Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Δικαίωμα επίσχεσης εργασίας. Υπερημερία εργοδότη. Απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας. Επιδόματα εορτών, αδείας και αποδοχές αδείας. Υπολογίζονται βάσει των τακτικών αποδοχών στις οποίες περιλαμβάνονται, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, μεταξύ άλλων, η υπερεργασία, η νόμιμη υπερωριακή εργασία, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας τη νύχτα, τις Κυριακές και τις αργίες. Δέχεται την αγωγή. Επιδικάζει στις εργαζόμενες το συνολικό ποσό των 51.631,04 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης
1631/2013
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Διονυσία Ρέππα Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Γεώργιο Καζάκο.
Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριο του στις 22 Απριλίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1) …………, κατοίκου Αθηνών, οδός …………αριθμ. …, 2) …………, κατοίκου …………, οδός ………… αριθμ. … και 3) …………, κατοίκου Αθηνών, οδός ………… αριθμ. …,οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 29922).
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: «…………» και δ.τ. «………….», που εδρεύει στα ………… (…………) και διατηρεί υποκατάστημα στο ………… Αττικής, οδός ………… αριθμ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Κόκκινου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 29922).
Οι ενάγουσες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 7-9-2012 με γενικό αριθμό καταθέσεως …………/2012 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου …………/2012 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την 11-9-2012 και προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της, 22-11-2012, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο oι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 325 ΑΚ, αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή προς την οφειλή του, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, δικαιούται ν’ αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής μέχρις ότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Το δικαίωμα επισχέσεως που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή μπορεί να προταθεί και στη σύμβαση εργασίας, αν ο εργοδότης δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι του εργαζομένου, που απορρέουν από τη σύμβαση ή το νόμο. Έτσι, εφόσον ο εργοδότης καθυστερεί την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ο εργαζόμενος δικαιούται, ν’ ασκήσει επίσχεση της παροχής της εργασίας του, αρνούμενος να εργαστεί, εωσότου να ικανοποιηθούν οι ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του, ήτοι μέχρι της καταβολής των οφειλόμενων αποδοχών (βλ. ΑΠ 1209/1999, ΔΕΝ 2001.227, ΕΕργΔ 2000.846, ΕλλΔνη 2001.407, ΑΠ 197/1995, ΔΕΝ 1995.1185, ΕΕργΔ 1996.170). Το δικαίωμα αυτό μπορεί ν’ ασκήσει ο μισθωτός και προκειμένου ο εργοδότης να εκπληρώσει άλλο (πλην της καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών) ουσιώδη όρο της εργασιακής σύμβασης, από την παράβαση του οποίου έχει δημιουργηθεί ενδεχομένως ληξιπρόθεσμη αξίωση του εργαζομένου (βλ. ΕφΘεσ 611/1995, ΔΕΝ 1996.1165, ΕΕργΔ 1996.487). Ο εργαζόμενος ασκεί το δικαίωμά του με δήλωση προς τον εργοδότη, ότι παύει να του παρέχει την εργασία του, μέχρι να του πληρώσει τις καθυστερούμενες αποδοχές του ή ενδεχομένως να εκπληρώσει άλλο ουσιώδη όρο της σύμβασης. Αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι, στην περίπτωση αυτή, υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία του, εφόσον δηλαδή δεν καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές και δεν εκπληρώσει άλλο, ουσιώδη, πάντως, όρο της σύμβασης (ή δεν προβαίνει ο ίδιος σε νόμιμη και μη παραβιάζουσα τα αξιολογικά όρια που θέτει το, άρθρο 281 ΑΚ καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, βλ. ΑΠ 1412/1986, ΕΕργΔ 1987.817), να πληρώνει στον εργαζόμενο (που έχει ασκήσει νομίμως το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του) τις αποδοχές του, σαν να εργαζόταν κανονικά (άρθρο 656 ΑΚ, βλ. ΑΠ 1209/1999, ό.