Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Επανάληψη συζήτησης κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ. Υπερημερία εργοδότη. Προϋποθέσεις γένεσης και παύσης αυτής. Αν με τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της παροχής των υπηρεσιών του εργαζομένου και υποχρεώθηκε σε καταβολή αποδοχών ορισμένου χρονικού διαστήματος, ως μισθών υπερημερίας, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος επιδιώκει την καταβολή των αποδοχών του για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, επικαλούμενος ότι η υπερημερία του εργοδότη συνεχίζεται, το κύρος της εργασιακής σύμβασης όπως και το είδος της συμφωνημένης ή παρεχόμενης εργασίας και οι αποδοχές του εργαζομένου είναι ζητήματα που καλύπτονται από το δεδικασμένο. Δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας. Πότε καθίσταται καταχρηστική η άσκηση αυτού. Στοιχεία του ορισμένου της ένστασης του εργοδότη περί δόλιας και κακόβουλης αποφυγής εύρεσης απασχόλησης από τον μισθωτό. Απορρίπτει την ένσταση ως ουσία αβάσιμη. Ένσταση έκπτωσης ωφελείας. Δέχεται την αγωγή. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 18.878,48 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης: 1395/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή, Μιχαήλ-Άγγελο Γιαννακάκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Βασιλική Αργυροπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας : …….. θυγ. …….. …….., κατοίκου Αθηνών, οδός …….. αρ. …- …….., με ΑΦΜ …….., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της εναγομένης : Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …….. αριθμ. …, Ν. Σμύρνη, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 30-6-2010 αγωγή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../2010, προσδιορίστηκε δε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 19ης-3ου-2012. Κατά τη δικάσιμο εκείνη έλαβε χώρα συζήτηση της υπόθεσης και επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 777/2013 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει της οποίας αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της. Με την από 9-7-2015 κλήση της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../2015 η ενάγουσα επανέφερε νομίμως προς συζήτηση την κρινόμενη αγωγή της, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 26-2-2016, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20-2-2017 ότε και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Επί της ως άνω αγωγής δεν εκδόθηκε απόφαση παρά την πάροδο χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου των οκτώ μηνών και η δικάσασα Δικαστής επέστρεψε την επίδικη δικογραφία μετά από την έκδοση της ΕΠ ……../2018 πράξης αφαίρεσης δικογραφιών του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την με αριθμό Πράξης ……../2018, η οποία κατατέθηκε οίκοθεν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2018 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ……../2018 από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού ελήφθησαν υπόψη οι διατάξεις των άρθρων 307 του ΚΠολΔ και 17 στοιχ. Γ παρ. 4 του ν. 1756/1988, προσδιορίσθηκε ως νέα δικάσιμος επανάληψης της συζήτησης της ως άνω αγωγής και κλήσης η 24η-5ου-2018. Κατά τη συζήτηση της αγωγής, ουδείς εκ των πληρεξουσίων Δικηγόρων των διαδίκων παραστάθηκε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο, που εμφανίζεται μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως παραίτηση, θάνατος ή παύση δικαστή, καταστεί αδύνατη η έκδοση απόφασης, επαναλαμβάνεται η συζήτηση, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της νέας δικασίμου μπορεί να γίνει, και η κλήση για τη συζήτηση αυτή μπορεί να κοινοποιηθεί, με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου, τα σχετικά δε αποδεικτικά επίδοσης συντάσσονται ατελώς. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση κατά την οποία, για οποιοδήποτε λόγο δεν εκδοθεί απόφαση μέσα σε οκτώ μήνες από τη συζήτηση της υπόθεσης, οπότε ο Δικαστής υποχρεούται να επιστρέφει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται με πράξη του Δικαστή που διευθύνει το Δικαστήριο ή του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον κάποιος εκ των διαδίκων δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προσδιορισμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, ημέρα ανασυζήτησης της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από το σχετικό πινάκιο, πρέπει να αποδειχθεί η σχετική κλήτευση αυτού. Η μη κλήτευση δε του απολιπόμενου διαδίκου για την ανασυζήτηση έχει ως συνέπεια την κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης (βλ. ΕφΑΘ 143/2013 και ΕφΠατρ 450/2010, αμφότερες σε ΤΝΠ ΔΣΑ «Ισοκράτης», ΕφΠατρ 1253/2007 και ΕφΛαρ 519/2007, αμφότερες σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία γνώμη, η, κατ’ άρθρο 307 του ΚΠολΔ, επαναλαμβανόμενη συζήτηση, αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (βλ. ΑΠ 82/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ «Ισοκράτης», για την κατ’ άρθρο 307§§ 1 και 2του ΚΠολΔ ανασυζήτηση, οπότε, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και για την κατ’ άρθρο 307 παρ. 3 του ΚΠολΔ (βλ. και ΕφΑΘ 720/2012, ΕλλΔνη 2013/1093, ΕφΘεσ 1927/2012, Αρμ 2013/1503, ΕφΑΘ 1503/2010, ΕσΑΔ 2011/212). Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον η αρχική και επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνιστούν τα δύο στάδια μίας ενιαίας συζήτησης, βάσει των διατάξεων των άρθρων 307, 254 και 280 του ΚΠολΔ, ο διάδικος, ο οποίος παρίσταται νόμιμα σε ένα από τα δύο αυτά στάδια, δικάζεται κατ’ αντιμωλίαν (βλ. Κεραμέας /Κονδύλης/Νίκας – Μακρίδου, «Ερμηνεία ΚΠολΔ», τ. I, σε άρ. 254, σελ. 530, σε άρ. 280, σελ. 569 και σε άρ. 307, σελ. 612). Ο διάδικος, δηλαδή, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παρασταθεί στην αρχική, δικάζεται κατ’ αντιμωλίαν, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η εκ νέου κατάθεση έγγραφων προτάσεων, αλλά αρκούν και ισχύουν οι έγγραφες προτάσεις, οι οποίες κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη (βλ. ΕφΠειρ 275/2014, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΘεσ 151/2012, ΕΠολΔ 2012/377), επιτρεπομένης βέβαια της συμπλήρωσης αυτών (βλ. ΕφΛαρ 459/2015, ΕφΛαρ 502/2013 και ΕφΑΘ 313/2012, άπασες σε ΤΝΠ ΔΣΑ «Ισοκράτης», ΕφΑΘ 3334/2011, ΕλλΔνη 2013/1096, ΕφΔυτΜακ 88/2011, Αρμ 2014/1168). Αντιστρόφως, βάσει των ίδιων ως άνω διατάξεων, ο διάδικος, ο οποίος δεν παρέστη στην αρχική, αλλά μόνο στην επαναλαμβανόμενη, εφόσον καταθέσει νομότυπα προτάσεις, δικάζεται κατ’ αντιμωλίαν (βλ. ΕφΠειρ 542/2012, ΕΕμπΔ 2013/417, ΕφΔωδ 212 /2009 και ΕφΠατρ 351/2008, αμφότερες σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΔωδ 52/2000, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 30-06-2009 (αριθμ. ……../……../2010) αγωγή, συζητήθηκε αρχικώς κατά τη δικάσιμο της 29-1-2013 επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 777/2013 μη οριστική απόφαση με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της (κρινόμενης) αγωγής μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της από 25-8-2008 (αριθμ. ……../……../2008) αγωγής της ενάγουσας ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου που δίκασε με την ίδια διαδικασία. Κατόπιν εκδόσεως της υπ’αριθ. 1289/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου επί της από 25-8-2008 (αριθμ. ……../……../2008) προαναφερόμενης αγωγής, η ενάγουσα με την από 9-7-2015 (αριθμ. ……../……../2015) κλήση επανέφερε νομίμως προς συζήτηση την ως άνω αγωγή, η οποία και συζητήθηκε, κατόπιν αναβολής, κατά τη δικάσιμο της 20ης-2ου-2017. Ειδικότερα, η προαναφερόμενη υπ’αριθμ. 777/2013 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε επί της κρινόμενης αγωγής ανέβαλλε κατ’άρθρο 249 ΚΠολΔ τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της από 25-8-2008 (αριθμ, ……../……../2008) προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας κατά της εναγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 1532/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό η υπ’αριθμ. 4774/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως της εναγομένης κατά της τελευταίας ως άνω απόφασης εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 1289/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας αναιρέθηκε εν μέρει η προαναφερόμενη υπ’αριθμ. 4774/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Στη συνέχεια, η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών το οποίο απέρριψε την υπ’αριθμ. 1532/2010 έφεση κατά της υπ’αριθμ. πρωτόδικης απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Επειδή δεν εκδόθηκε απόφαση, παρά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 8 μηνών, από τη συζήτηση της ως άνω αγωγής (που έλαβε χώρα στις 20-2-2017), εκδόθηκε η ΕΠ ……../2018 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και η δικάσασα Δικαστής επέστρεψε την παρούσα δικογραφία. Κατόπιν τούτων, με την αριθμ. ……../2018 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ……../2018 Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, επαναφέρεται οίκοθεν προς συζήτηση η κρινόμενη αγωγή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής,κατά τις δικασίμου της 29ης-1ου-2013 και 2ας-2ου-2017, αμφότερα τα διάδικα μέρη είχαν παρασταθεί στο Δικαστήριο δια των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 29-1-2013, και 2-2-2017 πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Από τα από 19-3-2018 και 20-3-2018 επισυναπτόμενα αποδεικτικά επιδόσεως των Επιμελητών Δικαστηρίων, ΖΑΡΜΑΚΟΥΠΗ Κωνσταντίνου και ΠΑΧΗ Σπυριδούλας και τις επισυναπτόμενες με ημερομηνία 7-3-2018 δύο (2) έγγραφες κλήσεις της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, Βικτώριας Χελιώτη, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα των ανωτέρω κλήσεων και της ανωτέρω Πράξεως του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους διαδίκους. Εντούτοις, οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο στη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου. Ενόψει, όμως, του ότι κατά την προηγούμενη συζήτηση, της οποίας η πιο πάνω συνιστά συνέχεια (άρθρα 254 παρ. 1, 307 ΚΠολΔ, (βλ. ΑΠ 82/2015, ΤΝΠ ΔΣΑ «Ισοκράτης ΕφΑθ. 961/2009 ΕλλΔ/νη 2010/1058, 161/2018 «ΝΟΜΟΣ» 166/2018 ΝΟΜΟΣ»), οι διάδικοι είχαν παρασταθεί διά των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους και είχαν καταθέσει νομίμως έγγραφες προτάσεις, η μη εμφάνιση και παράσταση αυτών κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως δεν συνεπάγεται την ερημοδικία τους, αλλά η κρινόμενη υπόθεση δικάζεται με δικονομικά παρόντες τους διαδίκους(βλ. την προμνησθείσα μείζονα σκέψη)
Ι. Το άρθρο 656 ΑΚ ορίζει ότι αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Πρόκειται για μια προστατευτική υπέρ του εργαζομένου διάταξη. Ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωσή του στο μισθό χωρίς να έχει παράσχει την εργασία του και χωρίς να υποχρεούται να την παράσχει σε μεταγενέστερο της υπερημερίας χρόνο [Ζερδελής Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις Γ’ Έκδοση (2015) σελ. 692, 693 αριθμ, 1343]. Οι προϋποθέσεις της υπερημερίας του εργοδότη είναι : α) έγκυρη σύμβαση εργασίας, β) προσφορά από τον εργαζόμενο της εργασίας, γ) δυνατότητα εκπλήρωσης της παροχής και δ) μη αποδοχή της εργασίας από τον εργοδότη. Κατά την κρατούσα άποψη τόσο στη νομολογία, όσο και στη θεωρία, στην περίπτωση της άκυρης απόλυσης δεν απαιτείται πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος δανειστής. Και τούτο, γιατί η δήλωση καταγγελίας περιέχει αυτονόητα και σαφή δήλωση της πρόθεσης του εργοδότη να μην αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του εργαζομένου και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 350 δεν απαιτείται πραγματική προσφορά. Αποτελεί αδικαιολόγητο φορμαλισμό να αξιωθεί από τον εργαζόμενο να προβεί μετά την άκυρη απόλυση σε, έστω, ρηματική προσφορά των υπηρεσιών του, όταν ο εργοδότης έχει ήδη δηλώσει κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν θα αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του, ώστε εύλογα να μη δικαιούται πλέον να αναμένει την προφορά των υπηρεσιών του. (Ζερδελής ό.π σελ. 693,694 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία και στη θεωρία). Αναφορικά με την προρρηθείσα προϋπόθεση της προσφοράς από τον εργαζόμενο της εργασίας, παρατηρητέα τυγχάνουν τ’ακόλουθα : Στην περίπτωση της άκυρης καταγγελίας, όπου έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 351 ΑΚ, δεν απαιτείται μη «αποδοχή της παροχής», καθόσον ο εργοδότης έχει εκδηλώσει μέσω της καταγγελίας, την άρνησή του να επιχειρήσει τις απαραίτητες για την εκπλήρωση της παροχής ενέργειες (Ζερδελής ό.π σελ. 687 αριθμ. 1356). Η υπερημερία του εργοδότη αρχίζει από την ημέρα της άκυρης απόλυσης, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε προσφορά, ούτε ρηματική, από την πλευρά του εργαζομένου αφού, όπως ήδη ειπώθηκε, ο εργοδότης, με την καταγγελία, δηλώνει κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι από το χρονικό σημείο της καταγγελίας και έπειτα δεν πρόκειται να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες (σύμπραξη) για την εκπλήρωση της παροχής (Ζερδελής ό.π σελ. 695 αριθμ. 1351 με τις εκεί παραπομπές). Περαιτέρω, η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας παύει, όταν εκλείψει μια από τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Έτσι, η υπερημερία παύει : α) Με την αποδοχή της εργασίας, β) Με δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) Με τη λύση της σύμβασης εργασίας [ στην περίπτωση αυτή, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μια άκυρη καταγγελία, αυτή παύει με μια νέα έγκυρη καταγγελία (ΑΠ 1093/1993 ΕΕργΔ 1994, 100] ή δ) Με την περιέλευση του εργαζομένου σε αδυναμία προσφοράς (βλ. Ζερδελή ό.π σελ. 697 επ. με τις παραπομπές σε θεωρία και νομολογία).
ΙΙ. Οι μισθοί υπερημερίας είναι απαίτηση που έχει καθαρά μισθολογικό χαρακτήρα. Με την ικανοποίησή της ο εργοδότης εκπληρώνει την κύρια υποχρέωσή του, που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Η αξίωση του εργαζομένου περιλαμβάνει όλες τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν η λειτουργία της σύμβασης συνεχιζόταν κανονικά και ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες τους, όπως επιδόματα εορτών, αδείας, προσαυξήσεις για σταθερά και μόνιμα παρεχόμενη εργασία κατά τις Κυριακές τις αργίες και της νύχτα κλπ.(Ζερδελής σελ. 702, ΑΠ 431/20016 ΧρΙΔ2006,658).
ΙΙΙ. Περαιτέρω, αν με τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της παροχής των υπηρεσιών (εργασίας) του εργαζομένου και υποχρεώθηκε σε καταβολή αποδοχών ορισμένου χρονικού διαστήματος, ως μισθών υπερημερίας, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος επιδιώκει την καταβολή των αποδοχών του για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, επικαλούμενος ότι η υπερημερία του εργοδότη συνεχίζεται, αντικείμενο της δικαστικής έρευνας αποτελεί μόνο η εξακολούθηση της υπερημερίας του εργοδότη και ενδεχομένως η άρση της, αν ο τελευταίος προβάλλει σχετικό ισχυρισμό, αφού η περιέλευσή του σε υπερημερία και συνακόλουθα το κύρος της εργασιακής σύμβασης όπως και το είδος της συμφωνημένης ή παρεχόμενης εργασίας και οι αποδοχές του εργαζομένου είναι ζητήματα που καλύπτονται από το δεδικασμένο (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’άρθρο), τόμος Β’ έκδ. 1994 σελ. 497 αριθμ. 25. Τέλος, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της απολύσεως του εργαζομένου δημιουργεί δεδικασμένο, για τους μεταγενέστερους μισθούς υπερημερίας και η διώκουσα την καταβολή των μεταγενεστέρων μισθών αγωγή δεν υπόκειται στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 (ΑΓΊ 314/1982 ΝοΒ 30, 1452, Εφ. Θεσσαλ. 1265/2017 «ΝΟΜΟΣ», ΕφΠατρ 29/2003, ΕφΘεσ 2219/1989 Δ/νη 32.1269, ΕφΘεσ 553/1984 Αρμ 39,297).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα ιστορεί στην κρινόμενη αγωγή της ότι προσλήφθηκε στις 22-3-2007 από την εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία «…….», η οποία διατηρεί αλυσίδα ανθοπωλείων στην Αθήνα, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι έκτοτε εργάσθηκε με την αμοιβή, το ωράριο και τους όρους που αναφέρει στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι εργάσθηκε ανελλιπώς στην εναγομένη μέχρι τις 31-5-2008 οπότε η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της την απέλυσε. Ότι άσκησε την από 25-8-2008 αγωγή σε βάρος της εναγομένης με την οποία ζητούσε, εκτός άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και ζητούσε και μισθούς υπερημερίας. Ότι επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 1532/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της προαναφερόμενης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου και μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και υποχρεώθηκε η εναγομένη να της καταβάλει, μεταξύ άλλως, το αιτηθέν ποσό των 12.020,06 ευρώ για μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1-6-2008 έως 31-5-2009. Ότι η υπερημερία της εναγομένης δεν έχει εισέτι αρθεί και της οφείλονται μισθοί υπερημερίας πλέον δώρων εορτών και επιδομάτων αδειίας του μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος από 1-6-2009 μέχρι τις 31-5-2012 συνολικού ποσού 35.080,08 ευρώ.
Με βάση το ως άνω ιστορικό η ενάγουσα ζητεί – μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτούμενου κονδυλίου των μισθών υπερημερίας από 35.080,08 ευρώ σε 18.878 ευρώ, [αφαιρουμένου από το αρχικώς αιτηθέν ποσό των 35.080,08 ευρώ του ποσού των 16.201,60 ευρώ, ο οποίος (περιορισμός) ισοδυναμεί με μερική παραίτηση από το δικόγραφο (294, 295 ΚΠολΔ), αναφορικά με το τελευταίο ως άνω ποσό, οπότε η αίτηση κατά το μέρος αυτό θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (ΑΠ 1699/1991, ΕλλΔνη 1993. 579, 580, 978/2013 Πολ. Πρωτ. Αθηνών «ΝΟΜΟΣ», Μον. Πρωτ. Ρόδου 158/2013 «ΝΟΜΟΣ» Μον. Πρωτ. Ρόδου 31/2013 «ΝΟΜΟΣ»], περιορισμός που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της ενάγουσας, που καταχωρίσθηκε στα με ημερομηνία 20-2-2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και αναλύεται στις με ημερομηνία 20-2-2017 έγγραφες προτάσεις της [άρθρα 295 παρ. 1 εδ.β, 297, 223, 224, και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ] – (ζητεί) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.878 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας, λόγω της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της νομίμως εντόκως από της επιδόσεως της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη.
Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται, καθ’ύλην και κατά τόπον, προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, [άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ.2, 25 αρ.2, 33, και 664-676 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως οι ως άνω διατάξεις (664-676, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος (1-1-2016) του ν.4335/2015 (που αφορά στις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ), καθόσον σύμφωνα με το άρθρο ένατο (μεταβατικές και άλλες διατάξεις), στην παρ 2. του ως άνω ν. 4335/2015 «Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές», ενώ η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου πριν από την 1η-1ου-2016 και δη στις 9-7-2010]. Περαιτέρω, η αγωγή αναφορικά με το κονδύλιο των μισθών υπερημερίας είναι αρκούντως ορισμένη διότι περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τη νομική θεμελίωση και τη δικαστική εκτίμηση της, απορριπτόμενης τής, περί του αντιθέτου, αιτιάσεως της εναγομένης, καθότι περιέχει τα στοιχεία της σύμβασης εργασίας, το εργασιακό αντικείμενο, την ειδικότητα της ενάγουσας, τη διάρκεια και το ωράριο απασχόλησής της, την παροχή της εργασίας της στον εργοδότη, το ύψος του μισθού της ενάγουσας, ο οποίος περιλαμβάνει ποσοτικώς και ποιοτικώς ό,τι αυτή θα ελάμβανε, εάν η εργοδότρια αποδεχόταν την εργασία της, σύμφωνα με την εργασία ή της σύμβαση και το νόμο [ΑΠ 341/2008 ΕΕργΔ 68(2009).573=ΕλΔ 50(2009).484=ΔΕΝ 65(2009).468], των δε λοιπών αναφερόμενων ως ελλειπόντων στοιχείων δυναμένων να προκύψουν και από την αποδεικτική διαδικασία χωρίς βλάβη της εναγομένης, αναφορικά με τη δυνατότητα άμυνάς της, χωρίς vα απαιτείται τα στοιχεία αυτά να διατυπώνονται κατά τρόπο πανηγυρικό στο δικόγραφο, αρκεί ότι εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτουν ή συνάγονται επαρκώς από όλο το κείμενο της αγωγής (ΑΠ 2016/2007, ΑΠ 184/2007, ΑΠ 66/2007, ΑΠ 199/2004, ΑΠ 584/2000 «ΝΟΜΟΣ»). Σημειώνεται ότι για να είναι ορισμένο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο αρκεί να αναγράφεται και ο μέσος όρος των μισθών κατά το αναφερόμενο διάστημα. (βλ. και ΑΠ 431/2006 δημοσίευση ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΧΡΙΔ 2006/658, Εφ. Δωδ. 12/2014 «ΝΟΜΟΣ»), ενώ καθίσταται περιττή η επιπρόσθετη μνεία περί πραγματικής και προσηκούσης προσφοράς της εργασίας του μισθωτού, διότι η καταγγελία της συμβάσεως εμπεριέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος (βλ. ΑΠ 192/2009, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1024/2006, ΕλλΔνη 50, 437, ΑΠ 431/2006, ΕλλΔνη 49, 464 και ΑΠ 216/2002, ΕλλΔνη 44: 120, Εφ. Πειρ.123/2014 «ΝΟΜΟΣ»). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653, 655, 656, 659, 669, 298, 330, 349, 350, 353, 361, 340, 341, 345, 346, 914 και 932 ΑΚ, 3 του ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955, 5 του β.δ/τος της 16/18-7-1920, 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, 1 παρ. 1 και 2 του Ν.1082/1980 και 1 παρ.1&2, 2, 3 παρ.1, 6 και 10 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, 1 3π. του Ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966 68, 907 και 908 αρ.1 εδ. ε’ 910 αρ. 4, 176 και 189 παρ. 1 σε συνδ. με 191 αρ. 2 του ΚΠολΔ και 63 παρ. 1, 68 παρ. 1, 84 παρ. 1 του Κωδ.Δικηγόρων Ν.4194/2013, (ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013). [Σημειωτέον ότι στην υπ’αριθμ. 777/2013 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν γίνεται μνεία των διατάξεων που απαρτίζουν τη νομική βάση της κρινόμενης αγωγής, ήτοι στις διατάξεις των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου). Συνεπώς, πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, καθόσον καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου για το μέρος του αγωγικου αιτήματος που υπερβαίνει το όριο της καθ’υλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου,(βλ. άρθρο 14 αριθμ 1 εδ. α ΚΠολΔ σε συνδ. με 71 του ΕισνΚΠολΔ. βλ. τα προσκομιζόμενα με αριθμούς …….. και …….. αγωγόσημα με τα επικολληθέντα επ’αυτών ένσημα του Ταμείου Νομικών και Ταμείου Προνοίας-ΕΤΑΑ ΤΑΝ και ΤΥΠΔΑ και το με αριθμ. …….. παραστατικό απόδειξης εισπράξεως της ΕΤΕ.)
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας, χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί, ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει: α) την εργασία, την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, β) τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού και γ) την ωφέλεια, που θα αποκόμιζε. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 414/2016 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ» , ΑΠ 363/2015 ΤΝΠ«ΝΟΜΟΣ» , ΑΠ 2194/2014 ΤΝΠ«ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 2059/2014 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 960/2013 ΔΕΕ 2014,730, ΑΠ 1212/2013 ΤΝΠ , ΑΠ 268/2009«NΟMOΣ», ΑΠ 203/2009«ΝΟΜΟΣ», Εφ Θεσσαλ. (Μον)1265/2017 «ΝΟΜΟΣ»).
Η εναγόμενη αρνείται την αγωγή. Περαιτέρω, παραδεκτώς προτείνει (Ολ.ΑΠ 2/2005 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 972/2017 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 243/2015 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1179/2015 «ΝΟΜΟΣ») με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις έγγραφες προτάσεις της, τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα καταχρηστικά αξιώνει μισθούς υπερημερίας, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως 20-11-2009, ότι κακόβουλα παρέμεινε άνεργη μέχρι τις 20-11-2009, καθώς, κατά τον ισχυρισμό της εναγομένης, θα μπορούσε εύκολα να ανεύρει άλλη εργασία με την ίδια ειδικότητα της πωλήτριας. Επίσης η εναγομένη διατείνεται ότι η ενάγουσα από κακοβουλία παρέμεινε άνεργη προκειμένου να ζητά από την εναγομένη μισθούς υπερημερίας. Η εν λόγω ένσταση είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (βλ. και άρθρο 262 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν. Η επάλληλη βάση της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος σύμφωνα με την οποία, όπως επί λέξει αναφέρει η εναγομένη στις προτάσεις της, «…εάν γίνει δεκτή η αγωγή της [ενάγουσας] και υποχρεωθούμε να της καταβάλλουμε τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας θα υποστούμε μεγάλη βλάβη διότι η εταιρεία μας είναι ζημιογόνα….και θα υποχρεωθούμε να κλείσουμε και να απολύσουμε το προσωπικό μας…….» είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αφού δεν περιλαμβάνει έκθεση των θεμελιωτικών αυτής περιστατικών, παρά μόνο γενικόλογη αναφορά σε απροσδιόριστο κίνδυνο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και εάν ήταν ορισμένη, η ως άνω ένσταση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η διεκδίκηση δια της δικαστικού οδού των νομίμων αξιώσεων της ενάγουσας δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και η βλάβη της περιουσίας που τυχόν θα επέλθει στην εναγομένη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής της ενάγουσας θα προέρχεται από νόμιμες (και όχι παράνομες) ενέργειες της ενάγουσας αφορώσες τη διεκδίκηση των αξιώσεών της σε βάρος της εναγομένης και την αναγκαστική εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που θα έχει εκδοθεί επί της αγωγής της, σε περίπτωση που γίνει δεκτή από το Δικαστήριο.
Περαιτέρω, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της εναγομένης, παραδεκτώς προτείνει (Ολ.ΑΠ 2/2005 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 972/2017 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 243/2015 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1179/2015 «ΝΟΜΟΣ») με προφορική δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις έγγραφες προτάσεις της, τον ισχυρισμό ότι από την τυχόν επιδίκαση σε βάρος της των μισθών υπερημερίας της ενάγουσας πρέπει να αφαιρεθεί η ωφέλεια που αποκόμισε η ενάγουσα από την παροχή από αυτήν της εργασίας της σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης και δη στην εργοδότρια επιχείρηση με την επωνυμία «……..» εδρεύουσα στη ……… Ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά την ένσταση αφαίρεσης της ωφέλειας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της υπερημερίας [η αφαίρεση της οποίας (ωφέλειας) δεν γίνεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο βλ. ΑΠ 363/2015 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1464/1982 ΕΕργΔ 1983,452, Εφ. Δωδ. 267/2007 Εφ. Δωδ. 170/2004 «ΝΟΜΟΣ», Δημ. Ζερδελή ό.π σελ. 705 και 1098, Κων. Λαναράς Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική έκδοση 2011 σελ. 170 και 171 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία και τη θεωρία ] είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β του ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, κατ’ουσίαν.
Από την εκτίμηση Α) των ενόρκων καταθέσεων της μαρτύρων των διαδίκων οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και των οποίων η κατάθεση περιέχεται στα από 29-1-2013 και από 20-2-2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα οποία συνετάχθησαν για τις προαναφερόμενες δικάσιμους της συζήτησης της αγωγής και παρέχουν πλήρη απόδειξη για το περιεχόμενο τους κατά την παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση (ΕφΑθ 7196/2007 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», 1566/2010 Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ), Β) του συνόλου των εγγράφων που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως, [ ΑΠ 169/2005 ΕλΔ 47(2006).468∙ για την υποχρέωση επικλήσεως των προσκομιζόμενων εγγράφων και στις ειδικές διαδικασίες, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των, άρθρων 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 1351/2003 ΕλΔ 45(2004).1037, ΑΠ 1150/2003 ΕλΔ 46(2005).405 ], Γ) της υπ’ αριθμ. 2539/20-2-2017 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα της εναγομένης, …….. …….. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εναγομένη και ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας ( βλ. την υπ’ αρ. ……../15-2-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Μιχαήλ Γεωργάκη) και Δ) των προσκομιζόμενων μετ’επικλήσεως από την ενάγουσα υπ’αριθμ. …….., ……../22-5-2009 και ……../30-11-2009 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων …….. …….., …….. …….. και …….. …….. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης, και ως εκ τούτου αυτές δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (απ 192/2017 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 384/2014 ΑΠ , 554 /2012, ΑΠ 1421/2011, ΑΠ 99/2010, Εφ. ΕΠιρ 208/2016. «ΝΟΜΟΣ», Εφ. Πειρ. 407/2015 «ΝΟΜΟΣ») αποδείχθηκαν τ’ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγομένη, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται, στην Αθήνα, αλυσίδα ανθοπωλείων, προσέλαβε την ενάγουσα, στις 22-3-2007, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως πωλήτρια. Το γεγονός ότι η εναγόμενη στην από 14-5-2007 αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας δήλωσε ως ημερομηνία πρόσληψης αυτής την 10-5-2007 δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθώς η εν λόγω αναγγελία δεν αποτελεί συστατικό τύπο της σύμβασης εργασίας, η οποία εγκύρως καταρτίζεται και προφορικά. Η ενάγουσα αρχικά προσέφερε την εργασία της στο ανθοπωλείο που διατηρεί η εναγομένη επί της οδού …….. αρ. …, στη …….., όπου και εργάστηκε μέχρι τις 2-4-2007 οπότε μετατέθηκε σε έτερο ανθοπωλείο της εναγομένης που διατηρεί επί της οδού …….. αρ. … ομοίως στη ……… Κατά τη συμφωνία των διαδίκων η εργασία της ενάγουσας θα παρεχόταν σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση 8 ώρες ημερησίους και 5 ημέρες εβδομαδιαίως και η ενάγουσα εργάστηκε στην εναγομένη αδιαλείπτως μέχρι τις 31 Μαΐου 2008 οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Πλην όμως η απόλυση της ενάγουσας, όπως έκρινε τελεσιδίκως το Εφετείο Αθηνών με την υπ’αριθμ. 4774/2012 τελεσίδικη απόφασή του, από την οποία απορρέει δεδικασμένο, είναι άκυρη, διότι η εναγόμενη εργοδότρια δεν τήρησε τον έγγραφο τύπο, ούτε κατέβαλε στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Σημειωτέον ότι κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως ασκηθείσας από την εναγομένη, η ως άνω απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε εν μέρει με την υπ’αριθμ. 1289/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, πλην όμως δεν αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση σχετικά με τα κεφάλαιά της που αφορούν στην ακυρότητα της απόλυσης της ενάγουσας και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας διαστήματος από 1-6-2008 (επομένη της κριθείσης ως άκυρης καταγγελίας) έως 31-5-2009, οπότε τα ως άνω ζητήματα καλύπτονται από το δεδικασμένο (βλ. την υπ’αριθμ. Ill μείζονα σκέψη της παρούσας). Ειδιότερα, το Εφετείο με την προαναφερόμενη υπ’αριθμ. 4774/2012 απόφασή του έκρινε με δύναμη δεδικασμένου, ότι η εναγομένη εξαιτίας της άκυρης ως άνω απόλυσης κατέστη υπερήμερη εργοδότρια και υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από 1-6-2008 έως 31-5-2009 το συνολικό χρηματικό ποσό των 12.020,26 ευρώ. Συνεπώς με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι η εναγόμενη εργοδότρια περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της παροχής της εργασίας της ενάγουσας εργαζομένης και υποχρεώθηκε σε καταβολή μισθών υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1-6-2008 έως 31-5-2009. Με την κρινόμενη αγωγή ζητείται η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως 31-5-2012. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η υπερημερία της εναγόμενης εργοδότριας συνεχίστηκε και για το προαναφερόμενο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως 31-5-2012 και δεν αποδείχθηκε ότι μεσούντος του ως άνω χρονικού διαστήματος ήρθη η υπερημερία της εναγόμενης εταιρείας με έναν από τους αναφερόμενους στην υπ’αριθμ. I μείζονα σκέψη της παρούσας, τρόπους, ήτοι α) Με την αποδοχή της εργασίας, β) με δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) με τη λύση της σύμβασης εργασίας ή δ) με την περιέλευση του εργαζομένου σε αδυναμία προσφοράς)
Περαιτέρω, ενόψει του γεγονότος ότι οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την από 30-7-2008 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας» (ΠΚ Υπ. Απασχ. 103/5-8-2008) που κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική από 5-8-2008, με την ΥΑ 69041/3230/6-10-2008 (ΦΕΚ Β 2137/15-10-2008) με βάση την υπερδιετή προϋπηρεσία της, την οποία είχε γνωστοποιήσει από την αρχή νομίμως στην ενάγουσα με κατάθεση των οικείων πιστοποιητικών (καταστάσεων και βεβαιώσεων ενσήμων ΙΚΑ), ανέρχονταν σε 980,65 ευρώ μηνιαίως (933,95 βασικός μισθός πωλήτριας με προϋπηρεσία από 2 έως 4 έτη + 46,70 ευρώ επίδομα ταμειακών λαθών, δεδομένου ότι η ενάγουσα διενεργούσε καθημερινά διαχειριστικές και οικονομικές πράξεις και χειριζόταν την ταμειακή μηχανή και το ποσό αυτό θα ελάμβανε κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, αν δηλαδή παρέμενε η ενάγουσα στην εργασία της για το επίμαχο χρονικό διάστημα από 1-6-2009 μέχρι 31-5-2012.
Οι αποδοχές υπερημερίας που δικαιούταν καταρχήν η ενάγουσα για το επίμαχο ως άνω χρονικό διάστημα (36 μηνών) ανέρχονται το ποσό των (960,65 ευρώ X 36 μήνες = ) 35.080,08 ευρώ στο οποίο ποσό περιλαμβάνονται και οι συναφείς παροχές που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε, ήτοι : α) β) για επίδομα Χριστουγέννων 2009 : 1.201,50 ευρώ (πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε για επιδόματα εορτών και αδείας, ήτοι : α) για επίδομα αδείας 2009 : 490,33 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός), για επίδομα Χριστουγέννων 2009: 1.201,50 ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας : 980,65 ευρώ X 1,04166, γ) για επίδομα Πάσχα 2010 : 510,76 ευρώ (ήμισυ μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας : 490,33 ευρώ X 1,04166), δ) για επίδομα αδείας 2010 : 490,33 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός : 980,65/2), ε) για επίδομα Χριστουγέννων 2010 : 1.201,50 ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με τη αναλογία του επιδόματος αδείας : 980,65 X 1,04166), στ) για επίδομα Πάσχα 2011 : 510,76 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας : 490,33 X 1,04166, ζ) για επίδομα αδείας 2011 : 490,33 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός : 980,65/2), η) για επίδομα Χριστουγέννων 2011 : 1.201,50 ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας : 980,65 ευρώ X 1,04166) και θ) για επίδομα Πάσχα 2012 : 510,76 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας : 490,33 ευρώ X 1,04166).
Περαιτέρω, η ενάγουσα περιόρισε το αγωγικό αίτημα περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας, κατά το ποσό που έλαβε από την εργασία της σε άλλον εργοδότη, ήτοι στην επιχείρηση με την επωνυμία «…….. κατά το ποσό των 16.201,60 ευρώ. Έτσι, λοιπόν; τα επιμέρους ποσά που πρέπει να αφαιρεθούν και αφαίρεσε η ίδια η ενάγουσα, κατά τα προεκτεθέντα, είναι τα εξής : (843,76 ευρώ για μισθό Ιουλίου 2010 + 843,76 ευρώ για μισθό Αυγούστου 2010 + 675,01 ευρώ για μισθό Σεπτεμβρίου 2010 + 421,88 ευρώ για επίδομα αδείας 2010 + 843,76 ευρώ για μισθό Οκτωβρίου 2010 + 843,76 ευρώ για μισθό Νοεμβρίου 2010 + 843,76 ευρώ για μισθό Δεκεμβρίου 2010 + 878,92 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2010 + 843,76 ευρώ για μισθό Ιανουαρίου 2011 + 843,76 ευρώ για μισθό Φεβρουαρίου 2011 + 843,76 ευρώ για μισθό Μαρτίου 2011 + 843,76 ευρώ για μισθό Απριλίου 2011 + 439,46 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2011 + 907,67 ευρώ για μισθό Μαΐου 2011 + 903,67 ευρώ για μισθό Ιουνίου 2011 + 903,68 ευρώ για μισθό Ιουνίου 2011 + 451,84 ευρώ για επίδομα αδείας 2011 + 957,89 ευρώ για μισθό Αυγούστου 2011 + 741,01 ευρώ για μισθό Σεπτεμβρίου 2011 + 860,07 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2011 + 470,67 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2012). Το σύνολο των ανωτέρω αφαιρεθέντων ποσών (από το αρχικό αγωγικό αίτημα των 35.080,09 ευρώ) ανέρχεται σε 16.201,60 ευρώ.
Επομένως, από το συνολικό ποσό των αποδοχών υπερημερίας ύψους 35.080,08 πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 16.201,60 ευρώ που είναι οι αποδοχές που έλαβε η ενάγουσα εργαζομένη από την απασχόλησή της σε άλλον εργοδότη, διαρκούσης της υπερημερίας της, υπολειπόμενου του ποσού των (35.080,60-16.201,60 = ) 18.878,48 ευρώ.
Όσον αφορά στην προβαλλόμενη ένσταση αφαίρεσης της ωφέλειας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της υπερημερίας εναγομένης παρατηρητέα τυγχάνουν τ’ακόλουθα: Η ενάγουσα το χρονικό διάστημα μετά από την απόλυσή της επιχείρησε επανειλημμένα να ανεύρει εργασία σε άλλον εργοδότη, χωρίς όμως να καρποφορήσει η προσπάθειά της αποτέλεσμα να παραμείνει άνεργη μέχρι τις 20-11-2009, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ’επικλήσεως υπ’αριθμ. πρωτ. ……../……../2011 βεβαίωση του ΟΑΕΔ. Εν τέλει, η ενάγουσα, διαρκούσης της υπερημερίας της και δη στις 20-11-2009 προσλήφθηκε για να εργασθεί σε έτερο εργοδότη και δη στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……..» όπως τούτο προκύπτει από τον προσκομιζόμενο μετ’επικλήσεως λογαριασμό ασφαλισμένου ΙΚΑ. Στην ως άνω ετέρα εργοδότρια η ενάγουσα αποκέρδαινε μηνιαίο μισθό ύψους 843,76 ευρώ. Πλην όμως όσες αποδοχές έλαβε η ενάγουσα προσφέροντας την εργασία της στην ως άνω εργοδότρια συνολικού ύψους 16.201,60 ευρώ η ενάγουσα τις αφαίρεσε (καθ’υποφοράν) με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις προτάσεις της, περιορίζοντας έτσι το αιτούμενο ποσό μισθών υπερημερίας από το αρχικώς αιτηθέν ποσό των 35.080,08 ευρώ στο ποσό των (35.080,08-16.201,60 = ) 18.878,48 ευρώ. Επομένως, η ως άνω ένσταση αλυσιτελώς πλέον προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί.
Αναφορικά με την προταθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, διότι κατά τους ισχυρισμούς της η ενάγουσα αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφευγε να ανεύρει άλλη εργασία, προκειμένου να ζητά από την εναγομένη μισθούς υπερημερίας παρατηρητέα τυγχάνουν τ’ακόλουθα : Η άσκηση της εν λόγω αξίωσης της ενάγουσας δεν είναι καταχρηστική, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού αυτού ισχυρισμού της εναγομένης. Η ενάγουσα εύλογα αναζήτησε εργασία, με βάση τα προσόντα της μέχρι τον Οκτώβριο του 2009, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να απασχοληθεί σε κάποιον άλλον εργοδότη, λόγω της περιορισμένης δυνατότητας εύρεσης θέσεων εργασίας. Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζομένη παρέμεινε θεληματικά άνεργη αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας της εναγόμενης εργοδότριας, για να εισπράξει η ενάγουσα από αυτήν χωρίς να εργάζεται, μισθούς υπερημερίας. Ενόψει των ειδικών συνθηκών, ήτοι της ηλικίας, της προϋπηρεσίας, εμπειρίας, και υγείας της ενάγουσας, αυτή κατέβαλλε, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της, προσπάθειες, για ανεύρεση όμοιας εργασίας και δεν έμεινε άνεργη ηθελημένα και από κακοβουλία της, για να εισπράξει μισθούς υπερημερίας από την εναγόμενη. Αυτό προκύπτει, εκτός άλλων, και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, μητέρα της ενάγουσας, η οποία (κατάθεση) περιέχεται στα από 20-2-2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα οποία συνετάχθησαν για τις προαναφερόμενες δικάσιμους της συζήτησης της αγωγής και παρέχουν πλήρη απόδειξη για το περιεχόμενο τους κατά την παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση (ΕφΑΘ 7196/2007: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», 1566/2010 Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ ) αλλά και από την υπ’αριθμ. ……../30-11-2009 ένορκη βεβαίωση του αδελφού της ενάγουσας, …….. ……… Σημειώνεται, ότι η μνεία, εκ μέρους της εναγομένης, αγγελιών εύρεσης εργασίας, χωρίς να προσκομίζει, έστω και ενδεικτικά μερικές από αυτές, δεν συνιστά προσφορά εργασίας ισότιμης ή ανάλογης με την εργασία, που παρείχε στην εναγόμενη η ενάγουσα. Μάλιστα, η ενάγουσα αναζητούσε εργασία σε δύσκολη οικονομικά συγκυρία, καθώς η οικονομική κρίση είχε πλήξει την Ελλάδα με εκατοντάδες επιχειρήσεις να οδηγούνται σε οικονομικό μαρασμό και σε πτώχευση. Είναι προφανές ότι σε περιόδους οικονομικής κρίσεως οι θέσεις εργασίας συρρικνώνονται, ο ανταγωνισμός μεταξύ των υποψηφίων για την καύση των θέσεων αυτών αυξάνεται ραγδαίως και οι επιχειρήσεις προτιμούν κατά κανόνα νέους εργαζομένους χωρίς οικογενειακά βάρη και ιδιότητες που η ενάγουσα δεν διέθετε κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο. Επίσης, οι εργοδότες πολλές φορές ζητούν συστάσεις από τους προηγούμενους εργοδότες των υποψηφίων εργαζομένων, αξίωση που η ενάγουσα εν προκειμένω δεν μπορούσε να ικανοποιήσει, αφού η εναγομένη, λόγω της αντιδικίας που είχε και έχει με την ενάγουσα δεν της παρέσχε συστατική επιστολή. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι το χρονικό διάστημα που καλύπτει η προβλεπόμενη από την εναγομένη ως άνω ένσταση αφορά στο χρονικό διάστημα από την 1-6-2009 και ύστερα. Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε σε ετέρα εργοδότρια 5,5, μήνες μετά και δη στις 20-11-2009. Μάλιστα, κατά το χρόνο της ως άνω πρόσληψής της η ενάγουσα είχε ήδη ασκήσει αγωγή κατά της εναγομένης, με την οποία ζητούσε μισθούς υπερημερίας. Επομένως η ενάγουσα δεν επαναπαύθηκε στην ιδέα της τυχόν ευδοκίμησης της αγωγής αποφεύγοντας ταυτόχρονα κακόβουλα να αναζητήσει άλλη εργασία, απορριπτόμενων των περί των αντιθέτων ισχυρισμών της εναγομένης. Επομένως, η ως άνω ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής, πρέπει αυτή, όπως περιορίσθηκε, να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 18.878,48 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1-6-2009 έως 31-5-2012 με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, δεδομένου ότι προέκυψε ότι αυτή είναι μισθοσυντήρητη και εξαρτώμενη αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της εργασίας της, είναι μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου και επομένως πρέπει η παρούσα απόφαση να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την προαναφερόμενη καταψηφιστική της διάταξη, κατά μερική αποδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος της ενάγουσας ως και ουσιαστικά βάσιμου, λόγω και της φύσεως των επιδικαζόμενων κονδυλίων ως εργατικών απαιτήσεων και εφόσον στο εύρος της διατάξεως του άρθρου 910 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ εμπίπτουν σαφώς και οι αποδοχές υπερημερίας [άρθρο 908 παρ.1 εδ. α’ και περ. ε’ ΚΠολΔ , βλ. Κεραμεύς/ΚονδύληΙς/Νίκας (Νικολόπουλος), ΚΠολΔ II, έκδ. 2000, άρθρο 908, 910 ΚΠολΔ] και δη (πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή) για το ποσό των 9.000 ευρώ, Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας θα επιβληθούν, κατόπιν αιτήματός της [191 παρ. 2, 106 ΚΠολΔ, ΑΠ 953/2006 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 100/2002 ΕλΔ 43(2002).1033] και χωρίς κατάλογο εξόδων από αυτή, σε βάρος της εναγομένης λόγω της ήττας της τελευταίας (άρθρο 176 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……..», να καταβάλει στην ενάγουσα, …….. θυγ. …….. …….., το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (18.878,48 ευρώ) νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κηρύσσει την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και δη για το ποσό των εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ.
Καταδικάζει την εναγομένη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
-Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 31-7-2018 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους.
