Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022
Περίληψη: Καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Πότε είναι έγκυρη. Αν η αποζημίωση δεν καταβληθεί στον απολυόμενο ή, στην περίπτωση άρνησής του, δεν κατατεθεί δημοσίως εντός ευλόγου χρόνου, η καταγγελία είναι άκυρη. Η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση νομίμων προϋποθέσεων (έγγραφο και καταβολή αποζημίωσης), είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 180). Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας, που οφείλεται στην κύηση ή στον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη. Η προστασία παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο ασχέτως του αν ο εργοδότης γνώριζε ή όχι την εγκυμοσύνη της. Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία, για τη θεμελίωσή του. Κρίση ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στη θέση της εργαζόμενης, δεν είναι της ενάγουσας, γεγονός που επιβεβαιώνει η σύζυγος του εναγομένου, με την κατάθεσή της σε ένορκη βεβαίωση, αλλά την έχει θέση αντ’ αυτής και εν αγνοία της ο εναγόμενος. Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν δικαιολογείται η ενάγουσα να αποχωρήσει από την εργασία της, στην επιχείρηση του εναγομένου, και να απολέσει όλα τα δικαιώματά της ως εργαζομένη. Άκυρη η καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας, για την οποία δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και συντελέστηκε ενόσω η ενάγουσα τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα η απόλυση της ενάγουσας, κρίνεται ότι προσβλήθηκε η φήμη της ως υπαλλήλου και ενόψει του γεγονότος ότι, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της συντελέστηκε ενόσω η ίδια ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και ως εκ τούτου είχε αυξημένες οικονομικές ανάγκες και δεδομένου ότι η αμοιβή από την εργασία της είναι το μοναδικό μέσο βιοπορισμού της, ενώ στην κατάσταση που ήταν, ήταν δυσχερής η ανεύρεση άλλης θέσης εργασίας, την οποία άλλωστε δεν ανηύρε, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτής και σε βάρος του εναγομένου, χρηματική ικανοποίηση. Απορρίπτει την έφεση του εργοδότη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS – Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 43/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από το Δικαστή, Γεράσιμο Βρυώνη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τoν Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα, Δήμητρα Πάλλα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Οκτωβρίου 2016, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, επί της οδού …… αρ. …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του δικηγόρο, Ευαγγελία Μαράντου (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, επί της οδού …… αρ. …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Δημήτριο Βλαχόπουλο, με δήλωση (κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ)
Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 31-5-2012 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου: ……/1-6-2012 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε, αρχικά, η μη οριστική 3269/2013 μη οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Με την από 16-9-2014 [ΓΑΚ: ……/18-9-2014 και ΑΚΔ: ……/18-9-2014] κλήση της νομότυπα επανέφερε προς συζήτηση την προαναφερθείσα αγωγή για την δικάσιμο της 3ης-11-2014. Κατά την τελευταία δικάσιμο εξεδόθη η υπ’ αριθμόν 2593/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δέχθηκε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή (2539/2015) πρόσβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 23-7-2015 [ΕΚΕΜ: ……/23-7-2015, ΓΑΚ: ……/2015, ΑΚ: ……/2015] έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε, αρχικά, η 18η-2-2016. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 23-7-2015 [ΕΚΕΜ: ……/23-7-2015, ΓΑΚ: ……/2015, ΑΚ: ……/2015] έφεση στρέφεται κατά της υπ’ αριθμόν 2593/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου αρμοδίου καθ’ ύλη και κατά τόπο (άρθρα 12 και 19 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/25-7-2011), και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει εκπρόθεσμη άσκησή της ή άλλος λόγος απαραδέκτου της, ούτε η παρούσα εφεσίβλητη ισχυρίζεται το αντίθετο, δεν έχει δε παρέλθει τριετία από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 24-6-2015 μέχρι την άσκησή της (εφέσεως) στις 23-7-2015 (άρθρα 495 παρ. 1, 496 παρ. 1, 498 παρ. 1, 499, 511, 513 παρ. 1 στ. β΄, 516 παρ. 1, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι για το παραδεκτό της ένδικης εφέσεως δεν απαιτείται η κατάθεση παράβολου εφέσεως ποσού διακοσίων (200) ευρώ (άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012).
ΙΙ. Με την από 31-5-2012 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου: ……/1-6-2012) αγωγή της στρεφομένης κατά του αντιδίκου της και απευθυνόμενης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, εκθέτει ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε με τον εναγόμενο προφορικά, την 20η-8-2011, προσλήφθηκε για να εργαστεί ως πωλήτρια, έχοντας τετραετή προϋπηρεσία στον τομέα αυτό, στην επιχείρηση πώλησης υποδημάτων και άλλων συναφών ειδών, εργαζόμενη υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, απασχολούμενη τέσσερις (4) ημέρες την εβδομάδα, επί δεκαοκτώ (18) ώρες εβδομαδιαίως, αμειβόμενη με ωρομίσθιο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην οικεία ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις και ότι υπό το καθεστώς αυτό απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου έως την 9η-12-2011. Ότι την 9η-12-2011, οπότε, κατόπιν προφορικής συμφωνίας της με τον εναγόμενο, η απασχόλησή της μετατράπηκε σε πλήρη, με πενθήμερη εβδομαδιαία και οκτάωρη ημερήσια απασχόληση, αμειβόμενη, πλέον, με μηνιαίο μισθό, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην προαναφερθείσα ΣΣΕ και ενώ η ίδια προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες της με την ανωτέρω ειδικότητά της, ο εναγόμενος ουδέποτε της κατέβαλε τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της, καθόσον της κατέβαλε ωρομίσθιο 4 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 20-8-2011 έως 8-12-2011, ενώ δικαιούταν ωρομίσθιο 5,98 ευρώ και μηνιαίο μισθό 918,13 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-12-2011 έως 15-3-2012, αντί μηνιαίου μισθού 981,86 ευρώ, που δικαιούταν και επιπλέον δεν της κατέβαλε τα δώρα εορτών ούτε της χορήγησε την άδεια που δικαιούταν, αλλά, την υποχρέωνε να εργάζεται και την ημέρα Δευτέρα κάθε δεύτερης εβδομάδας, χωρίς να της καταβάλει την αμοιβή της για εργασία την έκτη μέρα της εβδομάδας. Ότι αυτή (ενάγουσα) όταν την 13η-3-2012 ανακοίνωσε στον εναγόμενο ότι βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, ο τελευταίος, αντιδρώντας αρνητικά στην, εν λόγω, ανακοίνωση, της χορήγησε υποχρεωτική ημέρα ανάπαυσης (ρεπό) για την επόμενη ημέρα (14-3-2012), ενώ, την 15η-3-2012 προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, δίχως να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και οφείλοντάς της, μέχρι τότε, διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας. Ότι ακολούθως η ίδια (ενάγουσα) κατήγγειλε το γεγονός στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ….., υποβάλλοντας αίτηση προς διενέργεια εργατικής διαφοράς, κατά δε την σχετική συζήτηση, που έλαβε χώρα την 29η-3-2012, ο εναγόμενος υποστήριξε, αναληθώς, ότι δήθεν την προσέλαβε την 9η-12-2011, αντί της αληθούς ημερομηνίας πρόσληψης (20-8-2011), ότι δήθεν της κατέβαλε κανονικά τα επιδόματα εορτών και αδείας και της χορήγησε την κανονική άδεια και ότι η ίδια, δήθεν, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, την 25η-2-2012. Ότι προς επίρρωση των, ως άνω, ισχυρισμών του, ο εναγόμενος προσκόμισε στην Επιθεώρηση Εργασίας, τα αναφερόμενα στην αγωγή έγγραφα πρόσληψης και οικειοθελούς αποχώρησής της καθώς και αποδείξεις πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών της, τα οποία όμως είχαν πλαστογραφηθεί, ως προς την υπογραφή της, από τον εναγόμενο, προκειμένου ο τελευταίος να παρουσιάσει ότι δήθεν είχε καταβάλει σ’ αυτήν κανονικά όλα τα επιδόματα εορτών και αδείας και ότι η ίδια είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της, με σκοπό ν’ αποφύγει δολίως να καταβάλει σ’ αυτήν την αποζημίωση απόλυσης καθώς και τις δεδουλευμένες αποδοχές της. Με το ιστορικό αυτό ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 15-3-2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, κυρίως, λόγω της έλλειψης των νομίμων προϋποθέσεων και, επικουρικά, λόγω καταχρηστικής άσκησης του, εν λόγω (διευθυντικού) δικαιώματος του εναγομένου και να υποχρεωθεί ο τελευταίος, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή και με απαγγελία εναντίον του προσωπικής κράτησης, διάρκειας ενός (1) έτους, να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 21.916,54 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 16-3-2012 μέχρι 15-3-2013, διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος Αυγούστου 2011 μέχρι Μαρτίου 2012, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2011 και Πάσχα 2012, επίδομα αδείας και αποζημίωση αδείας έτους 2011 και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την μείωση της προσωπικότητάς της (όπως το κάθε επιμέρους αγωγικό κονδύλιο εκτίθεται αναλυτικά στην αγωγή), με το νόμιμο τόκο από τότε, που το κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως, από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά ζητούσε να της καταβληθεί το πιο πάνω ποσό με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επίσης, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται στον μέλλον τις υπηρεσίες της, ως πωλήτριας υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την απειλή εναντίον του χρηματικής ποινής, ύψους 500 ευρώ και προσωπικής κράτησης, διάρκειας ενός (1) έτους, για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς του με την εκδοθησομένη απόφαση. Επικουρικά και σε περίπτωση, που ήθελε κριθεί ότι η, ως άνω, από 15-3-2012 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι έγκυρη, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της καθώς και η διαγωγή της, με την απειλή εναντίον του χρηματικής ποινής, ύψους 500 ευρώ και προσωπικής κράτησης, διάρκειας ενός (1) έτους, για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς του με την εκδοθησομένη απόφαση. Τέλος, ζητούσε να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη, η οποία την έκανε δεκτή, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της εκ μέρους του εναγομένου από 15-3-2012 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, επιδικάζοντας μισθούς υπερημερίας, δώρα Χριστουγέννων κλπ. και υποχρέωσε τον ενάγοντα να αποδέχεται τις υπηρεσίες της εναγομένης με απειλή προσωπικής κράτησης, διάρκειας ενός (1) έτους και χρηματικής ποινής για κάθε άρνησή του. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ηττηθείς εναγόμενος, αιτιώμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή. Ειδικότερα, ο εκκαλών ισχυρίζεται: α) με τους 1ο και 2ο λόγους της εφέσεώς του ότι η εκκαλουμένη προέβη σε αυθαίρετη και εσφαλμένη ερμηνεία της ΑΚ 656, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013, ενώ, εάν είχε ερμηνεύσει ορθά την προαναφερθείσα διάταξη, η εκκαλουμένη θα δεχόταν ότι αυτός (εκκαλών-εναγόμενος) έχει περιέλθει σε υπερημερία, όμως η ενάγουσα θα μπορούσε να αξιώσει μόνον την καταβολή μισθών υπερημερίας, όχι όμως και την πραγματική απασχόλησή της, από την στιγμή μάλιστα, κατά την οποία, προέκυψε στο πρόσωπό του οικονομική αδυναμία, μην μπορώντας μάλιστα να καταβάλλει τα μισθώματα της εμπορικής του επιχείρησης, προσκομίζοντας μετ’ επικλήσεως την υπ’ αριθμόν ……/11-7-2012 έκθεση βίαιης αποβολής του από το μίσθιο κατάστημα, β) με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, ότι πλημμελώς εκτιμήθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκόμισε σε σχέση με την μη απασχόληση της εφεσίβλητης, κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, με συνέπεια την απόρριψη του, εν λόγω, αγωγικού κονδυλίου, γ) με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του, ότι κακώς εκτιμήθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι αυτός (εκκαλών) απέλυσε την ενάγουσα-εφεσίβλητη από την επιχείρηση, ενώ, το αληθές είναι ότι η εφεσίβλητη απεχώρησε οικειοθελώς και δ) με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του ότι από πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, η εκκαλουμένη δέχθηκε και συνυπολόγισε την τετραετή υπηρεσία της ενάγουσας σε άλλον εργοδότη, δεχόμενη, εσφαλμένα, ότι η εφεσίβλητη είχε γνωστοποιήσει την προϋπηρεσία της στον εκκαλούντα.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ.3 εδ. α΄ του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του Ν.2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης, ορίζεται κατ` αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 εδ. α΄ του, ως άνω, Ν. 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβασης, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημίωσης, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ημέρα που επιδίδεται η έγγραφη καταγγελία στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται με τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ακόμη, ότι η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά της. (βλ. ΑΠ 918/2006, ΔΕΕ 2007/718-ΑΠ 1290/2001, ΕλλΔνη 2002/131). Η, ως άνω, ακυρότητα της καταγγελίας, λόγω έλλειψης των προϋποθέσεων, τασσόμενη υπέρ του μισθωτού, είναι σχετική (βλ. ΑΠ 1278/2001, ΔΕΝ 58/223-ΑΠ 1165/1999, ΔΕΝ 56/303) και συνεπώς μπορεί αυτός να παραιτηθεί (άρθρα 156 και 361 ΑΚ), ρητώς ή σιωπηρώς, από το δικαίωμά του να την προβάλει, θεωρώντας την καταγγελία έγκυρη (βλ. ΑΠ 816/2002, ΕλλΔνη 44/970). Ο εργαζόμενος δηλαδή έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί, όπως αναφέρθηκε, από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της, να την θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης (βλ. ΕφΘεσ. 9/2007, Αρμ 2007/415-ΕφΑθ 2342/2003, ΕλλΔνη 45/1483). Εξάλλου, η νόμιμη αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών του απολυθέντος μισθωτού, τις οποίες αυτός θα λάμβανε κατά το χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 3198/1955, γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (βλ. ΟλΑΠ 1144/1982, ΝοΒ 32/674/ΕφΑθ 702/2005, ΔΕΕ 2006/99). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέμα τα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του για την επίτευξη των σκοπών της δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις, εν λόγω, διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 και 2 του Ν. 1483/1984 : «Απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη, τόσο κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα λόγω ασθενείας της που οφείλεται στην κύηση ή στον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση, η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη». Από την διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι ως μοναδική προϋπόθεση της απαγόρευσης της απόλυσης της εγκύου γυναίκας εργαζόμενης, είναι η ύπαρξη εγκυμοσύνης κατά τον χρόνο καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται προσθέτως η γνώση του εργοδότη περί της εγκυμοσύνης αυτής (βλ. ΑΠ 771/1989, ΕΕργΔ 49/418, πρβλ. και ΑΠ 1176/1993, ΕΕργΔ 54/282-Εφ.Αθ 66/2000 και 9954/2000 ΕλλΔνη 44/536 και 540 αντίστοιχα, ΕφΑθ 340/1997, ΔΕΝ 54/275). Σπουδαίο λόγο, που παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης εγκυμονούσας αλλά και μόλις τεκούσας γυναίκας, αποτελούν ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία με αντικειμενική κρίση θεωρούμενα, καθιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, μη ανεκτή για τον δικαιούμενο στην καταγγελία, την παραπέρα συνέχιση της σύμβασης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος στο πρόσωπο εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία. Τέτοιο γεγονός συνιστά και η πλημμελής ή μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων της εγκύου εργαζομένης ή τη μη συμμόρφωσή της σε οδηγίες του εργοδότη, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η, εν λόγω, συμπεριφορά της δεν είναι απότοκος της καταστάσεως της εγκυμοσύνης της (βλ. ΑΠ 245/2002 ΕλλΔνη 44.167, ΑΠ 205/1999 ΕλλΔνη 40.1067.ΑΠ 1177/1998 ΕλλΔνη 40.1731. ΑΠ 976/1998 ΕλλΔνη 40.322). Σε καμία όμως περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί σπουδαίος λόγος η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη ΑΠ 1051/1988 ΔΕΝ 45.237, ΕφΑθ 9954/2000 ο.π ΕφΑθ 1426/1996 ΔΕΝ 54.276, Λ. Ντάσιου, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, έκδοση 1999, σελ. 382). Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 10 του μεταγενέστερου Π.δ/τος 176/1997(ΔΕΝ 1997 σελ. 936) σκοπός της έκδοσης του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. αυτού, είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 92/857 ΕΟΚ της 19-10-1992 «Σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων». Με τις διατάξεις αυτές που τέθηκαν κατ’ επιταγή των ταυτάριθμων αντιστοίχων άρθρων της παραπάνω Οδηγίας ορίζεται ότι: Πρόκειται να εξασφαλιστεί στις εργαζόμενες γυναίκες κατά την έννοια του άρθρου 2 (ταυτοσήμου κατά περιεχόμενο προς το ταυτάριθμο της Οδηγίας), ή άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο προβλέπεται ότι: 1. Απαγορεύεται η καταγγελία σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2 σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες Επιθεώρησης Εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Έτσι με το ανωτέρω άρθρο επαναλαμβάνεται (υπενθυμίζεται) η για την απαγόρευση της καταγγελίας παραπάνω διάταξη και επιπλέον καθιερώνεται η υποχρέωση του εργοδότη, που καταγγέλλει τη σχέση εργασίας των παραπάνω προσώπων, λόγω σπουδαίου λόγου, να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες Επιθεώρησης Εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων (βλ. ΑΠ 865/2003, ΕΕργΔ 64/86-ΑΠ 245/2002, ΕΕργΔ 62/1010-ΕφΑθ 1011/2001, ΕλλΔνη 42/1667-ΕφΑθ 9954/2000, ΕλλΔνη 42/1667- ΕφΑθ. 9954/2000, ΕλλΔνη 44/540-ΕφΠατρ. 1038/2004 ΑχΝομ. 2005/515). Επομένως για τη θεμελίωση, πλέον, του κατά άνω ισχυρισμού του εργοδότη περί συνδρομής σπουδαίου λόγου υπό την προεκτεθείσα έννοια, για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας εγκύου γυναίκας απαιτείται η συνδρομή των πιο πάνω δύο προϋποθέσεων, που καθιερώνει το π.δ.176/1997 σε συμμόρφωση της ελληνικής νομοθεσίας προς το κοινοτικό δίκαιο, χωρίς την ύπαρξη των οποίων ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. ΕφΑθ 1011/2001 ο.π). Η κατά παράβαση του πιο πάνω νόμου επιχειρηθείσα καταγγελία θεωρείται ως μη γενόμενη, κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ και ο εργοδότης περιέχεται σε κατάσταση υπερημερίας δανειστή, σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ υποχρεούμενος σε καταβολή αποδοχών υπερημερίας στο μισθωτό (ΑΠ 771/1989, ΕΕργΔ 49.618. ΕφΘεσ 1958/1994 ΔΕΝ 52.750), ο οποίος δεν υποχρεούται σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ σε πραγματική προσφορά των υπηρεσιών του αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται αυτονόητα και η δήλωση βούλησής του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυόμενου. Κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, ο εργαζόμενος δικαιούται να απαιτήσει ότι ακριβώς θα έπαιρνε ως μισθό, αν ο εργοδότης δεν απέκρουε την προσφορά της εργασίας του (βλ. ΑΠ 431/2006 ΧρΙΔ 2006/658). Αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στην εργαζόμενη και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (άρθρα 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 ΑΚ 5§1. Συντάγματος), το ποσό της οποίας καθορίζεται από το Δικαστήριο, κατ’ εύλογη κρίση (βλ. ΑΠ 161/1997 ΔΕΝ 53/763) ειδικά για την άκυρη απόλυση εγκύου εργαζομένης και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (βλ. ΕφΑθ. 4164/2006 ΔΕΕ 2001/1106). Τέλος, το άρθρο 656 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 61 του Ν. 4139/13, ορίζει ότι: «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει, από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού». Από την, ως άνω διάταξη, σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας σύβασης εργασίας εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία, για τη θεμελίωση του. Πρέπει να σημειωθεί ότι με την, ως άνω, διάταξη τροποποιήθηκε εκείνη του άρθρου 656 Α.Κ. η οποία όριζε ότι: «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό …..». Με αυτή τη διατύπωση ο νομοθέτης, σε περίπτωση ακύρωσης της καταγγελίας σύμβασης εργασίας και περιέλευσης του εργοδότη σε καθεστώς υπερημερίας, προέβλεπε ότι ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει μόνον το μισθό του. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που υποβαλλόταν αίτημα για την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου, προκειμένου να θεμελιωθεί η αξίωση αυτή, ήταν αναγκαία η επίκληση με την αγωγή πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία η μη πραγματική απασχόληση του από τον εργοδότη θεμελίωναν προσβολή της προσωπικότητας του ή καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 του παραπάνω νόµου, οι διατάξεις του άρθρου 61, μεταξύ των οποίων και του τροποποιημένου 656 ΑΚ, «καταλαμβάνουν και τις εκκρεµείς υποθέσεις». Τέλος, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 533 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έχει την έννοια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που διείπε την έννομη σχέση ή το δικαίωμα που αποτελούσε αντικείμενο της δίκης και συνεπώς ήταν εφαρμοστέος όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση και όχι τον τυχόν ισχύοντα νεώτερο νόμο με αντίθετο ή άλλο περιεχόμενο, που όμως δεν έχει αναδρομική δύναμη. Συνεπώς, αν αυτός έχει αναδρομική δύναμη τότε εφαρμόζει τον τελευταίο. (βλ. ΑΠ 2011/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IV. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, …… …… και …… ……, που περιέχονται στα υπ’ αριθμόν 3296/28-2-2013 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωοτβαθμίου δικαστηρίου, από τις υπ’ αριθμ. ……, …… και ……/20.06.2012 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, …… ……, …… …. και …… ……, αντίστοιχα, που συντάχθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα και λαμβάνονται υπόψη, διότι’ δόθηκαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του εναγομένου τουλάχιστον 24 ώρες πριν τη λήψη τους, με σχετική ειδοποίηση του εναγομένου στο δικόγραφο της αγωγής, που επιδόθηκε στον τελευταίο (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/06.06.12 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Αεράκη), από τις υπ’ αριθμ. …… και ……/25.06.2012 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, …… …… και …… ……, αντίστοιχα, που συντάχτηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα και λαμβάνονται υπόψη, διότι δόθηκαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του εναγομένου τουλάχιστον 24 ώρες πριν τη λήψη τους (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/21-6-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Αεράκη, με τη συνημμένη σε αυτή 20.06.2012 κλήση της ενάγουσας προς τον εναγόμενο) και την υπ’ αριθμ. ……/04.03.2013 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα της ενάγουσας, …… ……, που συντάχτηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα και λαμβάνεται υπόψη, διότι δόθηκε εντός της προθεσμίας προσθήκης αντίκρουσης, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του εναγομένου, τουλάχιστον 24 ώρες πριν τη λήψη της, με σχετική ανακοίνωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας προς τον εναγόμενο, που καταχωρήθηκε στα υπ’ αριθμ. 3296/28.02.2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου, από την υπ’ αριθμ. ……/01.03.2013 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα του εναγομένου …… ……, που συντάχτηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Βενετίας – Μαρίας Δελλοπούλου – Βαλσάμη, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος και λαμβάνεται υπόψη, διότι δόθηκε εντός της προθεσμίας προσθήκης-αντίκρουσης, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της ενάγουσας, τουλάχιστον 24 ώρες πριν τη λήψη της, με σχετική γνωστοποίηση της πληρεξούσιας δικηγόρου του εναγομένου προς την ενάγουσα, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τις εκατέρωθεν ομολογίες αυτών σε συνδυασμό και με τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών-εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί εμπορική επιχείρηση πώλησης υποδημάτων στον …… Αττικής (επί της οδού …… αρ. …), με το διακριτικό τίτλο «……», στις 20 Αυγούστου 2011 προσέλαβε προφορικά την εφεσίβλητη-ενάγουσα, για να εργαστεί στο προαναφερόμενο κατάστημά του, ως πωλήτρια, με μερική απασχόληση και συγκεκριμένα τεσσάρων ημερών την εβδομάδα, (ήτοι Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο), επί 4 ώρες τις καθημερινές (από 17.00-21.00) και 6 ώρες τα Σάββατα (09.00-15.00), με τη συμφωνία ότι θα αμείβεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση εμπορίας υποδημάτων και συναφών ειδών και πράγματι η ενάγουσα από την ανωτέρω ημεροχρονολογία πρόσληψής της προσέφερε τις υπηρεσίες της, για τις οποίες είχε προσληφθεί, συνεχώς έως τις 09.12.2011, που με νεότερη, προφορική συμφωνία των διαδίκων, η απασχόληση της ενάγουσας μετατράπηκε από μερική σε πλήρης, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία (από Τρίτη έως και Σάββατο και Δευτέρα ρεπό) και ωράριο ημερήσιας απασχόλησης αυτό των εμπορικών καταστημάτων (08.30-15.00 Τετάρτη και Σάββατο και 09.00-14.00 και 17.00-21.00 Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή) και υπό το καθεστώς αυτό απασχόλησης εργάστηκε στην, ως άνω, επιχείρηση του εναγομένου, με την παραπάνω ειδικότητά της, μέχρι την 13η-3-2012, που ανακοίνωσε στον εναγόμενο ότι κυοφορούσε το πρώτο της παιδί, γεγονός που δυσαρέστησε τον τελευταίο, ο οποίος δυο μέρες μετά, ήτοι την 15η-3-2012 την απέλυσε προφορικά, δηλώνοντας της ότι δε θα αποδέχεται στο μέλλον τις προσφερόμενες υπηρεσίες της. Ενόψει της απόλυσής της, η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ……), όπου και συζητήθηκε η υπόθεσή της, την 29η-3-2012 (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/…../29.03.2012 δελτίο εργατικής διαφοράς), παρόντος του εναγομένου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι, προσέλαβε την ενάγουσα στις 09.12.11 και όχι την 20η-8-2011, όπως ισχυρίζεται η ίδια και ότι, ουδέποτε απέλυσε την ενάγουσα, η οποία αποχώρησε οικειοθελώς από τη θέση εργασίας της στο κατάστημά του, την 25η-2-2012, οπότε και υπέγραψε το έγγραφο της οικειοθελούς αποχώρησής της, αφού πρώτα, την 15η-2-2012, του είχε ανακοινώσει ότι, προτίθεται να αποχωρήσει, προκειμένου να εργαστεί σε άλλη επιχείρηση και ότι, ενώ είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από τη θέση εργασία της, από την 25η-2-2012, κατά τα προαναφερόμενα, στην συνέχεια, την 15η-3-2012, επειδή στο μεταξύ είχε πληροφορηθεί ότι ήταν έγκυος, επανήλθε στην εργασία της γνωστοποιώντας στον εναγόμενο το γεγονός της εγκυμοσύνης της και δηλώνοντας ότι θα συνεχίσει να εργάζεται στο κατάστημα του, αρνούμενη ότι ουδέποτε χώρησε οικειοθελής αποχώρησή της. Μάλιστα προς απόδειξη των ισχυρισμών του, ο εναγόμενος προσκόμισε ενώπιον του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, αντίγραφο της αναγγελίας πρόσληψης της ενάγουσας, μέσω προγράμματος του ΟΑΕΔ, το έγγραφο της αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησής της, τον πίνακα προσωπικού του καταστήματός του και την ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, καθώς επίσης και αποδείξεις πληρωμής της και το βιβλίο αδειών, από τα οποία προκύπτει ο επικαλούμενος από τον εναγόμενο χρόνος πρόσληψης της ενάγουσας, ότι η ενάγουσα έχει εξοφληθεί ως προς τις εργατικές της αξιώσεις, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα εργασίας της στην επιχείρησή του (09.12.11-25.02.2012) και ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, την 25η-2-2012. Τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του, που υποστήριξε ενώπιον του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας επανέλαβε ο εκκαλών-εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι οι ισχυρισμού του αυτοί ουδόλως αποδείχτηκαν από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας. Πράγματι, ο ισχυρισμός του ενάγοντος-εκκαλούντος, ως προς την ημερομηνία πρόσληψης της ενάγουσας-εφεσίβλητης, το πρώτον, την 9η-12-2011 και όχι την 20η-8-2011 τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Το καθεστώς μερικής απασχόλησης με το οποίο εργάστηκε η ενάγουσα στην, ως άνω, επιχείρηση του εναγομένου, από την 20η-8-2011 έως την 9η-12-2011, οπότε και τροποποιήθηκαν οι όροι της σύμβασης εργασίας της, η οποία εφεξής συμφωνήθηκε πλήρους απασχόλησης, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, οδηγήθηκε το παρόν Δικαστήριο, εκτιμώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, οι οποίοι εκτός του …… ……, είναι όλοι υπάλληλοι 11 ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, που βρίσκονται πλησίον του καταστήματος του εναγομένου και όλοι βεβαίωσαν ενόρκως υπέρ της ενάγουσας, εξ ιδίας αντίληψης, ότι, έβλεπαν την ενάγουσα να εργάζεται από τον Αύγουστο του 2011 στο, ως άνω, κατάστημα του εναγομένου ως πωλήτρια, με καθεστώς μερικής απασχόλησης και ότι από το Δεκέμβριο του 2011, την έβλεπαν να εργάζεται με πλήρη απασχόληση, όλες τις ημέρες της εβδομάδας, κατά τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων, εκτός από ορισμένες Δευτέρες, γεγονός που επιβεβαίωσε η ενόρκως εξετασθείσα στο ακροατήριο κατά την δικάσιμο της 28ης-2-2013 μάρτυρας απόδειξης και συνάδελφος της ενάγουσας στην ίδια επιχείρηση του εναγομένου, …… ……, η οποία, χαρακτηριστικά και επί λέξει καταθέτει στο κρίσιμο σημείο της: «Είμαι πρώην συνάδελφός της. Το Αύγουστο του 2011, προσλήφθηκε παρτ τάϊμ, απόγευμα και Σάββατα…», η δε, ως άνω, κατάθεση, συμπεριλαμβανομένων των ενόρκων βεβαιώσεων, κρίνονται ειλικρινείς, καθόσον δεν προσδοκούν συμφέρον από την έκβαση της δίκης και σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το παρόν Δικαστήριο, από την εκτίμηση της κατάθεσης της μάρτυρα, …… ……, συζύγου του εναγομένου, που ελέγχεται ως προς την αξιοπιστία της και η οποία ενόρκως βεβαίωσε υπέρ αυτού, ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, το πρώτον, την 9η-12-2011, όταν αποχώρησε η υπάλληλος που εργαζόταν ως τότε ως πωλήτρια στο κατάστημα του συζύγου της, …… ……, διότι, η εν λόγω μάρτυρας συνδέεται με δεσμούς συγγένειας με τον εναγόμενο και τα όσα βεβαιώνει έρχονται σε αντίθεση με τα όσα καταθέτουν οι μάρτυρες της ενάγουσας, οι οποίοι εξ ιδίας αντίληψης και μετά λόγου γνώσης κατέθεσαν τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, επιπλέον, σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από την εκτίμηση της ένορκης επ’ ακροατηρίω κατάθεσης της μάρτυρα ανταπόδειξης του εναγομένου, …… ……, που περιέχεται στο υπ’ αριθμόν 3269/2013 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είναι ιδιοκτήτρια επιχείρησης πλησίον της επιχείρησης του εναγομένου και μόνη αυτή, σε αντίθεση με όλους τους παραπάνω μάρτυρες της ενάγουσας, οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε, είναι επίσης ιδιοκτήτες ή εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις πλησίον του καταστήματος του εναγομένου, κατέθεσε ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από τον εναγόμενο το Δεκέμβριο του 2011, οι δε καταθέσεις των, ως άνω, μαρτύρων του εναγομένου δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό μέσο της δικογραφίας και, ειδικότερα, δεν επιβεβαιώνονται, ούτε από το έγγραφο της από 09.12.2011 γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, αλλά ούτε και από το από 09.12.11 έγγραφο αναγγελίας πρόσληψης της ενάγουσας στον ΟΑΕΔ, τα οποία προσκόμισε ο εναγόμενος στην Επιθεώρηση Εργασίας κατά τη συζήτηση της διαφοράς του με την ενάγουσα, στις 29.03.12, αλλά δεν τα επικαλείται ούτε τα προσκομίζει στο παρόν δικαστήριο, αντίθετα τα προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι είναι πλαστά ως προς τη φερόμενη ως τεθείσα υπογραφή της και στα οποία φέρεται ως ημερομηνία πρόσληψης της ενάγουσας με σύμβαση εργασίας, πλήρους απασχόλησης, αορίστου χρόνου, η 9η-12-2011, καθόσον, όπως αποδείχτηκε από την από 1η-9-2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που κατέθεσε στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο διορισθείς με την υπ’ αριθμόν 3269/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, πραγματογνώμονας-ειδικός δικαστικός γραφολόγος, Ευάγγελος Αντωνόπουλος, η υπογραφή που αποτυπώνεται στη θέση του εργαζομένου, στο, ως άνω, έγγραφο της αναγγελίας των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και στη θέση του υποψηφίου, στο, ως άνω, έγγραφο αναγγελίας πρόσληψής της στον ΟΑΕΔ, δεν είναι της ενάγουσας, ενώ δεν επιβεβαιώνονται ούτε από τον από 09.12.11 πίνακα προσωπικού που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος, καθόσον από τα αναγραφόμενα στον πίνακα αυτό προκύπτει μεν ότι, ο εναγόμενος, τηρουμένης της διάταξης του άρθρου 16 του Ν.2874/2000, την 9η-12-2011 κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ……, της Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιά, τον, εν λόγω, πίνακα, στον οποίο αναγράφεται ως ημερομηνία πρόσληψης της ενάγουσας η 9η-12-2011, πλην όμως, το γεγονός αυτό, από μόνο του, δεν αναιρεί το ότι, η ενάγουσα απασχολήθηκε στην, ως άνω, επιχείρηση του ενάγοντος και σε χρονικό διάστημα πριν την ημερομηνία που αναγράφεται ως ημερομηνία πρόσληψης της στον παραπάνω πίνακα. Εξάλλου, όσον αφορά στο αποδεικτέο θέμα της απόλυσης της ενάγουσας από τον εναγόμενο, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του εκτιμώντας τις καταθέσεις των, ως άνω, βεβαιωσάντων υπέρ της ενάγουσας μαρτύρων και την κατάθεση της μάρτυρά της, που εξετάστηκε στο ακροατήριο, οι οποίοι ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα κατέθεσαν υπέρ της ενάγουσας, επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς της περί απόλυσής της από τον εναγόμενο και όχι οικειοθελούς αποχώρησής της, έχοντας σχετική γνώση από τα όσα τους είπε η ενάγουσα, ενώ σε αντίθετη κρίση, δε μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από την κατάθεση της συζύγου του εναγομένου, …… ……, η οποία βεβαίωσε υπέρ του εναγομένου ότι ο τελευταίος δεν απέλυσε την ενάγουσα, αλλά ότι η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από τη θέση εργασία της στο κατάστημά του, την 25η-2-2012, πλην όμως, τα όσα βεβαιώνει τα γνωρίζει από όσα της είπε ο σύζυγός της και όχι εξ ιδίας αντίληψης, ενώ και η ενόρκως εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρας του εναγομένου, …… ……, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα κατέθεσε ορισμένα γεγονότα, τα οποία, όμως, δε μπόρεσε να εξηγήσει σαφώς και να προσδιορίσει επαρκώς, δεδομένου ότι κατέθεσε ότι, ο εναγόμενος της είπε ότι, η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της αλλά «δε γνωρίζει πιο βαθιά» τα γεγονότα και «δε μπορεί να πει», ενώ ο ισχυρισμός του εναγομένου περί οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας δεν αποδεικνύεται από οιοδήποτε έγγραφο της δικογραφίας και συγκεκριμένα ούτε από το έγγραφο της από 25-2-2012 αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, στο οποίο φέρεται να δηλώνει η ενάγουσα ότι αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία της στο κατάστημα του εναγομένου την 25η-2-2012, καθόσον η υπογραφή που έχει τεθεί στη θέση του αποχωρήσαντα μισθωτού, δεν είναι της ενάγουσας, γεγονός που επιβεβαιώνει η σύζυγος του εναγομένου, με την κατάθεσή της στην, ως άνω, ένορκη βεβαίωση, αλλά την έχει θέσει αντ’ αυτής και εν αγνοία της ο εναγόμενος. Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δε δικαιολογείται η ενάγουσα να αποχωρήσει από την εργασία της, στην επιχείρηση του εναγομένου, με αποτέλεσμα να απωλέσει όλα τα δικαιώματά της ως εργαζομένη, την 25η-2-2012, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, τη στιγμή πού, από τις αρχές Φεβρουαρίου 2012, δε γνώριζε μεν με βεβαιότητα ότι ήταν έγκυος, καθόσον, ιατρικά διαπιστώθηκε η εγκυμοσύνη της το Μάρτιο του 2013, αλλά υποψιαζόταν δε σφόδρα τούτο, λόγω της συμπτωματολογίας, σε συνδυασμό με το ότι το προηγούμενο της εγκυμοσύνης της διάστημα, έκανε προσπάθειες με το σύντροφο της για να τεκνοποιήσει. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και με δεδομένο ότι, την 15η-3-2012, η ενάγουσα τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, γεγονός που προκύπτει από το ότι, σύμφωνα με το υπ’ αριθμόν ……/09.11.2012 πράξη-απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης του τέκνου της ενάγουσας, που συνέταξε η Ληξίαρχος …… Αττικής, το τέκνο της ενάγουσας γεννήθηκε την 6η-11-2012, οπότε με μαθηματικούς υπολογισμούς προκύπτει ότι την 15η-3-2012 ήταν ήδη έγκυος (6 Νοεμβρίου 2011-9 μήνες=6 Φεβρουαρίου 2011, ημερομηνία σύλληψης), σε συνδυασμό με το αντίγραφο της από 21-09-2012 ιατρικής βεβαίωσης του ιατρού-γυναικολόγου, ……………., ο οποίος βεβαιώνει ότι πιθανή ημερομηνία τοκετού της ενάγουσας είναι η 6η-11-2012 και επομένως με μαθηματικούς υπολογισμούς προκύπτει ότι η ενάγουσα στις την 15η-3-2012 ήταν ήδη έγκυος, η εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που έλαβε χώρα την αμέσως προαναφερθείσα ημερομηνία (15-3-2012), για την οποία δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και συντελέστηκε ενόσω η ενάγουσα τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης είναι για τους δυο αυτούς λόγους άκυρη και ο εναγόμενος, που από την προαναφερόμενη ημερομηνία της άκυρης απόλυσης της ενάγουσας, δεν αποδέχεται τις προσφερόμενες από αυτήν υπηρεσίες της, καθίσταται υπερήμερος εργοδότης και της οφείλει μισθούς υπερημερίας, καθώς και δώρα εορτών και επίδομα αδείας από την επομένη της (άκυρης) απόλυσης της (16.03.12) έως τις 16.03.2013, που εμπίπτει στο χρονικό διάστημα μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής. Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, ο εκκαλών-εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση πάσχει, λόγω μονομερούς και εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, αφού δέχθηκε τα ανωτέρω ως αποδειχθέντα, ενώ έπρεπε να δεχθεί, επί λέξει, ότι: «….η εφεσίβλητη σταμάτησε τον Φεβρουάριο, ότι βρήκε άλλη δουλειά και έφυγε, ότι αργότερα έμαθε ότι γύρισε μετά από δύο εβδομάδες και γυρίζοντας του είπε ότι ήταν έγκυος και ότι θα καθόταν στην δουλειά, ότι δεν την είχα διώξει έφυγε μόνη της…». Ο, εν λόγω, ισχυρισμός του εκκαλούντος, που τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, λόγω των μέχρι τώρα αποδειχθέντων, τυγχάνει, επιπροσθέτως, ουσιαστικά αβάσιμος, αφού ο ίδιος ο εκκαλών, στην από 4-3-2013 προσθήκη των πρωτόδικων εγγράφων προτάσεών του, συνομολογεί (άρθρο 261 ΚΠολΔ -σελ. 2, στ.33) ότι, επί λέξει: «…κατά την 25η-2-2012 κατατέθηκε από εμένα αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της αντιδίκου στον ΟΑΕΔ, έστω και με μία απλή μονογραφή δική μου στην θέση του «αποχωρήσαντα»…», γεγονός που επιβεβαίωσε, άλλωστε και η ίδια η σύζυγος του εκκαλούντος, …… ……, στην ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Βενετίας – Μαρίας Δελλοπούλου-Βαλσάμη, όπου καταθέτει, επί λέξει, στο κρίσιμο σημείο: «…θέτοντας στην αναγκαστικά στην θέση που αναγράφει «υπογραφή αποχωρήσαντα» την μονογραφή της ……………» (βλ. 2ο φύλλο, στ. 4 επ. της υπ’ αριθμόν ……/2013 ένορκης βεβαίωσης). Πρέπει να λεχθεί στο σημείο αυτό, ότι ο εκκαλών, κατά την συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, είχε παρουσιάσει διαφορετική εκδοχή των πραγμάτων, δηλώνοντας ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη είχε δήθεν υπογράψει η ίδια το έγγραφο αυτό την 25η-2-2012, στην συνέχεια δε αναίρεσε, παραδεχόμενος ότι ο ίδιος πλαστογράφησε την υπογραφή της. Επίσης αναπόδεικτος και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η εφεσίβλητη είχε ανεύρει εργασία σε έτερο εργοδότη, χωρίς να τον κατονομάζει, ενώ, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η ενάγουσα δεν είχε κανέναν λόγο να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της, περιάγοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον εαυτό της σε κατάσταση ανεργίας και συνακόλουθα ανέχειας, θέτοντας, παράλληλα, σε κίνδυνο την διατροφή του κυοφορούμενου τέκνου της, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε οιαδήποτε περίπτωση να εξεύρει έτερη εργασία, τουλάχιστον για το υπόλοιπο διάστημα της κύησης, αφού, ως γνωστό, κανείς εργοδότης δεν προσλαμβάνει εγκυμονούσες-ακριβώς λόγω των προστατευτικών διατάξεων, που αποκλείουν την δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασής τους εργασίας, άνευ συνδρομής σπουδαίου λόγου και τήρησης συγκεκριμένης διαδικασίας.
Με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, επεδίκασε στην ενάγουσα-εφεσίβλητη διαφορές αποδοχών, συνυπολογίζοντας την τετραετή της υπηρεσία σε άλλον εργοδότη, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν του είχε γνωστοποιήσει. Ο, εν λόγω, ισχυρισμός του εκκαλούντος τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, μαζί τον, ως άνω, λόγο εφέσεως, δεδομένου ότι ο εκκαλών με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις του, είχε συνομολογήσει, ότι αυτή (ενάγουσα) ελάμβανε τον μισθό, που αναφερόταν στην αγωγή, ταυτόχρονα δε, ο εκκαλών γνώριζε ότι η εφεσίβλητη εργαζόταν σε άλλο κατάστημα πλησίον αυτού, γεγονός που επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες της ενάγουσας, τέλος δε, η ύπαρξη προϋπηρεσίας στο πρόσωπο της ήταν στοιχείο και καθοριστικός παράγοντας πρόσληψής της από τον εναγόμενο, ο οποίος αναζητούσε έμπειρες πωλήτριες για την επιχείρησή του (βλ. σχετικές από 30-12-15, 5-1-16, 1-6-16, 15-5-16 σχετικές αγγελίες του εναγομένου για αναζήτηση προσωπικού, που προσκομίζει νομίμως μετ’ επικλήσεως η εφεσίβλητη).
Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ο εκκαλών με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, ότι η εκκαλουμένη, κατόπιν πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αυτός (εκκαλών) χορηγούσε στην εφεσίβλητη-ενάγουσα, αναπληρωματική ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης δύο μόνον από τις τέσσερις Δευτέρες κάθε μήνα, επιδικάζοντας εις βάρος του τα αντίστοιχα ποσά, ενώ, εάν ερμήνευε και εκτιμούσε ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία και δη τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων του, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα δεν απασχολούνταν την έκτη ημέρα στην επιχείρησή του. Επί του ισχυρισμού αυτού του εκκαλούντος, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο εκκαλών, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν αρνήθηκε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη εργαζόταν κάθε δεύτερη εβδομάδα και τις Δευτέρες (βλ. σελ.2, παρ.2 των πρωτόδικων και από 28-2-2013 έγγραφων προτάσεών του, όπου αναφέρει: «…τις δύο εβδομάδες του μήνα που εργαζόταν την Δευτέρα…»), ισχυρίζεται στην συνέχεια, όμως, ότι, κατά τις εβδομάδες αυτές, η ενάγουσα λάμβανε ρεπό και ότι δεν εργαζόταν τις Τετάρτες, πλην όμως το τελευταίο, ήτοι ότι η ενάγουσα, δεν εργαζόταν τις Τετάρτες, όταν εργαζόταν τις αντίστοιχες Δευτέρες της ίδιας εβδομάδας, δεν αποδεικνύεται από τον εκκαλούντα. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα εργαζόταν κανονικά, όλες τις Τετάρτες, πράγμα που ενισχύεται: α) από τον από 9-12-11, πίνακα προσωπικού, που συνέταξε ο εκκαλών και υπέβαλε στο Σ.ΕΠ.Ε., στον οποίο αναφέρονται ότι οι συμφωνημένες ημέρες εργασίας της εφεσίβλητης-ενάγουσας είναι από Τρίτη έως Σάββατο με ρεπό κάθε Δευτέρα, β) από την κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, …… ……, η οποία κατέθεσε ότι η ενάγουσα εργάστηκε στο κατάστημα του εκκαλούντος κατά τις ημέρες και ώρες, που αναφέρονται στην ένδικη, γ) από τις νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η ενάγουσα, οι οποίοι (μάρτυρες) καταθέτουν ότι έβλεπαν την ενάγουσα να εργάζεται τις μισές Δευτέρες του κρίσιμου διαστήματος, επιπλέον των υπολοίπων ημερών της εβδομάδας. Ειδικότερα: 1) ο …… …… κατέθεσε, επί λέξει: «…Από τις 9 Δεκεμβρίου 2011 συμφώνησε να δουλεύει με πλήρες ωράριο, 5 ημέρες την εβδομάδα, ώρες καταστημάτων, με ρεπό κάθε Δευτέρα. Ο εργοδότης της όμως την έβαζε να δουλεύει επιπλέον δύο Δευτέρες ανά μήνα χωρίς να την πληρώνει γι’ αυτό…» (βλ. σελ.2, στ.22 επ. της υπ’ αριθμόν …/20-6-2012 ένορκης βεβαίωσής του, 2) ο …… …… κατέθεσε: «…Από αρχές Δεκέμβρη, αν θυμάμαι καλά, δούλευε και τα πρωινά καθημερινά εκτός από μερικές Δευτέρες…» (βλ. σελ. 2, στ.14επ. της υπ’ αριθμόν …/20-6-2012 ένορκης βεβαίωσής του, 3) η …… …… κατέθεσε: «…Δεν είχα αντιληφθεί ποτέ να λείπει η ……….…… από το πόστο της, εκτός από μερικές Δευτέρες που έπαιρνε ρεπό (σελ. 3, στ.6 επ. της υπ’ αριθμόν …/25-6-2012 ένορκης βεβαίωσής της) και 4) η …… …… κατέθεσε: «…περίπου στα τέλη του 2011, η …… άρχισε να δουλεύει πλήρες ωράριο, δηλαδή καθημερινά και τα Σάββατα, και πάλι ώρες καταστημάτων. Ρεπό έπαιρνε, απ’ ότι έβλεπα τις Δευτέρες, αλλά όχι όλες…» (σελ. 3, στ. 9 επ. της υπ’ αριθμόν …/4-3-2013 ένορκης βεβαίωσής της). Καθίσταται, επομένως, σαφές, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία ότι η εφεσίβλητη εν τοις πράγμασι υποχρεώθηκε από τον εκκαλούντα να εργάζεται καθ’ υπέρβαση του συμφωνηθέντος πενθήμερου συστήματος εργασίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και επεδίκασε στην ενάγουσα το σχετικό αγωγικό κονδύλιο εκ ποσού 250,64 ευρώ, δεν έσφαλλε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών και του συναφούς λόγου εφέσεως του εκκαλούντος ως ουσιαστικά αβασίμων.
Τέλος, με τους δύο πρώτους λόγους εφέσεώς του, ο εκκαλών, ισχυρίζεται, ότι η εκκαλουμένη με εσφαλμένη ερμηνεία της ΑΚ 656, κακώς διέταξε την επαναπασχόληση της ενάγουσας, διότι το κατάστημά του έκλεισε και ότι, συνεπώς, είναι ανέφικτη η παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας από πλευράς του, από λόγους, που δεν αφορούν τον ίδιο και ανάγονται σε ανωτέρα βία. Καταρχήν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η ένδικη σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της ΑΚ 656, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, καθόσον μετά την ισχύ του Ν. 4139/13 και επομένως, καταλαμβάνει και την ένδικη αξίωση της ενάγουσας περί επαναπασχόλησης, που τυγχάνει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, νόμιμη, αφού είναι εκκρεμής υπόθεση. Επί του ισχυρισμού του εκκαλούντος ότι η επιχείρησή του, επί της οδού …… αρ…., πράγματι αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμόν …/11-7-2012 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιά, ότι το κατάστημα του εκκαλούντος στην ανωτέρω διεύθυνση έκλεισε, λόγω οφειλής μισθωμάτων, όπως έγινε δεκτό δυνάμει της υπ’ αριθμόν 1172/2012 διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Από την άλλη πλευρά η ενάγουσα-εφεσίβλητη, προσκομίζει μετ’ επικλήσεως παραστατικά έγγραφα (αποδείξεις ταμειακής μηχανής, αγγελίες και καταχωρίσεις από το διαδίκτυο, ιστοσελίδες κλπ.) από τα οποία αποδεικνύεται ότι αυτός (εκκαλών) εκμεταλλεύεται ομοειδή εμπορικά καταστήματα και δη: Ι) ένα κατάστημα εμπορίας ενδυμάτων και υποδημάτων, επί της οδού …… αρ…, στο …… Αττικής (βλ. την από 3-9-2015 απόδειξη λιανικής πώλησης ταμειακής μηχανής καθώς και την καταχώρισή του στον επαγγελματικό οδηγό ……gr, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για κατάστημα της αλυσίδας «……»), ΙΙ) ένα κατάστημα εμπορίας ενδυμάτων και υποδημάτων επί της οδού …… αρ…., στην Καλαμάτα και ΙΙΙ) ένα κατάστημα εμπορίας ενδυμάτων και υποδημάτων στο …… Αργολίδας, επί της οδού …… αρ…. Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα του εκκαλούντος συνεχίζεται αλλά ούτε, εξάλλου, ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι δεν διαθέτει άλλα καταστήματα η επιχείρησή του [εκτός απ’ αυτό που έκλεισε] ούτε, εξάλλου, ότι σταμάτησε γενικά την εμπορική του δραστηριότητα. Πρέπει, συνεπώς, οι πρώτοι δύο λόγοι της έφεσης ν’ απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού η εκκαλουμένη δεν έσφαλλε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά αποφάνθηκε, νόμω και ουσία, για την επαναπασχόληση της ενάγουσας στην επιχείρηση του εναγομένου. Σημειωτέον ότι η ένδικη έφεση του εκκαλούντος δεν στρέφεται στα επιδικασθέντα με την εκκαλουμένη στην ενάγουσα ποσά, που αφορούν: α) την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 2.000 ευρώ, β) την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων, ποσού 576,77 ευρώ, γ) την αναλογία δώρου Πάσχα 2012, ποσού 383,70 ευρώ, δ) την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας 2011, ποσού 628,32 ευρώ, ε) το επίδομα αδείας 2011, ποσού 314,16 ευρώ, στ) τις αποδοχές υπερημερίας, ποσού 11.782,32 και ζ) τα επιδόματα εορτών και αδείας κατά την διάρκεια της υπερημερίας του εκκαλούντος, ποσών 230,09€, 490,93€, 1.022,76€ και 378,38€, ως προς τα οποία η απόφαση έγινε αποδεκτή, αφού δεν εβλήθη με λόγους έφεσης από τον εκκαλούντα και συνεπώς δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο.
Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα η από 23-7-2015 [ΕΚΕΜ: ../23-7-2015, ΓΑΚ:../2015, ΑΚ:../2015] έφεση. Δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας δεν επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης σε βάρος του εκκαλούντος, που ηττήθηκε, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος, από την πλευρά της εφεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους την από 23-7-2015 [ΕΚΕΜ: ../23-7-2015, ΓΑΚ:../2015, ΑΚ:../2015] έφεση.
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά αυτή.
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 26 Ιανουαρίου 2017, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
