Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022

Περίληψη: Υπερημερία εργοδότη. Έννοια. Στην περίπτωση της άκυρης απόλυσης δεν απαιτείται πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος δανειστής. Και τούτο, γιατί η δήλωση καταγγελίας περιέχει αυτονόητα και σαφή δήλωση της πρόθεσης του εργοδότη να μην αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του εργαζομένου και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 350 δεν απαιτείται πραγματική προσφορά. Aν με τελεσίδικη απόφαση επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας στον εργαζόμενο και εκείνος με νέα αγωγή επιδιώκει την καταβολή των αποδοχών του για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, επικαλούμενος ότι η υπερημερία του εργοδότη συνεχίζεται, αντικείμενο της δικαστικής έρευνας αποτελεί μόνο η εξακολούθηση της υπερημερίας του εργοδότη και ενδεχομένως η άρση της, αν ο τελευταίος προβάλλει σχετικό ισχυρισμό, αφού η περιέλευσή του σε υπερημερία και συνακόλουθα το κύρος της εργασιακής σύμβασης όπως και το είδος της συμφωνημένης ή παρεχόμενης εργασίας και οι αποδοχές του εργαζομένου είναι ζητήματα που καλύπτονται από το δεδικασμένο. Μεταβίβαση επιχείρησης. Έννοια και κριτήρια. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου. Ο πρώτος εναγόμενος μετά τη συζήτηση της πρώτης αγωγής του εργαζομένου εναντίον του, μεταβίβασε την επιχείρησή του στον δεύτερο εναγόμενο. Η υπερημερία της πρώτης των εναγομένων συνεχίζεται στο πρόσωπο του δεύτερου των εναγομένων, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους του ή οποιαδήποτε άλλη διατύπωση. Επίδομα ισολογισμού. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 178.296,39 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης : 143/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή, Μιχαήλ-Άγγελο Γιαννακάκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα, Σαμπράκου Αμαλία.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου του έτους 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος : …………………., κατοίκου …………………. Αττικής, με ΑΦΜ …………………., ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου του, Δημήτριου ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ.

Των εναγομένων: 1) Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………………….» και το δ.τ «………………….», που εδρεύει στα …………………. Αττικής (οδός ………………….) και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) …………………., κατοίκου …………………. Αττικής (…………………., οι οποίοι άπαντες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου, Δημήτριου ΚΟΥΚΟΥΛΑ.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 27-12-2016 αγωγή του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης ………/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../2016 και προσδιορίσθηκε για την παρούσα δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές και στα πρακτικά.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το άρθρο 656 ΑΚ ορίζει ότι αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Πρόκειται για μια προστατευτική υπέρ του εργαζομένου διάταξη. Ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωσή του στο μισθό χωρίς να έχει παράσχει την εργασία του και χωρίς να υποχρεούται να την παράσχει σε μεταγενέστερο της υπερημερίας χρόνο (Ζερδελής Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις Γ’ Έκδοση (2015) σελ. 692, 693 αριθμ, 1343). Οι προϋποθέσεις της υπερημερίας του εργοδότη είναι : α) έγκυρη σύμβαση εργασίας, β) προσφορά από τον εργαζόμενο της εργασίας, γ) δυνατότητα εκπλήρωσης της παροχής και δ) μη αποδοχή της εργασίας από τον εργοδότη. Κατά την κρατούσα άποψη τόσο στη νομολογία, όσο και στη θεωρία, στην περίπτωση της άκυρης απόλυσης δεν απαιτείται πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος δανειστής. Και τούτο, γιατί η δήλωση καταγγελίας περιέχει αυτονόητα και σαφή δήλωση της πρόθεσης του εργοδότη να μην αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του εργαζομένου και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 350 δεν απαιτείται πραγματική προσφορά. Αποτελεί αδικαιολόγητο φορμαλισμό να αξιωθεί από τον εργαζόμενο να προβεί μετά την άκυρη απόλυση σε, έστω, ρηματική προσφορά των υπηρεσιών του, όταν ο εργοδότης έχει ήδη δηλώσει κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν θα αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του, ώστε εύλογα να μη δικαιούται πλέον να αναμένει την προφορά των υπηρεσιών του. (Ζερδελής ό.π σελ. 693,694 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία και στη θεωρία). Αναφορικά με την προρρηθείσα προϋπόθεση της προσφοράς από τον εργαζόμενο της εργασίας, παρατηρητέα τυγχάνουν τ’ ακόλουθα: Στην περίπτωση της άκυρης καταγγελίας, όπου έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 351 ΑΚ, δεν απαιτείται μη «αποδοχή της παροχής», καθόσον ο εργοδότης έχει εκδηλώσει μέσω της καταγγελίας, την άρνησή του να επιχειρήσει τις απαραίτητες για την εκπλήρωση της παροχής ενέργειες (Ζερδελής ό.π σελ. 687 αριθμ. 1356). Η υπερημερία του εργοδότη αρχίζει από την ημέρα της άκυρης απόλυσης, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε προσφορά, ούτε ρηματική, από την πλευρά του εργαζομένου αφού, όπως ήδη ειπώθηκε, ο εργοδότης, με την καταγγελία, δηλώνει κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι από το χρονικό σημείο της καταγγελίας και έπειτα δεν πρόκειται να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες (σύμπραξη) για την εκπλήρωση της παροχής (Ζερδελής ό.π σελ. 695 αριθμ. 1351 με τις εκεί παραπομπές). Περαιτέρω, η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας παύει, όταν εκλείψει μια από τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Έτσι, η υπερημερία παύει : α) Με την αποδοχή της εργασίας, β) Με δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) Με τη λύση της σύβασης εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μια άκυρη καταγγελία, αυτή παύει με μια νέα έγκυρη καταγγελία (ΑΠ 1093/1993 ΕΕργΔ 1994,100) και δ) Με την περιέλευση του εργαζομένου σε αδυναμία προσφοράς (βλ. Ζερδελή ό.π σελ. 697 επ. με τις παραπομπές σε θεωρία και νομολογία).

ΙΙ. Οι μισθοί υπερημερίας είναι απαίτηση που έχει καθαρά μισθολογικό χαρακτήρα. Με την ικανοποίησή της ο εργοδότης εκπληρώνει την κύρια υποχρέωσή του, που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Η αξίωση του εργαζομένου περιλαμβάνει όλες τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν η λειτουργία της σύμβασης συνεχιζόταν κανονικά και ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες τους, όπως επιδόματα εορτών, αδείας, προσαυξήσεις για σταθερά και μόνιμα παρεχόμενη εργασία κατά τις Κυριακές τις αργίες και της νύχτα κλπ.(Ζερδελής σελ. 702, ΑΠ 431/20016 ΧρΙΔ2006,658).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 655 του Α.Κ. επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και της υπ’αρ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άλλωστε, ασχέτως του άρθρου 655 του Α.Κ., για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της Υ.Α 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους, τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α’ του ΑΚ. [ΟλΑΠ 39/2002 «ΝΟΜΟΣ», ΟλΑΠ 40/2002 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1240/2014 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1339/2005 «ΝΟΜΟΣ» ΑΠ 350/2004 Δνη 46.1480, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 63.856, ΑΠ 1341/2002 Δνη 44.253, ΑΠ 1682/2001 Δνη 42.1308, Εφ. ΛΑμ. 9/2011 «ΝΟΜΟΣ»]. Και για τους μισθούς υπερημερίας οφείλονται τόκοι από την ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί καθεμία περιοδική παροχή (μηνιαίος μισθός), χωρίς να απαιτείται όχληση, γιατί για την εκπλήρωση της παροχής υπάρχει δήλη ημέρα (341,345 ΑΚ) (Ολ.ΑΠ. 626/1980, ΕΕργ.Δ 1980 και έκτοτε πάγια νομολογία).

IV. Περαιτέρω, αν με τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της παροχής των υπηρεσιών (εργασίας) του εργαζομένου και υποχρεώθηκε σε καταβολή αποδοχών ορισμένου χρονικού διαστήματος, ως μισθών υπερημερίας, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος επιδιώκει την καταβολή των αποδοχών του για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, επικαλούμενος ότι η υπερημερία του εργοδότη συνεχίζεται, αντικείμενο της δικαστικής έρευνας αποτελεί μόνο η εξακολούθηση της υπερημερίας του εργοδότη και ενδεχομένως η άρση της, αν ο τελευταίος προβάλλει σχετικό ισχυρισμό, αφού η περιέλευσή του σε υπερημερία και συνακόλουθα το κύρος της εργασιακής σύμβασης όπως και το είδος της συμφωνημένης ή παρεχόμενης εργασίας και οι αποδοχές του εργαζομένου είναι ζητήματα που καλύπτονται από το δεδικασμένο (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’άρθρο), τόμος Β’ έκδ. 1994 σελ. 497 αριθμ. 25).

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας, «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο, μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, το διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας». Η προαναφερθείσα Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50 Οδηγία, προς προσαρμογή δε σε αυτή εκδόθηκε το Π.Δ. 178/2002. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του ως άνω Π.Δ., θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων, με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35.1252, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35.1311). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 1994.1252, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 389/2005 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1002/2004 ΕλλΔνη 2005.445). Ως εκ τούτων, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (βλ. ΑΠ 14/2012 ΝοΒ 2012.2005, Μον. Πρωτ Αθηνών 4239/2017 «ΝΟΜΟΣ» Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 786). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258, ΕφΠειρ 689/2011 ΠειρΝομ 2012.260, 5302/2016 Μον. Πρωτ. Θεσσαλονίκης “ΝΟΜΟΣ”, Σ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 132-3, βλ. και Γνωμοδότηση Δ. Ζερδελή σε ΔΕΝ 2009.1,169, με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων ιστορεί στην κρινόμενη αγωγή του ότι προσλήφθηκε στις 21-4-2009 από την 1η εναγόμενη εταιρεία προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του λογιστή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την αμοιβή, το ωράριο και τα καθήκοντα που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι στις 18-7-2011 η 1η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι κατόπιν αγωγής του εκδόθηκε η υπ’αριθμ 3489/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και έγινε δεκτό ότι η 1η εναγομένη του οφείλει α) το ποσό των 3.194,70 ευρώ για επίδομα ισολογισμού και αναλογία αυτού στα επιδόματα εορτών και β) το ποσό των 98.859,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 20-7-2011 έως 31-12-2013, ήτοι συνολικά το ποσό των 102.054,68 ευρώ. Ότι μετά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής και συγκεκριμένα στις 10-3-2014 η πρώτη των εναγομένων μεταβίβασε την ανωτέρω επιχείρησή της στον δεύτερο των εναγομένων, ο οποίος τυγχάνει υιός του Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου της-από την ίδρυσή της – ………………….. Ότι έκτοτε ο 2ος εναγόμενος ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της 1ης εναγομένης, η οποία αφέθηκε χωρίς χρηματοδότηση και διέκοψε τη λειτουργία της. Ότι ο 2ος των εναγομένων για το χρονικό διάστημα από τις 19-7-2011 μέχρις τις 31-12-2017 (πιθανολογούμενη ημεροχρονολογία συζήτησης της αγωγής) του οφείλει για μισθούς υπερημερίας πλέον δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας το συνολικό ποσό των 261.205,26 ευρώ. Ότι εκ του ως άνω ποσού η 1η των εναγομένων του οφείλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον 2ο των εναγομένων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι τις 10-3-2014 (χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης της επιχείρησης), το συνολικό ποσό των 7.732,28 ευρώ πλέον αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας. Ότι ο 2ος των εναγόμενων ως διάδοχος εργοδότης του οφείλει εις ολόκληρον με τη 1η εναγομένη για επίδομα ισολογισμού το συνολικό ποσό των 2.826,65 ευρώ. Ότι επιπλέον ο 2ος των εναγομένων του οφείλει εις ολόκληρον με την 1η εναγομένη για αναλογία επιδόματος ισολογισμού στα επιδόματα εορτών το συνολικό ποσό των 368,05 ευρώ.

Με βάση το ως άνω ιστορικό ο ενάγων ζητεί – μετά από παραδεκτό περιορισμό α) αναφορικά με τον 2ο εναγόμενο των αιτούμενων κονδυλίων των μισθών υπερημερίας κατά το ποσό των 34.228,43 ευρώ που αντιστοιχεί στις αιτηθείσες αποδοχές υπερημερίας του ενάγοντος για το διάστημα μετά από την ημερομηνία συζήτησης της κρινόμενης αγωγής, και κατά το ποσό των 51.875,14 ευρώ το οποίο έλαβε ο ενάγων από την εργασία του σε άλλους εργοδότες κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του, διαμορφωμένου έτσι του αιτηθέντος ποσού σε (261.205,26 -34.228,43-51.875,14=) 175.101,69 ευρώ και β) αναφορικά με την 1η εναγομένη του αιτούμενου κονδυλίου των μισθών υπερημερίας κατά το ποσό των 1.727,54 ευρώ το οποίο έλαβε ο ενάγων κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του από την εργασία του σε άλλον εργοδότη διαμορφούμενου έτσι του οφειλόμενου από τον 2ο εναγόμενο ποσού σε (7.734,28-1.727,54=) 6.006,74 ευρώ και μετά από παραδεκτή μερική μετατροπή (περιορισμό) (βλ. ΟλΑΠ 30/2007 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 971/2013 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 32/2013 «ΝΟΜΟΣ»), από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά των αιτημάτων της αγωγής, (μετατροπή) που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της ενάγοντος, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις έγγραφες προτάσεις του [άρθρα 295 παρ. 1 εδ.β, 297, 223, 224 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ] [ βλ. και ΑΠ 491/2015 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 315/2010 «ΝΟΜΟΣ»], – να αναγνωρισθεί ότι στις 10-3-2014 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη των εναγομένων στον δεύτερο των εναγομένων και συνακόλουθα ότι ο ενάγων συνδέεται με τον δεύτερο των εναγομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί ο 2ος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα επίδομα ισολογισμού και αναλογία αυτού στα επιδόματα εορτών ποσού 3.194,70 ευρώ και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας πλέον αναλογίας επιδομάτων εορτών για το διάστημα από 19-7-2011 έως 31-12-2011 ποσού 17.687,34 ευρώ, να αναγνωρισθεί ότι ο 2ος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας διαστήματος από 1-1-2012 έως 28-2-2017 ποσού 157.414,35 ευρώ, να αναγνωρισθεί ότι η 1η των εναγόμενων υποχρεούται να του καταβάλει, εις ολόκληρος με τον 2ο εναγόμενο, μέρος του ως άνω ποσού ύψους 7.734,28 ευρώ που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 10-3-2014 νομιμοτόκως άπαντα τα ως άνω ποσά αφ’ ης εκάστη αξίωση ως προσδιορίστηκε η γένεσή της στο ιστορικό της αγωγής, κατέστη απαιτητή, άλλως από της επιδόσεως της προηγούμενης από 30-9-2011 με γενικό αριθμό κατάθεσης 166276/2011 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5045/2011 αγωγής του, κατά της 1ης των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ήτοι από τις 10 Οκτωβρίου 2011, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να υποχρεωθεί ο 2ος των εναγομένων να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του ενάγοντος, κατά του όρους της εργασιακής σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης και να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή, ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή του, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της εν γένει δικαστικής του δαπάνης.

Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται, καθ’ ύλην και κατά τόπον, προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών οι οποίες υπάγονται στις περιουσιακές διαφορές [άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ.2, 25 αρ.2 και 614 αριθμ. 3 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως οι ως άνω διατάξεις (614 αρ. 3 και, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) ισχύουν μετά από την έναρξη ισχύος (1-1-2016) του ν.4335/2015 (που αφορά στις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ), καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ 2. του ως άνω ν. 4335/2015 «Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές», ενώ η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου μετά από την 1η-1ου-2016 και δη στις 27-12-2016.

Περαιτέρω, η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη διότι περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τη νομική θεμελίωση και τη δικαστική εκτίμηση της, απορριπτομένων των, περί του αντιθέτου, αιτιάσεων των εναγομένων. Η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653, 655, 656, 659, 669, 330, 349, 350, 353, 361, 346, 481 ΑΚ, 3 και 6 του ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955, 5, 9 παρ.1 του β.δ/τος της 16/18-7-1920, 8 του κ.ν 3514/1928, Οδηγία 2001/23/Ε.Κ, 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, 1 παρ.1 και 2 του Ν. 1082/1980 και 1 παρ.1&2, 2, 3 παρ.1, 6 και 10 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, 1 3π. του Ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966 68, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 178/2002, ,907 και 908 αρ.1 εδ. ε’, 910 αρ. 4, 176 και 189 παρ. 1 σε συνδ. με 191 αρ. 2 του ΚΠολΔ και 63 παρ. 1, 68 παρ. 1, 84 παρ. 1 του Κωδ.Δικηγόρων Ν.4194/2013, (ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013). Συνεπώς, πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, καθόσον καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου για το μέρος του αγωγικού αιτήματος που υπερβαίνει το όριο της καθ’υλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, (που είναι τα 20.000 ευρώ (βλ. άρθρο 14 αριθμ 1 εδ. α ΚΠολΔ σε συνδ. με 71 του ΕισνΚΠολΔ.) (βλ. το προσκομιζόμενο υπ’αρ. 122768965957 0502 0021 e-Παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και την οπίσθια όψη αυτού που αφορά στην εξόφληση e-Παραβόλου).

Από την εκτίμηση Α) των ενόρκων καταθέσεων στο ακροατήριο των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ένας από κάθε διάδικο μέρος), οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, Β) του συνόλου των εγγράφων που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως, [ ΑΠ 169/2005 ΕλΔ 47(2006).468 για την υποχρέωση επικλήσεως των προσκομιζόμενων εγγράφων και στις ειδικές διαδικασίες, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 1351/2003 ΕλΔ 45(2004). 1037, ΑΠ 1150/2003 ΕλΔ 46(2005).405], αποδείχθηκαν τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων τυγχάνει πτυχιούχος του τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς και λογιστής με άδεια Γ’ τάξης. Στις 21-4-2009 προσλήφθηκε από την πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με τη ειδικότητα του λογιστή, απασχολούμενο σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο στις εγκαταστάσεις της επί της οδού …………………. στα …………………. Αττικής, έναντι μηνιαίου μισθού ύψους 2.770,34 ευρώ. Τα καθήκοντά του συνίσταντο στο να κατευθύνει και να παρακολουθεί την εφαρμογή του όλου λογιστικού συστήματος της πρώτης των εναγομένων, τηρώντας όλα τα προβλεπόμενα λογιστικά βιβλία με ανάλυση των οικονομικών πράξεων λογιστική διατύπωση αυτής και καταχώριση των ανάλογων εγγραφών στα οικεία βιβλία. Επίσης, συνέτασσε και υπέβαλλε στο ΙΚΑ, αρχικά ανά τρίμηνο και στη συνέχεια ανά μήνα τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις στην αρμόδια ΔΟΥ άπαξ ετησίως τις συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων πελατών-προμηθευτών καθώς και το μηχανογραφημένο ισοζύγιο χρήσης. Επιπλέον, ο ενάγων όντας ο μοναδικός υπάλληλος του λογιστηρίου της επιχείρησης της πρώτης των εναγομένων, απασχολιόταν ευθέως και αμέσως με τη σύνταξη του ισολογισμού της, δηλαδή με την κατάρτισή του σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διατάξεις. Συγκεκριμένα, του είχαν ανατεθεί : Οι εγγραφές τακτοποίησης του ισολογισμού, δηλαδή ο έλεγχος την βιβλίων και η αντιπαραβολή με πάσης φύσεως παραστατικά για τον εντοπισμό και τη διόρθωση τυχών ασυμφωνιών, ο υπολογισμός αποσβέσεων των παγίων στοιχείων, με καταχώριση των οικείων εγγραφών στα βιβλία, η αποτύπωση της ετήσιας απογραφής εμπορευμάτων και προϊόντων στους οικείους λογαριασμού, ο υπολογισμός αξίας υπολοίπων με βάση τις αξίες προμήθειας εμπορευμάτων και πρώτων υλών, η καταμέτρηση και αποτύπωση στους οικείους λογαριασμού των πάσης φύσεως αξιογράφων, η σύνταξη των θεωρημένων καταστάσεων υπολοίπων τέλους χρήσης, η σύνταξη ισοζυγίου τέλους χρήσης, η σύνταξη των τελικών οικονομικών καταστάσεων (ισολογισμού χρήσης, κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσεως, λογαριασμός εκμετάλλευσης χρήσης, πίνακας διάθεσης κερδών). Ο ενάγων εργάστηκε στην επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων μέχρι τις 18 Ιουλίου 2011 οπότε και απολύθηκε.

Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε αγωγή εναντίον της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 18-7-2011 προαναφερόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να του επιδικασθεί α) το ποσό των 3.194,70 για επίδομα ισολογισμού και αναλογία αυτού στα επιδόματα εορτών, β) το ποσό των 98.859,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, χρονικού διαστήματος από 19-7-2011 έως την 31-12-2013 (17.687,34 ευρώ καταψηφιστικών και 81.172,64 ευρώ αναγνωριστικών) άλλως και επικουρικώς το ποσό των 4.407,32 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης και γ) το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αναγνωριστικών). Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να αποδεχτεί τις συμφωνημένες υπηρεσίες του τού λογιστή, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης και υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης από τη επίδοση της απόφασης. Επί της ως άνω αγωγής του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3489/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή του ενάγοντος, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 18-7-2011 ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και έγινε δεκτό ότι του οφείλει η πρώτη των εναγομένων : α) το ποσό των 3.194,70 ευρώ για επίδομα ισολογισμού και αναλογία αυτού στα επιδόματα εορτών και β) το ποσό των 98.859,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 20-7-2011 έως 31-12-2013, ήτοι συνολικά το ποσό των 102.054,68 ευρώ (20.882,04 ευρώ καταψηφιστικώς και 81.172,64 ευρώ αναγνωριστικώς). Από τα ως άνω επιδικασθέντα ποσά ο ενάγων ουδέν έχε λάβει μέχρι το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής.

Μετά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής (που έλαβε χώρα στις 28-2-2014) και πριν από τη δημοσίευση της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. 3489/2014 απόφασης (ημερομηνία δημοσίευσης : 24-11-2014) και συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 2014 η πρώτη των εναγομένων μεταβίβασε την ως άνω επιχείρησή της στον 2ο των εναγομένων, ο οποίος τυγχάνει υιός του νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της 1ης εναγομένης, ………………….. Έκτοτε ο 2ος των ενάγων ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή (παραγωγική και εμπορική) δραστηριότητα της πρώτης, η οποία διέκοψε τη λειτουργία της.

Το Δικαστήριο για να αχθεί στην ως άνω κρίση περί μεταβίβασης στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης των συνθηκών της επίδικης περίπτωσης συνεκτίμησης τα εξής στοιχεία:

  1. Ο διάδοχος 2η εναγομένης ασκεί την ίδια ακριβώς δραστηριότητα (επεξεργασία και εμπόριο κρέατος) με την μεταβιβάζουσα εταιρεία.
  2. Το εμπορικό σήμα και ο διακριτικός τίτλος της διαδόχου εταιρείας παρέμεινε ο ίδιος τόσο λεκτικά ………………….) όσο και ως απεικόνιση. Επίσης διατηρήθηκε το ίδιο διαφημιστικό σλόγκαν («……………………….»).
  3. Ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός (φορτηγά ψυγεία, μηχανήματα, καταψύκτες, ψυγεία κλπ) μεταβιβάστηκε από τη μεταβιβάζουσα 1η εναγόμενη εταιρεία, στον 2ο εναγόμενο.
  4. Στο 2ο των εναγομένων μεταβιβάστηκε το σύνολο των άυλων αγαθών της 1ης εναγομένης (τεχνογνωσία, φήμη, επαγγελματικές σχέσεις με τρίτους κλπ).
  5. Στον 2ο των εναγομένων μεταβιβάστηκε μεγάλο μέρος της πελατείας της 1ης εναγομένων. Σημειωτέον ότι και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, …………………., λογιστής, στην ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο κατέθεσε ότι μέρος της πελατείας της 1ης εναγομένης μεταβιβάστηκε στον 2ο εναγόμενο, χωρίς όμως να μπορέσει να προσδιορίσει το ποσοστό της πελατείας που μεταβιβάστηκε (βλ. σελ. 15 των πρακτικών δημόσιας συνεδρίαση).
  6. Ο 2ος εναγόμενος χρησιμοποιεί τη διαδικτυακή διεύθυνσης και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 1ης εναγομένης.
  7. Επίσης και οι προμηθευτές του 2ου εναγομένου είναι σε μεγάλο ποσοστό οι ίδιοι με τους προμηθευτές της 1ης εναγομένης. Σημειωτέον ότι ο προαναφερόμενος μάρτυρας ανταπόδειξης στην ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο κατέθεσε ότι κάποιοι προμηθευτές παραμένουν οι ίδιοι χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει το ποσοστό τους (βλ. σελ. 15 των πρακτικών).
  8. Δεν υπήρξε διακοπή των δραστηριοτήτων και της λειτουργίας της επιχείρησης.
  9. Μέρος του προσωπικού της 1ης εναγομένης μεταβιβάστηκε στον 2ο εναγόμενο. Στο σημείο τούτο παρατηρητέα τυγχάνουν τ’ακόλουθα : Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του ενάγοντος με δήλωσή του καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ζήτησε, εκτός άλλων, να προσκομίσουν οι εναγόμενοι πίνακες προσωπικού καθώς και πίνακες προμηθευτών ετών 2011 έως το τρέχον έτος, τους οποίους κατέχουν. Πλην όμως οι εναγόμενοι ουδέν από τα ανωτέρω προσκόμισαν, κάτι που αξιολογείται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του άρθρου 261 του ΚΠολΔ.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προαναφερόμενη επιχείρηση της 1ης των εναγομένων συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομική μονάδα και διατήρησε αμετάβλητη την ταυτότητα υπό το νέο φορέα, 2ο των εναγομένων, ο οποίος είχε τη βούληση να είναι διάδοχός της. Ο 2ος των εναγομένων ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων, εγκαταστάσεων κλπ, την επιχείρηση της 1ης εναγομένης για την επίτευξη του ίδιου οικονομικού σκοπού. Επομένως, τον Μάρτιο του 2014 η ανωτέρω επιχείρηση της 1ης εναγομένης μεταβιβάστηκε κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ 178/2002 στον 2ο των εναγομένων.

Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ 178/2002, αλλά και του άρθρου 6 του ν. 2112/1920, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του ενάγοντος από τη σύμβαση εργασίας του μεταβιβάστηκαν ipso iure και ως είχαν κατά το χρονικό σημείο της μεταβίβασης στον 2ο εναγόμενο, παράλληλα όμως με αυτήν παραμένει συνυπεύθυνη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον και η 1η εναγομένη για τις υποχρεώσεις της απέναντι στον ενάγοντα που προέκυψαν από την επίδικη σύμβαση εργασίας τους μέχρι το χρόνο υλοποίησης της μεταβίβασης, ήτοι στις 10-3-2014.

Περαιτέρω, η 1η εναγομένη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας, καθόσον με την υπ’ αριθμ. 3489/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 18-7-2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Όπως προεκτέθηκε, η υπερημερία του εργοδότη (εν προκειμένω της 1ης εναγομένης) αρχίζει από την ημέρα της άκυρης απόλυσης (ήτοι από τις 18-7-2011), χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε προσφορά, ούτε ρηματική, από την πλευρά του εργαζομένου (εν προκειμένω του ενάγοντος) αφού, όπως ήδη ειπώθηκε, η εναγομένη-εργοδότρια, με την καταγγελία της, δήλωσε κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι από το χρονικό σημείο της καταγγελίας και έπειτα δεν πρόκειται να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες (σύμπραξη) για την εκπλήρωση της παροχής. Η υπερημερία της 1ης των εναγομένων συνεχίζεται στον πρόσωπο του 2ου των εναγομένων, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους του ή οποιαδήποτε άλλη διατύπωση.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα και ενόψει του γεγονότος ότι οι καταβλητέες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρόνο της άκυρης καταγγελίας ανέρχονταν σε 2.886,14 ευρώ μηνιαίως (2.770,34 ευρώ καταβαλλόμενος μισθός + 115,80 ευρώ μηνιαία αναλογία επιδόματος ισολογισμού (1.389,64/12)], όπως είχε κριθεί αμετακλήτως με την υπ’αριθμ. 3489/2014 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και το ποσό αυτό ο ενάγων θα ελάμβανε ανά μήνα υπό τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, συνακόλουθα οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας, κατ’άρθρο 656 του ΑΚ τα ακόλουθα ποσά : Για το χρονικό διάστημα από 19 Ιουλίου 2011 μέχρι την ημερομηνία συζήτησης της κρινόμενης αγωγής του οφείλεται καταρχήν το συνολικό ποσό των 226.976,83 ευρώ το οποίο αφορά στους μισθούς υπερημερίας, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας τού ως άνω χρονικού διαστήματος. Από το ως άνω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των 51.875,14 ευρώ, το οποίο ο ενάγων αποκόμισε από την εργασίας του σε άλλους εργοδότες κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του, συνεπώς του οφείλεται το συνολικό ποσό των (226.976,83-51.875,14=) 175.101,69 ευρώ. Επίσης, ο 2ος των εναγομένων οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.194,70 ευρώ το οποίο αφορά στο επίδομα ισολογισμού και αναλογία αυτού στα επιδόματα εορτών. Συνεπώς, η συνολική οφειλή του 2ου εναγομένου προς τον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των (175.101,69 + 3.194,70 = ) 1 78.296,39 ευρώ.

Περαιτέρω, μέρος του ως άνω συνολικού ποσού και δη του επιμέρους ποσού των (7.734,28-1.727,54=) 6.006,74 ευρώ το οποίο αφορά στους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι τις 10-3-2014 η 1η των εναγομένων το οφείλει, εις ολόκληρον, με τον 2ο των εναγομένων.

Συνεπώς ο 2η εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των (178.296,39 – 6.006,74 = ) 172.289,65 ευρώ και αμφότεροι οι εναγόμενοι οφείλουν, εις ολόκληρον, έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 6.006,74 ευρώ.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αγωγή, όπως αυτή περιορίσθηκε, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και περαιτέρω πρέπει να υποχρεωθεί ο 2ος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.882,04 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι ο 2ος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (172.289,65-20.882,04=) 151.407,61 ευρώ νομιμοτόκως αμφότερα τα ως άνω κονδύλια από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 6.006,74 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και ως εκ τούτου πρέπει η απόφαση, ως προς την προαναφερόμενη καταψηφιστική της διάταξη, να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή και δη κατά το ποσό των 15.000 ευρώ, λόγω και της φύσεως των επιδικαζομένων κονδυλίων ως εργατικών απαιτήσεων και εφόσον στο εύρος της διατάξεως του άρθρου 910 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ εμπίπτουν σαφώς και οι αποδοχές υπερημερίας [άρθρο 908 παρ.1 εδ. α’ και περ. ε’ ΚΠολΔ , βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Νικολόπουλος), ΚΠολΔ II, έκδ. 2000, άρθρο 908, 910 ΚΠολΔ]. Περαιτέρω, πρέπει να υποχρεωθεί ο 2ος των εναγομένων να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του ενάγοντος κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης από την επίδοση της παρούσα απόφασης, διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του προς την υποχρέωση αυτή πρέπει να καταδικασθεί ο 2ος εναγόμενος σε χρηματική ποινή ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησόμενη υποχρέωσή του (άρθρο 946 παρ 1 ΚΠολΔ), και να κηρυχθεί η εν λόγω διάταξη προσωρινώς εκτελεστή. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος θα επιβληθούν, κατόπιν αιτήματος του [191 παρ. 2, 106 ΚΠολΔ, ΑΠ 953/2006 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 100/2002 ΕλΔ 43(2002). 1033] και χωρίς κατάλογο εξόδων από αυτή, σε βάρος των εναγομένης [ άρθρ. 176 , 189 αρ. 1, ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρα 63 παρ. 1, 68 παρ. 1, 84 παρ. 1 του Κωδ.Δικηγόρων Ν.4194/2013, (ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013 ], θα επιβληθούν, δε, στο σύνολό τους, κατ’άρθρο 178 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς στο μέρος που απορρίφθηκε από την αγωγή είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (βλ. και Β. Βαθρακοκοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνευτική Νομολογιακή Ανάλυση κατ’άρθρο τόμος Α’ έκδ. 1996 σελ. 1028 αριθμ. 9).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τον δεύτερο (2ο) εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και τεσσάρων λεπτών (20.882,04 ευρώ) νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή και δη για το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.

Αναγνωρίζει ότι ο δεύτερος (2ος) εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εκατόν πενήντα ενός χιλιάδων ευρώ και τετρακοσίων επτά ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (151.407,61 ευρώ) νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων έξι ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (6.006,74 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Υποχρεώνει τον δεύτερο (2ο) των εναγομένων να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του ενάγοντος κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης από την επίδοση της παρούσα απόφασης, διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του προς την υποχρέωση αυτή καταδικάζει τον δεύτερο (2ο) εναγόμενο σε χρηματική ποινή ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησόμενη υποχρέωσή του.

Κηρύσσει την απόφαση ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινώς εκτελεστή.

Καταδικάζει τους εναγομένους να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος το ύψος των οποίων ορίζει α) στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ αναφορικά με την πρώτη (1η) εναγομένη και β) στο ποσό των πέντε χιλιάδων πεντακοσίων (5.500) ευρώ αναφορικά με τον δεύτερο (2ο) εναγόμενο.

-Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 19/1/2018 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies