Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Σύμβαση μερικής απασχόλησης που υποκρύπτει σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Επιδίκαση διαφοράς αποδοχών πλήρους με μερική απασχόληση. Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου. H φύση και οι ανάγκες της εργασίας, που εκτελούσε ο ενάγων στην εναγομένη δεν δικαιολογούν τον χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας δίμηνης συνήθως διάρκειας, που υπέγραψε ο ενάγων, ως ορισμένου χρόνου. O ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και όχι έκτακτες και περιστασιακές. Καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 16.922,42 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
1075/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Καραμπογιά, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Βασιλική Ξυνογάλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 04η.10.2016 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : ……………, κατοίκου ………., επί της οδού …………….., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….», που εδρεύει στα …………, επί της οδού ………. και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτής, ………., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Σκουτέρη.
Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 29.02.2016 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ………../2016 και αύξ. αριθμ. έκθ. κατάθ. δικογρ. ……/2016, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του σχετικού πινακίου και κατά τη συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι στις 27.08.2014 προσελήφθη από την εναγομένη εταιρία καθαρισμού οχημάτων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί σε αυτήν ως υπάλληλος, με αρμοδιότητες τον καθαρισμό των οχημάτων με οικολογικό σύστημα ψεκασμού, στο υποκατάστημα, που αυτή διατηρούσε εντός του εμπορικού κέντρου «………………». Ότι είχαν συμφωνήσει να παρέχει τις υπηρεσίες του επί πέντε ημέρες την εβδομάδα με πλήρες ωράριο έναντι ποσού ύψους 786 ευρώ το μήνα και επιμίσθιο-πριμ ανερχόμενο σε ποσοστό 16,5% επί των καθαρών κερδών του υποκαταστήματος. Ότι, ωστόσο, ενώ εξ αρχής η εναγομένη εταιρία τον απασχολούσε καθημερινά από 09.00 έως 21.00, τα Σάββατα από 09.00 έως 20.00 και τις Κυριακές, όταν το εμπορικό κέντρο παρέμενε ανοιχτό, η εναγόμενη τον είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ για εργασία μερικής απασχόλησης, καταβάλλοντάς του τις αντίστοιχες μειωμένες αποδοχές. Ότι οι μεταξύ τους εργασιακές σχέσεις είχαν κλονιστεί λόγω των συνεχών διαμαρτυριών του προς την εναγομένη να του καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές του, εξαιτίας των οποίων (διαμαρτυριών) η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Με δεδομένα αυτά τα πραγματικά περιστατικά, κατόπιν νόμιμου περιορισμού (άρθρα 295 παρ. 1 εδ. β’, 296 και 299 του ΚΠολΔ) του κονδυλίου της αγωγής, που αφορά στους μισθούς υπερημερίας, ζητά και επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασής του, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 6.684,48 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 8.403,94 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας, το ποσό των 9.657,12 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης, το ποσό των 4.811,82 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τα Σάββατα, από τότε που έκαστη απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του και να απειληθεί εις βάρος της χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της προς την ανωτέρω διάταξη, επικουρικά δε για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του έχει λυθεί, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 1.834 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, άλλως από την επίδοση της αγωγής και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του χορηγήσει, κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 του ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, να απειληθεί δε εις βάρος της χρηματική ποινή ύψους 5.900 ευρώ για την περίπτωση άρνησης συμμόρφωσής της προς τη συγκεκριμένη διάταξη. Τέλος, ζητά η απόφαση που θα εκδοθεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά και αρμόδια, καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 7, 9, 10, 16 αριθμ. 2, 22, 25 παρ. 2 και 621 του ΚΠολΔ), εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για να δικαστεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614, 621 και 622 του ΚΠολΔ), εντός της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 (βλ. την από 29.02.2016 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Λεράκη επί αντιγράφου της υπό κρίση αγωγής, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη), ως προς τις επικουρικά προβαλλόμενες αξιώσεις από την άκυρη καταγγελία της επίδικης σχέσης εργασίας, πλην του αιτήματος να υποχρεωθεί η εναγομένη να του χορηγήσει, κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 του ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, καθώς ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή άρνηση της εναγόμενης στη χορήγησή του. Ειδικότερα, αν ο εργοδότης αρνείται ή βραδύνει την έκδοσή του ή αν το περιεχόμενό του είναι ελλιπές, εσφαλμένο ή ανακριβές, ο εργαζόμενος έχει αγώγιμη αξίωση για τη χορήγησή του ή τη διόρθωσή του αντίστοιχα, η ικανοποίηση της οποίας μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά ασκώντας αναγνωριστική ή καταψηφιστική αγωγή για την έκδοση του πιστοποιητικού εργασίας με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, υπ’ άρθρ. 678, σελ. 545). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 656, 904 (για την επικουρική βάση) του ΑΚ, β.δ. 748/66, Ν. 3385/2005, Ν. 3863/2010, 70, 907, 908 και 176 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως η αγωγή, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το αντικείμενό της καταβλήθηκε το απαιτούμενο δικαστικό ένσημο με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα υπ’ αριθμ. ………….., ………… και …………. αγωγόσημα Σειράς Α’).
Από την προσήκουσα εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, πλην των υπ’ αριθμ. ……., ……… και ………./2016 ενόρκων βεβαιώσεων, που λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Σταυρούλας Μπατζάκη, για τη λήψη των οποίων, ωστόσο, δεν προκύπτει κλήτευση του ενάγοντος ούτε, άλλωστε, η εναγόμενη επικαλείται κάτι τέτοιο με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, και, επομένως, αυτές ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο δεν μπορούν να εκτιμηθούν από το Δικαστήριο ούτε ως «μη πληρούν τους όρους του νόμου» αποδεικτικό μέσο (άρθρα 421 επ. του ΚΠολΔ και Κ. Μακρίδου, Δικονομία Εργατικών Διαφορών, Εκδόσεις Σάκκουλα 2009, σελ. 185), αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγομένη εταιρία ιδρύθηκε το έτος 2013, με σκοπό, μεταξύ άλλων, τον καθαρισμό μεταφορικών μέσων με βιολογικά προϊόντα ή προϊόντα νανοτεχνολογίας (βλ. το από Αύγουστος 2013 προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως καταστατικό ίδρυσης της εναγομένης εταιρίας), ενώ με το από 26.06.2014 καταστατικό τροποποιήθηκε η έδρα της, η οποία μεταφέρθηκε από την περιοχή …………….. στο υποκατάστημά της, επί της οδού ………………. στο εμπορικό κέντρο «…………..» στο ……………… (βλ. προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως ως άνω καταστατικό). Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη εταιρία στις 27.08.2014 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στη νέα της έδρα με καθεστώς μερικής απασχόλησης ως υπάλληλος και, συγκεκριμένα, με αρμοδιότητες τον καθαρισμό οχημάτων με οικολογικό σύστημα ψεκασμού. Ειδικότερα, ο ενάγων εργάστηκε στην εναγόμενη με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δίμηνης διάρκειας, οι οποίες ανανεώνονταν διαδοχικά έως και τον χρόνο λύσης της τελευταίας σύμβασης εργασίας του (βλ. τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης και τους όρους αυτών). Επίσης, αποδείχτηκε ότι από τον χρόνο πρόσληψης του ενάγοντα έως και τη λύση της τελευταίας σύμβασης εργασίας του στις 30.11.2015 στην εναγόμενη εργάζονταν ο ίδιος και ο υπάλληλος ……………., ο οποίος είχε προσληφθεί σε αυτήν από 05.12.2013 απασχολούμενος, ομοίως, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης (βλ. προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως συμβάσεις εργασίας) έως και την άνοιξη του έτους 2015, οπότε η σύμβαση εργασίας του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι δύο ως άνω εργαζόμενοί της (ο ενάγων και ο …………….) εργάζονταν σε αυτήν με καθεστώς μερικής απασχόλησης (από 15.00 έως 19.00 ο πρώτος εξ αυτών και από 12.00 έως 16.00 ο δεύτερος εξ αυτών) και ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας, ……….. και ………….., εργάζονταν το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της ημέρας εκ περιτροπής (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα εναγομένης) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε ότι, όταν ο ίδιος και ο τωρινός εκκαθαριστής της εναγομένης παρέμειναν άνεργοι, ίδρυσαν την εναγομένη εταιρία, οπότε και στην αρχή απασχολούνταν αποκλειστικά οι ίδιοι σε αυτήν και ότι, όταν μετά από ενάμισι χρόνο ο ίδιος βρήκε άλλη εργασία, συνέχισε να απασχολείται πλέον μόνο απογευματινές ώρες (βλ. σελ. 9 των πρακτικών : «…Στην αρχή επειδή εγώ ήμουν άνεργος και ο έτερος κ. …………. δουλεύαμε μόνο οι δυο μας από τις 9 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ. Μετά από 1,5 χρόνο περίπου εγώ βρήκα μια εργασία σαν εισπράκτορας και από εκεί και πέρα μετά πήγαινα μόνο τα απογεύματα μετά τις 4 η ώρα το απόγευμα μέχρι το κλείσιμό της…»). Ωστόσο, αποδείχτηκε ότι η εταιρία ιδρύθηκε τον Αύγουστο του έτους 2013 (βλ. το καταστατικό ίδρυσης της εταιρίας, το οποίο κατατέθηκε στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο στις 28.08.2013) και ότι το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, στις 05.12.2013, προσελήφθη ο …………….. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης (από 11.00 έως 15.00) {βλ. την από 05.12.2013 προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως ατομική σύμβαση εργασίας του}, η οποία ανανεωνόταν διαδοχικά έως και τα τέλη περίπου του έτους 2015. Ομοίως, ενώ στην αρχή κατέθεσε ότι από τη στιγμή που βρήκε εργασία ως εισπράκτορας απασχολείτο στην εναγομένη από το απόγευμα έως το κλείσιμο της επιχείρησης, εν τούτοις, μεταγενέστερα καταθέτει ότι τις καθημερινές απασχολούσαν επιπλέον κάποιους εργάτες, γιατί ο ίδιος με τον εξάδελφό του απασχολούνταν στην επιχείρηση σαββατοκύριακα {βλ. σελ. 9 και 10 των πρακτικών : «….Μετά από 1,5 χρόνο περίπου εγώ βρήκα μια εργασία σαν εισπράκτορας και από εκεί και πέρα μετά πήγαινα μόνο τα απογεύματα μετά τις 4 η ώρα το απόγευμα μέχρι το κλείσιμό της…» και «…Ναι και Παρασκευή και Σάββατο κάποιους πήραμε (εννοεί εργάτες), συνήθως όμως καθημερινή γιατί Παρασκευή και Σάββατο κάλυπτα εγώ μαζί με τον ……………. …»}. Άλλωστε, ο ίδιος δεν διευκρινίζει περαιτέρω το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του στο νέο εργοδότη, ούτε την ακριβή φύση της εργασίας του αλλά και το ακριβές χρονικό διάστημα, που ανέλαβε υπηρεσία. Εκ των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι στην εναγομένη εταιρία εργάζονταν καθημερινά με πλήρες ωράριο δύο μόνιμοι υπάλληλοι, ο ενάγων και ο εργάτης ………………, ενώ τα Σάββατα και όσες Κυριακές το υποκατάστημα της εναγομένης παρέμενε ανοιχτό, απασχολούνταν άλλοι εργάτες, τους οποίους η εναγόμενη απασχολούσε προσωρινά μόνο όταν οι ανάγκες της ήταν αυξημένες (βλ. ένορκη κατάθεση μαρτύρων). Περαιτέρω, η φύση και οι ανάγκες της εργασίας, που εκτελούσε ο ενάγων στην εναγομένη δεν δικαιολογούν τον χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας του ως ορισμένου χρόνου δίμηνης συνήθως διάρκειας, συνεχώς ανανεούμενων για χρονικό διάστημα άνω του έτους, κατ’ άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και όχι έκτακτες και περιστασιακές, ώστε να δικαιολογείται και ο προαναφερόμενος χαρακτήρας των συμβάσεών του. Η εναγομένη, ενόψει του ότι αποδείχτηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν σε αυτήν καθημερινά με πλήρες ωράριο του οφείλει συνολικό ποσό ύψους 8.403,94 ευρώ (= 62,88 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Αυγούστου 2014 + 580,20 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Σεπτεμβρίου 2014 + 484,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Οκτωβρίου 2014 + 484,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Νοεμβρίου 2014 + 467,86 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Δεκεμβρίου 2014 + 235,87 ευρώ ως υπόλοιπο επιδόματος Χριστουγέννων 2014 + 250,70 ευρώ για επίδομα αδείας 2014 + 484,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Ιανουαρίου 2015 + 484,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Φεβρουαρίου 2015 + 484,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Μαρτίου 2015 + 479,58 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Απριλίου 2015 + 251,56 ως υπόλοιπο επιδόματος Πάσχα 2015 + 507,04 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Μαΐου 2015 + 440,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Ιουνίου 2015 + 440,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Ιουλίου 2015 + 440,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Αυγούστου 2015 + 440,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Σεπτεμβρίου 2015 + 440,16 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Οκτωβρίου 2015 + 434,79 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένων μηνός Νοεμβρίου 2015 + 434,79 ευρώ για υπόλοιπο επιδόματος Χριστουγέννων 2015 + 98,93 ευρώ ως υπόλοιπο επιδόματος αδείας 2015). Επίσης, η εναγομένη λόγω του αορίστου χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας του ενάγοντας όφειλε για αν είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του να του καταβάλλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ενόψει του ότι αυτή δεν του την κατέβαλε, η γενόμενη απόλυση του ενάγοντος θεωρείται άκυρη και αυτός έχει καταστεί υπερήμερος ως προς τη μη αποδοχή της εργασίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349-350 του ΑΚ (βλ. Κ. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εκδόσεις Σάκκουλα 2016, σελ. 196 επ.). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349 και 350 του ΑΚ, ο δανειστής γίνεται υπερήμερος αν δεν αποδέχεται την παροχή που του προσφέρεται πραγματικώς και προσηκόντως, όπως και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική, αν δήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή, κατά δε εκείνη του άρθρου 656 του ίδιου Κώδικα, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό κάθε τι που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι : 1) αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του μισθωτού ακύρως καθίσταται εκ μόνου του λόγου αυτού υπερήμερος και οφείλει να καταβάλει τον προσήκοντα μισθό στο μισθωτό, ο οποίος και δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται αυτονοήτως και η δήλωση βουλήσεώς του, περί μη αποδοχής, στο μέλλον, των υπηρεσιών του απολυόμενου μισθωτού και 2) αν κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, ο μισθωτός παρέχει τις υπηρεσίες του σε άλλο εργοδότη, δεν αίρεται η υπερημερία του πρώτου εργοδότη, αλλά μόνο δικαιούται ο τελευταίος να εκπέσει από τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας, τα ποσά που ωφελήθηκε ο μισθωτός παρέχοντας την εργασία του στον άλλο εργοδότη. Προκειμένου δε η αλλαχού παροχή εργασίας, κατά την διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, να έχει την έννοια αποδοχής της καταγγελίας από το μισθωτό, πρέπει τούτο να προκύπτει σαφώς (ΕφΑΘ 605/2008 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και Κ. Λαναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εκδόσεις Σάκκουλα 2016, σελ. 202). Επομένως, για τις παραπάνω αιτίες η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.834 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και συνολικό ποσό ύψους 6.684,48 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας {= 19.650 ευρώ (= 25 μήνες X 786 ευρώ) + 106,76 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2015 + 409,37 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2016 + 818,75 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2016 + 393 για επίδομα αδείας 2016 + 409,37 για επίδομα Πάσχα 2017 + 393 για επίδομα αδείας 2017 + 818,75 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2017), από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί ποσό ύψους 13.728,14 ευρώ, που αντιστοιχεί στις αιτηθείσες με την υπό κρίση αγωγή αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την 01.10.2016 (11.790 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνών Οκτωβρίου 2016 έως και Δεκεμβρίου 2017 + 317,02 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2016 + 409,37 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2017 + 393 ευρώ για επίδομα αδείας 2017 + 818,75 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2017) και ποσό ύψους 2.586,38 ευρώ, το οποίο έλαβε από την εργασία του σε άλλον εργοδότη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της εναγομένης (= 608,72 ευρώ, που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2016 + 604,78 ευρώ, που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2016 + 92,66 ευρώ, που αντιστοιχεί σε επίδομα Πάσχα 2016 + 604,78 ευρώ, που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2016 + 181,90 ευρώ, που αντιστοιχούν σε επίδομα αδείας 2016 + 247,38 ευρώ, που έλαβε για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2016 + 129,58 ευρώ, που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2016 + 116,58 ευρώ, που αντιστοιχούν σε επίδομα Χριστουγέννων 2016). Τα υπόλοιπα δε αιτούμενα κονδύλια πρέπει να απορριφθούν, όπως προεκτέθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30.11.2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν το συνολικό ποσό των 16.922,42 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά το αίτημα του ενάγοντος να αποδέχεται η εναγομένη τις υπηρεσίες του πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 του ΑΚ προκύπτει, ότι ο εργοδότης διαθέτοντας, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ’ αρχήν, εκτός αντίθετης συμφωνίας, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προαναφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει, κατά τις εν λόγω διατάξεις, άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν, όμως, νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη, όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 του ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του, κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 του ΑΚ, οπότε παρέχεται σ’ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά τα οποία πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με τη συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων (ΟλΑΠ 9/2011 και ΑΠ 63/2015 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχτηκε ότι η εναγομένη εταιρία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων είχε συμφωνηθεί η λύση της και η λήξη της μίσθωσης του ακινήτου, στο οποίο είχε έδρα η εταιρία από 10.01.2016 (βλ. την από 28.12.2015 τροποποίηση μισθωτηρίου συμφωνητικού, την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη σε συνδυασμό με τα από 18.01.2016 πρακτικά λύσης και εκκαθάρισης της εναγομένης). Πράγματι, η εταιρία έχει ήδη λυθεί και τεθεί σε εκκαθάριση, ενώ, επίσης, η ίδια είχε ενημερώσει τον ενάγοντα, πριν την καταγγελία της σύμβασής του, ότι δεν μπορεί να ανανεώσει πλέον τη σύμβασή του. Επομένως, τυχόν άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί την εργασία του ενάγοντος δεν καθίσταται παράνομη ούτε υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 του ΑΚ. Τέλος, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, κατ’ άρθρο 910 του ΚΠολΔ, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει ζημία στον ενάγοντα. Τέλος, η εναγομένη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα, σύμφωνα με το παρεπόμενο αίτημά του, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 30.11.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα : 1) Το ποσό των οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων τριών ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (8.403,94 ευρώ) ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, 2) Το ποσό των χιλίων οκτακοσίων τριάντα τεσσάρων (1.834) ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την 01η.12.2015 και 3) Το ποσό των έξι χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (6.684,48 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα, κατά την ανωτέρω διάταξή της, προσωρινά εκτελεστή.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντα, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 07η Ιουλίου 2017, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