π., ΑΠ 197/1995, ό.π., ΑΠ 1412/1986, ΕΕργΔ 1987.817, ΕφΘεσ 611/1995, ό.π.) και δεν έχει (ο εργοδότης) το δικαίωμα, να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας ως εκ της μη παροχής των υπηρεσιών του εργαζομένου (βλ. ΑΠ 1412/1986, ό.π.). Η υπερημερία του εργοδότη παύει είτε με την προσήκουσα καταβολή των οφειλομένων ή την εκπλήρωση του ουσιώδους όρου της σύμβασης, είτε ύστερα από συμφωνία με τον εργαζόμενο (ΕφΘεσ 611/1995, ό.π.). Εξάλλου, κατά το άρθ. 1 §§ 1, 2 και 3 της Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980: “1. Όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους: α) Επίδομα εορτών Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό, για αυτούς που αμείβονται με μισθό και με 25 ημερομίσθια για αυτούς που αμείβονται με ημερομίσθιο και β) Επίδομα Εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για τους αμειβόμενους με μισθό και με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο. 2. Τα ανωτέρω επιδόματα καταβάλλονται στο ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διάρκεσε ολόκληρη τη χρονική περίοδο, στην περίπτωση του επιδόματος εορτών Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και στην περίπτωση του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων από 1 Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου…”, ενώ με το άρθρο 3 της ίδιας ως άνω απόφασης ορίζεται ότι τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα υπολογίζονται βάσει των πράγματι καταβαλλόμενων μισθών ή ημερομισθίων την 10 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, για το επίδομα Χριστουγέννων και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα για το επίδομα Πάσχα, ή με την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως, νοείται δε ως καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 648, 679 και 653 του Α.Κ., της κυρωθείσας με το Ν. 3248/55 υπ’ αριθμ. 95/49 Διεθνούς Συμβάσεως “περί προστασίας του ημερομισθίου”, 5 παρ. 2 του Ν. 133/75, 1 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και 1 παρ. 2 του Ν. 1082/80, προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές άδειας και τα επιδόματα αδείας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας (βλ. ΑΠ 805/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 45/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1834/2009 ΕλλΔνη 2009.1491). Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ των άλλων η υπερεργασία, η νόμιμη υπερωριακή εργασία, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας τη νύκτα και τις Κυριακές και αργίες, εφόσον η απασχόληση αυτή του εργαζόμενου είναι τακτική και μόνιμη (βλ. Λ. Ντάσιο, σελ. 386, 408 και εκεί παρ., ΑΠ 702/2002 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 741/2002 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 588/1993 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 273/1993 ΔΕΝ 49.1290, ΑΠ 911/1986 ΔΕΝ 43.167, ΑΠ 540/1985 ΔΕΝ 42.80, ΑΠ 705/1984 ΕΕΔ 44.766) όχι όμως και η παράνομη υπερωριακή απασχόληση (ΑΠ 1339/2005 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον, δε, ότι εάν η εργασιακή σχέση διήρκησε μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 2 της Υ.Α. 19040/ 1981, τότε καταβάλλεται σαν δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/5 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχάσεως και σαν δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή 1 ημερομίσθιο, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως. Για κάθε χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου ή του 8ημέρου αντίστοιχα δικαιούνται ανάλογο κλάσμα (ΑΠ 1425/2008 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγουσες με την υπό κρίση αγωγή τους, εκθέτουν ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία- μεταλλοβιομηχανία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου την 1-6-2008 η πρώτη των εναγουσών, την 23-4-1993 η δεύτερη και την 6-4-2006 η τρίτη των εναγουσών προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως γραμματείς, με τα, ειδικότερα περιγραφέντα στην αγωγή καθήκοντα και τοποθετήθηκαν στο υποκατάστημα που διατηρεί η πρώτη εναγομένη στο ………… Αττικής. Ότι στην εναγομένη εργάσθηκαν μέχρι 23-7-2012, οπότε και άσκησαν επίσχεση εργασίας για την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών τους. Ότι την εργασία τους παρείχαν με πενθήμερο εβδομαδιαίως, κατά πλήρες ωράριο έναντι μηνιαίου μισθού 1181,82 ευρώ για την πρώτη, 1383,57 ευρώ για τη δεύτερη, και 1338,17 ευρώ για την τρίτη των εναγουσών. Ότι από το Μάρτιο του έτους 2011 η εναγομένη καθυστερεί συστηματικά να τους καταβάλει δεδουλευμένες αποδοχές και για το λόγο αυτό κοινοποίησαν στην εναγομένη την από 11-7-2012 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία την καλούσαν να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες αξιώσεις τους μέχρις εκείνο το χρονικό σημείο, τάσσοντας της εύλογη προθεσμία, άλλως θα προέβαιναν σε επίσχεση εργασίας. Ότι η εναγομένη δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της και στις 23 Ιουλίου 2012 αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από το χώρο εργασίας τους, δηλώνοντας με εξώδικη δήλωση ότι ασκούν επίσχεση εργασίας. Ότι μετά την επίσχεση η εναγομένη κατέβαλε μόνο ένα μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών Ιανουαρίου και δη το ποσό των 500 ευρώ σε εκάστη. Ότι στις 11-7-2012 προσέφυγαν στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ………… του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και ότι κατά την ημεροχρονολογία συζήτησης της σχετικής εργατικής διαφοράς η εναγόμενη συνομολόγησε τη βασιμότητα των αξιώσεών τους, χωρίς να προβεί σε κάποια άλλη καταβολή. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι ενάγουσες ζητούν με την κρινομένη αγωγή, της οποίας τα αιτήματα περιορίσθηκαν με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο λόγω μερικής καταβολής αυτών από την εναγομένη, η οποία περιλαμβάνεται και στις έγγραφες προτάσεις τους, (ζητούν) αφού αναγνωρισθεί ότι νομίμως άσκησαν κατά της εναγομένης το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 4.443,59 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και το ποσό των 11.252,91 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας, στην δεύτερη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 5.202,17 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και το ποσό των 13.172,74 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας και στην τρίτη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 5031,58 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και το ποσό των 12.740,49 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας, όπως αυτά εξειδικεύονται στην αγωγή κατά την κύρια βάση δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που έκαστο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης ζητούν να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή αρμοδίως φέρεται, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664- 676 ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 656, 340, 341, 345, 346, 325, 904 ΑΚ, 176, 191 αρ. 2, 907, 908 ΚΠολΔ, άρθρο 1 §§ 1, 2 και 3 της Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980. Πρέπει συνεπώς η ένδικη αγωγή να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι μετά τον καθ’ ολοκληρίαν περιορισμό των αιτημάτων της λόγω μερικής εξόφλησης, το σύνολο των καταψηφιστικών αιτημάτων αυτής, δεν υπερβαίνουν το ποσό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ) και ως εκ τούτου δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και προσαυξήσεων υπέρ τρίτων από τις ενάγουσες.
