Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Η καταγγελία είναι δικαίωμα το οποίο ασκείται με μονομερή απευθυντέα δήλωση βούλησης και επιφέρει από τη στιγμή που θα περιέλθει στο άλλο μέρος ή μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας, τη λύση μιας διαρκούς έννομης σχέσης για το μέλλον. Η καταγγελία δεν επιδέχεται αίρεση γιατί η προσθήκη αυτής δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη μεταβολή της νομικής κατάστασης και την κατάργηση της έννομης σχέσης. Παρά το ότι όμως η προσθήκη αιρέσεως δεν επιτρέπεται στην καταγγελία, ως μη συμβιβαζόμενη με το χαρακτήρα αυτής ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας, σε περίπτωση που η προσθήκη αιρέσεως δεν προκαλεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, δεν υπάρχει λόγος απαγόρευσης τέτοιας αίρεσης, όπως όταν η αίρεση είναι εξουσιαστική και εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του αντισυμβαλλομένου. Μετά την περιέλευση της δήλωσης καταγγελίας στο πρόσωπο προς το οποίο απαιτείται να απευθυνθεί, ο καταγγέλλων δεν μπορεί μονομερώς να ανακαλέσει την καταγγελία. Συμβιβασμός. Για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών. Η ενάγουσα παραιτήθηκε με συμφωνητικό από μέρος των αξιώσεων που της επιδικάστηκαν με δικαστική απόφαση. Το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αποτελεί συμβιβασμό αφού έγινε μετά την απόφαση που έλυσε την αμφισβήτηση των διαδίκων και δεν υπήρχε πια αβεβαιότητα αλλά πρόκειται για παραίτηση της ενάγουσας από δικαιώματα που της αναγνώρισε η τελεσίδικη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η παραίτηση αυτή αφορά εργατικές αξιώσεις που πηγάζουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, είναι άκυρη. Η περιληφθείσα, ως διαλυτική αίρεση, συμφωνία περί ισχύος του συμβιβασμού υπό τον όρο καταβολής υπολειπόμενου ποσού αποζημίωσης απόλυσης, είναι άκυρη καθόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν είναι επιδεκτική αιρέσεως. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 8.070,83 Ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός απόφασης
710/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Ουρανία-Αικατερίνη Κώτσιου, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Γεωργία Μαρούσου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 02 Οκτωβρίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
Της καλούσας-ενάγουσας: …… θυγατέρας …… ……, κατοίκου …… (οδός ……, αριθμ. …), η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Της καθ’ ης η κλήση-εναγομένης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……» και το διακριτικό τίτλο “……”, νομίμως εκπροσωπούμενη, που εδρεύει στα …… και διατηρεί υποκατάστημα στο …… Αττικής (οδός ……, αριθμ. …), της ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η καλούσα-ενάγουσα με την από 05-06-2014 κλήση της που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……/12-06-2014 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου ……/2014 επαναφέρει προς συζήτηση την από 16-12-2013 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……/07-01-2014 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου ……/2014 και ζητεί να γίνει αυτή δεκτή. Επί της αγωγής αυτής ορίσθηκε δικάσιμος η 16-01-2015 κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως πιο πάνω σημειώνεται.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις του.