Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ο εργαζόμενος μπορεί να προβεί σε επίσχεση της εργασίας του, προκειμένου να εξασφαλίσει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη του, που είναι συναφής με την εργασία της οποίας γίνεται η επίσχεση, όπως είναι η αξίωση για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει τη δική του παροχή, δηλαδή καταβάλει στον μισθωτό τις καθυστερούμενες αποδοχές του. Κρίση ότι η οικονομική κρίση έπληξε την ευρωστία της επιχείρησης της εναγομένης, οδηγώντας αυτήν σε απομείωση των εσόδων της και μείωση του προσωπικού της, αλλά εκείνη δεν προσέφυγε στις δέουσες επιχειρηματικές κινήσεις με συνέπεια την ανάκαμψή της, ούτε όμως έχασε τέτοια εισοδήματα ώστε να οδηγηθεί σε πλήρη οικονομική αδυναμία. Το γεγονός τούτο αποδεικνύει την υπαιτιότητα και την κακοτροπία της, ενόψει αφενός της χρονικά αξιόλογης καθυστέρησης πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, αφετέρου της ουσιώδους σημασίας τους για την επιβίωσή τους και την κάλυψη των αναγκών διαβίωσής τους. Απορρίπτει ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επίσχεσης. Δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες τελούσαν σε γνώση της οικονομικής κατάστασης της εργοδότιδος ούτε η επίσχεση της προκάλεσε δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 59.923,93 Ευρώ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
(………./2014)
Αριθμός Απόφασης
678/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρία Λουτράρη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Ελένη Χαριτοπούλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2014 για να δικάσει την επόμενη υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) …………….., κατοίκου …………….. και 2) ………………., κατοίκου ………………., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΔΣΑ 29922), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………………..» και το δ.τ. «……….», που εδρεύει στον ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κρυσταλλία Δικαιάκου (ΔΣΠ 2769), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 12-5-2014 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού (αριθ. έκθ. κατάθ. …………/2014) και προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης με τον αύξοντα αριθμό πινακίου -9-.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως κατά την εκφώνησή της από το σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί αυτοί, καθώς και όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 349, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει με σαφήνεια ότι ο μισθωτός (εργαζόμενος) μπορεί να προβεί σε επίσχεση της εργασίας του, προκειμένου να εξασφαλίσει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη του, που είναι συναφής με την εργασία της οποίας γίνεται η επίσχεση, όπως είναι η αξίωση για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει τη δική του παροχή, δηλαδή να καταβάλει στον μισθωτό τις καθυστερούμενες αποδοχές του. Η καθυστέρηση δε καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών, πρέπει αφενός να οφείλεται σε υπαιτιότητα ή δυστροπία του εργοδότη και όχι σε τυχόν πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία του, γνωστή στον εργαζόμενο, αφετέρου να είναι αξιόλογη και οι καθυστερούμενες αποδοχές να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση ή να χρήζουν εκκαθάρισης, άλλως η αξίωση ασκείται καταχρηστικά, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Το αξιόλογο δε της καθυστέρησης καταβολής, κρίνεται από το δικαστήριο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ιδίως ενόψει των οικονομικών και εν γένει συνθηκών του ασκούντος το σχετικό δικαίωμα εργαζομένου. Εξάλλου, το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, ασκείται και με εξώδικη δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, οπότε παύει να παρέχει την εργασία που οφείλει από τη σύμβαση, έως ότου καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές και έχει ως συνέπεια ότι, μολονότι ο μισθωτός παύει να παρέχει την εργασία, δεν καθίσταται αυτός υπερήμερος, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος είναι υποχρεωμένος, όσο διαρκεί η υπερημερία, να καταβάλει το μισθό στον εργαζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, που βέβαια δεν είναι «δεδουλευμένος», αφού δεν οφείλεται για πραγματική απασχόληση, οπωσδήποτε όμως είναι απαιτητός λόγω της υπερημερίας του εργοδότη (πρβλ. ΑΠ 1502/2010, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1153/2009, ΔΕΕ 2011, 348 και ΕφΑΘ 4682/2004, ΕλλΔνη 2006, 1694, Στυλιανού Γ. Βλαστού, Επίτομο Εργατικό Δίκαιο β’ έκδοση, 2011, παρ. 179 σελ. 382 επ.).
Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους, κατ’ εκτίμηση του συνόλου του δικογράφου αυτής, εκθέτουν ότι συνήψαν ατύπως με την εναγομένη, όπως νόμιμα εκπροσωπείται συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, την 13-5-2002 ο πρώτος και την 5-7-1993 ο δεύτερος, ώστε να απασχολούνται επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και κατά πλήρες ωράριο, παρέχοντας την εργασία τους ως υπάλληλοι, ο πρώτος ως υπεύθυνος αποθήκης και ο δεύτερος ως μηχανικός οχημάτων, στο κατάστημα-συνεργείο της αντιδίκου τους που εδρεύει στον ………… Ότι περί τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, η εναγομένη τους υποχρέωσε να συναινέσουν στην τροποποίηση των όρων των συμβάσεων εργασίας τους και να απασχολούνται επί τέσσερις ημέρες εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο ημερησίως, έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού 1.352,57 Ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 1.569,40 Ευρώ για τον δεύτερο. Ότι από τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αμφότεροι παρείχαν ανελλιπώς την εργασία τους στην εναγόμενη. Ότι η εναγόμενη, από τον Μάρτιο του 2013 έπαυσε να καταβάλει σε αμφότερους τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, με αποτέλεσμα στις 2-5-2014 και αφού ήδη είχαν οχλήσει εξωδίκως την εναγόμενη να τους καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή δεδουλευμένες αποδοχές τους, να προβούν αμφότεροι σε επίσχεση εργασίας, λόγω μη καταβολής των τελευταίων. Ότι έκτοτε η εναγομένη εξακολουθεί να μην τους καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές τους. Με βάση το προαναφερόμενο ιστορικό ζητούν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει: Α) στον πρώτο εξ αυτών, …………….., το συνολικό ποσό των 32.382,78 Ευρώ, που αναλύεται σε 18.935,98 για δεδουλευμένες αποδοχές, 541,03 Ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και 12.905,77 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας από 2-5-2014 έως την 31-12-2014, ημερομηνία κατά την οποία πιθανολογεί ότι θα συζητηθεί η κρινόμενη αγωγή και Β) στο δεύτερο εξ αυτών, …………., το συνολικό ποσό των 38.829,56 Ευρώ, που αναλύεται σε 21.971,60 για δεδουλευμένες αποδοχές, 1.883,28 για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και 14.974,68 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας από 2-5-2014 έως την 31-12-2014, ημερομηνία κατά την οποία πιθανολογεί ότι θα συζητηθεί η κρινόμενη αγωγή, και τα παραπάνω ποσά νομίμως εντόκως από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να επιβληθούν τα δικαστικά τους έξοδα σε βάρος της εναγομένης. Επικουρικά δε, και στην περίπτωση που κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες, αιτούνται τα ανωτέρω με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού είναι δεδομένη η ωφέλεια της εναγομένης, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που αυτή θα κατέβαλε σε άλλους μισθωτούς, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες για την παροχή ίδιας εργασίας υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με αυτές των εναγόντων. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 7, 8, 9, 10, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 και 664 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 74 ΚΠολΔ) και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη ως προς την κύρια βάση της στις διατάξεις που αναφέρονται τη μείζονα σκέψη της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 158, 361, 648, 651, 653, 655, 656, 325, 329, 349, 350, 345, 346, 350ΑΚ, 69 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ, 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1 ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 3302/2004, 907, 908 παρ. 1 περ. ε ‘και 176 ΚΠολΔ. Κατά την επικουρική της βάση δε είναι νόμιμη, μόνο όμως ως προς το αίτημα επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, ερειδόμενη στα άρθρα 3, 174, 180, 904 επ. ΑΚ και 219 ΚΠολΔ, απορριπτομένης ως μη νόμιμης ως προς το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, καθόσον όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη από την αρχή ή καθίσταται εκ των υστέρων άκυρη για οποιοδήποτε λόγο, ο εργοδότης αρνούμενος να εξακολουθήσει να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού ή καταγγέλλοντας άκυρα την υπάρχουσα εργασιακή σχέση, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν ευθύνεται στην πληρωμή μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΕφΛαμ 47/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 4410/2006, ΕλλΔνη 2007, 286, ΕφΘεσ 152/2004, Αρμ 2004, 394 και ΕφΠειρα 320/2003, ΔΕΕ 2003, 1359, Στυλιανού Γ. Βλαστού, ο.π., παρ. 23, σελ. 548). Περαιτέρω, κατά το μέρος που στο αίτημα της αγωγής περιλαμβάνεται και ποσό, το οποίο αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας για χρόνο μετά τη συζήτησή της, δηλαδή από 19-9-2014 έως και 31-12-2014, δεδομένου ότι οι ενάγοντες, όπως συνάγεται από το περιεχόμενό της, ασκούν το σχετικό δικαίωμά τους μέχρι τον πιθανολογούμενο χρόνο συζήτησης αυτής, η αγωγή κατά το μέρος αυτό (χρονικό διάστημα από 19-9-2014 έως 31-12-2014) τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενόψει του ότι πρόκειται για μη απαιτητές, κατά τη συζήτησή της, αποδοχές υπερημερίας, δίχως συγχρόνως να γίνεται επίκληση των προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 69 παρ. 1 περ. α’ και στ’ ΚΠολΔ για τον μεταγενέστερο αυτής (της συζήτησης της αγωγής) χρόνο, δηλαδή είτε της εξακολούθησης της ρητής άρνησης της εναγόμενης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας σε αυτούς τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, αίροντας δηλαδή την υπερημερία της, είτε της ύπαρξης βάσιμου φόβου ότι η τελευταία θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 1377/2004, ΕλλΔνη 2005, 1470, ΕφΑΘ 2654/2010, ΕλλΔνη 2011, 828, Στυλιανού Γ. Βλαστού, ο.π. παρ. 238, σελ. 547 καθώς και Καλλιόπης Μακρίδου, Δικονομία Εργατικών Διαφορών, έκδ. 2009, παρ. 3, αρ. 17 σελ. 110 επ., επίσης σχετ. ΑΠ 752/2007, ΑΠ 597/2006, ΕφΔωδ 249/2005 και ΕφΑΘ 9763/1989, όλες σε ΤΝΠ Νόμος). Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3994/2011 (βλέπε το με αριθμό ………./18-9-2014 σειράς VI διπλότυπο είσπραξης τύπου Β’ της Δ.Ο.Υ. Γ’ Πειραιά).
Η εναγομένη αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή και με συνοπτική προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, η οποία αναπτύσσεται περαιτέρω στις προτάσεις που κατέθεσε, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμά τους για επίσχεση εργασίας και επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, καθόσον η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της, αλλά στην ιδιαίτερα δυσμενή οικονομική κατάστασή της, όπως αναλυτικά περιγράφεται στις προτάσεις της, που ήταν γνωστή στους τελευταίους. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ερειδομένη στα άρθρα 281 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1502/2010, ΤΝΠ Νόμος) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ……………….. και …………………., αντιστοίχως, που δόθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, άλλα προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από αυτά, από τις άμεσες, είτε έμμεσες ομολογίες των διαδίκων, για τις οποίες θα γίνει ειδικότερη μνεία κατωτέρω, ως επίσης και από τα διδάγματα της λογικής και τις κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψαν οι ενάγοντες με την εναγομένη, την 13-5-2002 ο πρώτος και την 5-7-1993 ο δεύτερος, προσλήφθηκαν από την τελευταία προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες του ως υπάλληλοι, ο μεν πρώτος ως υπεύθυνος αποθήκης, ο δε δεύτερος ως μηχανικός αυτοκινήτων, εργαζόμενοι στο συνεργείο που διατηρεί η εν λόγω εργοδότριά τους στον …………. επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως. Τα πρώτα χρόνια της συνεργασίας τους η μεταξύ τους σχέση κυλούσε ομαλά και χωρίς προβλήματα, πλην όμως το Νοέμβριο το έτους 2011, η εναγομένη τους υποχρέωσε, προκειμένου να μην καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους, να συναινέσουν στην τροποποίηση των όρων του και να καταρτίσουν συμβάσεις εργασίας εκ περιτροπής απασχόλησης, ώστε να απασχολούνται πλέον επί τέσσερις ημέρες εβδομαδιαίως στο ίδιο πλήρες ωράριο απασχόλησης ημερησίως, έναντι του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού 1.352,57 Ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 1.569,40 Ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα. Ωστόσο, επειδή η εναγομένη, ακόμη και πριν τη συμφωνία τους αυτή, καθυστερούσε συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, ενώ ήδη από τον Μάρτιο του 2013 έπαυσε να καταβάλει αυτές, επικαλούμενη ταμειακή δυσχέρεια, οι ενάγοντες επέδωσαν σε αυτήν την από 16-4-2014 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία της έθεταν προθεσμία επτά ημερών, προκειμένου να προβεί στην καταβολή των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών τους, προειδοποιώντας την συγχρόνως ότι προτίθενται να ασκήσουν το δικαίωμά τους για επίσχεση της παρεχόμενης εργασίας τους (βλέπε την με αριθμόν ………../23-4-2014 έκθεση επίδοσης της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνος Β. Λεράκης). Ειδικότερα, η προερχόμενη από τη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών οφειλή της εναγόμενης προς τους ενάγοντες, ανήλθε: α) ως προς τον πρώτο ενάγοντα, ……………….., στο συνολικό ποσό των 18.935,98 Ευρώ, εφόσον οφείλονται για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2013ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2013ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαϊου 2013ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2013ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2013ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2013ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2013ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2013ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2013ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2013 ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2014 ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2014 ποσό 1.352,57 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2014 ποσό 1.352,57 Ευρώ και για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2014 ποσό 1.352,57 Ευρώ και β) ως προς το δεύτερο ενάγοντα, ……………., στο συνολικό ποσό των 21.971,60 Ευρώ, εφόσον οφείλονται για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2013 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2013 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαϊου 2013 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2013 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2013 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2013 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2013 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2013 ποσό Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2013 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2013 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2014 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2014 ποσό 1.569,40 Ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2014 ποσό 1.569,40 Ευρώ και για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2014 ποσό 