Επειδή το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 1502/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1153/2009 ΔΕΕ 2011.348, ΕφΔωδ 173/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1585/2005 ΔΕΕ 2006.418). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος πέραν της άρνησης της αγωγής, με τις έγγραφες προτάσεις του και με δήλωση επ’ ακροατηρίω της πληρεξουσίας του δικηγόρου, η οποία καταχωρήθηκε στα οικεία (ταυτάριθμα με την παρούσα) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, υπέβαλλε τον ισχυρισμό ότι η καθυστέρηση της εναγομένης στην καταβολή των δεδουλευμένων οφείλεται σε πραγματική αδυναμία και όχι σε υπαιτιότητά της, ότι η επίσχεση στην οποία προέβησαν οι ενάγουσες ήδη από τις 23-7-2012, δημιούργησε ανυπέρβλητα προβλήματα στη λειτουργία της εναγομένης, η οποία έχει σημαντική ακίνητη περιουσία και είναι αξιόχρεη και η οποία καταβάλει κάθε προσπάθεια για ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, η οποία είναι νόμιμη, ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 325 και 281 ΑΚ 262 ΚΠολΔ και πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού και από τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, πλην των σχετικών εγγράφων με αύξοντα αριθμό 1, 2 και 6 που αναφέρονται στις προτάσεις της εναγομένης (και όπως εκεί εκτίθεται αφορούν γνωστοποίηση της Τράπεζας …………, πιστοποιημένο επιχειρηματικό σχέδιο εξυγίανσης, και αίτηση της Τράπεζας ………… προς την εναγομένη), τα οποία όμως δεν προσκομίζονται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγουσες προσελήφθησαν από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία είναι μεταλλοβιομηχανία με σύμβαση, εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου την 1-6-2008 η πρώτη των εναγουσών, την 23-4-1993 η δεύτερη και την 6-4-2006 η τρίτη των εναγουσών, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως γραμματείς και τοποθετήθηκαν στο υποκατάστημα που διατηρεί η πρώτη εναγομένη στο ………… Αττικής και ειδικότερα η πρώτη των εναγουσών παρέχοντας γραμματειακή υποστήριξη στη διεύθυνση υποκαταστήματος και υπεύθυνη για παρακολούθηση δημοσίων διαγωνισμών για οχήματα, η δεύτερη ως υπεύθυνη για την ηλεκτρονική αλληλογραφία του διευθυντή προώθησης προϊόντων της εναγομένης, ………… και προϊσταμένη του τμήματος κάδων απορριμμάτων και η τρίτη των εναγουσών ως υπεύθυνη για την παρακολούθηση των δημοσίων διαγωνισμών για κάδους απορριμμάτων και ραφιών-αρχειοθηκών. Οι ενάγουσες από τις ανωτέρω ημεροχρονολογίες πρόσληψης εκάστης προσέφεραν συνεχώς και αδιαλείπτως τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και με πλήρες ωράριο αντί συμβατικών μηνιαίων αποδοχών ανερχομένων στο ποσό των 1.181,82 ευρώ για την πρώτη, 1.383,57 ευρώ για τη δεύτερη και 1.338,17 ευρώ για την τρίτη των εναγουσών. Ωστόσο από τον Ιανουάριο του έτους 2012 η εναγομένη δεν κατέβαλε στις ενάγουσες και σε άλλους συναδέλφους τους τη μισθοδοσία τους και για το λόγο αυτό οι ενάγουσες επέδωσαν στην εναγομένη στις 11-7-2012 την από 6-7-2012 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωση τους με την οποία καλούσαν την εναγομένη να προβεί εντός προθεσμίας 10 ημερών στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών για τους μήνες Ιανουάριο 2012 έως και Ιούνιο του 2012, άλλως δήλωναν ότι θα αποχωρούσαν συννόμως από τον εργασιακό χώρο, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας (βλ. την υπ’ αριθμ. …………/11-7-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη). Η εναγομένη σε καμία καταβολή δεν προέβη εντός της προθεσμίας αυτής, οπότε οι ενάγουσες στις 23 Ιουλίου 2012 προέβησαν σε επίσχεση εργασίας κοινοποιώντας στην εναγομένη αυθημερόν την 23-7-2012 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση (βλ. την υπ’αριθμ. …………/23-7-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου–Λεράκη). Μετά την επίσχεση εργασίας η εναγομένη κατέβαλε στις ενάγουσες το ποσό των 500 ευρώ έναντι της οφειλής για το μήνα Ιανουάριο του έτους 2012. Oι ενάγουσες εξάλλου προσέφυγαν στις 11-7-2012 κατά της εναγομένης στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ………… Αττικής του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ζητώντας τις δεδουλευμένες αποδοχές για τους μήνες Ιανουάριο 2012 έως και Ιούνιο του 2012 και συντάχθηκε το υπ’ αριθμ. …………/11-7-2012 δελτίο εργατικής διαφοράς. Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης αναγνώρισε την ύπαρξη των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με την από 31-10-2012 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση που επιδόθηκε στις ενάγουσες την 8-11-2012 δήλωνε στις τελευταίες ότι προτίθεται να καταβάλει το σύνολο των δεδουλευμένων αποδοχών τους και τις προσκαλούσε να επιστρέψουν στην εργασία τους. Κατόπιν των ανωτέρω προσκλήσεων, οι ενάγουσες απέστειλαν στην εναγομένη την από 15-11-2012 εξώδικη απάντησή τους, με την οποία καλούσαν την εναγομένη να καταβάλλει άμεσα τα ποσά που τους οφείλονται για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας και υπό την προϋπόθεση καταβολής αυτών δήλωναν ότι θα διέκοπταν την επίσχεση εργασίας και θα επέστρεφαν στην εργασία τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την κατάθεση της ένδικης αγωγής έως τη συζήτηση αυτής η εναγομένη κατέβαλε στις ενάγουσες μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2012 και το επίδομα Χριστουγέννων 2012. Από την εκτίμηση της μάρτυρος απόδειξης ………… και του μάρτυρος ανταπόδειξης …………, ο οποίος κατέθεσε ότι η εναγομένη αναγνωρίζει τους οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές και τους μισθούς υπερημερίας αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες αν και έπαυσαν να παρέχουν την εργασία τους, δεν είναι, στην περίπτωση αυτή οι ίδιες υπερήμερες αλλά, αντίθετα η εναγομένη εργοδότριά τους, η οποία έφερε την εκ του νόμου υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία τους να τους καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές και να εκπληρώνει κάθε άλλο, ουσιώδη πάντως, όρο της σύμβασης και δεν είχε η εναγομένη το δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας ως εκ της μη παροχής των υπηρεσιών των εναγουσών. Περαιτέρω από την εκτίμηση των προσκομιζόμενων από την εναγομένη αποδεικτικών μέσων ουδόλως αποδείχθηκε ότι το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας των εναγουσών υπερέβη τα όρια της καλής πίστεως, των συναλλακτικών ηθών και ότι δεν αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε, δεδομένου ότι υπήρξε κατά την άσκησή του χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της εναγομένης εργοδότριας, καθώς οφείλονταν ήδη έξι (6) ληξιπρόθεσμοι δεδουλευμένοι μισθοί σε αυτές, οι ενάγουσες μάλιστα έθεσαν στην εργοδότριά εύλογη προθεσμία για την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων μισθών πριν την άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως και τα οφειλόμενα ποσά ήταν, σύμφωνα με τη μάρτυρα απόδειξης απολύτως αναγκαία για την κάλυψη των επιτακτικών αναγκών των εναγουσών και των οικογενειών τους. Επιπροσθέτως από τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη σχετικά έγγραφα και την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος ανταπόδειξης, σύμφωνα με την οποία η εναγομένη έχει κάποιες εκκρεμότητες λόγω της συνεργασίας της με το Δημόσιο, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι οι οικονομικές αυτές συναλλαγές είναι τέτοιου ύψους, ώστε να προκαλούν σημαντική δυσπραξία της εναγομένης, καθώς το προσκομιζόμενο από την εναγομένη με αύξοντα αριθμό ………… συμφωνητικό μεταξύ της εναγομένης και του Δημάρχου ………… αφορά την εκτέλεση της προμήθειας κάδων απορριμμάτων αντί συνολικού ποσού 15.669,37 ευρώ. Πέραν τούτου δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται από την εναγομένη το πιστοποιημένο επιχειρηματικό σχέδιο εξυγίανσης που επικαλείται με τις προτάσεις της, ενώ η προσκομιζόμενη από την εναγομένη συμφωνία αναστολής (STAND STILL AGREEMENT) για την επικύρωση της διαπραγμάτευσης αναχρηματοδότησης είναι ανυπόγραφη και σε απλό σχέδιο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων στις ενάγουσες, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αντιξοότητες, σε πρόσκαιρη δυσπραξία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτήν περιστάσεις, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως από τις ενάγουσες πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις ενάγουσες, οι οποίες απασχολήθηκαν στην εναγομένη ανελλιπώς, παρέχοντας την προσωπική τους εργασία κατά τον προσήκοντα τρόπο έως τις 23-7-2012 οφείλονται ως δεδουλευμένες μικτές συμφωνηθείσες αποδοχές στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 4.443,59 ευρώ (1.181,82 ευρώ X 3 μήνες + 19 ημερομίσθια X 47,27/ημερομίσθιο), στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 5.202,17 ευρώ (1383,57 ευρώ X 3 μήνες + 19 ημερομίσθια Χ 55,34/ημερομίσθιο) και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 5031,58 ευρώ (1338,17 ευρώ X 3 μήνες + 19 ημερομίσθια X 53,53/ημερομίσθιο). Περαιτέρω στις ενάγουσες οφείλονται από την εναγομένη από τις 23-7-2012, οπότε και άσκησαν νομίμως το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας έως και τη συζήτηση της αγωγής ως μισθοί υπερημερίας στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 11.187,90 ευρώ [1.181,82 ευρώ X 9 μήνες + 551,52 ευρώ (1181,82 : 2 : 15 X 14 8ημερα) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2012 έως και την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής], στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 13.097,79 ευρώ [1.383,57 X 9, μήνες + 645,66 ευρώ (1.383,57 : 2 : 15 X 14 8ημερα) για αναλογία επιδόματος Πάσχα έως και την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής], ενώ στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 12.668,01 ευρώ [1.338,17 X 9 μήνες + 624,48 ευρώ (1338,17 : 2 : 15 X 14 8ημερα) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2013 έως και την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής]. Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 15.631,49 ευρώ (4.443,59+11.187,90), στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 18.299,96 ευρώ (5.202,17 + 13.097,79) και στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 17.699,59 ευρώ (5031,58 + 12.668,01 ευρώ) για δεδουλευμένες οφειλόμενες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας με το νόμιμο τόκο για τις δεδουλευμένες οφειλόμενες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας από την τελευταία ημέρα εκάστου μήνα που αυτές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, ενώ για την αναλογία επιδόματος Πάσχα από τις 30-4-2013 και έως την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω το παρεπόμενο αίτημα των εναγουσών περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο κατ’ ουσίαν, καθόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν προς τούτο εξαιρετικοί λόγοι καθώς και ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσής της να προξενηθεί σημαντική ζημία στις ενάγουσες, δεδομένου ότι η με την παρούσα επιδίκαση αφορά χρηματικές οφειλές που προέρχονται από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έχουν δε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες και ως εκ τούτου απαιτητές στο σύνολό τους. Επίσης, μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγουσών, κατ’ αποδοχή σχετικού τους αιτήματος, θα πρέπει να επιβληθεί στην εναγομένη λόγω της εν μέρει ήττας της στη δίκη (άρθρο 178, 191 παρ. 2 του. ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων εξακοσίων τριάντα ενός ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (15.631,49), στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων διακοσίων ενενήντα εννιά ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (18.299,96) και στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (17.699,59) με το νόμιμο τόκο ως εξής: για το ποσό των πεντακοσίων πενήντα ενός ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (551,52) για την πρώτη ενάγουσα, το ποσό των εξακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (645,66) για τη δεύτερη ενάγουσα και το ποσό των εξακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (624,48) για την τρίτη ενάγουσα που αφορά την αναλογία επιδόματος Πάσχα από τις 30-4-2013 και έως την πλήρη εξόφληση, ενώ για τα υπόλοιπα κονδύλια που αφορούν δεδουλευμένες οφειλόμενες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας από την τελευταία ημέρα εκάστου μήνα που έκαστος μισθός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός και έως την πλήρη εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την ανωτέρω διάταξή της προσωρινά εκτελεστή, ήτοι για την πρώτη ενάγουσα για το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων εξακοσίων τριάντα ενός ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (15.631,49), για τη δεύτερη ενάγουσα για το ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων διακοσίων ενενήντα εννιά ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (18.299,96) και για την τρίτη ενάγουσα για το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (17.699,59).
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των εναγουσών σε βάρος της εναγομένης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων εξήντα (1.560) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 27.6.2013.
