Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022
Περίληψη: Κομμωτές. Ακυρότητα σύμβασης εργασίας ελλείψει βεβαίωσης ασκήσεως επαγγέλματος ή βιβλιαρίου υγείας. Ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία συνίσταται στον μισθό που θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη προσαυξήσεις γάμου, τέκνων, πολυετίας και προϋπηρεσίας. Ο εργαζόμενος, και επί άκυρης σύμβασης εργασίας, δικαιούται ευθέως από τον νόμο τις αποδοχές αδείας, τα επιδόματα αδείας και εορτών καθώς και τις προσαυξήσεις για εργασία τις Κυριακές, για νυκτερινή εργασία και για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, οι οποίες υπολογίζονται επί των πράγματι καταβαλλόμενων αποδοχών. Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας εγκύου. Εκδικητική μήνυση εργοδότη. Προσβολή προσωπικότητας. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 78.330,72 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ – ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 1860/2019
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ουρανία Σιώζου, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Θεόδωρο Βλαχάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 7η Φεβρουάριου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εναγόντων : 1) ……………., 2) ………………….., αμφοτέρων κατοίκων ………………., εκ των οποίων η πρώτη παραστάθηκε δια και ο δεύτερος μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΑΜ/ΔΣΑ 29922).
Του εναγομένου: ………………., κατοίκου ………………., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 4-4-2018 και με αριθμ. καταθ. …………/……………/2018 αγωγή τους, η οποία κατόπιν αναβολής προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με αριθμ. πινακίου ……
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος Δικηγόρος των εναγόντων ανέπτυξε τους ισχυρισμούς τους, και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. ……./5-4-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτη Νικολόπουλου, την οποία προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης για την αρχική δικάσιμο της 1ης-6-2018, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εναγόμενο (άρθρα 122, 123, 124, 125, 126§1α και 127 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση αναβλήθηκε και γράφτηκε εκ νέου στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο εναγόμενος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην, δεδομένου ότι εξ αναβολής εγγραφή στο πινάκιο, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 §4 ΚΠολΔ, επέχει θέση νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του απολιπόμενου εναγομένου κι επομένως, νέα κλήση του για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρ. τέταρτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015).
Με τη διάταξη του άρθρου 237 1 α. του ν. 4281/2014, οποίος κατήργησε το προϋσχύον καθεστώς του πδ 133/2005 ορίζεται ότι: «1. α) Κομμωτής – Κουρέας, είναι εκείνος που παρέχει κάθε είδους εργασία κομμώσεως σε παιδιά, άνδρες και γυναίκες, όπως κούρεμα, χτένισμα απλό ή καλλιτεχνικό, απλό ή ειδικό λούσιμο, αποχρωματισμό, αποχρώσεις, ανταύγειες (ΜΕCΗΕS), κατσάρωμα (ΡΕRΜΑΝΕΝΤΕ), ίσιωμα, τοποθέτηση τοπικής περούκας και περούκας, ξύρισμα και λοιπές καλλιτεχνικές εργασίες.». Με τη διάταξη του άρθρου 238 του ως άνω νόμου ορίζονται οι βεβαιώσεις συνδρομής νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του κομμωτή, ενώ με τις διατάξεις του αρ. 239 ορίζονται τα προσόντα και η διαδικασία για την απόκτηση των βεβαιώσεων αυτών. Επιπλέον, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 της ΑΙΒ/8577/8/8-9-1983 (ΦΕΚ Β’ 526) αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 2520/1940 και σύμφωνα με το ΠΔ 544/1977, όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών, ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντες τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με Βιβλιάριο υγείας, στο οποίο να βεβαιώνεται, ότι ο κάτοχος του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα (φυματίωση, τραχώματα, έκδηλες δερματοπάθειες, σύφιλη κ.λπ.) και δεν είναι φορέας εντερικών παθογόνων μικροβίων και παρασίτων. Κατά δε το άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μην έγινε, κάθε σύμβαση, που αντιβαίνει σε κανόνες δημοσίας τάξεως ή απαγορευτική διάταξη Νόμου, εφόσον κάτι άλλο δε συνάγεται από αυτή. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 1, 2, 3 και 4 του Ν. 2520/1940 και 14 παρ. 2 εδ. α’, 3, 6 και 10 της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως, προκύπτει, ότι ο εφοδιασμός των υπαλλήλων αυτών με βιβλιάριο υγείας, ως και η θεώρηση του, επιβάλλονται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, διότι αποσκοπούν στην προστασία της δημόσιας υγείας και αποτελούν ουσιώδη προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος τους και το κύρος της συναπτόμενης συμβάσεως εργασίας, η οποία, όταν ελλείπουν τα στοιχεία αυτά, αποβαίνει άκυρη. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για την άσκηση του επαγγέλματος του κομμωτή απαιτείται βεβαίωση συνδρομής των προϋποθέσεων άσκησης του επαγγέλματος αυτού, χορηγούμενη κατά τις διατάξεις του ν. 4281/2014, καθώς και βιβλιάριο υγείας και συνεπώς η καταρτιζόμενη μετά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου σύμβαση εργασίας του κομμωτή, ο οποίος δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη βεβαίωση και το βιβλιάριο υγείας, είναι άκυρη κατά τα άρθρα 174, 180 ΑΚ και ο εν λόγω μισθωτός διατελεί σε απλή σχέση εργασίας, δικαιούμενος να αξιώσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) την απόδοση της ωφελείας, που απεκόμισε ο εργοδότης από την παρασχεθείσα εργασία του και όχι τις αποδοχές του με βάση τη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 1667/2010, ΔΕΕ 2011/1161, ΑΠ 268/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ωφέλεια αυτή αποτιμώμενη, συνίσταται στον μισθό που θα κατέβαλε ο εργοδότης, δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας, σε άλλον μισθωτό του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την ίδια εργασία, υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής συνθήκες, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις που θα δικαιούνταν αυτός, αν συνήπτε έγκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπό του ιδιαίτερων περιστάσεων και ειδικότερα, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του εργαζομένου, που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως (790/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 82/2013 ΔΕΕ 2013.628, ΑΠ 186/2010 ΕΕργΔ 2010.486, ΑΠ 326/2005 ΕλλΔνη 49.1661, ΑΠ 349/2004 ΕΕργΔ 2004.1216, ΔΕΝ 60.871, ΕλλΔνη 46.1435, ΜΕφΠειρ 319/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 1162/2006 ΔΕΕ 2006.73 ΕφΠειρ 8925/2006 ΔΕΕ 2007.232). Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 950/2014, ΑΠ 5/2012 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 45/2006 ΕλλΔνη 47.1395, ΑΠ 1402/2002 ΕλλΔνη 44.164, ΑΠ 974/1991 ΕΕργΔ 52.510, ΕφΑΘ 6620/1991 ΕλλΔνη 34.132) σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερες από εκείνες που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010 ΕΕργΔ 2010.486). Αντίθετα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/81 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου, 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/45, του άρθρου 3 παρ. 167ου Ν. 4504/1966 και του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26-02-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι αυτοαπασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, οι σχετικές δε αξιώσεις τους θεμελιώνονται ευθέως στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι – αντιθέτως- στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της Κ.Υ.Α. 19040/1981 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή εργασιακή σχέση. Συνεπώς, και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως από τον νόμο -όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού- τις αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας και τα επιδόματα εορτών, καθώς και την προσαύξηση 75% για την εργασία του τις Κυριακές και αργίες, την προσαύξηση 25% για την παροχή νυχτερινής εργασίας και την προσαύξηση του 80% λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 950/2014, ΑΠ 1113/2013, ΑΠ 1824/2011 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 206/2009 ΔΕΕ 2010.485, ΑΠ 807/2008 ΔΕΝ 2008.789, ΑΠ 1148/2004 ΔΕΝ 61.444, ΑΠ 735/2003 ΕΕργΔ 2005/38, ΑΠ 1402/2002 ΕλλΔνη 44.164, ΑΠ 141/1989 ΕλλΔνη 193.2004, ΕφΔωδ 193/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 8537/2003 ΕλλΔνη 46.1543, ΕφΑΘ 5422/2003 ΕλλΔνη 45.226, ΕφΑΘ 4606/2001 ΕλλΔνη 44.532). Περαιτέρω, και στην περίπτωση της άκυρης σύμβασης εργασίας, οι αποδοχές και το επίδομα άδειας, τα επιδόματα εορτών, υπολογίζονται με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές. Ομοίως, η αμοιβή της υπερεργασίας καθορίζεται πάντοτε με βάση το καταβαλλόμενο (ανώτερο του νομίμου) ωρομίσθιο, επί του οποίου υπολογίζεται και η προβλεπόμενη προσαύξηση 25% και ήδη 20% (ΑΠ 790/2017, ΑΠ 950/2014 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, βάση υπολογισμού για την αποζημίωση εργασίας παρεχόμενη κατά το Σάββατο ως 6η ημέρα της εβδομάδας, καθ’ υπέρβαση του πενθημέρου, και για την αποζημίωση της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας αποτελούν και στην περίπτωση της άκυρης σύμβασης εργασίας οι καταβαλλόμενες αποδοχές, αφού και οι αξιώσεις αυτές θεμελιώνονται στον νόμο (βλ. ως προς την αποζημίωση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, βλ. Δ. Ζέρδελής, Εργατικό Δίκαιο – Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, γ’ έκδ. 2015, σελ. 844). Οι αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εργοδότη γίνονται τοκοφόρες από την όχληση ή την κοινοποίηση της αγωγής, αφότου δηλαδή γίνεται υπερήμερος ο εργοδότης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 346 και 910 του ΑΚ. Αν όμως η παρασχεθείσα εργασία ήταν παράνομη ή ανήθικη, οφείλονται τόκοι υπερημερίας από το τέλος του μήνα ή της περιόδου που θα ήταν καταβλητέες, ως αποδοχές από έγκυρη σύμβαση ή νόμιμη εργασία, σύμφωνα με το άρθρο 911 παρ. 2 του ΑΚ, όπως λ.χ. όταν η ακυρότητα της σύμβασης εργασίας οφείλεται στην έλλειψη νομίμων προσόντων [βιβλιάριο υγείας, πτυχίου ειδικότητας – βλ. ΑΠ 437/2015].
Με την κρινόμενη αγωγή τους οι ενάγοντες εκθέτουν ότι δυνάμει των από 7 και 10-6-2016, για την πρώτη και το δεύτερο αυτών αντίστοιχα, συβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο προκειμένου να εργαστούν ως κομμωτές σε κατάστημα κομμωτηρίου που διατηρούσε στο κέντρο της Αθήνας με πλήρη πενθήμερη απασχόληση οκταώρου ημερησίως, έναντι συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών ύψους 952,38€ για έκαστο αυτών. Ότι η ως άνω σύμβαση του δευτέρου των εναγόντων είναι άκυρη επειδή στερούνταν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και ότι επομένως συνδέεται με τον εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας. Ότι καίτοι εκτελούσαν προσηκόντως τα συμβατικά τους καθήκοντα, ο εναγόμενος παραβίασε την εργατική νομοθεσία, οι ίδιοι δε (οι ενάγοντες) επανειλημμένα τον οχλούσαν για τα οφειλόμενα σε αυτούς. Ότι στις 5-1-2018 ο εναγόμενος προέβη σε καταγγελία των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Ότι η ως άνω καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της πρώτης των εναγόντων είναι άκυρη καθόσον δεν της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση και επιπρόσθετα διότι δε στηριζόταν σε σπουδαίο λόγο καίτοι η ίδια κατά το χρόνο εκείνο ήταν έγκυος. Ότι περαιτέρω δεν τους κατέβαλε τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για μισθούς, αποδοχές αδείας, προσαυξήσεις για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, για εργασία την έκτη ημέρα (Σάββατο), τις Κυριακές, επιδόματα εορτών και αδείας. Ότι επιπλέον ο εναγόμενος προέβη σε ψευδή καταμήνυση τους γα υπεξαίρεση κατά τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ενώ απείλησε και εκφόβισε την πρώτη των εναγόντων προκειμένου να υπαναχωρήσει στις διεκδικήσεις της. Με βάση το ιστορικό αυτό, ως εκτενέστερα εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο, Α) η πρώτη των εναγόντων ζητεί : 1) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 5-1-2018 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους του εναγομένου, 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της κατά τους όρους της ατομικής της σύμβασης με την απειλή χρηματικής ποινής 300€ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του, 3) επικαλούμενη τη σύμβαση εργασίας της, άλλως τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ποσό 14.345,22€ για μισθούς υπερημερίας, παραιτούμενη με δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (αρ. 223ΚΠολΔ), ως προς το ποσό των 12.440,46€ που αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας μετά τη συζήτηση της αγωγής, το ποσό των 6.6666€ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Ιουνίου έως Δεκεμβρίου 2017, το ποσό των 1.488,09€ για επιδόματα εορτών 2017, το ποσό των 3.899,18€ για αποδοχές και επίδομα αδείας ετών 2016 και 2017, το ποσό των 5.4478,17€ για αμοιβή υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωρίας κατά τις εργάσιμες ημέρες, το ποσό των 5.780, 44€ για αμοιβή εργασίας κατά τα Σάββατα, το ποσό των 6.743,57€ για αμοιβή εργασίας τις Κυριακές, και το ποσό των 10.000€ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και 4) επικουρικά στην περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της κριθεί έγκυρη, ζητεί ή να υποχρεωθεί ο εναγόμενο να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ποσού 2.222,22€ με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της σύμβασης άλλως από την επίδοση της αγωγής και ιι) να της χορηγήσει ο εναγόμενο το κατ’ α ρ. 678§11 και 2 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας που να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια η ποιότητα της εργασίας της και η διαγωγής της με την απειλή χρηματικής ποινής 300€ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης, Β) ο δεύτερος των εναγόντων επικαλούμενος την απλή σχέση εργασίας του και το νόμο ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ι) να του καταβάλει το ποσό των 3.65079€ για αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 6.666€ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Ιουνίου έως Δεκεμβρίου 2017, το ποσό των 1.488,09€ για επιδόματα εορτών 2017, το ποσό των 3.899,18€ για αποδοχές και επίδομα αδείας ετών 2016 και 2017, το ποσό των 15.451,26€ για αμοιβή υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το ποσό των 4.838,84€ για αμοιβή εργασίας τα Σάββατα, το ποσό των 2.522€ για αμοιβή εργασίας τις Κυριακές, και το ποσό των 5.000€ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και ιι) να του χορηγήσει ο εναγόμενος το κατ’ αρ. 678§11 και 2 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας που να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγής του με την απειλή χρηματικής ποινής 300€ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης. Αμφότεροι οι ενάγοντες ζητούν τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο για τις δεδουλευμένες αποδοχές από την τελευταία ημέρα κάθε δεδουλευμένου μήνα, για το επίδομα Πάσχα από 30-4-2017 και το επίδομα Χριστουγέννων από 31-12-2017, για τις αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας από το τέλος εκάστου έτους, για την αμοιβή για υπερεργασία και υπερωρία, για την αμοιβή για την εργασία τα Σάββατα και την Κυριακή από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τις αντίστοιχες αποδοχές, άλλως όλα τα ως άνω ποσά από την επίδοση της αγωγής, για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την επίδοση της αγωγής. Επίσης ζητούν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά τους έξοδα. Με αυτό περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον (αρ. 22 ΚΠολΔ) (7, 9, 14§2, 16 αριθμ.2,25 § 2 ΚΠολΔ) φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για να συζητηθεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 1 άρθρ. τέταρτο ν. 4335/2015, καθώς η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε την 2-8-2016, βλ. σχετ. και άρθρ. 1 άρθρ. ένατο § 2 ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι ισχύουσες διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με/τις διατάξεις του ως άνω νόμου, εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες από 01-01-2016 αγωγές]. Έχει δε ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης και εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας των διατάξεων του άρθρου 6 §§ 1,2 του Ν. 3198/1955, λαμβανομένης αυτής αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 280 ΑΚ, βλ. και ΟλΑΠ 1338/1985 ΕΕργΔ 1986.58), όσον αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, στην επιδίκαση μισθών υπερημερίας και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης αντίστοιχα, συνεπεία των από 5-1-2018 καταγγελιών της σύμβασης εργασίας των εναγόντων ενάγουσας, καθόσον, με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας και λύσης της σύμβασης εργασίας την 5-1-2018, η επίδοση της υπό κρίση αγωγής στην εναγομένη έλαβε χώρα στις 5-4-2018, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. ………/5-4-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτη Νικολόπουλου. Είναι δε νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 241, 242, 281, 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 659, 669 παρ. 2, 678, 904 επ., 914 ΑΚ, 2, 5 παρ. 1, 6 παρ. 2, του ν. 3198/1955, 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 (ως προς την αποζημίωση απόλυσης), 15 του ν. 1483/1984, 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 1082/80,1 παρ. 1, 2 και 3, 3 παρ. 1, 6, 10 παρ. 1 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας (επιδόματα εορτών), 1, 3, 4, 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 1, 2, 5 παρ. 1, 9 του β.δ. της 16/18.7.1920,1, 2, 5 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2, 9 του ν. 3198/1955, άρθρο μόνον της υπ’ αρ. 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τις Κυριακές και εορτές» (ΦΕΚ Β’ 15), όπως ερμηνεύτηκε με τη με αριθμό 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 του ν.δ. 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων. 1, 3, 4 παρ. 1, 9 και 10 του β.δ. 748/1966 (προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και εορτές), 2 παρ. 1 του ν. 539/1945, όπως η παρ. 1 είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 άρθρ. 13 του ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε και πάλι με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3302/2004, 2, 5 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και 5 παρ. 5 του ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983 (αποδοχές άδειας), 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 (επίδομα αδείας), 68, 69§1 α’, 70, 176, 191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αρ. 4 και 946 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις είναι νόμιμη μόνο ως προς τις αξιώσεις που θεμελιώνονται, απευθείας, στις διατάξεις των άρθρων 904 επ., και όχι ως προς εκείνες που θεμελιώνονται, απευθείας, στον νόμο, όπως την αποζημίωση απόλυσης, τα επιδόματα (δώρα) εορτών, την άδεια, τις αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας (ΑΠ 1148/2004,. ΔΕΝ 61. 444, ΑΠ 735/2003, ΕΕργΔ 2005. 38, ΑΠ 1402/2002, ΕλλΔνη 44. 164, ΕφΔωδ 193/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 8537/2003, ΕλλΔνη 46. 1543, ΕφΑΘ 5422/2003, ΕλλΔνη 45. 226, ΕφΘεσ 388/2003, ΕφΠειρ 273/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4606/2001, ΕλλΔνη 44. 532, ΕφΠατρ 277/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), την προσαύξηση ποσοστού 75% για την εργασία τις Κυριακές και αργίες (ΑΠ 141/1989, ΕλλΔνη 193. 2004, ΕφΘεσ 388/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4606/2001, ΕλλΔνη 44. 532, ΕφΠατρ 277/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5180/1998, ΕλλΔνη 40. 1144), την προσαύξηση 30% για την παροχή εργασίας, κατά την ημέρα του Σαββάτου, δεδομένου ότι τα ανωτέρω δικαιούνται όχι μόνοι οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους, βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας. Τέλος, όσον αφορά το αίτημα για την επιδίκαση τόκων από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους αιτούμενου κονδυλίου είναι νόμιμο μόνο για τα ποσά που αποτελούν μισθό, τόσο κυριολεκτικά όσο και υπό την ευρεία έννοια του νόμου, όπως και για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας, ενώ είναι μη νόμιμο για τα ποσά που μπορούν να ζητηθούν απευθείας με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και για τα ποσά που δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση για την εργασία τις Κυριακές ή τις αργίες, αφού αυτή δεν αποτελεί νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία και, συνεπώς, δεν ορίζεται από τον νόμο δήλη ημέρα καταβολής της και ως εκ τούτου οι τόκοι για τις απαιτήσεις αυτές αρχίζουν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής (ΜΠρΑΘ 17/2019, ΜπρΑΘ 481/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ίδιο ισχύει και για την. προσαύξηση της αποζημίωσης αδείας και της εργασίας κατά την ημέρα του Σαββάτου, καθόσον έχουν τον χαρακτήρα της αστικής ποινής (ΜΠρΑΘ 17/2019). Συνεπώς κατά το που κρίθηκε νόμιμη πρέπει η κρινόμενη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και στην ουσιαστική της βασιμότητα, καθόσον για το καταψηφιστικό αίτημα της, καταβλήθηκε από έκαστο των εναγόντων το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3994/2011, σχ. τα υπ’ αριθμ. ……………… και …………………… ηλεκτρονικά παράβολα και η επιτυχής εκτέλεση πληρωμής αυτών).
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε επιμελεία των εναγόντων και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, την υπ’ αριθμ. ………../10-5-2018 ένορκη βεβαίωση της ………….. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία οι ενάγοντες επικαλούνται με προσκομίζουν, η οποία λήφθηκε με πρωτοβουλία τους κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου τους (σχ. η από …………/5-4-2018 έκθεση επίθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτη Νικολόπουλου) από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 139/2009 ΤΝΠ Νόμος), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος διατηρεί επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος και δη κομμωτήριο στην Αθήνα, επί της οδού ………………. Στις 7 και 10 Ιουνίου 2016 προσέλαβε την πρώτη ενάγουσα και το δεύτερο αυτών αντίστοιχα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα του κομμωτή με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και οκτώ ωρών ημερησίως αντί συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών 952,38€, και συνεπώς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό τους διαμορφωνόταν στο ποσό των 5,71€ (ήτοι 952,38€:25Χ6:40), το δε ημερομίσθιο στο ποσό των (952,38€/25=) 38,09€. Η πρώτη ενάγουσα κατείχε εξαρχής την κατ’ αρ. 238 του ν. 4281/2014 βεβαίωση συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος της κομμώτριας (σχ. η υπ’ αριθμ. πρωτ. …………/5-4-2016 βεβαίωση του Δήμου Αθηναίων) για την απόκτηση της οποίας προσκόμισε και το απαιτούμενο από την υπ’ αριθμ. πρωτ. Υ1γ/Γ.Π/οικ.35797(ΦΕΚ1199/τβ/11-4-2012) Υ.Δ. (με την αντικαθίσταται η υπ. Αριθμ. 8405/1992(ΦΕΚ665/τΒ/29-10-1992) η οποία αντικατέστησε το άρθρο 14 της Υ.Δ Α1β/8577/83) πιστοποιητικό υγείας. Τουναντίον ο δεύτερος των εναγόντων, ως συνομολογεί δεν ήταν εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά το νόμο βεβαίωση συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του κομμωτή, με συνέπεια να συνδέεται με τον εναγόμενο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα με απλή σχέση εργασίας, καθόσον η άνω εργασιακή του σύμβαση έπασχε ακυρότητας (174 ΑΚ). Το δε νόμιμο – κατώτατο — ημερομίσθιο των εναγόντων, διεπόταν καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από την από 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ, όπως τα διαμορφωμένα όρια αυτής μειώθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 της Π.Υ.Σ. 6/28-2-2012 για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 ν. 4046/2012 και ανέρχονταν, δεδομένου ότι οι ενάγοντες, ήταν άνω των 25 ετών και μηδενικό χρόνο προϋπηρεσίας, το νόμιμο ημερομίσθιο τους διαμορφώνεται στο ποσό των 26,18€ και το ωρομίσθιο στο ποσό των (26,18€ Χ0,15=) 3,92€. Αμφότεροι οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην επιχείρηση του ενάγοντος μέχρι την 5η-1-2018 οπότε και τους κοινοποιήθηκε η έγγραφη καταγγελία των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Ειδικότερα στο από 5-1-2018 έγγραφο καταγγελίας της πρώτης των εναγόντων, η οποία κατά το χρόνο εκείνο ήταν έγκυος στην 24η εβδομάδα (σχ. η από 18-1-2018 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου «ΕΔΕΝΑ ΒΕΝΟΖΕΛΟΥ- ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ», γεγονός που είχε γνωστοποιήσει στον εργοδότη της, αναφέρεται ως λόγος απόλυσης η αναιτιολόγητη απουσία της από την εργασία από 3-1-2018 δίχως να αιτηθεί άδεια. Τούτο όμως δεν αποδεικνύεται βάσιμο, και ως εκ τούτου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της πρώτης ενάγουσας, που ήταν το χρόνο εκείνο έγκυος, αντιβαίνει στην απαγορευτική διάταξη του αρ. 15 του ν, 1483/1984 και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεν αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα. Ενόψει της ακυρότητας αυτής, ο εναγόμενος μη αποδεχόμενος την εργασία της πρώτης ενάγουσας, με τους όρους που προβλεπόταν κατά την ατομική σύμβαση εργασίας, κατέστη υπερήμερος, δίχως να απαιτείται και πραγματική προσφορά εργασίας εκ μέρους της τελευταίας. Δεδομένης της για τον ως άνω λόγο υπερημερίας του. εναγομένου, αυτός οφείλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 5-1-2018 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής 7-2-2019 και δη: ι) το ποσό των (952,38€ ο μηνιαίος μικτός μισθός X 13 μήνες =) 12.380,94€ νομιμοτόκως από το τέλος εκάστου μηνός στο οποίο αφορά κάθε επιμέρους κονδύλιο – μηνιαίος μισθός, ιι) το ποσό των 496,02€ (952,38€/2 XI,04166 η αναλογία επιδόματος αδείας) ως επίδομα Πάσχα 2018, ιιι) το ποσό των 476,19€ (952,38€/2) ως επίδομα αδείας 2018, ιιι) το ποσό των 992,05€ (952,38X1,04166 η αναλογία επιδόματος αδείας) για επίδομα Χριστουγέννων έτους 2018. Ήτοι συνολικά ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα για την ως άνω αιτία ως μισθούς υπερημερίας το ποσό των 14.345,22€. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από Ιούνιο έως Δεκέμβριο του έτους 2017, και συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των (9.52,38€ X 7 μήνες=) 6.666€. Επιπλέον ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στην πρώτη ενάγουσα τα επιδόματα εορτών έτους 2017 και δη για επίδομα Πάσχα 2017 το ποσό των 496,02€ (952,38€ ο μηνιαίος μικτός μισθός /2Χ1,04166 η αναλογία επιδόματος αδείας), και για επίδομα Χριστουγέννων 2017 το ποσό των 992,05€ (952,38€ ο μηνιαίος μικτός μισθός X 1,04166 η αναλογία επιδόματος αδείας), και συνεπώς η πρώτη ενάγουσα δικαιούται για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 1488,07€. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρώτη ενάγουσα δικαιούνταν, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ετήσια άδεια αναψυχής 12 εργάσιμες ημέρες για το έτος 2016 (2 ημέρες Χ6,2 μήνες) και 20 εργάσιμες ημέρες για το έτος 2017, τις οποίες έπρεπε να λάβει εντός του οικείου έτους. Η ενάγουσα ζήτησε από τον εναγόμενο προφορικώς να της χορηγήσει τις παραπάνω ημέρες ετήσιας άδειας αναψυχής μέσα στο καθένα από τα προαναφερόμενα ημερολογιακά έτη, πλην όμως ο τελευταίος, αρνήθηκε τη χορήγησή τους, με την αιτιολογία ότι υπήρχε φόρτος εργασίας, ενώ δεν της κατέβαλε και το επίδομα αδείας ετών 2016 και 2017. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η μη χορήγηση στην ενάγουσα των ημερών ετήσιας άδειάς της οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης. Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται λόγω της υπαίτιας παράλειψης (αμέλειας) του εναγομένου να της χορηγήσει κατά τα έτη 2016 και 2017 το σύνολο των ημερών κανονικής άδειας κατ’ έτος, τις οποίες όφειλε να της χορηγήσει, τις αποδοχές άδειας, δηλαδή τις συνήθεις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν απασχολούνταν στην επιχείρηση της εναγομένης κατά τον αντίστοιχο χρόνο, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Ειδικότερα, ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα για τις πιο πάνω αιτίες τα κάτωθι χρηματικά ποσά: α) για το έτος 2016, ως αποδοχές αδείας το ποσό των 944,62€ (ήτοι 38,09€ ημερομίσθιο X 2 ημερομίσθια X 6,2 μήνες= 472,31€ + 100% προσαύξηση) και ως επίδομα αδείας το ποσό των 476,19€, (μισός μηνιαίος μισθός) β) για το έτος 2017, ως αποδοχές αδείας το ποσό των 1.904,76€ (ήτοι 952,38€ ο μηνιαίος μισθός + 100% προσαύξηση) και ως επίδομα αδείας το ποσό των 476,19€ (μισός μηνιαίος μισθός). Συνεπώς, για τις παραπάνω αιτίες (αποδοχές αδείας και προσαύξηση αυτών κατά ποσοστό 100% και επίδομα αδείας), η πρώτη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 3.801,76€. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρώτη ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 7-6-2016 μέχρι την καταγγελία της σύμβασής της, ήτοι την 5-1-2018 εργαζόταν κατ’ εντολή του εναγομένου ως ακολούθως : από Δευτέρα ως Πέμπτη από 9:00 έως 15:00 και από 20:00 μέχρι 22:30, ήτοι για 8 ½ ώρες, κάθε Παρασκευή από 9:00 έως 22:30, για 13 ½ ώρες και όλα τα Σαββατοκύριακα από 7-6-2016 μέχρι 30-4-2017 από ώρα 9:00 έως 22:30, ήτοι για 13 ½ ώρες. Για τις ως άνω υπερβάσεις του νομίμου ωραρίου της, την εργασία της κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, η ενάγουσα δεν έλαβε αμοιβή. Επομένως η ενάγουσα εργαζόταν επί 47,5 ώρες εβδομαδιαίως, από τις οποίες οι 40 ώρες αποτελούν το συμβατικό ωράριο, οι τέσσερις επόμενες (από 41η μέχρι και την 44η) υπερεργασία και οι 3,5 επόμενες (από 45η ές 47,5η ώρα) υπερωρία. Η υπερωρία αυτή είχε τον χαρακτήρα της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, διότι ο εναγόμενος δεν είχε τηρήσει τις προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Η πρώτη ενάγουσα δικαιούται για κάθε ώρα υπερεργασίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της προσαυξημένο κατά ποσοστό 20% και για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ωρομίσθιό της προσαυξημένο κατά ποσοστό 80%, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα δικαιούται: α) Για την αμοιβή της υπερεργασίας, το συνολικό ποσό των 2.150,2€ [δηλαδή 78,36 εβδομάδες (ήτοι 19,59 μήνες X 4 εβδομάδες) X 4 ώρες ανά εβδομάδα X 6,86€ ευρώ (ήτοι 5,71€ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση= 6,86€)], πλην όμως αυτή αιτείται μόνο ποσό 1.685,59€, που πρέπει να της επιδικαστεί (αρ. 106ΚΠολΔ) και β) Για την αποζημίωση της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το συνολικό ποσό των 2.819,39€ [δηλ. 78,36 εβδομάδες (ήτοι 19,59 μήνες X 4 εβδομάδες) X 3,5 ώρες ανά εβδομάδα X 10,28€ (ήτοι 5,71 ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση= 10,28€)]. Δηλαδή, για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, , η πρώτη ενάγουσα δικαιούται συνολικά το ποσό των 4.969,59€. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα από την πρόσληψή της έως τις 30-4-2017 εργάστηκε όλες τις ημέρες του Σαββάτου, ήτοι 47 Σάββατα επί 13 ½ ώρες (ήτοι από 9:00 έως 22:30), πραγματοποιώντας κάθε φορά υπερωρία 5,5 ωρών και συνολικά (47Χ5,5=)258,50 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας. Για την εργασία της αυτή η ενάγουσα δικαιούται ι) για την εργασία εντός οκταώρου του Σαββάτο το ημερομίσθιό της προσαυξημένο κατά 30% λόγω παροχής εργασίας την έκτη ημέρα κατά παράβαση του συστήματος της πενθήμερης απασχόλησης και δη το ποσό των [47 Σάββατα X 49,52€ (38,09 € + προσαύξηση 30%=] 2.327,44€, ιι) για την εργασία της πέραν του οκταώρου ένα ωρομίσθιο για κάθε ώρα προσαυξημένο κατά 30% και περαιτέρω προσαυξημένο κατά 80%, και δη το ποσό των [7,42€ (5,71€ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο +30%) X 258,50 ώες +80%=] 3.452,53€. Εξάλλου ως προαναφέρθηκε η ενάγουσα εργάστηκε όλες τις Κυριακές από την πρόσληψή της μέχρι την 30η-4-2017 δίχως να λάβει αμοιβή και δίχως να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Ως εκ τούτου για τις 47 Κυριακές που εργάστηκε από 9:00 έως 22:30, ήτοι για 13 ½ ώρες, δικαιούται : ι) για προσαύξηση απασχόλησης τις Κυριακές το ποσό των 922,85€ (47 Χ26,18X75%), ιι) για αποζημίωση λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 1.790,23€ (47X38,09€) και ιιι) για την πέραν του οχταώρου εργασία (κατ’εξαίρεση υπερωρία) το ποσό των [(5,71€ Χ75%)=8,66€+80%=15,59€ X 258,50 ώρες) 4.030€. Ήτοι για την αιτία αυτή η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 6.743,08€ και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 43.329,06€. Περαιτέρω, ως προαναφέρθηκε ο δεύτερος των εναγόντων λόγω της άκυρης σύμβασης εργασίας του συνδέεται με τον εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας. Την 5-1-2018 ο εναγόμενος προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δίχως την καταβολή νόμιμης αποζημίωσης, την οποία ο ενάγων δικαιούται, και η οποία ανέρχεται ενόψει του ύψους των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του τον τελευταίο πριν την καταγγελία μήνα στο ποσό των 2.222,22€ (952,38€ X 2 X 1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει στο δεύτερο των εναγόντων τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνών Ιουνίου έως Δεκεμβρίου του έτους 2017. Ο δεύτερος ενάγων διατελώντας σε απλή σχέση εργασίας, δικαιούται να αξιώσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) την απόδοση της ωφελείας, που απεκόμισε ο εναγόμενος από την παρασχεθείσα εργασία του και όχι τις αποδοχές του με βάση τη σύμβαση εργασίας. Στην προκειμένη δε περίπτωση η ωφέλεια αυτή συνίσταται στον μισθό που θα κατέβαλε ο εναγόμενος, δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας, σε άλλον μισθωτό του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την ίδια εργασία, υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής συνθήκες, δεν μπορεί δε να είναι κατώτερες κατώτερη από τις νόμιμες κατώτερες αποδοχές, ήτοι από το ποσό των 26,18€ το ημερομίσθιο. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού το ποσό των (26,18X21 εργάσιμες ημέρες X 7 μήνες) 3.848,46€. Επιπλέον ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στον δεύτερο ενάγοντα τα επιδόματα εορτών έτους 2017 και δη για επίδομα Πάσχα 2017 το ποσό των 496,02€ (952,38€ ο μηνιαίος μικτός μισθός /2Χ1,04166 η αναλογία επιδόματος αδείας), και για επίδομα Χριστουγέννων 2017 το ποσό των 992,05€ (952,38€ ο μηνιαίος μικτός μισθός X 1,04166 η αναλογία επιδόματος αδείας), και συνεπώς ο τελευταίος δικαιούται για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 1488,07€. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος ενάγων, όπως και η πρώτη αυτών, δικαιούνταν, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ετήσια άδεια αναψυχής 12 εργάσιμες ημέρες για το έτος 2016 (2 ημέρες X 6,2 μήνες) και 20 εργάσιμες ημέρες για το έτος 2017, τις οποίες έπρεπε να λάβει εντός του οικείου έτους. Ο δεύτερος ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο προφορικώς να του χορηγήσει τις παραπάνω ημέρες ετήσιας άδειας αναψυχής μέσα στο καθένα από τα προαναφερόμενα ημερολογιακά έτη, πλην όμως ο τελευταίος, αρνήθηκε τη χορήγησή τους, με την αιτιολογία ότι υπήρχε φόρτος εργασίας, ενώ δεν του κατέβαλε και το επίδομα αδείας ετών 2016 και 2017. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η μη χορήγηση στο δεύτερο των εναγόντων των ημερών ετήσιας άδειός του οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου. Συνεπώς, ο δεύτερος των εναγόντων δικαιούται λόγω της υπαίτιας παράλειψης (αμέλειας) του εναγομένου να του χορηγήσει κατά τα έτη 2016 και 2017 το σύνολο των ημερών κανονικής άδειας κατ’ έτος, τις οποίες όφειλε να του χορηγήσει, τις αποδοχές άδειας, .δηλαδή τις συνήθεις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν απασχολούνταν στην επιχείρηση της εναγομένης κατά τον αντίστοιχο χρόνο, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Ειδικότερα, ο εναγόμενος οφείλει σε αυτόν για τις πιο πάνω αιτίες τα κάτωθι χρηματικά ποσά: α) για το έτος 2016, ως αποδοχές αδείας το ποσό των 944,62€ (ήτοι 38,09€ ημερομίσθιο X 2 ημερομίσθια X 6,2 μήνες= 472,31€ + 100% προσαύξηση) και ως επίδομα αδείας το ποσό των 476,19€, (μισός μηνιαίος μισθός) β) για το έτος 2017, ως αποδοχές αδείας το ποσό των 1.904,76€ (ήτοι 952,38€ ο μηνιαίος μισθός +100% προσαύξηση) και ως επίδομα αδείας το ποσό των 476,19€ (μισός μηνιαίος μισθός). Συνεπώς, για τις παραπάνω αιτίες (αποδοχές αδείας και προσαύξηση αυτών κατά ποσοστό 100% και επίδομα αδείας), ο δεύτερος ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 3.801,76€. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 7-6-2016 μέχρι την καταγγελία της σύμβασής του, ήτοι την 5-1-2018 εργαζόταν κατ’ εντολή του εναγομένου ως ακολούθως : από Δευτέρα ως Παρασκευή από 10:00 έως 22:00, ήτοι για 12 ώρες ημερησίως, όλα τα Σάββατα από 10:00 έως 22:00 και δύο Κυριακές το μήνα από ώρα 10:00 έως 22:00 από 7-6-2016 μέχρι 30-4-2017. Για τις ως άνω υπερβάσεις του νομίμου ωραρίου του, την εργασία της κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, ο δεύτερος ενάγων δεν πληρώθηκε. Επομένως ο δεύτερος ενάγων εργαζόταν επί 60 ώρες εβδομαδιαίως, από τις οποίες οι 40 ώρες αποτελούν το συμβατικό ωράριο, οι τέσσερις επόμενες (από 41η μέχρι και την 44η) υπερεργασία και οι 16 επόμενες (από 45η έως 60η ώρα) υπερωρία. Η υπερωρία αυτή είχε τον χαρακτήρα της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, διότι ο εναγόμενος δεν είχε τηρήσει τις προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Η δεύτερος ενάγων δικαιούται για κάθε ώρα υπερεργασίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 20% και για κάθε ώρα κατ’εξαίρεση υπερωρίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 80%, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα δικαιούται: α) Για την αμοιβή της υπερεργασίας, το συνολικό ποσό των 2.139,22€ [δηλαδή 77,96 εβδομάδες (ήτοι 19,49 μήνες X 4 εβδομάδες) X 4 ώρες ανά εβδομάδα X 6,86€ ευρώ (ήτοι 5,71€ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση- 6,86€)] και β) Για την αποζημίωση της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το συνολικό ποσό των 12.822,86€ [δηλ.77,96 εβδομάδες (ήτοι 19,49 μήνες X 4 εβδομάδες) X 16 ώρες ανά εβδομάδα X 10, 28€ (ήτοι 5,71 ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση= 10,28€)], πλην όμως αυτό ζητεί μόνο ποσό 12.641,94€ που πρέπει να του επιδικαστεί (αρ. 106ΚΠολΔ). Δηλαδή, για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, ο δεύτερος ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των 14.962,08€. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος ενάγων από την πρόσληψή του έως τις 30-4-2017 εργάστηκε όλες τις ημέρες του Σαββάτου, ήτοι 47 Σάββατα επί 12 ώρες (ήτοι από 10:00 έως 22:00), πραγματοποιώντας κάθε φορά υπερωρία 4 ωρών και συνολικά (47X4=) 188 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας. Για την εργασία του αυτή ο ενάγων δικαιούται ι) για την εργασία εντός οκταώρου του Σαββάτο το ημερομίσθιό του προσαυξημένο κατά 30% λόγω παροχής εργασίας την έκτη ημέρα κατά παράβαση του συστήματος της πενθήμερης απασχόλησης και δη το ποσό των [47 Σάββατα X 49,52€ (38,09 € + προσαύξηση 30%=] 2.327,44€, ιι) για την εργασία του πέραν του/οκταώρου ένα ωρομίσθιο για κάθε ώρα προσαυξημένο κατά 30% και περαιτέρω προσαυξημένο κατά 80%, και δη το ποσό των (7,42€ (5,71€ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο +30%) X 188 ώρες +80%=) 2.510,93€. Εξάλλου ως προαναφέρθηκε ο δεύτερος ενάγων εργάστηκε δύο Κυριακές το μήνα από την πρόσληψή του μέχρι την 30η-2017 δίχως να λάβει αμοιβή και δίχως να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Ως εκ τούτου για τις 21 Κυριακές που εργάστηκε από 9:00 έως 22:00, ήτοι για 12 ώρες, δικαιούται : ι) για προσαύξηση απασχόλησης τις Κυριακές το ποσό των 412,33€ (21X26,18X75%), ιι) για αποζημίωση λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης το ποσό των 799,89€ (21X38,09€) και ιιι) για την πέραν του οκταώρου εργασία (κατ’εξαίρεση υπερωρία) το ποσό των [(5,71€ Χ75%)=8,66€+80%=15,59€ X 84 ώρες) 1.309,4€. Ήτοι για την αιτία αυτή η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 2.521,62€ και συνολικά ,για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 33.501,66€. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος την 21-2-2018 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 21-2-2018 μήνυσή του (Α 2018/294), στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι οι ενάγοντες τύποις μόνο εργάζονταν ως υπάλληλοι στο ως άνω κομμωτήριο, ενώ στην πραγματικότητα κατόπιν προφορικής μεταξύ τους συμφωνίας, το κομμωτήριο είχε ανοίξει στο όνομά του ο εναγόμενος, ενώ οι ενάγοντες ανέλαβαν πλήρως τα λειτουργικά του έξοδα. Εντούτοις σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα από τον εναγόμενο οι ενάγοντες δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα με αποτέλεσμα να καρπωθούν τα έσοδα του κομμωτηρίου και να δημιουργήσουν οφειλές στο όνομά του (του εναγόμενου) τόσο στο ΕΚΦΑ όσο και στη ΔΕΗ. Τούτα αποδεικνύονται ανακριβή, κατά τη σαφή προς τούτο ένορκη κατάθεση της ………………, η δε κατάθεση της μήνυσης εκ μέρους του εναγομένου έγινε εκδικητικά και μόνο λόγω της διεκδίκησης των εργασιακών δικαιωμάτων εκ μέρους των εναγόντων. Άλλωστε ο εναγόμενος προέβη και σε εξύβριση και απειλή σωματικής βίας σε βάρος της πρώτης ενάγουσας, περιστατικά για τα οποία η ίδια στις 23-2-2018 υπέβαλε έγκληση σε βάρος του εργοδότη της (σχ. το από 12-3-2018 αντίγραφο του βιβλίου αδικημάτων – συμβάντων του Α.Τ. Αγίου Παντελεήμονος). Από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, οι ενάγοντες προσβλήθηκαν στην προσωπικότητά τους, καθόσον θίχθηκε η τιμή και η υπόληψή τους ως επαγγελματίες, αφού τους προσέδιδε τα χαρακτηριστικά των μη έντιμων συνεργατών, ενώ η πρώτη των εναγόντων ένιωσε τρόμο και ανησυχία και ανασφάλεια τόσο σωματική όσο και επαγγελματική ούσα σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης. Από την προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, καθώς προσβλήθηκε η επαγγελματική έκφανση της προσωπικότητάς τους και η υπόληψή τους, καθώς και η ψυχική ηρεμία τη πρώτης αυτών, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί στην πρώτη αυτών το εύλογο ποσό των 1.000€ και στο δεύτερο αυτών το εύλογο ποσό των 500€. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, και α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 5-1-2018 καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας της πρώτης ενάγουσας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας κατά τους περιγραφόμενους στο σκεπτικό όρους της ατομικής της σύμβασης εργασίας, γ) να απειληθεί σε βάρος του εναγομένου χρηματική ποινή ύψους 300€ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης, δ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει ι) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 14.345,22€ ως μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 6.666€ ως δεδουλευμένους μισθούς, το ποσό των 496,02€ και 992,05€ για επίδομα Πάσχα και Χριστουγέννων έτους 2017 αντίστοιχα, το ποσό των 944,62€ και 476,19€ ως αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας 2016 αντίστοιχα, το ποσό των 1.904,76€ και 476,19€ ως αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας 2017 αντίστοιχα, το ποσό των 1.685,59€ για υπερεγρασία, το ποσό των 2,819,39€ για κατ’εξαίρεση υπερωρία, το ποσό των 2.317,44€ για εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου, το ποσό των 3.452,53€ για κατ’ εξαίρεση υπερωρία κατά την ημέρα του Σαββάτου, το ποσό των 922,85€ για εργασία κατά τις Κυριακές, το ποσό των 1.790,23€ ως αποζημίωση λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το ποσό των 4.030 €ως κατ’εξαίρεση υπερωρία τις Κυριακές, και το ποσό των 1.000€ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό 44.329,06€, ιι) και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 2.222€ ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 3.848,46€ ως δεδουλευμένους μισθούς, το ποσό των 496,02€ και 992,05€ για επίδομα Πάσχα και Χριστουγέννων έτους 2017 αντίστοιχα, το ποσό των 944,62€ και 476,19€ ως αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας 2016 αντίστοιχα, το ποσό των 1.904,76€ και 476,19€ ως αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας 2017 αντίστοιχα, το ποσό των 2.139,22€ για υπερεργασία, το ποσό των 12.641,94€ για κατ’ εξαίρεση υπερωρία, το ποσό των 2.327,44€ για εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου, το ποσό των 2.510,93€ για κατ’ εξαίρεση υπερωρία κατά την ημέρα του Σαββάτου, το ποσό των 412,33€ για εργασία κατά τις Κυριακές, το ποσό των 799,89€ ως αποζημίωση λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το ποσό των 1.309,4€ ως κατ’ εξαίρεση υπερωρία τις Κυριακές, και το ποσό των 500€ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό 34.001,66€, τα ως άνω δε ποσά με το νόμιμο τόκο ως ακολούθως: ως προς τους δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας από το τέλος εκάστου μήνα, εντός του οποίου κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός έκαστος μηνιαίος μισθός, για τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα από την 31η Δεκεμβρίου και την 30η Απριλίου αντίστοιχα κάθε έτους που έπρεπε να καταβληθούν, για τις αποδοχές άδειας, και το επίδομα αδείας από την τελευταία ημέρα του οικείου έτους (ΟλΑΠ 39- 40/2002 ΕΕργΔ 2002,1478, ΑΠ 350/2004 ΕλλΔνη 2005.1480, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856, ΑΠ 1341/2002 ΕλλΔνη 2003.253, ΑΠ 1682/2001 ΕλλΔνη 2001.1308) για την αποζημίωση απόλυσης του δεύτερου ενάγοντος από την επομένης της καταγγελίας, για αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής και για την εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου από την επίδοση της αγωγής καθόσον ως προς την αξίωση αυτή δεν τάσσεται εκ του νόμου δήλη ημέρα καταβολής (ΑΠ 796/2011, ΑΠ 1174/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 234/2004, ΕφΑνΚρητ 58/2014, ΜΠρΑΘ 291/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, για προσαύξηση λόγω απασχόλησης κατά την ημέρα της Κυριακής, για την αμοιβή λόγω υπερεργασίας και κατ’εξαίρεση υπερωρίας όπως και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ομοίως από την επίδοση της αγωγής, ε)να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να χορηγήσει στον δεύτερο ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, αλλά και η διαγωγή του, να κηρυχθεί η απόφαση αυτή εν μέρει προσωρινά εκτέλεση, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων από την είσπραξη των οποίων οι ενάγοντες εξαρτά τον, βιοπορισμό της (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ), καθώς και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, αναλόγως της έκτασης της νίκης και της ήττας του και κατόπιν υποβολής σχετικού εκ μέρους των τελευταίων αιτήματος (άρθρα 106, 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό, τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ, εν μέρει, την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 5-1-2018 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της πρώτης ενάγουσας εκ μέρους του, εναγομένου.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της πρώτης ενάγουσας, με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 300€ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και έξι λεπτών (44.329,06€) και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων ενός ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (34.001,66€) με το νόμιμο τόκο από τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις μέχρι την εξόφληση,
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα ως προς την ως άνω διάταξή της προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000€) αναφορικά με την πρώτη ενάγουσα και για το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (5.000€) αναφορικά με το δεύτερο των εναγόντων.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να χορηγήσει στο δεύτερο ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας περί του είδους, της διάρκειας και της ποιότητας της εργασίας του, καθώς και περί της διαγωγής του, με την απειλή χρηματικής ποινής 100€ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του στην αμέσως παραπάνω διάταξη.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, το ύψος του οποίου ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ (2.400€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 16η Σεπτεμβρίου 2019.