1.569,40 Ευρώ. Περαιτέρω, οφείλονται στους ενάγοντες, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει αμφότεροι δωδεκάμηνη υπηρεσία στην επιχείρηση της εναγομένης, αποδοχές αδείας για διάστημα πέντε (5) ημερών στον πρώτο και δεκαπέντε (15) ημερών στον δεύτερο, σύμφωνα με το αγωγικό τους αίτημα με συνέπεια να οφείλονται στον πρώτο ενάγοντα, το ποσό των 1.352,57/25= 54,10 X 5 = 270,51 Ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα, το ποσό των 1.569,40/25=62,78 XI5= 941,70. Τα παραπάνω ποσά πρέπει να καταβληθούν προσαυξημένα κατά εκατό τοις εκατό, καθόσον προέκυψε ότι οι ενάγοντες ζήτησαν την άδειά της και η εναγομένη το αρνήθηκε, με συνέπεια να οφείλονται τελικώς 541,02 Ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και 1.883,40 Ευρώ, περιοριζόμενο στα 1.883,28 Ευρώ, σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα. Τα παραπάνω ποσά δεν αρνείται, ούτε αμφισβητεί η εναγομένη, με συνέπεια να ομολογεί εμμέσως την ύπαρξη των οφειλών της αυτών στο παραπάνω ύψος, ενώ, παρόλο που ισχυρίζεται (σελ. 5 των προτάσεών της) ότι κατέβαλε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ποσά προς τους ενάγοντες, δεν διευκρινίζει εάν τα ποσά αυτά δόθηκαν έναντι των οφειλομένων, ούτε προβάλλει νομότυπα ένσταση μερικής εξοφλήσεως των οφειλών της. Εξάλλου στις 21-5-2014, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης, …………….., αναγνώρισε την οφειλή της προς αυτούς (βλέπε τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους ενάγοντες από 21-5-2014 και 5-6-2014 δελτία εργατικής διαφοράς με αριθμούς …. και …..). Επειδή λοιπόν η εναγομένη, όπως ήδη προαναφέρθηκε, μετά την παραπάνω όχλησή της, δεν προέβη σε καταβολή των οφειλομένων, αμφότεροι οι ενάγοντες, στις 2-5-2014 προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, γνωστοποιώντας αυθημερόν εγγράφως στην εργοδότριά τους την άσκηση του σχετικού δικαιώματος τους (βλέπε την με αριθμό …../2-5-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη, που προσκομίζεται από τους ενάγοντες). Όμως ακόμη και μετά την επίσχεση εργασίας εκ μέρους των εναγόντων, η εναγομένη συνέχισε να αρνείται αδικαιολόγητα και από δυστροπία της την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς αυτούς, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερη και ως προς τις αποδοχές τις χρονικής περιόδου από 2-5 2014 έως 18-9-2014, δηλαδή μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής. Και τούτο διότι αυτή κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας δεν προσκάλεσε ανεπιφύλακτα τους ενάγοντες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εξοφλώντας ή καταβάλλοντας συγχρόνως ένα αξιόλογο μέρος των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών τους, αλλά πρότεινε σε αυτούς να προσέλθουν στην εργασία τους καταβάλλοντάς τους 500 έως 600 Ευρώ μηνιαίως μέχρις εξοφλήσεως έναντι της συνολικής οφειλής τους, ενώ επιφυλάχθηκε για επιπλέον καταβολές ένα και εφόσον ανέβει ο τζίρος της επιχείρησης (βλέπε το ίδιο ως παραπάνω δελτίο εργατικής διαφοράς). Σημειωτέον ότι η εναγομένη δεν έχει καταβάλει στους ενάγοντες, μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, ούτε τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους, κωφεύοντας συγχρόνως να προβεί στην άρση της υπερημερίας της με κάποιον από τους προβλεπόμενους στο νόμο τρόπους, ακόμη και με καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους (ΕφΑΘ 605/2008, ΕλλΔνη 2008, 862, ΕφΘεσ 1130/1998, Αρμ 1998, 719). Και ναι μεν από τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη έγγραφα αποδεικνύεται η ύπαρξη μεγάλων οικονομικών υποχρεώσεων προς το Ελληνικό Δημόσιο, το ΙΚΑ, προς άλλους εργαζομένους και προμηθευτές της, όμως από τους ετήσιους ισολογισμούς των ετών 2010 έως και 2013 αποδεικνύεται η πραγματοποίηση ετησίως μεγάλου κύκλου εργασιών, ενόψει του οποίου καθίσταται σαφές, καθόσον δεν κατέβαλε ποσά στους ανωτέρω πιστωτές της στους οποίους εξακολουθεί να οφείλει, ότι από τα όποια κέρδη της επέλεξε να καταβάλει προς προμηθευτές και άλλους τρίτους, όπως για μίσθωμα του ακινήτου της, αποφεύγοντας, ωστόσο την καταβολή ποσών προς τους εναγομένους της, τους οποίους χρησιμοποιούσε, ωστόσο για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών αναγκών της. Η περιρρέουσα οικονομική κρίση, επομένως, προφανώς έπληξε την ευρωστία της επιχείρησης της εναγομένης, οδηγώντας αυτήν σε απομείωση των εσόδων της και μείωση του προσωπικού της, αλλά εκείνη δεν προσέφυγε στις δέουσες επιχειρηματικές κινήσεις με συνέπεια την ανάκαμψή της, ούτε όμως έχασε τέτοια εισοδήματα ώστε να οδηγηθεί σε πλήρη οικονομική αδυναμία. Το γεγονός τούτο αποδεικνύει την υπαιτιότητα, και την κακοτροπία της, ενόψει αφενός της χρονικά αξιόλογης καθυστέρησης πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, αφετέρου της ουσιώδους σημασίας τους για την επιβίωσή τους και την κάλυψη των αναγκών διαβίωσής τους. Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα απασχολούνταν με πλήρες ωράριο επί τέσσερις ημέρες εβδομαδιαίως στο συνεργείο της εναγομένης, τελούσαν σε γνώση της οικονομικής κατάστασης αυτής, ούτε η επίσχεση της εργασίας τους της προκάλεσε δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία. Επομένως, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας από μέρους των εναγόντων συντελέστηκε εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών καθώς και προς εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίον θεσπίστηκε, απορριπτομένης κατ’ ουσίαν της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των εναγόντων για επίσχεση εργασίας και της αξίωσής τους για καταβολή μισθών υπερημερίας. Συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν για αποδοχές υπερημερίας, συνεπεία της από 2-5-2014 επίσχεσης εργασίας τους τα παρακάτω ποσά: Α) ο πρώτος των εναγόντων …………..: α) για αποδοχές υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2014 έως 31-5-2014, το ισόποσο 24 ημερομισθίων, δηλαδή 1.352,57 Ευρώ μηνιαίως μισθός : 25 ημερομίσθια=54,10 Ευρώ X 24 αναλογούντα ημερομίσθια= 1.298,40 Ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, ήτοι για τρεις μήνες, 1.352,57 Ευρώ/μήνα Χ3 μήνες=4.057,71 και κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2014 έως 18-9-2014 το ισόποσο δεκαπέντε ημερομισθίων, δηλαδή 1.352,57 :25=54,10 X 15=811,50 Ευρώ, ήτοι συνολικά 6.167,61 Ευρώ (ήτοι 1.298,40+4.057,71+811,50), β) για επίδομα αδείας έτους 2014 με βάση τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του ως υπαλλήλου της εναγομένης από 13-5-2002, οφείλεται το ποσό των 676,29 Ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό ½ επί των μηνιαίων αποδοχών του ύψους 1.352,57 Ευρώ, γ) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων κατά το αιτούμενο διάστημα από 1-5-2014 έως την 18- 9-2014, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΥΑ 19040/81, ήτοι για διάστημα 141 ημερών, υπολογιζομένου αυτού βάσει των καταβαλλομένων αποδοχών την 10η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, συνυπολογιζομένου σε αυτές και του επιδόματος αδείας, το ποσό των [1.352,57 Ευρώ X 14,84/25=802,85 συν προσαύξηση 33,45 Ευρώ κατά το συντελεστή συνυπολογισμού επιδόματος αδείας (ήτοι 802,85 X 0,04166=33,45)=] 836,30 Ευρώ. Δηλαδή για αποδοχές υπερημερίας οφείλεται συνολικά στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 7.680,20 Ευρώ (ήτοι 6.167,61+676,29+836,30). Β) ο δεύτερος των εναγόντων, ……………..: α) για αποδοχές υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2014 έως 31-5-2014, το ισόποσο 24 ημερομισθίων, δηλαδή 1.569,40 Ευρώ μηνιαίως μισθός : 25 ημερομίσθια=62,78 Ευρώ X 24 αναλογούντα ημερομίσθια=1.506,72 Ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, ήτοι για τρεις μήνες, 1.569,40 Ευρώ/μήνα Χ3 μήνες=4.708,20 και κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2014 έως 18-9-2014 το ισόποσο δεκαπέντε ημερομισθίων, δηλαδή 1.569,40 :25=62,78 X 15=941,70 Ευρώ, ήτοι συνολικά 7.156,62 Ευρώ (ήτοι 1.506,72+4.708,20+941,70), β) για επίδομα αδείας έτους 2014 με βάση τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του ως υπαλλήλου της εναγομένης από 13-5-2002, οφείλεται το ποσό των 784,70 Ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό ½ επί των μηνιαίων αποδοχών του ύψους 1.569,40 Ευρώ, γ) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων κατά το αιτούμενο διάστημα από 1-5-2014 έως την 18-9-2014, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΥΑ 19040/81, ήτοι για διάστημα 141 ημερών, υπολογιζομένου αυτού βάσει των καταβαλλομένων αποδοχών την 10η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, συνυπολογιζομένου σε αυτές και του επιδόματος αδείας, το ποσό των [1.569,40 Ευρώ X 14,84/25=931,60 συν προσαύξηση 38,81 Ευρώ κατά το συντελεστή συνυπολογισμού επιδόματος αδείας (ήτοι 931,60 X 0,04166=38,81)=] 970,41 Ευρώ, Δηλαδή για αποδοχές υπερημερίας οφείλεται συνολικά στο δεύτερό ενάγοντα το ποσό των 8.911,73 Ευρώ (ήτοι 7.156,62+784,70+970,41). Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει τους ενάγοντες για δεδουλευμένες αποδοχές και για αποδοχές υπερημερίας εξαιτίας της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας από αυτούς, στο μεν πρώτο το συνολικό ποσό των 27.157, 20 Ευρώ (ήτοι 18.935,98 + 541,02 + 7.680,20), στο δε δεύτερο το συνολικό ποσό των 32.766,73 Ευρώ (ήτοι 21.971,60 + 1.883,40 +8.911,73). Από τα ποσά αυτά, εκείνα που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, που συμπίπτει με την τελευταία ημέρα κάθε μήνα, κατά την οποία ο μισθωτός παρείχε την εργασία του (άρθρα 341 παρ. 1 και 655 ΑΚ), ενώ τα επιδόματα Χριστουγέννων 2014 και αδείας 2013 και 2014, από 1-1-2014 για το επίδομα αδείας 2013 και από 1-1-2015 για τα επιδόματα Χριστουγέννων 2014 και αδείας 2014, αφού σύμφωνα με τα άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του νδ 4547/1966, δήλη ημέρα καταβολής τους είναι η 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους στο οποίο γεννήθηκαν (ΟλΑΠ 40/2002, ΕΕργΔ 2002, 1477). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή κατά την κύρια βάση της, παρελκομένης της εξέτασης της επικουρικής βάσης της αγωγής, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες στον μεν πρώτο από αυτούς …………….. το συνολικό ποσό των 27.157, 20 Ευρώ, στο δεύτερο από αυτούς, …………., το συνολικό ποσό των 32.766,73 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα από τα επιμέρους κονδύλια κατέστη απαιτητό, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα, μέχρι την πλήρη εξόφληση. Ως προς το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει η απόφαση να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με το διατακτικό, δεδομένου ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατόν να προκαλέσει σημαντική ζημία στους ενάγοντες, οι απαιτήσεις των οποίων απορρέουν από παροχή εξαρτημένης εργασίας (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 ε’ ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης κατά το ποσοστό της ήττας της (άρθρο 178 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή κατά ένα μέρος.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα, ………….., το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων εκατόν πενήντα επτά Ευρώ και είκοσι λεπτών (27.157, 20) Ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα, ……………., το ποσό των τριάντα δυο χιλιάδων επτακοσίων εξήντα έξι Ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (32.766,73) Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής καθενός από τα επιμέρους κονδύλια που συναπαρτίζουν τα ανωτέρω οφειλόμενα ποσά σε έκαστο των εναγόντων, σύμφωνα με το σκεπτικό της παρούσας, έως την πλήρη εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) Ευρώ για κάθε ενάγοντα.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων σε βάρος της εναγομένης το οποίο καθορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600,00) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στις 4-3-2015, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