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις υπ’ αριθμούς ……/07-01-2014 και ……/09-07-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/07-01-2014 αγωγής και της κλήσης επαναφοράς αυτής (της αγωγής) προς συζήτηση, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 16-01-2015, οπότε και αναβλήθηκε η συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίσθηκε, δια του νομίμου εκπροσώπου της, κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνεπώς, ενόψει του ότι και επί αναβολής η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως ως προς όλους τους διαδίκους για τη νέα αυτή (μετ’ αναβολή) δικάσιμο (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να δικαστεί ερήμην. Η διαδικασία, ωστόσο, εφόσον πρόκειται για εργατική διαφορά, πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η καταγγελία είναι δικαίωμα το οποίο ασκείται με μονομερή απευθυντέα δήλωση βούλησης και επιφέρει από τη στιγμή που θα περιέλθει στο άλλο μέρος ή μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας, τη λύση μιας διαρκούς έννομης σχέσης για το μέλλον. Εφόσον με την άσκηση της καταγγελίας επέρχεται μονομερώς και άμεσα η κατάργηση της έννομης σχέσης, η διαμόρφωση δηλαδή μιας νέας κατάστασης, η καταγγελία είναι, κατά τη φύση της, δικαίωμα διαπλαστικό. Ως μονομερής απευθυντέα δήλωση βούλησης έχει νομική ενέργεια, δηλαδή επιφέρει τη λύση της σύμβασης, μόνον αφότου η σχετική δήλωση περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενο, χωρίς να χρειάζεται και αποδοχή εκ μέρους του. Όταν ο αντισυμβαλλόμενος προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία είναι παρών, η καταγγελία αποκτά νομική ενέργεια αμέσως (Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Γ’ έκδοση, παρ. 25, αρ. 1754, 1755, 1761, 1762). Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας περιέχει τη δήλωση του καταγγέλλοντας από την οποία πρέπει να προκύπτει σαφής και αναμφίβολη η βούληση του να λύσει μονομερώς τη σύμβαση έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της έννομης σχέσης και για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι η καταγγελία δεν επιδέχεται αίρεση γιατί η προσθήκη αυτής δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη μεταβολή της νομικής κατάστασης και την κατάργηση της έννομης σχέσης. Παρά το ότι όμως η προσθήκη αιρέσεως δεν επιτρέπεται στην καταγγελία, ως μη συμβιβαζόμενη με το χαρακτήρα αυτής ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας, σε περίπτωση που η προσθήκη αιρέσεως δεν προκαλεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, δεν υπάρχει λόγος απαγόρευσης τέτοιας αίρεσης, όπως όταν η αίρεση είναι εξουσιαστική και εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του αντισυμβαλλομένου (ΕφΑθ 8925/2006, ΤρΝομΠλ Νόμος, Δ. Ζερδελής, ο.π. αρ. 1788, 1789). Περαιτέρω, μετά την περιέλευση της δήλωσης καταγγελίας στο πρόσωπο προς το οποίο απαιτείται να απευθυνθεί, ο καταγγέλλων δεν μπορεί μονομερώς να ανακαλέσει την καταγγελία. Η ανάκληση έχει νομική ενέργεια, μόνον αν η σχετική δήλωση περιέλθει στον αποδέκτη της προηγουμένως ή ταυτόχρονα με την καταγγελία. Η μεταγενέστερη ανάκληση δεν μπορεί πλέον να ανατρέχει την άμεση διαπλαστική ενέργεια της καταγγελίας, σύμφωνα, δε με τη νομολογία, η συμβατική ανάκληση δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα, αλλά η δήλωση ανάκλησης, μετά την περιέλευση της καταγγελίας στον αντισυμβαλλόμενο μπορεί να οδηγήσει στη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας, εφόσον συγκατατίθεται σε αυτή ο αντισυμβαλλόμενος (Δ. Ζερδελής, ο.π. αρ. 1776-1778). Τέλος, κατά το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μη έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (Α.Κ. 174 και 180). Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται, πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 679 Α.Κ., 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, τυχόν, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό (ΑΠ 376/2012, ΤρΝομΠλ Νόμος, Δ. Ζερδελής, ο.π., αρ. 1326-1333 και 1874, 1875). Μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, που να λύνει την αμφισβήτηση των συμβαλλομένων δεν υπάρχει πια αβεβαιότητα και επομένως δεν χωρεί συμβιβασμός. Αν παρά ταύτα γίνει συμβιβασμός, στην πραγματικότητα θα πρόκειται για παραίτηση των διαδίκων από δικαιώματα που τους αναγνωρίζονται από την τελεσίδικη απόφαση ή για διαφορετική διάθεση αυτών, και όχι για κατάργηση της δικαστικής απόφασης, η δε παραίτηση αυτή, εφόσον αφορά εργατικές αξιώσεις που πηγάζουν από διατάξεις δημόσιας τάξεις, είναι άκυρη (ΕφΘες 412/1989, ΤρΝομΠλ Νόμος). Εν προκειμένω, η ενάγουσα, με την υπό κρίση αγωγή της, που νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 05-06-2014 (ΓΑΚ ……/12-06-2014 και ΑΚΔ ……/2014) κλήση, εκθέτει ότι δυνάμει έγκυρης συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης την 23-04-1993, η τελευταία, που είναι μεταλλοβιομηχανία, την προσέλαβε ως υπεύθυνη για την ηλεκτρονική αλληλογραφία του διευθυντή προώθησης προϊόντων και προϊσταμένη του τμήματος κάδων απορριμμάτων στο υποκατάστημα που διατηρεί στο …… Αττικής, με πενθήμερη εργασία και πλήρες ωράριο, αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους κατά το έτος 2012, 1.383,57 ευρώ. Ότι μετά την έκδοση της με αριθμό 1631/2013 απόφασης αυτού του δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε η νομιμότητα της επίσχεσης στην οποία είχε προβεί λόγω της μη καταβολής των μηνιαίων αποδοχών της και υποχρεώθηκε η εναγομένη στην καταβολή προς αυτή ποσού 18.299,96 ευρώ, υπεγράφη μεταξύ τους το από 10-07-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας, αναγνώρισε τις οφειλές της και συμφωνήθηκε η καταβολή προς την ενάγουσα ποσού 11.073,52 ευρώ για τις δεδουλευμένες αποδοχές της και ποσού 16.141,65 ευρώ που αντιστοιχεί σε ποσοστό 2/3 της αποζημίωσης απόλυσης. Ισχυριζόμενη, περαιτέρω, ότι καταβλήθηκε σε αυτή το ποσό των 19.144,34 ευρώ, όχι όμως και το ποσό των 8.070.83 ευρώ, που καθορίστηκε καταβλητέο έως τις 25-09-2013 και επομένως επήλθε πλήρωση της τεθείσης στο συμφωνητικό αιρέσεως περί ισχύος αυτού με συνέπεια η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας να θεωρείται ως μη γενόμενη, ζητεί, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή ποσού 28.873,88 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01-07-2013 έως 31-12-2014, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους ποσού, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) επικουρικά και για την περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης, να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή του ποσού των 8.070,83 ευρώ ως το υπολειπόμενο της αποζημίωσης απόλυσης ποσό, με το νόμιμο τόκο από 10-07-2013, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή των ανωτέρω ποσών βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον θα κατέβαλε αυτά σε άλλο υπάλληλο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και δ) να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο θα βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας της και της διαγωγής της, επ’ απειλή ποινής εμμέσου εκτέλεσης και να καταδικαστεί στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της. Η με το άνω περιεχόμενο και αίτημα αγωγή, για το καταψηφιστικό αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ- βλ. τα Σειρά Α με αριθμούς ……, …… και …… παράβολα αγωγόσημου με τα επικολλημένα υπέρ τρίτων ένσημα), αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 16 αρ. 2 και 25 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση εργατικών διαφορών (άρθρο 663 επ. ΚΠολΔ) και παραδεκτώς, δεδομένου ότι ασκήθηκε εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 από το χρόνο που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η αξίωση κατέστη απαιτητή και είναι νόμιμη, στηριζομένη, κατά την κύρια βάση της στις διατάξεις των άρθρων 361, 341, 345, 346, 648, 651, 653, 669, 679, 871 Α.Κ., 8 Ν. 2112/1920, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2, 5 παρ. 3, 6 Ν. 3198/1955, 176, 907, 908, 910 αρ. 4 ΚΠολΔ. Απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας είναι το αίτημα υποχρέωσης της εναγομένης, επ’ απειλή ποινής εμμέσου εκτελέσεως, χορήγησης στην ενάγουσα πιστοποιητικού εργασίας, καθόσον δεν γίνεται επίκληση υποβολής από την ενάγουσα σχετικής αίτησης προς την εναγομένη εργοδότριας, ούτε άρνηση της τελευταίας να προβεί στην χορήγηση αυτού (Λ. Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τόμος Α/Ι, έκδοση 5η, παρ. 134 και 136, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ 2005, τόμος Γ’ ημίτομος Β’, άρθρο 678). Απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας είναι και η κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενη βάση της αγωγής για την αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής από την εναγομένη του αιτούμενου ποσού κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, καθόσον δεν γίνεται επίκληση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας (χωρίς να απαιτείται κατά τα λοιπά να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα-ΑΠ 766/2014, ΤρΝομΠλ Νόμος). Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
Από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και όλα τα έγγραφα που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η ενάγουσα αποδεικνύονται τα εξής: δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 23-04-1993 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας μεταλλοβιομηχανίας, η τελευταία προσέλαβε την ενάγουσα στην υπηρεσία της προκειμένου να εργαστεί ως γραμματέας υπεύθυνη για την ηλεκτρονική αλληλογραφία του διευθυντή προώθησης προϊόντων της και ως προϊστάμενη του τμήματος κάδων απορριμμάτων (πωλήσεις, διεκπεραίωση παραγγελιών, παρακολούθηση σχετικών συμβάσεων κλπ) στο υποκατάστημα που διατηρούσε στο …… Αττικής με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και πλήρες ωράριο, αντί μηνιαίου μισθού, που το έτος 2012 ανερχόταν στο ποσό των 1.383,57 ευρώ. Λόγω της καθυστέρησης από την εναγομένη στην καταβολή του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας από το μήνα Μάρτιο του έτους 2011, η τελευταία άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας. Επί της αγωγής της ενάγουσας εκδόθηκε η με αριθμό 1631/2013 ήδη αμετάκλητη απόφαση αυτού του δικαστηρίου (βλ. το υπ’ αριθμ. …./14-01-2015 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία αφού κρίθηκε ως νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως από την ενάγουσα, υποχρεώθηκε η εναγομένη, να καταβάλει στην τελευταία το συνολικό ποσό των 18.299,96 ευρώ, από το οποίο ποσό 5.202,17 ευρώ αντιστοιχούσε σε δεδουλευμένες αποδοχές και ποσό 13.097,79 ευρώ σε μισθούς υπερημερίας κατά το διάστημα της επίσχεσης εργασίας. Μετά την επίδοση στην εναγομένη της ανωτέρω προσωρινά εκτελεστής απόφασης με επιταγή προς πληρωμή, υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας (καθώς και άλλων εργαζομένων) το από 10-07-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης διευθέτησης διαφοράς. Με αυτό συμφωνήθηκε, προκειμένου, ως αναγράφεται σε αυτό, για την οριστική ρύθμιση της διαμορφωθείσας κατάστασης και αποτροπής υποβολής των μερών σε περαιτέρω δικαστικές διενέξεις, η εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς τους με συμβιβασμό κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 871 επ. ΑΚ με εκατέρωθεν υποχωρήσεις. Ειδικότερα η εναγομένη κατήγγειλε στις 04-07-2013 την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, παραδίδοντας το από 04-07-2013 έγγραφο καταγγελίας, με το πλήρες ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, το οποίο παρέλαβε η ενάγουσα, διατηρώντας επιφύλαξη για την περίπτωση της μη εμπρόθεσμης και ολοσχερούς εξόφλησης της αποζημίωσης απολύσεως, κατά τα κάτωθι αναφερόμενα. Επίσης, η εναγομένη αναγνώρισε και αποδέχτηκε τις αξιώσεις της ενάγουσας που αφορούσαν σε δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας έως τις 30-06-2013 και πρότεινε σε αυτή την καταβολή ποσού 11.073,52 ευρώ (εκκαθαρισμένες αποδοχές μετά την αφαίρεση των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών, του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, του καταβληθέντος από τον ΟΑΕΔ επιδόματος επίσχεσης καθώς και κάθε άλλης κράτησης) καθώς και ποσοστού 2/3 της αποζημίωσης απολύσεως, ήτοι ποσού ύψους 16.141,65 ευρώ (24.212,47/3). Το ποσό των 19.144,34 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην ενάγουσα με την υπογραφή του συμφωνητικού δια της εκδόσεως ισόποσης επιταγής. Το υπόλοιπο ποσό των 8.070,83 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ήμισυ της καταβαλλόμενης αποζημίωσης, συμφωνήθηκε να καταβληθεί στις 25-09-2013, παραδόθηκε δε, στην ενάγουσα, προς διευκόλυνση και εξασφάλιση καταβολής του ποσού και όχι λόγω εξοφλήσεως, η με αριθμό …… ισόποση επιταγή, εκδόσεως της εναγομένης σε διαταγή της ενάγουσας, με ημερομηνία εκδόσεως 25-09-2013, πληρωτέα στην …… Τράπεζα ……. Η ενάγουσα αποδέχτηκε τη πρόταση να λάβει τις οφειλόμενες αποδοχές της και αποζημίωση ατόκως. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι ο συμβιβασμός ως προς την ενάγουσα ισχύει υπό τη διαλυτική αίρεση πληρωμής του πιστούμενου ποσού στις 25-09-2013 και ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε καθυστέρησης, το συμφωνητικό θεωρείται ως μη γενόμενο και τα πράγματα θα επανέλθουν στην προ της υπογραφής του κατάσταση, όσες δε, καταβολές έχουν τυχόν γίνει μέχρι τότε, λογίζεται ότι έγιναν έναντι της οφειλής δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας, η δε από 04-07-2013 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται ως μη γενόμενη και επομένως ουδεμία έννομη συνέπεια επάγεται. Από τα έως τώρα εκτεθέντα προκύπτει ότι, με το ανωτέρω συμφωνητικό η ενάγουσα παραιτήθηκε από μέρος των αξιώσεων που της επιδικάστηκαν με την υπ’ αριθμό 1631/2013 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με ταυτόχρονη αποδοχή αυτής από τα διάδικα μέρη και παραίτησή τους από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων κατά αυτής. Επομένως, το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αποτελεί συμβιβασμό αφού έγινε μετά την απόφαση που έλυσε την αμφισβήτηση των διαδίκων και δεν υπήρχε πια αβεβαιότητα, καθόσον μάλιστα η εναγομένη δεν αμφισβητούσε την οφειλή της προς την ενάγουσα, όπως προκύπτει τόσο από δελτίο επίλυσης εργατικής διαφοράς, όσο και από τα με αριθμό 1631/2013 πρακτικά αυτού του δικαστηρίου, αλλά πρόκειται για παραίτηση της ενάγουσας από δικαιώματα που της αναγνώρισε η τελεσίδικη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η παραίτηση αυτή αφορά εργατικές αξιώσεις που πηγάζουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, είναι άκυρη. Περαιτέρω, ως ήδη εκτέθηκε η εναγομένη προέβη στις 04-07-2013 σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία ως μονομερής απευθυντέα δήλωση βούλησης, από το χρόνο περιέλευσής της στην ενάγουσα, ήτοι στις 10-07-2013, επέφερε τη λύση της σύμβασης εργασίας, μη απαιτούμενης της αποδοχής εκ μέρους της τελευταίας. Η περιληφθείσα ως διαλυτική αίρεση συμφωνία περί ισχύος του συμβιβασμού υπό τον όρο καταβολής του υπολειπόμενου ποσού των 8.070,83 ευρώ ως αποζημίωσης απόλυσης, είναι άκυρη καθόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν είναι επιδεκτική αιρέσεως. Τούτο, δε, διότι με την εν λόγω αίρεση καθίσταται η δήλωση της καταγγέλουσας ασαφής και αμφίβολη η βούλησή της να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να διατηρείται στην αντισυμβαλλόμενή της ενάγουσα αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της έννομης σχέσης και η προσθήκη αυτής δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη μεταβολή της νομικής κατάστασης και την κατάργηση της έννομης σχέσης. Η ανωτέρω αίρεση δεν δύναται να θεωρηθεί ανάκληση της δήλωσης καταγγελίας, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια, μόνον αν η σχετική δήλωση περιέλθει στον αποδέκτη της προηγουμένως ή ταυτόχρονα με την καταγγελία. Εξάλλου, η μεταγενέστερη έστω και συμβατική ανάκληση δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα, αλλά η δήλωση ανάκλησης, μετά την περιέλευση της καταγγελίας στον αντισυμβαλλόμενο μπορεί να οδηγήσει στη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας, εφόσον συγκατατίθεται σε αυτή ο αντισυμβαλλόμενος. Επομένως, δια της ανωτέρω από 04-07-2013 καταγγελίας της εναγομένης, που περιήλθε στην ενάγουσα την ημέρα υπογραφής του ιδιωτικού συμφωνητικού, ήτοι στις 10-07-2013, επήλθε λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, μη καθιστάμενης της εναγομένης υπερήμερης ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας για το μετά την ανωτέρω ημερομηνία χρονικό διάστημα, απορριπτομένου ακολούθως του κονδυλίου των 28.873,88 ευρώ ως ουσιαστικά αβάσιμου. Υποχρεούται όμως η εναγομένη στην καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης της ενάγουσας και πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει το υπολειπόμενο ποσό της, εν προκειμένω, δε, το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 8.070,83 ευρώ. Ενόψει του ότι η αποζημίωση απόλυσης υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών και η εναγομένη εργοδότρια κατέβαλε στην ενάγουσα ως αποζημίωση ποσό που υπερέβαινε αυτό των αποδοχών δύο μηνών, κατά τον σύμφωνα με το ιδιωτικό συμφωνητικό καταλογισμό, για τα επιπλέον οφειλόμενα ποσά κατέστη υπερήμερη από τη λήξη κάθε διμήνου και για ποσό ίσο τουλάχιστον με αποδοχές δύο μηνών (ΑΠ 81/2010, ΕφΑθ 5053/2011, ΤρΝομΠλ Νόμος, Δ. Ζερδελής,,ο.π., αρ. 1878-1880 – άρθρ. 2 παρ. 2 και 3. του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 74 παρ. 3 του ν. 3863/2010). Επομένως, οφείλει να καταβάλει το ποσό των 8.070,83 ευρώ με το νόμιμο τόκο ως εξής: α) ποσό 2.767,14 ευρώ από 11-09-2013, β) ποσό 2.767,14 ευρώ από 11-11-2013 και γ) ποσό 2.536,55 ευρώ από 11-01-2014. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενη βάση της ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 8.070,83 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα και μέχρι την εξόφληση. Το αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο ενόψει του ότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης για το μέρος αυτό μπορεί να επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα. Πρέπει, επίσης, για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης εκ μέρους της απολειπομένης εναγομένης να οριστεί το νόμιμο παράβολο (άρθρα 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 σε συνδυασμό με 591 παρ. 1, 663 περ. 1 και 673 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας λόγω της εν μέρει ήττας της και κατά την έκταση αυτής, κατ’ αποδοχή ως βάσιμου σχετικού αιτήματος της (άρθρα 176, 178, 191 παρ. 2, 591 παρ. 1 και 663 περ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην της εναγομένης.
-ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο, για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό της παρούσας απορριπτέο.
-ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των οκτώ χιλιάδων εβδομήντα ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (8.070,83), με το νόμιμο τόκο ως εξής: α) ποσό 2.767,14 ευρώ από 11-09-2013, β) ποσό 2.767,14 ευρώ από 11-11-2013 και γ) ποσό 2.536,55 ευρώ από 11-01-2014.
-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή.
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 21 ΜΑΡ 2016
