Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη. Συντρέχει και όταν ο μισθωτός διεκδίκησε δικαστικώς ή εξωδίκως δικαιώματά του. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε από ταπεινά ελατήρια και από λόγους εκδίκησης διότι ζητούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της και, ως εκ τούτου, είναι καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό αλλά και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης προς καταγγελία της σύμβασης και επομένως είναι άκυρη. Μισθοί υπερημερίας. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 19.820,52 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης

3219/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Τσαγκιά, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Γεώργιο Καζάκο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29-10-2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της καλούσας-ενάγουσας: ……………., κατοίκου ……………., η οποία παρέστη διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.

Της καθ’ ης η κλήση-εναγομένης: της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………» και το διακριτικό τίτλο «………», που εδρεύει …….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου της δικηγόρου Αντωνίου Δημητρίου.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 19-12-2012 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό κατάθεσης ……./2012, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 20-2-2013, οπότε ματαιώθηκε.

Ήδη η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση με την από 15-5-2013 κλήση της ενάγουσας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 2318/2013, προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της εκθέτει, ότι την 1-3-2009 προσελήφθη από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου, με πλήρες ωράριο έως την 1-12-2011, οπότε η σύμβασή της μετετράπη σε μερικής απασχόλησης αντί μηναίων αποδοχών ποσού 995 ευρώ. Ότι, παρότι παρείχε προσηκόντως και ανελλιπώς την εργασία της, η εναγομένη καθυστερούσε συστηματικά από την άνοιξη του έτους 2012 την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της και ότι την 23-11-2012 η εναγομένη κατήγγειλε την εργασιακή της σύμβαση από λόγους εκδίκησης επειδή διεκδικούσε τις δεδουλευμένες αποδοχές της. Ζητεί, μετά το νομότυπο με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και με τις προτάσεις της, σύμφωνα με τα άρθρα 223, 224, 294 ΚΠολΔ, περιορισμό του αιτήματος της, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας ως και προ της άνω καταγγελίας, επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της εναγομένης ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης της να την απασχολεί κατά τα ανωτέρω, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.820,52 ευρώ ως μισθό Νοεμβρίου 2012, ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επόμενη της καταγγελίας έως 23-11-2013, καθώς ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί έγκυρη η απόλυσή της ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της καθώς και η διαγωγή της επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της εναγομένης ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης της. Επιπλέον, ζητεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα. Με το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή, παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 11 εδ. 7, 14 παρ. 2, 16 περ. 2 , 25 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 663 Επ. ΚΠολΔ και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 70, 174, 180, 281, 299, 341, 345, 349, 350, 648 επ., 914, 932 ΑΚ, 1 Ν. 1082/1980, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966, 70, 176, 907, 908, 910, 946 ΚΠολΔ. Όσον αφορά την τοκοδοσία των επίδικων επιμέρους αξιώσεων της ενάγουσας πρέπει να λεχθεί ότι οι δεδουλευμένες αποδοχές και οι μισθοί υπερημερίας, τοκοφορούν από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθρα 345, 349 παρ. 1, 350, 655 εδάφια α’ και β’ ,656 εδάφιο α’ και 672 ΑΚ, βλ. ΑΠ 1341/2002 ΕλλΔνη 2003.453, ΑΠ 692/2001 ΕλλΔνη 2002.737, ΑΠ 509/1996, ΔΕΝ 1997.8), για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και το επίδομα αδείας (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου, και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως), νόμιμος τόκος οφείλεται από την παρέλευση της αντίστοιχης δήλης ημέρας καταβολής (ΟλΑΠ 39-40/2002, ΑΠ 945/2001, ΕΕργΔ 2002.168). Θα πρέπει, λοιπόν, η κρινόμενη αγωγή να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την εκτίμηση των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 και 395 ΚΠολΔ), από τη νομότυπα κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ ληφθείσα ένορκη βεβαίωση υπ’ αριθ. ……25-10-2013 της μάρτυρος …………. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κουτσογιάννη, η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου πριν είκοσι τεσσάρων ωρών (βλ. υπ’ αριθ. ………/24-10-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Παπαδάκου), μη λαμβανομένης υπόψη της υπ’ αριθ. ……/31-10-2013 ένορκης βεβαιώσεως, που προσκομίζεται από την εναγομένη, καθόσον λήφθηκε κατά την προθεσμία προσθήκης-αντίκρουσης και δεν χρησιμεύει για την αντίκρουση ισχυρισμών, οι οποίοι προτάθηκαν το πρώτον με τις προτάσεις της αντιδίκου, βλ. άρθρα 591, 670, 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 66/2007 ΔΕΕ 2007 σελ. 1230, ΑΠ 659/2007 ΝΟΒ 2007/1823, ΕφΑΘ 3121/2009 ΕλλΔνη 2009 σελ. 1494), από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό και με την επ’ ακροατηρίου προφορική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή : η ενάγουσα την 1-3-2009 προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών, με πλήρες ωράριο έως την 1-12-2011, οπότε η σύμβασή της μετετράπη σε μερικής απασχόλησης, ήτοι εργαζόταν σε πενθήμερη εβδομαδιαίως εργασία για 6,5 ώρες ημερησίως, αντί μηναίων αποδοχών ποσού 995 ευρώ. Παρότι παρείχε προσηκόντως και ανελλιπώς την εργασία της, η εναγομένη καθυστερούσε συστηματικά από την άνοιξη του έτους 2012 την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, οπότε την 19-11-2012 η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγομένη την από 15-11-2012 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία την καλούσε να εξοφλήσει εντός επτά ημερών ληξιπρόθεσμες οφειλές της ποσού 3.736,73 ευρώ (υπόλοιπο μισθού Ιουλίου 2012, μισθούς Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2012), με τη μνεία ότι μετά παρέλευση άπρακτης της άνω τασσόμενης προθεσμίας θα προέβαινε σε επίσχεση εργασίας. Εν συνεχεία, την 23-11-2012, ενώ σημειωτέον η εναγομένη δεν της είχε καταβάλει τα οφειλόμενα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ………………, επιδεικνύοντας προκλητική εμπάθεια, μένος και εκδικητικότητα την κάλεσε στο γραφείο του κραδαίνοντας το άνω εξώδικο έγγραφο και την εξεδίωξε από την εργασία της δηλώνοντάς της ότι «εδώ μέσα τέτοιες μαγκιές δεν περνάνε, τράβα στο λογιστήριο για την αποζημίωσή σου και μη σε ξαναδώ μπροστά μου». Κατόπιν τούτων, η εναγομένη πράγματι προέβη σε έγγραφη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας με ταυτόχρονη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά καθίσταται σαφές, ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας έγινε κινούμενη από ταπεινά ελατήρια και από λόγους εκδίκησης διότι η ενάγουσα ζητούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της και, ως εκ τούτου, είναι καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό αλλά και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης προς καταγγελία της σύμβασης και επομένως είναι άκυρη. Οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον δεν αποδείχθηκαν. Κατόπιν τούτων, η εναγομένη, που παρά την ακυρότητα, της καταγγελίας δεν δέχεται την προσφορά της εργασίας της ενάγουσας έχει καταστεί υπερήμερη, υποχρεούται δε να καταβάλει στην ενάγουσα τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24-11-2012 έως 23-11-2013, ήτοι το ποσό των 11.940 ευρώ (995 X 12 μήνες), για επίδομα Χριστουγέννων 2012 το ποσό των 165,83 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα ζητεί, παρότι δικαιούται το ποσό των 995 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 2013 το ποσό των 518,23 ευρώ (995/2 ευρώ προσαυξημένο με το συντελεστή 0,04166 για αναλογία επιδόματος αδείας), για επίδομα αδείας 2013 το ποσό των 497,50 ευρώ (995/2 ευρώ), για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 902,96 ευρώ (από 1-5-2013 έως 23-11-2013= 207 ημέρες : 19 =10,89 Χ2/25 X 995=867,22 προσαυξημένο με το συντελεστή 0,04166 για αναλογία επιδόματος αδείας), ήτοι συνολικά ποσό 14.024,52 ευρώ (11.940 + 165,83 + 518,23 +497,50 + 902,96). Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 796 ευρώ ως αποδοχές Νοεμβρίου 2012. Περαιτέρω, η εναγομένη δια του προαναφερόμενου εκπροσώπου της, με την παραπάνω συμπεριφορά της, προσέβαλε την προσωπικότητα της ενάγουσας ως ατόμου και ως εργαζομένης με αποτέλεσμα να προξενηθεί σε αυτήν ηθική βλάβη. Έτσι, η εναγομένη έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία που έχει προκληθεί στην ενάγουσα από την άδικη αυτή πράξη, περιλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποίησης, η οποία πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο σταθμίζοντας τη σοβαρότητα της άνω προσβολής, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέσθηκε, το βαθμό πταίσματος της εναγομένης, το είδος της προσβολής, την προσωπικότητα της ενάγουσας και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Πρέπει, συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 23-11-2012 καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας ως και προ της άνω καταγγελίας επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να την απασχολεί κατά τα ανωτέρω, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 19.820,52 ευρώ (14.024,52+796+5.000), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, το δε κονδύλι των 5.000 ευρώ από την επίδοση της αγωγής. Όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα και επιπλέον υποχρεωτικά κατ’ άρθρο 910 περ. 4 για τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει μερικά δεκτό και το σχετικό αίτημά της, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, πρέπει να επιβληθούν στην εναγομένη λόγω της μερικής της ήττας (176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 23-11-2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης είναι άκυρη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας ως και προ της άνω καταγγελίας επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 100 ευρώ για κάθε εργάσιμη ημέρα άρνησής της να την απασχολεί κατά τα ανωτέρω.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (19.820,52), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις παραπάνω καταψηφιστικές της διατάξεις και για το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 05 Δεκεμβρίου 2013.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies