εργαστεί όλες τις ημέρες του μήνα), εντούτοις η εναγομένη, παρότι ο ενάγων εργαζόταν όλες τις εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα του κρίσιμου διαστήματος, κατέβαλλε σε αυτόν μόνο 25 ημερομίσθια ανά μήνα. Δέχεται την αγωγή. Υποχρεώνει την εναγόμενη να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας καθώς και η διαγωγή του. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 34.019,47 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης

 950/2014

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Μιχαήλ – Άγγελο Γιαννακάκο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Οκτωβρίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……………., κατοίκου ………….., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο ενάγων, ζητεί να γίνει δεκτή η από 10-5-2013 αγωγή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό καταθέσεως δικογράφου ……../2013, προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την υπ’ αρ. ……../4-6-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού συζήτησης για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νομίμως στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία [άρθρα 126 περ. δ’, 127 & 129 Κ.Πολ.Δικ.], πλην όμως η τελευταία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο διά του νομίμου εκπροσώπου της, ούτε διά πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε προσηκόντως από τη σειρά του πινακίου, και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 του Κ.Πολ.Δικ.).

ΙΙ. Ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία την 1-4-2009, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος με την ειδικότητα του εκτυπωτή-βιβλιοδέτη και εργάσθηκε υπό τους όρους, το ωράριο και την αμοιβή που εκθέτει αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο, έως τις 31-1-2012, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας του λόγω συνταξιοδότησης. Ότι η πραγματική του ειδικότητα με βάση τα καθήκοντα που πράγματι ασκούσε ήταν εκείνη του διπλωτή. Ότι η εναγομένη του οφείλει το συνολικό ποσό των 34.019,47 ευρώ, που είναι η συνολική διαφορά των καταβληθεισών και καταβλητέων κατά νόμο σε αυτόν αποδοχών. Ότι επικουρικά το ως άνω ποσό του οφείλεται με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί ή εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 34.019,47 ευρώ νομίμως εντόκως αφ’ης εκάστη αξίωση, ως προσδιορίσθηκε η γένεσή της κατέστη απαιτητή, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ζητεί επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας καθώς και η διαγωγή του και να απειληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή ύψους 5.900 ευρώ για την περίπτωση αρνήσεώς της – να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή της. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στην εν γένει δικαστική του δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου [άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2 και 25 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.], κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 έως 676 Κ.Πολ.Δικ.], και είναι ορισμένη [άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ.] και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 669 του ΑΚ, 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1082/1980 και 1 παρ. 1 & 2, 2, 3 παρ. 1 και 6 της 19.040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας [για το δώρο Χριστουγέννων], 2 παρ. 1, 5 παρ. 5 του Α.Ν.539/1945 και 3 παρ. 16 Ν.4504/1966] και των άρθρων 340, 341, 345, 346 του ΑΚ και 907, 908 εδ. ε, 910 αρ. 4, 947 παρ. 1, 176 και 191 αρ. 2, Κ.Πολ.Δικ. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη η επικουρική βάση της αγωγής με την οποία η ενάγουσα αξιώνει τα ανωτέρω ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι στηρίζεται στα ίδια περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση, δεδομένου ότι, αφού υπάρχει σύμβαση, ο ενάγων δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτήν και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 923/2007 ΧρΙΔ 2008.121). Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να εξετασθεί, εάν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, δεδομένου ότι καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις ( βλ. τα υπ’ αρ. …….., …………. και ………… δικαστικά ένσημα με τα επικολληθέντα ένσημα ΕΤΑΑ ΤΑΝ και Ε.Τ.Α.Α-Τ.Υ – Π.Δ.Α).

ΙΙΙ. Από την εκτίμηση (i) της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος, που δόθηκε νομίμως στο ακροατήριο και περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και (ii) του συνόλου των εγγράφων που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων [άρθρα 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του Κ.Πολ.Δικ., τα οποία έχουν εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, βλ. ΑΠ 1351/2003 Δνη 45.1037] αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 1 Απριλίου 2009 από την εναγόμενη εταιρία, η οποία είναι επιχείρηση γραφικών τεχνών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος με την ειδικότητα του εκτυπωτή βιβλιοδέτη, προκειμένου να εργαστεί σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίος κατά πλήρες ωράριο στις εγκαταστάσεις της, επί της οδού …… αριθμ. ….., στο Μοσχάτο Αττικής. Συγκεκριμένα, του είχε ανατεθεί η δίπλωση των εντύπων, για την οποία χρησιμοποιούσε βαριά διπλωτική μηχανή στην οποία τοποθετούσε τα εκτυπωμένα φύλλα χάρτου, τα οποία διπλώνονταν όσες φορές είχε οριστεί από το σχεδιασμό του εντύπου και συγκεντρώνονταν στην έξοδο της μηχανής. Ο προσδιορισμός του αριθμού, του μεγέθους και των ορίων των διπλώσεων γινόταν αποκλειστικά από αυτόν, με χρήση του ηλεκτρονικού πληκτρολογίου της μηχανής, αλλά και με ρύθμιση των μηχανικών μερών της, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε εντύπου. Ως μοναδικός χειριστής της μηχανής αυτής, είχε την επιμέλεια και την ευθύνη της ορθής δίπλωσης των εντύπων, πραγματοποιώντας συνεχείς ελέγχους και επεμβαίνοντας, όποτε παρίστατο ανάγκη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Συνεπώς, η πραγματική ειδικότητά του ενάγοντος με βάση τα ανωτέρω καθήκοντα και με βάση την οικείας κλαδικής συλλογική ρύθμιση, ήταν αυτή του διπλωτή. Οι ως άνω εργασίες, που του είχαν ανατεθεί απαιτούσαν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ειδικές γνώσεις της λειτουργίας τού χρησιμοποιουμένου μηχανήματος, εξιδιασμένη εμπειρία, λεπτούς χειρισμούς, ένταση της προσοχής και πρωτοβουλία για την εκτέλεση διορθωτικών παρεμβάσεων κατά τη διάρκεια της δίπλωσης, καθώς και ιδιάζουσα ευθύνη για το παραγόμενο τελικό έργο. Παρείχε δηλαδή κατά κύριο λόγο μη σωματική εργασία, με υπέρτερο πνευματικό στοιχείο, την οποία εκτελούσε χωρίς να λαμβάνει εντολές από άλλον, πλην φυσικά των αυτονόητων γενικών εντολών, που έδινε η εναγομένη σε κάθε εργαζόμενο της επιχείρησής της. Υπό το καθεστώς αυτό ο ενάγων εργάστηκε έως τις 31-1-2012, οπότε αποχώρησε, λόγω συνταξιοδότησης. Για την εργασία του συμφωνήθηκε να αμείβεται με το νόμιμο ημερομίσθιο της ειδικότητάς του, που προβλέπει η εκάστοτε εφαρμοστέα, κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας. Η εναγομένη όμως, καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της επίδικης συμβάσεως τού κατέβαλλε ημερομίσθιο υπολειπόμενο του νομίμου. Συγκεκριμένα, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας, η εναγομένη του κατέβαλλε ημερομίσθιο υπολειπομένου του νομίμου και δη 44,81 ευρώ, με βάση την ειδικότητά του, την προϋπηρεσία του, την οποία γνωστοποίησε κατά την πρόσληψή του με κατάθεση των οικείων δελτίων ασφαλιστικής ταυτότητας και εισφορών και αποσπασμάτων ατομικού λογαριασμού ασφαλισμένου στο ΙΚΑ και την οικογενειακή του κατάσταση (τυγχάνει έγγαμος) θα έπρεπε να του καταβάλει με βάση την από 15-5-2007 Σ.Σ.Ε για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην εκτυπωτική βιομηχανία, στα λιθογραφία, τα εργοστάσια και επιχειρήσεις γραφικών τεχνών όλης της χώρας (Π.Κ Υπ. Απασχ. 40/22-5- 2007) που κηρύχθηκε υποχρεωτική γενικώς με την ΥΑ 12311/9-7-2007 (ΦΕΚ Β 1369/2-8-2007) από 22-5-2007 και την υπ’ αριθμ. 33/2009 όμοια Δ.Α (Π.Κ υπ. Απασχ. 19/5-8-090 που κηρύχθηκε υποχρεωτική γενικώς με την Υ.Α 4725/492/11-3-2010 (ΦΕΚ Β 342/30-3-2010) από 5-8-2009 για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του έως τις 4-8-2009, ημερομίσθιο ύψους 64,98 ευρώ (43,32 ευρώ βασικό ημερομίσθιο + 17,33 ευρώ επίδομα τριετιών και πολυετίας (εικοσαετίας) + 4,33 ευρώ επίδομα γάμου = 64.99 ευρώ) και για το διάστημα από 5-8-2009 έως την αποχώρησή του, ημερομίσθιο ύψους 72,84 ευρώ (48,55 ευρώ βασικό ημερομίσθιο + 14,57 ευρώ επίδομα τριετιών + 4.86 ευρώ επίδομα πολυετίας (εικοσαετίας) + 4,86 ευρώ επίδομα γάμου = 72,84 ευρώ). Επιπλέον, παρότι ο μισθωτός που αμείβεται με ημερομίσθιο, πρέπει να λαμβάνει κάθε μήνα τόσα ημερομίσθια, όσες είναι οι εργάσιμες ημέρες που εργάσθηκε κατά το συγκεκριμένο μήνα, ως εργάσιμης υπολογιζομένης και της έκτης ημέρας επί πενθημέρου (δηλαδή κατά κανόνα 26 ημερομίσθια, αν έχει εργαστεί όλες τις ημέρες του μήνα), εντούτοις η εναγομένη, παρότι ο ενάγων εργαζόταν όλες τις εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα του κρίσιμου διαστήματος, κατέβαλλε σε αυτόν μόνο 25 ημερομίσθια ανά μήνα. Περαιτέρω, επειδή η εναγομένη δεν κατέβαλλε στον ενάγοντα τα κατωτέρω εκτιθέμενα οφειλόμενα, ο τελευταίος στις 10-8-2012 προσέφυγε στο Σ.Ε.Π.Ε (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Καλλιθέας). Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς στη Επιθεώρηση Εργασίας στις 23-10-2012, ο ενάγων εμφανίστηκε και δήλωσε ότι του οφείλονταν, α) οι αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2011 και το ήμισυ των αποδοχών μηνός Ιανουαρίου 2012, β) το επίδομα αδείας έτους 2009 και μέρος του επιδόματος αδείας έτους 2012, γ) η αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Η εναγομένη δια του εκπροσώπου της, δήλωσε ότι η εταιρεία αναγνωρίζει τη διαφορά στο επίδομα 2012 και το επίδομα 2009 που δεν έχει καταβληθεί, επίσης το 2° δεκαπενθήμερο Ιανουαρίου 2012, καθώς και το δεκαπενθήμερο Δεκεμβρίου 2011 συν τις αποδοχές ασθένειας αυτού του μήνα. Επίσης επιφυλάχθηκε να επανεξετάσει το αίτημα του ενάγοντος για ένα επιπλέον ημερομίσθιο το μήνα για το χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος και δήλωσε ότι τα οφειλόμενα στον ενάγοντα ποσά θα του καταβληθούν σε εύλογο χρονικό διάστημα,, πλην όμως ουδέν μέχρι σήμερα του καταβλήθηκε.

Περαιτέρω οι αξιώσεις του ενάγοντος σε βάρος τη εναγομένης για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων κατά νόμο αποδοχών διαμορφώνονται ως εξής:

α) Ο ενάγων για τον μήνα Απρίλιο 2009, αντί του ποσού των 1.689,48 ευρώ (26 ημερομίσθια X 64,98 ευρώ) έλαβε το ποσό των 880,00 ευρώ, επομένως δικαιούται τη διαφορά εκ 809,48 ευρώ (1.689,48-880).

β) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2009, αντί του ποσού των 253,83 ευρώ (ένα ημερομίσθιο ανά οκτώ ημέρες, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2009 έως 30-4-2009 : 3,75 X 64,98 και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 253,83), έλαβε το ποσό των 50,00 Ευρώ, επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 203,83 Ευρώ (253,83 – 50,00).

γ) για τον μήνα Μάιο 2009, αντί του ποσού των 1.689,48 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 64,98 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 569,23 Ευρώ (1.689,48 – 1.120,25).

δ) για τον μήνα Ιούνιο 2009, αντί του ποσού των 1.689,48 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 64,98 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 569,23 Ευρώ (1.689,48 – 1.120,25).

ε) για τον μήνα Ιούλιο 2009, αντί του ποσού των 1.754,46 Ευρώ (27 ημερομίσθια χ 64,98 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούμαι την διαφορά εκ 634,21 Ευρώ (1.754,46 – 1.120,25).

στ) για επίδομα αδείας 2009 δεν έλαβε κανένα ποσό, οπότε του οφείλεται το τοιούτο των 1.238,28 Ευρώ (17 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ).

ζ) για τον μήνα Αύγουστο 2009, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

η) για τον μήνα Σεπτέμβριο 2009, αντί του ποσού, των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 120,25).

θ) για τον μήνα Οκτώβριο 2009, αντί του ποσού των 1.966,68 Ευρώ (27 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 846,43 Ευρώ (1.966,68 – 1.120,25).

ι) για τον μήνα Νοέμβριο 2009, αντί του ποσού των 1.821,00 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 700,75 Ευρώ (1.821,00 – 120,25).

ια) για τον μήνα Δεκέμβριο 2009, αντί του ποσού των 1.966,68 Ευρώ (27 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 Ευρώ), επομένως δίκαιου την διαφορά εκ 846,43 Ευρώ (1966,68 – 1.120,25).

ιβ) για επίδομα Χριστουγέννων 2009, αντί του ποσού των 1.896,86 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ, προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 25 χ 72,84 χ 1,04166), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ, επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 776,61 Ευρώ (1.896,86 – 1.120,25).

ιγ) για τον μήνα Ιανουάριο 2010, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούμαι την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

ιδ) για τον μήνα Φεβρουάριο 2010, αντί του ποσού των 1.748,16 Ευρώ (24 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.075,44 Ευρώ (24 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 672,72 Ευρώ (1.748,16 – 1.075,44).

ιε) για τον μήνα Μάρτιο 2010, αντί του ποσού των 1.966,68 Ευρώ (27 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 846,43 Ευρώ (1.966,68 – 1.120,25).

ιστ) για τον μήνα Απρίλιο 2010, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

ιζ) για επίδομα Πάσχα 2010, αντί του ποσού των 1.138,12 Ευρώ (15 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ, προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 15 χ 72,84 χ 1,04166), έλαβε το ποσό των 560,12 Ευρώ, επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 578,00 Ευρώ (1.138,12 – 560,12).

ιη) για τον μήνα Μάιο 2010, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

ιθ) για τον μήνα Ιούνιο 2010, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούμαι την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ ( 1.893,84 – 1.120,25).

κ) για τον μήνα Ιούλιο 2010, αντί του ποσού των 1.966,68 Ευρώ (27 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούμαι την διαφορά εκ 846,43 Ευρώ ( 1.966,68 – 1.120,25).

κα) για επίδομα αδείας 2010, αντί του ποσού των 1.238,28 Ευρώ (17 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 560,12 Ευρώ, επομένως δικαιούμαι την διαφορά εκ 678,16 Ευρώ (1.238,28 – 560,12).

κβ) για τον μήνα Αύγουστο 2010, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

κγ) για τον μήνα Σεπτέμβριο 2010, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούμαι την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

κδ) για τον μήνα Οκτώβριο 2010, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

κε) για τον μήνα Νοέμβριο 2010, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

κστ) για τον μήνα Δεκέμβριο 2010, αντί του ποσού των 1.966,68 Ευρώ (27 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 846,43 Ευρώ (1.966,68 – 1.120,25).

κζ) για επίδομα Χριστουγέννων 2010 αντί του ποσού των 1.896,86 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ, προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 25 χ 72,84 χ 1,04166), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ, επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 776,61 Ευρώ (1.896,86 – 1.120,25).

κη) για τον μήνα Ιανουάριο 2011, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

κθ) για τον μήνα Φεβρουάριο 2011, αντί του ποσού των 1.748,16 Ευρώ (24 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.075,44 Ευρώ (24 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 672,72 Ευρώ (1.748,16 – 1.075,44).

λ) για τον μήνα Μάρτιο 2011, αντί του ποσού των 1.966,68 Ευρώ (27 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δίκαιο την διαφορά εκ 846,43 Ευρώ (1.966,68 – 1.120,25).

λα) για τον μήνα Απρίλιο 2011, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

λβ) για επίδομα Πάσχα 2011, αντί του ποσού των 1.138,12 Ευρώ (15 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ, προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 15 χ 72,84 χ 1,04166), έλαβε το ποσό των 560,12 Ευρώ, επομένως δικαιούχοι την διαφορά εκ 578,00 Ευρώ (1.138,12 – 560,12).

λγ) για τον μήνα Μάιο 2011, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

λδ) για τον μήνα Ιούνιο 2011, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούμαι την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

λε) για τον μήνα Ιούλιο 2011, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε ο ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

λστ) για επίδομα αδείας 2011, αντί του ποσού των 1.238,28 Ευρώ (17 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 560,12 Ευρώ, επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 678,16 Ευρώ (1.238,28 – 560,12).

λζ) για τον μήνα Αύγουστο 2011, αντί του ποσού των 1.966,68 Ευρώ (27 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 846,43 Ευρώ (1.966,68 – 1.120,25).

λη) για τον μήνα Σεπτέμβριο 2011, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.120,25 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 44,81 Ευρώ), επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 773,59 Ευρώ (1.893,84 – 1.120,25).

λθ) για τον μήνα Οκτώβριο 2011, αντί του ποσού των 1.784,58 Ευρώ (14 δεδουλευμένα ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ + 3 ημερομίσθια ασθένειας χ 72,84 Ευρώ χ 14 [περίοδος αναμονής] + 9 ημερομίσθια ασθένειας χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 1.097,85 Ευρώ, επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 686,73 Ευρώ (1.784,58 – 1.097,85).

μ) για τον μήνα Νοέμβριο 2011, αντί του ποσού των 1.092,60 Ευρώ (15 ημερομίσθια ασθένειας χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 627,34 Ευρώ, επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 465,26 Ευρώ (1.092,60 – 627,34).

μα) για τον μήνα Δεκέμβριο 2011 δεν έλαβε κανένα ποσό, επομένως μου οφείλεται το τοιούτο των 1.092,60 Ευρώ (15 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ).

μβ) για επίδομα Χριστουγέννων 2011, αντί του ποσού των 1.896,86 Ευρώ (25 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ, προσαυξημένα με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 25 χ 72,84 χ 1,04166), έλαβε το ποσό των 932,42 Ευρώ, επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 964,44 Ευρώ (1.896,86 – 932,42).

μγ) για τον μήνα Ιανουάριο 2012, αντί του ποσού των 1.893,84 Ευρώ (26 ημερομίσθια χ 72,84 Ευρώ), έλαβε το ποσό των 560,12 Ευρώ, επομένως δικαιούται την διαφορά εκ 1.333,72 Ευρώ (1.893,84 – 560.12).

μδ) για επίδομα αδείας 2012, αντί του ποσού των 1.238,28 ευρώ (17 ημερομίσθια X 72,84 ευρώ), έλαβε το ποσό των 200 ευρώ, επομένως δικαιούται τη διαφορά εκ 1.038,28 ευρώ (1.238,28 – 200).

Επομένους για ολόκληρο τον διαδραμόντα χρόνο λειτουργίας της επίδικης συμβάσεως εργασίας, ο εναγών δικαιούται τη συνολική διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών και καταβλητέων κατά νόμο αποδοχών εκ 34.019,47 ευρώ. Συνακόλουθα η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 34.019,47 ευρώ νομιμοτόκως από τότε που έκαστη επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη απαιτητή, ήτοι για τα αντίστοιχα ημερομίσθια από την τελευταία ημέρα εκάστου αντιστοίχου μήνα εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, το επίδομα αδείας καθώς και το δώρο εορτών Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους εκείνου στο οποίο αφορούν και το επίδομα εορτών [δώρο] Πάσχα από την 1η Μαΐου του αντιστοίχου έτους που αφορά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, λόγω και της φύσεως της επίδικης διαφοράς (βλ. άρθρο 908 εδ. ε και 910 αρ. 4 Κ.Πολ.Δικ) γι’ αυτό και το αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό και δη κατά το ποσό των 15.000 ευρώ . Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 678 ΑΚ, 2 Ν. 2112/20 και 4 του ΒΔ 16/18 Ιουλίου 1990, ερμηνευμένων διασταλτικά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πιστοποιητικό προϋπηρεσίας δικαιούται να λάβει κάθε μισθωτός (υπάλληλος, υπηρέτης, εργατοτεχνίτης), που έχει προσληφθεί για διαρκή εργασία, είτε προσωρινώς, είτε για δοκιμή, αρκεί η σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη να ήταν εξαρτημένης εργασίας, έστω και αν είχε συναφθεί ακύρως, διότι και σε άκυρη σύμβαση εργασίας υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να εκδώσει πιστοποιητικό. Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο επήλθε η λήξη της σύμβασης εργασίας, δηλαδή είτε με την πάροδο του χρόνου για τον οποίο είχε συνομολογηθεί αυτή, είτε με καταγγελία από μέρους του εργοδότη ή του μισθωτού έστω και παρανόμου. Ακόμη και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας, εκτός αν η εργασιακή σχέση είναι γενικώς αθέμιτη ή αντίκειται στα χρηστά ήθη. Υπάρχει επίσης υποχρέωση του εργοδότη για χορήγηση του λεγομένου «ενδιάμεσου πιστοποιητικού» και κατά τη διάρκεια της συμβάσεως. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από το καθήκον του για πρόνοια και πίστη απέναντι στο μισθωτό, διότι σκοπός της διατάξεως είναι, εκτός των άλλων, να διευκολύνει τον τελευταίο στην περαιτέρω επαγγελματική του σταδιοδρομία (Εφ.Πατρ. 996/2005 «ΝΟΜΟΣ», Εφ.Αθ 987/1995 ΕλΔ 38,676, ΕφΑθ 1138/1984 ΕΕργ Δ 44.403, «Το πιστοποιητικό προϋπηρεσίας των μισθωτών» ΔΕΝ 2004,161 επ). Επομένως, γενομένου δεκτού του σχετικού αγωγικού αιτήματος, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας καθώς και η διαγωγή του ενάγοντος, με την απειλή σε βάρος της εναγομένης χρηματικής ποινής ύψους 1.500 ευρώ για την περίπτωση αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της αυτή.

Η εναγομένη, λόγω της ήττας της, αλλά και της ερημοδικίας της, πρέπει να καταδικασθεί να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος (άρθρ. 176 και 184 του Κ.Πολ.Δικ.) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για την ερήμην δικασθείσα εναγόμενη εταιρεία, σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από αυτήν κατά της απόφασης αυτής [άρθρα 673, 591, 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Δικάζει ερήμην της εναγομένης.

-Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων ευρώ [200 €] για την ερήμην δικασθείσα εναγομένη, σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από αυτήν κατά της απόφασης αυτής.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων, δεκαεννέα ευρώ και σαράντα επτά λεπτών [34.019,47 €] νομιμοτόκως από τότε που έκαστη επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη απαιτητή, ήτοι για τα αντίστοιχα ημερομίσθια από την τελευταία ημέρα εκάστου αντιστοίχου μήνα εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, το επίδομα αδείας καθώς και το δώρο εορτών Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους εκείνου στο οποίο αφορούν, και το δώρο Πάσχα, από την 1η Μαΐου του αντιστοίχου έτους που αφορά.

Κηρύσσει την απόφαση ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή και δη κατά το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.

Υποχρεώνει την εναγομένη να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας καθώς και η διαγωγή του (ενάγοντος), με την απειλή σε βάρος της εναγόμενης χρηματικής ποινής ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για την περίπτωση αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της αυτή.

Καταδικάζει την εναγομένη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων ευρώ [1.300 €].

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2014.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies