επίσχεση εργασίαςοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 800/2010

Περίληψη: Έννοια πρόσθετης εργασίας. Στοιχεία για τη θεμελίωση του ορισμένου της αξίωσης του εργαζομένου για πρόσθετη αμοιβή. Με τη διάταξη του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945 ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του για πληρωμή του μισθού, που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Με την παράλειψη, όμως, της πληρωμής (εν όλω ή εν μέρει) αυτού, ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και, συνεπώς, δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία τη, σε σχέση με τον ΑΝ 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη. Επομένως, η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία. Επίσης, μόνη η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εκτός αν γίνεται δολίως και συγκεκριμένα για να εξαναγκαστεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του. Επομένως μόνη η καθυστέρηση καταβολής, εκ μέρους του εργοδότη, των αποδοχών του εργαζόμενου, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών που επιφέρουν ηθική μείωση αυτού, δεν συνεπάγεται την προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου. Κρίσιμη είναι η ιδιότητα υπό την οποία συμφωνήθηκε να απασχολείται και πράγματι απασχολήθηκε η ενάγουσα και όχι η ιδιότητα που αναφέρεται στα μονομερώς καταρτισθέντα έγγραφα της εναγομένης. Επιδίκαση διαφορών νομίμων – καταβαλλομένων αποδοχών. Επίσχεση εργασίας. Επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί καταχρηστικής ασκήσεως των ένδικων αξιώσεων ισχυρισμός της εναγομένης κατά το σκέλος ότι η εργαζόμενη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, αφού η εναγομένη είχε ήδη προηγουμένως περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 35.320,51 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 800/2010

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Γλυκερία-Λουίζα Ιωαννίδου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ασημούλα Γαλάνη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα, στις 9/11/2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …… ……, κατοίκου ……, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “……”, που, εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Αλέξη-Πάνου Πανουτσόπουλου.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 14.7.2008 αγωγή της, που κατατέθηκε νομότυπα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου (αρ.κατ. …./…./2008), προσδιορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί αυτοί καθώς και όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,653 και 659 του ΑΚ συνάγεται ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο μέσα στο νόμιμο ωράριο πρόσθετης, διαρκούς φύσεως, εργασίας η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικώς και παρέχεται συνήθως με μισθό χωρίς να έχει συμφωνηθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ούτε να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και με τις ίδιες συνθήκες. Ενόψει τούτων πρέπει στην αγωγή, με την οποία ζητείται πρόσθετη αμοιβή για την παροχή πρόσθετης εργασίας, να αναφέρονται για το ορισμένο αυτής, πλην των άλλων, η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, το είδος της οφειλόμενης από τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη εργασίας η πρόσθετη εργασία στην οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων μισθωτός με σαφή προσδιορισμό της κατ’ είδος και χρονική διάρκεια, οι καταβαλλόμενες για την κύρια εργασία αποδοχές και αν συμφωνήθηκε ή όχι αμοιβή για την πρόσθετη εργασία (ΑΠ 1953/2007, 1017/2007 δημ. Νόμος). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 323 και 329 του ΑΚ συνάγεται ότι ο εκμισθωτής της εργασίας έχει το δικαίωμα να προβεί σε επίσχεση της οφειλόμενης από αυτόν παροχής, ήτοι της μελλοντικής εργασίας του, για να εξασφαλίσει ληξιπρόθεσμες, εναντίον του εργοδότη, αξιώσεις του από μισθούς, αποδοχές και άλλες παροχές οφειλόμενες για την εργασία την οποία έχει παράσχει ή την οποία απέκρουσε αδικαιολόγητα ο εργοδότης. Εκ τούτων συνάγεται ότι κάθε φορά που ο μισθωτός απέχει από την εκτέλεση της υπηρεσίας του ύστερα από νόμιμη δήλωση του για επίσχεση που στηρίζεται σε βάσιμες αξιώσεις του, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας και γίνεται υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εναγομένου, εφ’ όσον αποκρούει την προσφορά τους χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της συμβάσεως αυτής (ΕφΑθ 605/2008 ΕλλΔνη 2008.862, ΕφΑθ 6889/2006 ΕλλΔνη 2008/263, ΕφΑθ 1585/2005 ΔΕΕ 2006/418). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945 ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του για πληρωμή του μισθού, που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Με την παράλειψη, όμως, της πληρωμής (εν όλω ή εν μέρει) αυτού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και, συνεπώς, δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία τη, σε σχέση με το ΑΝ 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη. Επομένως, η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία κατά τα άρθρα 914,927,298 ΑΚ, παρά μόνο για τη ζημία που υπέστη από το ως άνω αδίκημα. Επίσης, μόνη η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εκτός αν γίνεται δολίως και συγκεκριμένα για να εξαναγκαστεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του. Επομένως μόνη η καθυστέρηση καταβολής, εκ μέρους του εργοδότη, των αποδοχών του εργαζόμενου, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών που επιφέρουν ηθική μείωση αυτού, δεν συνεπάγεται την προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου (ΑΠ 1436/2002 ΕλλΔνη 45.757, ΕφΑθ 767/2005 ΔΕΕ 2005.132, ΕφΑθ 2685/2006 ΔΕΕ 2007.477).

Η ενάγουσα εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή της ότι προσελήφθην στην εναγομένη εταιρία στις 20.12.1999 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί ως πρεσσαδόρος. Ότι απασχολήθηκε υπό το παραπάνω καθεστώς, με ενδιάμεση διακοπή λόγω εγκυμοσύνης από 12.1.2002 έως 1.5.2004, παρέχοντας πρόσθετη μη συναφή εργασία γαζώτριας επί τριώρο καθημερινώς εντός του νομίμου ωραρίου της. Ότι η εναγομένη με σκοπό να την εξαναγκάσει σε παραίτηση καθυστερούσε συνεχώς την καταβολή των νομίμων αποδοχών της, γεγονός που της προκάλεσε ηθική βλάβη και ότι η ενάγουσα στις 2.5.2008, προέβη σε νομότυπη επίσχεση εργασίας για την μη καταβολή δεδουλευμένων και ήδη επίδικων αποδοχών της. Ότι ακολούθως η εναγομένη, στις 6.6.2008, ανήγγειλε ψευδώς στον ΟΑΕΔ ότι η ενάγουσα είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της, μεθοδεύοντας έτσι καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Με βάση αυτά τα περιστατικά ζητεί: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 6.6.2008 καταγγελίας και β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη της οφείλει και να υποχρεωθεί να της καταβάλει, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, κυρίως μεν ενόψει της σύμβασης εργασίας άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και περί αδικοπραξίας διατάξεις, για το χρονικό διάστημα από 1.5.2004 έως 2.5.2009 συνολικό ποσό 35.970,03 €, ως διαφορές νομίμων/καταβαλλομένων αποδοχών, για την παροχή πρόσθετης εργασίας ως γαζώτρια, αποδοχές υπερημερίας, πλέον δώρων εορτών και επιδομάτων, καθώς και ποσό 5.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη από την καθυστέρηση καταβολής των νομίμων αποδοχών της, νομίμως εντόκως για τις διαφορές δεδουλευμένων ημερομισθίων, πρόσθετης εργασίας και ημερομισθίων υπερημερίας από το τέλος εκάστου αντίστοιχου μηνός, για τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας, αφ’ ής έκαστο επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή, που ασκήθηκε εμπρόθεσμα (βλ. την …./25.7.2008 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανάσιου Λυκιαρδόπουλου), αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 7, 9,14 § 2, 16 αρ.2, 25 και 664 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των άρθρων 663 και 664-676 ΚΠολΔ. Είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη καθώς και σε αυτές των άρθρων 57, 299, 932, 325, 340, 341, 345, 346, 349, 350, 356, 361, 648, 652, 653, 655, 656 ΑΚ, 1 του ν. 1082/1980, των ΥΑ 19040/81 και 12921/1981, 1 επ του α.ν. 539/1945, όπως οι επιμέρους διατάξεις ισχύουν μετά τους ν.3302/2004, το άρθρο 1 § 2 του νδ 4547/1966 και την § 3 του άρθρου 1 του ν. 1346/1983, 3 του ν. 2112/1920, 1, 2, 5, 6 § 2 του ν. 3198/1955, 218, 219, 907, 908 ΚΠολΔ, πλην όσον ι) ζητείται να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 6.6.2008 καταγγελίας, αίτημα που πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο καθόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2,167 και 168 Α.Κ. είναι μονομερής αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία (ΕφΘεσσαλ 731/2009 Αρμ 2009.1065), στην προκείμενη όμως περίπτωση η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι της κοινοποιήθηκε η από 6.6.2008 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της προς τον ΟΑΕΔ, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για την δι’ αυτής καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και ιι) στηρίζεται επικουρικά η αγωγή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αδικοπραξίας διατάξεις (ως προς τις αξιούμενες αποδοχές) ως μη νόμιμη, διότι η περί αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αγωγή κατά την κύρια αγωγική της βάση (ΑΠ δημ. Νόμος, ΑΠ 222/2003 δημ. Νόμος, ΑΠ 712/2001 ΕλλΔνη 2002.762, ΑΠ 1440/2000 ΔΕΕ 2001.618), ενώ η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία κατά τα άρθρα 914, 927, 298 ΑΚ, παρά μόνο για τη ζημία που υπέστη ο μισθωτός από το ως άνω αδίκημα, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Πρέπει επομένως η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, αφού έχει καταβληθεί το ανάλογο με το αντικείμενο της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, κατά το μέρος που το καταψηφιστικό αυτής αίτημα υπερβαίνει το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρ. 14 παρ. 1 ΚΠολΔ και 71 ΕισΝΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 4 του ν. 2479/1997- βλ. τα …., …., …., ….Σειρά Α’ αγωγόσημα με τα κινητά τους επισήματα).

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τα έγγραφα που νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία χρησιμεύουν προς άμεση απόδειξη και άλλα, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την …./2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που ελήφθη μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την …./4.5.2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Η. Λυκιαρδόπουλου), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων, όπου ειδικότερα και συγκεκριμένα διαλαμβάνεται κατωτέρω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε στην εναγομένη εταιρία, που δραστηριοποιείται στον κλάδο παραγωγής και εμπορίας ενδυμάτων, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, στις 20.12.1999, προκειμένου να απασχοληθεί με πλήρες ωράριο επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, με την ειδικότητα της πρεσσαδόρου, αμειβόμενη ημερομίσθιο κατά τις οικείες σσε “Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εργατοϋπαλλήλων στις Επιχειρήσεις Ιματισμού, Πιλοποιίας, Στρωματοποιίας και Εφαπλωματοποιίας όλης της χώρας”. Θα πρέπει εξάλλου να σημειωθεί – αναφορικά με την άρνηση εκ μέρους της εναγομένης της παραπάνω ιδιότητας της ενάγουσας- ότι στην προσκομιζόμενη από 29.4.2008 επιστολή της (εναγομένης) αναφέρεται ότι οφείλονται ποσά, που έχουν υπολογισθεί με ημερομίσθια πρεσσαδόρου. Σε κάθε περίπτωση κρίσιμο μέγεθος εν προκειμένω είναι η ιδιότητα υπό την οποία συμφωνήθηκε να απασχολείται και πράγματι απασχολήθηκε η ενάγουσα και όχι η ιδιότητα που αναφέρεται στα μονομερώς καταρτισθέντα έγγραφα της εναγομένης. Συναφώς αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάσθηκε υπό την προρρηθείσα ιδιότητα στην εναγομένη έως 12.1.2002, οπότε διέκοψε την εργασία της λόγω εγκυμοσύνης από την οποία επανήλθε στις 1.5.2004. Έκτοτε εργάσθηκε, υπό την ίδια ειδικότητα στο εργοστάσιο της εναγομένης στον …. Αττικής, λαμβάνοντας όμως αποδοχές υπολειπόμενες των νομίμων. Ειδικότερα: 1) από 1.5.2004 έως 31.12.2004, αντί του νομίμου ημερομισθίου εκ ποσού 30,97 € (έγγαμη με προϋπηρεσία 1-3 ετών) και 774,25 € μηνιαίως (30,97 € * 25 ημέρες), πλέον ποσού 774,25 € ως δώρο Χριστουγέννων, πλέον ποσού 402,61 € ως επίδομα αδείας, έλαβε ποσό 725,25 € μηνιαίως, πλέον ποσού 755,46 € ως δώρο Χριστουγέννων + 377,13 € ως επίδομα αδείας. Επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 49 € μηνιαίως από 1.5.2004 έως 31.12.2004, πλέον ποσού 30,21 € ως δώρο Χριστουγέννων και ποσού 25,48 € ως επίδομα αδείας και συνολικά ποσό 447,69 €, 2) από 1.1.2005 έως 30.4.2005, αντί του νομίμου ημερομισθίου εκ ποσού 31,66 € (έγγαμη με προϋπηρεσία 1-3 ετών) και 791,50 € € ως μηνιαίες αποδοχές, πλέον ποσού 474,90 € ως δώρο Πάσχα, έλαβε ποσό 789,56 € μηνιαίως, πλέον ποσού 505 € ως δώρο Πάσχα. Επομένως της οφείλεται η διαφορά 1,94 € μηνιαίως και συνολικά ποσό 7,76 €, ενώ δεν της οφείλεται έτι περαιτέρω ως δώρο Πάσχα. 3) από 1.5.2005 έως 31.8.2005, αντί του νομίμου ημερομισθίου εκ ποσού 32,98 € (έγγαμη με προϋπηρεσία 3-6 ετών) και 824,50 € ως μηνιαίες αποδοχές, πλέον ποσού 428,74 € ως επίδομα αδείας, έλαβε ποσό 822,30 € μηνιαίως, πλέον ποσού 443,43 € ως επίδομα αδείας. Επομένως της οφείλεται η διαφορά 2,2 € μηνιαίως και συνολικά ποσό 8,8 €, ενώ δεν της οφείλεται έτι περαιτέρω ως επίδομα αδείας. 4) από 1.9.2005 έως 31.12.2005 έλαβε αντί του νομίμου ημερομισθίου εκ ποσού 34,07 € (έγγαμη με προϋπηρεσία 3-6 ετών) και 851,75 € ως μηνιαίες αποδοχές, πλέον ποσού 851,75 € ως δώρο Χριστουγέννων, έλαβε ποσό 850,23 € μηνιαίως, πλέον ποσού 880 € ως δώρο Χριστουγέννων. Επομένως της οφείλεται η διαφορά 1,52 € μηνιαίως και συνολικά ποσό 6,8 €, ενώ δεν της οφείλεται έτι περαιτέρω ως δώρο Χριστουγέννων. 5) από 1.1.2006 έως 31.8.2006, αντί του νομίμου ημερομισθίου εκ ποσού 35,15 € (έγγαμη με προϋπηρεσία 3-6 ετών) και μηνιαίες αποδοχές καθ’ έκαστο των μηνών Ιανουαρίου, Μαρτίου και Ιουνίου (26 ημερομίσθια) εκ ποσού 913,90 €, Φεβρουαρίου (24) εκ ποσού 843,60€, Απριλίου, Ιουλίου (25 ημερομίσθια) εκ ποσού 878,75 €, Μαΐου και Αυγούστου (27 ημερομίσθια) εκ ποσού 949,05 €, πλέον ποσού 527,25 € ως δώρο Πάσχα και ποσού 456,95 €, ως επίδομα αδείας, έλαβε 899,45 € το μήνα Ιανουάριο, 817,68 € το μήνα Φεβρουάριο, 899,45 € το μήνα Μάρτιο 858,56 € το μήνα Απρίλιο, 940,33 € το μήνα Μάϊο 899,45 € το μήνα Ιούνιο, 858,56 € το μήνα Ιούλιο, 940,33 € το μήνα Αύγουστο 532,34 € ως δώρο Πάσχα και 442,91 € ως επίδομα αδείας. Επομένως της οφείλεται η διαφορά 14,45 € τον Ιανουάριο, 25,92 € στο Φεβρουάριο, 14,45 € το Μάρτιο, 8,72 € το Μάϊο, 14,45 € τον Ιούνιο, 20,19 € τον Ιούλιο, 8,72 € τον Αύγουστο, και 14,04 € ως επίδομα αδείας και συνολικά ποσό 120,94 €, ενώ δεν της οφείλεται έτι περαιτέρω ως δώρο Πάσχα και ημερομίσθια Απριλίου, 6) Από 1.9.2006 έως 31.12.2006, αντί του νομίμου ημερομισθίου εκ ποσού 36,27 € (έγγαμη με προϋπηρεσία 3-6 ετών) και μηνιαίες αποδοχές το μήνα Σεπτέμβριο ποσού 906,75 € (25 ημερομίσθια), το μήνα Οκτώβριο ποσού 979,29 € (27 ημερομίσθια), το μήνα Νοέμβριο ποσού 943,02 € (26 ημερομίσθια), το μήνα Δεκέμβριο ποσού 870,48 € (24 ημερομίσθια) και δώρο Χριστουγέννων ποσού 906,75 €, έλαβε 858,56 € το μήνα Σεπτέμβριο, 940,33 € το μήνα Οκτώβριο, 899,45 το μήνα Νοέμβριο, 817,68 € το μήνα Δεκέμβριο και 887,23 € ως δώρο Χριστουγέννων. Επομένως της οφείλεται η διαφορά 48,19 € το Σεπτέμβριο, 38,96 € τον Οκτώβριο, 43,57 € το Νοέμβριο, 52,80 € το Δεκέμβριο και 19,52 € ως δώρο Χριστουγέννων και συνολικά ποσό 203,04 €, 7) Από 1.1.2007 έως 31.12.2007, αντί του νομίμου ημερομισθίου εκ ποσού 38,13 € και μηνιαίες αποδοχές καθ’ έκαστο των μηνών Ιανουαρίου, Ιουλίου και Νοεμβρίου (26 ημερομίσθια) εκ ποσού 991,38 €, Φεβρουάριου και Σεπτεμβρίου (24 ημερομίσθια) εκ ποσού 915,12 €, Μαρτίου, Μαΐου και Αυγούστου (27 ημερομίσθια) εκ ποσού 1.029,51 €, Απριλίου, Ιουνίου και Δεκεμβρίου (25 ημερομίσθια) εκ ποσού 953,25 €, Οκτωβρίου (28 ημερομίσθια) 1.067,64 €, πλέον ποσού 571,95 € ως δώρο Πάσχα, ποσού 495,69 € ως επίδομα αδείας και 953,25 € ως δώρο Χριστουγέννων, έλαβε 958,06 € τους μήνες Ιανουάριο, Ιούλιο και Νοέμβριο, 870,96 € τους μήνες Φεβρουάριο και Σεπτέμβριο, 1.001,60 € τους μήνες Μάρτιο, Μάϊο και Αύγουστο, 914,51 € τους μήνες Απρίλιο, Ιούνιο και Δεκέμβριο, 1.045,15 € το μήνα Οκτώβριο, 567,03 € ως δώρο Πάσχα, 945,05 € ως δώρο Χριστουγέννων και 471,77 € ως επίδομα αδείας. Επομένως της οφείλεται η διαφορά 33,32 € τον Ιανουάριο, 44,16 € το Φεβρουάριο, 27,91 € το Μάρτιο, 38,74 € τον Απρίλιο, 27,91 € το Μάϊο, 38,74 € τον Ιούνιο, 33,32 € τον Ιούλιο, 27,91 € τον Αύγουστο, 44,16 € το Σεπτέμβριο, 22,49 € τον Οκτώβριο, 33,32 € το Νοέμβριο, 38,74 € το Δεκέμβριο, 4,92 ως δώρο Πάσχα, 8,2 € ως δώρο Χριστουγέννων και 23,92 € ως επίδομα αδείας και συνολικά ποσό 447,76 €. 8) Από 1.3.2008 έως 2.5.2008 αντί του νομίμου ημερομισθίου εκ ποσού 40,60 € και μηνιαίων αποδοχών καθ’ έκαστο των μηνών Μαρτίου και Απριλίου ποσού 1.055,60 € (26 ημερομίσθια) και Μαΐου ποσού 40,60 € και δώρου Πάσχα 609 €, έλαβε 200 € το μήνα Μάρτιο και έχει αξίωση καταβολής ποσού 2.560,80 €. Επομένως για όλες τις παραπάνω αιτίες έχει αξίωση καταβολής συνολικού ποσού 3.803,59 €, τα επιμέρους κονδύλια του οποίου της οφείλονται ως προς μεν τις διαφορές από ημερομίσθια από το τέλος εκάστου μηνός, ως προς δε τις λοιπές διαφορές για τα δώρα Πάσχα απο 30.4 και για τα δώρα Χριστουγέννων και επιδόματα αδείας από το τέλος εκάστου αντίστοιχου έτους. Ακόμη αποδείχθηκε ότι από 1.5.2004 η ενάγουσα παρείχε κατά συμφωνία των μερών -εντός του νομίμου ωραρίου της και κατά μέσο όρο κατά 3 ώρες ημερησίως- πρόσθετη εργασία ως γαζώτρια, γεγονός που συνομολογείται από την εναγομένη (βλ. σελ. 1 των προτάσεων της). Η εργασία αυτή, η οποία παρέχεται συνήθως με μισθό, δεν είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, συναφής με την εργασία της πρεσσαδόρου, που συμφωνήθηκε αρχικώς. Επομένως εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ούτε είχε συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, η εναγομένη υποχρεούται σε καταβολή του ειθισμένου ημερομισθίου, δηλαδή του ημερομισθίου που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και με τις ίδιες συνθήκες. Το ημερομίσθιο αυτό προσδιορίζεται με το ποσό που ισχύει για γαζώτριες κατά τις ίδιες παραπάνω σσε και ανέρχεται, για την ενάγουσα η οποία δεν αποδεικνύει προϋπηρεσία ως γαζώτρια, από 1.5.2004 έως 31.12.2004 σε 28,07 €, από 1.1.2005 έως 31.8.2005 σε 28,69 €, από 1.9.2005 έως 31.12.2005 σε 29,63 €, από 1.1.2006 έως 31.8.2006 σε 30,58 €, από 1.9.2006 έως 31.12.2006 σε 31,56 €, από 1.1.2007 έως 30.4.2007 σε 33,17 € και από 1.5.2007 έως 31.12.2007 σε 34,68 €, από 1.1.2008 έως 2.5.2008 σε 36,93 €. Επομένως της οφείλεται 1) από 1.5.2004 έως 31.12.2004 ποσό 2.526 € (4,21 € ωρομίσθιο * 25 ημέρες * 8 μήνες * 3 ώρες), 2) από 1.1.2005 έως 31.8.2005 ποσό 2.580 € (4,3 € ωρομίσθιο * 25 ημέρες * 8 μήνες * 3 ώρες) 3) από 1.9.2005 έως 31.12.2005 ποσό 1.335 € (4,45 € ωρομίσθιο * 25 * 4 μήνες * 3 ώρες), 4) από 1.1.2006 έως 31.8.2006 ποσό 2.836 € (4,59 € ωρομίσθιο * 206 ημερομίσθια * 3 ώρες), 5) από 1.9.2006 έως 31.12.2006 ποσό 1.447,38 € (4,73 € * 102 ημερομίσθια * 3 ώρες), 6) από 1.1.2007 έως 30.4.2007 ποσό 1.523,88 € (4,98 € ωρομίσθιο * 102 ημερομίσθια * 3 ώρες), 7) από 1.5.2007έως 31.12.2007 σε 4.056 € (5,20 € ωρομίσθιο που ζητεί ο ενάγων * 208 ημερομίσθια + 26 ημερομίσθια από 1.1.2008 + 26 ημερομίσθια από 1.2.2008 έως 29.2.2008 * 3ώρες) και τέλος 8) για το χρονικό διάστημα από 1.3.2008 έως 2.5.2008 σε 880,86 € (53 ημερομίσθια * 3 ώρες), τα οποία η εναγομένη οφείλει να καταβάλει νομίμως εντόκως, καθ’έκαστη μηνιαία απασχόληση από το τέλος του αντίστοιχου μήνα. Τέλος αποδείχθηκε ότι η εναγομένη καθυστερούσε διαρκώς και συστηματικά την καταβολή των αποδοχών της ενάγουσας. Η τελευταία διαμαρτυρήθηκε κατ’ επανάληψη προς τούτο, όπως εξάλλου διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή αμοιβής για την παραπάνω πρόσθετη εργασία και για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, ενώ προσέφυγε και στην Επιθεώρηση Εργασίας. Εν τέλει δε η ενάγουσα υποχρεώθηκε να κοινοποιήσει στην εναγομένη την από 18.4.2008 Εξώδικη Διαμαρτυρία-Πρόσκληση και Δήλωση της με την οποία την καλούσε σε καταβολή (μεταξύ άλλων) και των παραπάνω ποσών, ως προς τα οποία οι αξιώσεις της κρίθηκαν βάσιμες, δηλώνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προβεί σε νόμιμη επίσχεση της εργασίας της (βλ. την …./21.4.2008 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μιχαήλ Ασημακόπουλου). Συνεπεία της επισχέσεως και της υπερημερίας στην οποία περιήλθε, η εναγομένη υποχρεούται σε καταβολή των αναλογούντων ημερομισθίων υπερημερίας από 2.5.2008 έως 2.5.2009, ανερχόμενων από 2.5.2008 έως 2.5.2009 σε 1.015 € μηνιαίως (40,60 € μηνιαίως * 25 ημερομίσθια κατά μέσο όρο), πλέον του δώρου Χριστουγέννων 2008 ποσού 1.015 € (40,60 * 25), δώρου Πάσχα ποσού 609 € (40,60 * 15) και επιδόματος αδείας 527,80 € (40,60 * 13 ημερομίσθια), νομίμως εντόκως για τα ημερομίσθια υπερημερίας από το τέλος εκάστου αντίστοιχου μηνός, για το δώρο Χριστουγέννων και επίδομα αδείας 2008 από 1.1.2009 και για το δώρο Πάσχα 2009 από 1.5.2009. Δεν αποδείχθηκε ωστόσο ότι η εναγομένη καθυστέρησε τις αποδοχές της ενάγουσας προκειμένου να την εξαναγκάσει σε παραίτηση, ούτε αποδείχθηκε βλαπτική κατά τούτο μεταβολή της σύμβασης εργασίας ή άλλης φύσεως καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος. Δεδομένου δε ότι μόνη η καθυστέρηση καταβολής, εκ μέρους του εργοδότη, των αποδοχών του εργαζόμενου, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών που επιφέρουν ηθική μείωση αυτού, δεν συνεπάγεται -κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη- προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου, το αίτημα για την επίδικαση ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Συναφώς δε ο περί καταχρηστικής ασκήσεως των ένδικων αξιώσεων ισχυρισμός της εναγομένης, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της συζητήσεως (591 § 2 ΚΠολΔ), ορθώς εκτιμώμενος συνιστά κατά μεν το σκέλος ότι η εργασία που παρείχε η ενάγουσα ήταν συναφής με την ιδιότητα για την οποία είχε προσληφθεί ως αρνητικός ισχυρισμός έχει ήδη κριθεί, κατά δε το σκέλος ότι η εναγομένη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της ως ένσταση περί οικειοθελούς αποχώρωσης, είναι απορριπτέος αβάσιμος, αφού η εναγομένη είχε ήδη προηγουμένως περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας, η οποία δεν αποδεικνύεται να έχει αρθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση η υπερημερία της εναγομένης δεν ήρθη από μόνη την αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης που κατέθεσε η εναγομένη στο ΟΑΕΔ, ή από την αναπόδεικτη μη πραγματική προσφορά ποσού 4.000 €, την οποία επικαλείται η εναγόμενη (η οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι και αν ακόμη είχε αποδειχθεί αληθής δεν θα ήρε την υπερημερία της εναγομένης ως προς τις λοιπές αξιώσεις της ενάγουσας).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει και να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα: α) ως διαφορές αποδοχών, δώρων και επιδομάτων για το χρονικό διάστημα από 1.5.2004 έως 2.5.2008 ποσό 3.803,59 €, νομίμως εντόκως για τις διαφορές δεδουλευμένων ημερομισθίων από το τέλος εκάστου αντίστοιχου μηνός, δώρων Χριστουγέννων και επιδομάτων αδείας από 1.1 εκάστου επομένου έτους και για το δώρο Πάσχα από 1.5 του αντίστοιχου έτους, β) ως αμοιβή πρόσθετης μη συναφούς απασχόλησης του χρονικού διαστήματος ποσό 17.185,12 €, νομίμως εντόκως, καθ’έκαστο μηνιαίο ποσό από το τέλος του αντίστοιχου μήνα, γ) ως ημερομίσθια υπερημερίας από 2.5.2008 έως 2.5.2009 ποσό 1.015 € μηνιαίως, πλέον του δώρου Χριστουγέννων 2008 ποσού 1.015 €, δώρου Πάσχα 2009 ποσού 609 € και επιδόματος αδείας 2008 ποσού 527,80 €, νομίμως εντόκως για τα ημερομίσθια υπερημερίας από το τέλος εκάστου αντίστοιχου μηνός, για το δώρο Χριστουγέννων και επίδομα αδείας 2008 από 1.1.2009 και για το δώρο Πάσχα 2009 από 1.5.2009. Ακόμη, κατόπιν συναφών αιτημάτων, θα πρέπει να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή για τους μισθούς υπερημερίας, το δώρο Χριστουγέννων 2008, Πάσχα 2009 και επίδομα αδείας 2008 (910 ΚΠολΔ), αφού πέραν τούτου δεν αποδείχθηκε ότι τυχόν καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει ιδιαίτερη ζημία στην ενάγουσα (907, 908 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, μετά από κατανομή αυτών ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων (176, 178 ΚΠολΔ), κατά τα ειδιότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τα ως απορριπτέα κριθέντα.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη οφείλει και υποχρεώνει αυτήν να καταβάλει στην ενάγουσα α) ως διαφορές αποδοχών, δώρων και επιδομάτων για το χρονικό διάστημα από 1.5.2004 έως 2.5.2008 ποσό 3.803,59 €, νομίμως εντόκως για τις διαφορές δεδουλευμένων ημερομισθίων από το τέλος εκάστου αντίστοιχου μηνός, δώρων Χριστουγέννων και επιδομάτων αδείας από 1.1 εκάστου επομένου έτους και για το δώρο Πάσχα από 1.5 του αντίστοιχου έτους, β) ως αμοιβή πρόσθετης μη συναφούς απασχόλησης του χρονικού διαστήματος ποσό 17.185,12 €, νομίμως εντόκως, καθ’έκαστο μηνιαίο ποσό από το τέλος του αντίστοιχου μήνα, γ) ως ημερομίσθια υπερημερίας από 2.5.2008 έως 2.5.2009 ποσό 1.015 € μηνιαίως, πλέον του δώρου Χριστουγέννων 2008 ποσού 1.015 €, δώρου Πάσχα 2009 ποσού 609 € και επιδόματος αδείας 2008 ποσού 527,80 €, νομίμως εντόκως για τα ημερομίσθια υπερημερίας από το τέλος εκάστου αντίστοιχου μηνός, για το δώρο Χριστουγέννων και επίδομα αδείας 2008 από 1.1.2009 και για το δώρο Πάσχα 2009 από 1.5.2009.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση κατά ένα μέρος προσωρινά εκτελεστή για το χρονικό διάστημα από 2.5.2008 έως 2.5.2009 και ειδικότερα για το ποσό των 1.015 € μηνιαίως και για τα ποσά των 1.015 € ως δώρο Χριστουγέννων 2008, 609 € ως δώρο Πάσχα 2009 και 527,80 € ως επίδομα αδείας 2008.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, στις 24/3/2008, παρουσία της Γραμματέα, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies