επίσχεση εργασίαςοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Εφετείο Αθηνών 6549/2014

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Αντέφεση. Απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι με αυτήν πλήττεται το κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης που αφορά την αξίωση για δεδουλευμένους μισθούς των εναγόντων, ως προς την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και το οποίο (κεφάλαιο) δεν μεταβιβάστηκε με την έφεση στο εφετείο ούτε συνέχεται αναγκαίως με το εκκληθέν κεφάλαιο της απόφασης, που αφορά την απορριφθείσα πρωτοδίκως αξίωση των εναγόντων για μισθούς υπερημερίας εξαιτίας της ασκηθείσας από αυτούς επίσχεσης εργασίας. Σύννομη η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας. Επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Η εναγόμενη δεν είχε ενημερώσει τους ενάγοντες για τα οικονομικά της δεδομένα και τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπιζε. Λειτουργούσε κανονικά, απασχολώντας προσωπικό και προβαίνοντας σε καταβολές προς τράπεζες και προμηθευτές. Η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση εργασίας, ήταν υπαίτια, διότι η εναγομένη, αν και μπορούσε, ουδέν έπραξε προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη πληρωμή των εργαζομένων της – εναγόντων. Ειδικότερα, η εναγομένη αφενός μεν διέθετε ακίνητη περιουσία, από τη ρευστοποίηση μικρού μέρους της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των εναγόντων, αφετέρου δε διατηρούσε απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησής της από απολήψεις υπέρογκων χρηματικών ποσών στις οποίες είχαν προβεί αυτά, από την είσπραξη των οποίων θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα προβλήματα ρευστότητας και οπωσδήποτε θα μπορούσε ευχερώς και εγκαίρως να καταβάλει στους ενάγοντες τα οφειλόμενα ποσά. Δέχεται την έφεση των εργαζόμενων. Εξαφανίζει εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 67.704,53 Ευρώ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

6549/2014

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 4°

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Σταμάτα Πετσάλη, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κοπτερίδου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………., κατοίκου ……………, 2)      …………….., κατοίκου ……………….., 3) ……………….., κατοίκου ………………………, 4) ………………….., κατοίκου ……………………, τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Βλαχόπουλος.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………….», δ.τ. «…………….», που εδρεύει στη ………………………., νομίμως εκπροσωπούμενης, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η πληρεξούσια δικηγόρος της Γερασιμούλα Σιμωνετάτου.

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με την από 19/12/2012 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό …………/6025/2012 ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. …./2013 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε όσα έταξε σ ’αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες με την από 28 Μαΐου 2013 έφεσή τους, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……./2013.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε, με την από 6-5-2014 αντέφεση που άσκησε η εφεσίβλητη με τις προτάσεις της.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28/5/2013 έφεση (αρ. έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ……/ 29/5/2013) κατά της υπ’ αριθμ. 840/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 19/12/2012 αγωγής των εκκαλούντων κατά της εφεσίβλητης, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει) και έχει ασκηθεί από τους εν μέρει ηττηθέντες ενάγοντες νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τρετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι από        τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση αυτής. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 495, 500, 511, 513 § 1, 513 § 1β, 516§ 1, 517, 518§ 2 και 520 § 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533§ 1 ΚΠολΔ).

Η εφεσίβλητη, με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, άσκησε αντέφεση, η οποία πρέπει να συνεκδικασθεί με την έφεση (άρθρο, 674 § 1, 246, 524 § 1, και 591 § 1 του ΚΠολΔ), πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι με αυτήν πλήττεται το κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης που αφορά την αξίωση για δεδουλευμένους μισθούς των εναγόντων προς την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και το οποίο (κεφάλαιο) δεν μεταβιβάστηκε με την έφεση στο παρόν , Δικαστήριο ούτε συνέχεται αναγκαίως με το εκκληθέν κεφάλαιο της απόφασης, που αφορά την απορριφθείσα πρωτοδίκως αξίωση των εναγόντων για μισθούς υπερημερίας εξαιτίας της ασκηθείσας από αυτούς επίσχεσης εργασίας (άρθρο 523 § 1 ΚΠολΔ).

Στην από 19/12/2012 (αρ. έκθ. κατάθεσης ………/………../20-12-2012) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες εξέθεταν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τις οποίες κατήρτισαν με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία κατά τον αναφερόμενο ειδικότερα για το καθένα χρόνο, προσέφεραν σ’ αυτήν τις υπηρεσίες τους, με ειδικότητες του βοηθού ηλεκτροτεχνίτη ο πρώτος, του εργάτη ο δεύτερος και ο τρίτος και του μηχανικού μηχανών εσωτερικής καύσης ο τέταρτος, έως τις 10/12/2012, οπότε άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους λόγω της οφειλής από την εναγομένη των ληξιπρόθεσμων δεδουλευμένων αποδοχών τους μηνών Δεκεμβρίου 2011 και Μαρτίου έως και Οκτωβρίου 2012. Με βάση αυτό το ιστορικό και κατόπιν νόμιμου περιορισμού του αγωγικού αιτήματος που έγινε κατά τη συζήτηση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την παραίτησή τους από το κονδύλιο του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2012, ζήτησαν: α) Να αναγνωρισθεί ότι άσκησαν νομίμως κατά της εναγομένης, στις 10/12/2012, το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, β) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει, για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από Δεκέμβριο του 2011 έως και Δεκέμβριο του 2012, το ποσόν των 6351,40 ευρώ στον πρώτο, το ποσόν των 7.675,40 ευρώ στο δεύτερο, το ποσόν των 7.201,51 ευρώ στον τρίτο και το ποσόν των 10.218,02 ευρώ στον τέταρτο και γ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος της επίσχεσης, ήτοι από 10/12/2012 έως 31/1/2014, μετ’ επιδομάτων εορτών και αδείας, το ποσόν των 13.021,92 ευρώ στον πρώτο, το ποσόν των 18.071,16 ευρώ στο δεύτερο, το ποσόν των 15.606,91 ευρώ στον τρίτο και το ποσόν των 20.822,49 ευρώ στον τέταρτο, νομιμοτόκως για κάθε επιμέρους κονδύλιο από τη δήλη ημέρα καταβολής του και επικουρικά, από την επίδοση της αγωγής.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη, υπ’ αριθμ. 840/2013 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς τις αξιώσεις των εναγόντων για τις δεδουλευμένες αποδοχές τους και απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν ως προς τις αξιώσεις τους για αποδοχές υπερημερίας, δεχόμενο την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, την οποία προέβαλε η εναγομένη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες – εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά τις απορριφθείσες αξιώσεις τους για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος της επίσχεσης εργασίας και ζητούν την εξαφάνιση της, με σκοπό να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η κατά της αντιδίκου τους αγωγή τους. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα της επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και η άσκησή του είναι καταχρηστική όταν υπερβαίνει προφανώς τα ακραία αξιολογικά όρια που τάσσει η ως άνω διάταξη. Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες καταστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα η όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του τελευταίου (ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009, δημ. ΝΟΜΟΣ). Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος που εξετάσθηκε κατά πρόταση των εναγόντων στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, με νόμιμη επίκληση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία, συσταθείσα το έτος 1997, έχει έδρα την ……………, επί της οδού ……………. και αντικείμενο τη βιομηχανική παραγωγή και εμπορία ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, κυρίως ηλεκτρικών πινάκων διανομής μέσης και χαμηλής τάσης και ηλεκτρονικών αυτοματισμών που αφορούν τα ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη. Οι ενάγοντες προσελήφθησαν από την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα, ο πρώτος στις 12/3/2007 ως βοηθός ηλεκτροτεχνίτη, ο δεύτερος στις 11/10/2005 ως εργάτης, ο τρίτος την 1/5/2007 ως εργάτης και ο τέταρτος στις 8/12/2009 ως μηχανικός μηχανών εσωτερικής καύσης, για να της προσφέρουν τις υπηρεσίες τους επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο. Με τις ως άνω ειδικότητες εργάστηκαν έκτοτε, αμειβόμενοι κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα (από 1/12/2011 και εντεύθεν), ο πρώτος με μηνιαίο μισθό ύψους 825,00 ευρώ, ο δεύτερος με ημερομίσθιο ύψους 44,00 ευρώ, ο τρίτος με ημερομίσθιο ύψους 38,00 ευρώ και ο τέταρτος με ημερομίσθιο ύψους 65,95 ευρώ και από 1/9/2012 με μηνιαίο μισθό ύψους 1,319,20 ευρώ. Την 1/9/2012 επεβλήθη από την εναγομένη τους τρεις πρώτους ενάγοντες σύστημα εκ περιτροπής εργασίας τριών ημερών ανά εβδομάδα για χρονικό διάστημα τριών μηνών, ήτοι έως τις 31/12/2012. Από τον Δεκέμβριο του 2011 η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, οι οποίοι στις 27/11/2012 διατηρούσαν κατ’ αυτής ληξιπρόθεσμες αξιώσεις για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, των μηνών Δεκεμβρίου 2011 και Μαρτίου 2012 έως και Οκτωβρίου 2012. Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων είχε αξιώσεις συνολικού ύψους 5625,40 ευρώ, ο δεύτερος ενάγων είχε αξιώσεις συνολικού ύψους 6730,70 ευρώ, ο τρίτος ενάγων είχε αξιώσεις συνολικού ύψους 6365,51 ευρώ και ο τέταρτος ενάγων είχε αξιώσεις συνολικού ύψους 8687,74 ευρώ. Με την από 27/11/2012 εξώδικη δήλωσή τους που κοινοποίησαν στην εναγομένη στις 28/11/2012, την κάλεσαν να τους καταβάλει τα ως άνω οφειλόμενα ποσά, τάσσοντάς της προθεσμία δέκα (10) ημερών και δηλώνοντάς της ότι σε περίπτωση παρέλευσης απράκτου αυτής θα ασκήσουν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους. Ακολούθως και επειδή η εναγομένη δεν κατέβαλε στους ενάγοντες τα οφειλόμενα, ούτε απάντησε στην ως άνω εξώδικη δήλωσή τους, άσκησαν αυτοί το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, μέχρις ότου εξοφληθούν οι προαναφερόμενες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις τους για τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, κοινοποιώντας σχετικά στην εναγομένη στις 10/12/2012 την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία τους και απέχοντας από την ως άνω ημερομηνία από την εργασία τους.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα εξής: Η εναγομένη διαθέτει ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από: α) Μία διώροφη οικία μεθ’υπογείου επί της λεωφόρου ………….., β) Ένα βιομηχανικό κτίριο συγκείμενο από ισόγειο, πρώτο και δεύτερο ορόφους, συνολικής επιφανείας 1871,61 τετραγωνικών μέτρων, ευρισκόμενο στη θέση «……» ………….., γ) ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 308,62 τετραγωνικών μέτρων επί της οδού …………. στη ……………, δ) Δύο αγροτεμάχια επιφανείας 292,40 τετραγωνικών μέτρων έκαστο, ευρισκομεν του ενός επί της οδού …………….. και του άλλου επί της οδού …………… στη ………….., ε) Ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 290 τετραγωνικών μέτρων επί της οδού ………….. στη ……………. και στ) Ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 564,80 τετραγωνικών μέτρων επί της οδού …………… στη ………. (βλ. την από 27/12/2003 δήλωσή της περί παύσης πληρωμών της). Σύμφωνα με τον ισολογισμό της έτους 2011, κατά το έτος αυτό είχε κύκλο εργασιών (πωλήσεις) ύψους 11.544.679,70 ευρώ και διαθέσιμα (ταμείο και καταθέσεις) ύψους 301.817,84 ευρώ. Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις επί του ισολογισμού αυτού του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ………………, αξία κτήσεως των μηχανημάτων της εναγομένης προσαυξήθηκε με υπόλοιπο λογαριασμού απαιτήσεων, ποσού 2.610.850,10 ευρώ, με συνέπεια το κονδύλιο του ισολογισμού «μηχανήματα» να εμφανίζεται ισόποσα αυξημένο και το κονδύλιο των απαιτήσεων της εταιρίας να εμφανίζεται ισόποσα μειωμένο, οι ως άνω δε απαιτήσεις, ύψους 2.610.850,10 ευρώ, αφορούν απολήψεις μελών της διοίκησης και εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23 α του Ν. 2190/1920. Κατά την προσκομιζόμενη από την εναγομένη από 29/4/2014 έκθεση ευρημάτων του Ελεγκτή …………….., διενεργήθηκαν στον ισολογισμό οι κατάλληλες λογιστικές εγγραφές, με τις οποίες μειώθηκε κατά το ποσόν των 2.610.850,10 ευρώ ο λογαριασμός «μηχανήματα» και προσαυξήθηκε ισόποσα ο λογαριασμός απαιτήσεων της εταιρίας από τα Όργανα της Διοίκησης. Εκ του ως άνω ποσού ένα μέρος και ειδικότερα, 1.404.641,84 ευρώ συμψηφίστηκε, κατά την ως άνω έκθεση με υποχρεώσεις της εταιρίας προς τα Όργανα της Διοίκησης από προηγούμενες χρήσεις, το δε υπόλοιπο, ύψους 1.206.208,26 ευρώ επιβάρυνε τα αποτελέσματα χρήσης. Από το τέλος του 2011 η εναγομένη άρχισε να εμφανίζει προβλήματα ρευστότητας, με αποτέλεσμα τον Ιούλιο του 2012 να εκδοθεί εναντίον της διαταγή πληρωμής ποσού 174.157,40 ευρώ από τη ………………, που είχε αναλάβει τον εφοδιασμό με καύσιμα των υβριδικών σταθμών που διατηρεί η εναγομένη στη Βόρεια Ελλάδα. Τα οικονομικά της προβλήματα εντάθηκαν στη συνέχεια και από το Δεκέμβριο του 2012 και μετά εκδόθηκαν εναντίον της (εναγομένης) και άλλες διαταγές πληρωμής, ενώ επιβλήθηκαν σε βάρος της και κατασχέσεις διαφόρων ποσών στα χέρια τρίτων οφειλετών της. Τα οικονομικά της δεδομένα και τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπισε η εναγομένη κατά το έτος 2012, κατά το οποίο αυτή συνέχισε να λειτουργεί κανονικά, απασχολώντας το άνω των 30 ατόμων προσωπικό της και προβαίνοντας σε καταβολές προς τράπεζες και προμηθευτές της (βλ. για το τελευταίο την κατάθεση του μάρτυρος που εξετάστηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δεν ήταν γνωστά στους ενάγοντες, αφού αυτοί ούτε σε θέσεις σχετιζόμενες με τα οικονομικά της επιχείρησης εργάζονταν ούτε ενημέρωση έλαβαν σχετικά από την εναγομένη, ακόμη και μετά την αποστολή προς αυτήν της από 27/11/2012 εξωδίκου δηλώσεώς τους, στην οποία η τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, δεν απάντησε. Εξάλλου, η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση εργασίας, ήταν υπαίτια διότι η εναγομένη αν και μπορούσε ουδέν έπραξε προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη πληρωμή των εργαζομένων της – εναγόντων. Ειδικότερα, η εναγομένη αφενός μεν διέθετε ακίνητη περιουσία, από τη ρευστοποίηση μικρού μέρους της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των εναγόντων, αφετέρου δε διατηρούσε απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησής της από απολήψεις χρηματικών ποσών στις οποίες είχαν προβεί αυτά, ύψους, τουλάχιστον, 1.206.208,26 ευρώ (σύμφωνα με την έκθεση που η ίδια προσκόμισε), από την την είσπραξη των οποίων θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα προβλήματα ρευστότητας και οπωσδήποτε θα μπορούσε ευχερώς και εγκαίρως να καταβάλει στους ενάγοντες τα οφειλόμενα ποσά. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι κατά τη συζήτηση της διαφοράς των διαδίκων στις 18/1/2013 στην επιθεώρηση εργασίας, η εναγομένη, αν και αναγνώρισε δια του παραστάντος κατά τη συζήτηση αυτή εκπροσώπου της τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τους ενάγοντες, εν τούτοις δεν υπέβαλε καμία πρόταση για την εξόφληση τους, γεγονός που επισημάνθηκε από την Επόπτρια Εργασίας και συνεστήθη στον παρασταθέντα εκπρόσωπο της εναγόμενης η άμεση υποβολή συγκεκριμένου πλάνου διακανονισμού και εξόφλησης των οφειλών. Μετά ταύτα, με την από 31/1/2013 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων την 1/2/2013, η εναγομένη πρότεινε στους ενάγοντες, προκειμένου να διακόψουν την επίσχεση εργασίας τους να αποδεχτούν την τμηματική καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους σε εννέα (9) μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 28/2/2013. Την πρόταση αυτή απέρριψαν οι ενάγοντες με την από 4/2/2012 εξώδικη δήλωση που απηύθυναν προς την εναγομένη, θεωρώντας την – και ευλόγως – ως προσχηματική, καθόσον δεν τους προσεφέρθη άμεσα κανένα ποσόν έναντι των οφειλομένων, η αποπληρωμή των οποίων μετατίθετο σε βάθος εννεαμήνου και ουδεμία ασφάλεια τους παρεσχέθη. Όμως, οι ενάγοντες, με το ίδιο έγγραφό τους, αντιπρότειναν στην εναγομένη, προκειμένου να διακόψουν την επίσχεση της εργασίας τους, να τους καταβάλει άμεσα μόνο το ήμισυ των ληξιπρόθεσμων αποδοχών τους και το υπόλοιπο δέχονταν να τους καταβληθεί ατόκως σε πέντε (5) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, της πρώτης πληρωτέας στις 28/2/2013, με την αποδοχή εκ μέρους της εναγομένης ισαρίθμων και ισόποσων με τις δόσεις αυτές συναλλαγματικών ή με την παροχή άλλης ασφάλειας. Στην αντιπρόταση αυτή των εναγόντων η εναγομένη ουδέν απήντησε.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα και λαμβανομένων επιπλέον υπόψη της αξιόλογης χρονικής καθυστέρησης και του σημαντικού ύψους του οφειλομένου σε κάθε ενάγοντα ποσού, η επίσχεση εργασίας στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες στις 10/12/2012 ήταν σύννομη, δικαιολογημένη και αναγκαία για την εξασφάλιση της πληρωμής των δεδουλευμένων και ληξιπρόθεσμων αποδοχών τους, οι οποίες αποτελούν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού των ιδίων και των οικογενειών τους και η άσκησή της ουδόλως υπερέβη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος.

Δικαιούνται, επομένως αυτοί τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την άσκηση της επίσχεσης (10/12/2012) έως την 31/1/2014, που διαρκούσε η υπερημερία της εναγομένης, οι οποίοι ανέρχονται στα ακόλουθα, για κάθε ενάγοντα, ποσά: 1) Για τον πρώτο ενάγοντα, …………….., σε 13.056,57 ευρώ [ήτοι,14 ημερομίσθια X 33,00 ευρώ= 462,00 ευρώ για το Δεκέμβριο του 2012+ 10.725,00 ευρώ από 1/1/2013 έως 31/1/2014 (825,00 ευρώ Χ13 μήνες) + 34,65 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012 (2,30 ημερομίσθια δώρου X 33,00 ευρώ= 75,90 +3,16 η αναλογία επιδόματος αδείας = 79,06 ευρώ, ζητεί, όμως μόνον 34,65 ευρώ) + 429,68 ευρώ για δώρο Πάσχα 2013 (825,00: 2 = 412,50+17,18 η αναλογία 0,04166 του επιδόματος αδείας)+ 412,50 ευρώ το επίδομα αδείας 2013 (825,00: 2) + 859,37 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2013 (825,00 + 34,37 η αναλογία επιδόματος αδείας)+ 133,37 ευρώ για; αναλογία δώρου Πάσχα 2014 (3,88 ημερομίσθια δώρου X 33= 128,04+ 5,33 € η αναλογία επιδόματος αδείας = 133,37)=13.056,57],

2) για τον δεύτερο ενάγοντα, ……………… σε 18.119,28 ευρώ [ ήτοι, 14 ημερομίσθιαΧ 44,00 ευρώ = 616,00 ευρώ για τον Δεκέμβριο του 2012+ 14.872,00 ευρώ από 1/1/2013 έως 31-1-2014 (44,00Χ 26= 1.144 ευρώ X 13 μήνες) + 48,12 Ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012 (2,30 ημερομίσθια δώρου X 44,00 ευρώ= 101,204+ 4,22 η αναλογία του επιδόματος αδείας = 105,42 ευρώ, ζητεί, όμως, μόνον 48,12 ευρώ) + 687,50 ευρώ για δώρο Πάσχα 2013 (44X15= 660,00 ευρώ +27,50 ευρώ η αναλογία επιδόματος αδείας= 687,50) + 572,00 ευρώ για επίδομα αδείας 2013 (44,00 X 13 = 572,00)+1185,43 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2013 (25 ημερομίσθια X 44 ευρώ = 1100,00 + 45,83 ευρώ η αναλογία επιδόματος αδείας = 1145,83 ευρώ)+ 177,83 ευρώ για αναλογία δώρου Πάσχα 2014 (44,00 X 3,88 ημερομίσθια δώρου= 170,72+ 7,11 ευρώ η αναλογία επιδόματος αδείας = 177,83 ) = 18.158,88 ευρώ, ζητεί όμως, μόνον 18.119,28 ευρώ]

3) Για τον τρίτο ενάγοντα ……………, σε 15.648,47 ευρώ [ ήτοι, 38,00 χ 14 ημερομίσθια= 532,00 ευρώ για τον Δεκέμβριο του 2012 + 12.844,00 ευρώ από 1/1/2013 έως 31/1/2014 (38,00χ 26 = 988,00 ευρώ X 13 μήνες = 12.844 ευρώ) + 41,56 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012 (38,00 ευρώ X 2,30 ημερομίσθια δώρου = 87,40 ευρώ+ 3,64 ευρώ η αναλογία επιδόματος αδείας = 91,04 ευρώ, ζητεί, όμως, μόνον ποσόν 41,56 ευρώ)+ 593,75 ευρώ για δώρο Πάσχα 2013 (15 χ 38,00 = 570+ 23,75 ευρώ η αναλογία επιδόματος   αδείας = 593,75 ευρώ)+ 494,00 ευρώ για επίδομα αδείας 2013 (38Χ 13 = 494,00 ευρώ)+ 989,58 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2013 (38,00 X 25 =950,00 ευρώ+ 39,58 ευρώ η αναλογία επιδόματος αδείας = 989,58 ευρώ)+ 153,58 ευρώ για αναλογία δώρου Πάσχα 2014 (38,00 ευρώ X 3,88 ημερομίσθια δώρου= 147,44 ευρώ+ 6,14 ευρώ η αναλογία επιδόματος αδείας = 153,58 ευρώ = 15.648,47 ευρώ] και

 4) Για τον τέταρτο ενάγοντα …………. σε 20.880,21 ευρώ [ ήτοι, 738,78 ευρώ για το Δεκέμβριο του 2012 (1.319,20 : 25 X 14) +17.149,60 ευρώ από 1/1/2013 έως 31/1/2014 (1319,20 X 13 μήνες)+ 57,72 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012 (1319,20 :25 = 52,77 ευρώ το ημερομίσθιοΧ 2,30 ημερομίσθια δώρου = 121,37 ευρώ+5,06 ευρώ η αναλογία του επιδόματος αδείας = 126,43 ευρώ, ζητεί, όμως, μόνον 57,72 ευρώ + 687,08 ευρώ για δώρο Πάσχα 2013 (1319,20: 2 = 659,60 ευρώ + 27,48 ευρώ η αναλογία επιδόματος άδειας = 687,08 ευρώ) + 659,60 ευρώ για επίδομα αδείας 2013 ( 1319,20 : 2)+ 1374,16 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2013 (1319,20 ευρώ + 54,96 ευρώ η αναλογία του επιδόματος άδειας = 1374,16 ευρώ + 213,28 ευρώ για αναλογία δώρου Πάσχα 2014 (1319,20 : 25 = 52,77 ευρώ το ημερομίσθιο X 3,88 ημερομίσθια δώρου = 204,75 ευρώ + 8,53 € η αναλογία του επιδόματος αδείας = 213,28 ευρώ = 20.880,21 ευρώ].

Έσφαλε, συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων που απέρριψε την αγωγή ως προς τους μισθούς υπερημερίας των εναγόντων, δεχόμενο ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας αυτών, την οποία προέβαλε η εναγομένη, επικαλούμενη έλλειψη υπαιτιότητάς της για την καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των εναγόντων, ύπαρξη ιδιαιτέρως δυσχερούς οικονομικής κατάστασής της, που ήταν γνωστή στους ενάγοντες, καθώς και την άρνηση των τελευταίων να αποδεχθούν τη μελλοντική, σταδιακή εξόφληση των οφειλόμενων αποδοχών τους και η κρινόμενη έφεση είναι ουσιαστικά βάσιμη.

Πρέπει, λοιπόν να γίνει δεκτή η έφεση κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την από 19/12/2012 αγωγή και να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η εξαφάνιση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535§ 1 ΚΠολΔ). Ακολούθως, πρέπει η αγωγή, η οποία ως προς τους αιτούμενους για τον μετά την συζήτησή της χρόνο μισθούς υπερημερίας ασκήθηκε παραδεκτά κατ’ άρθρο 69§ 1 α’ του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 752/2007, ΑΠ 597/2006, δημ. ΝΟΜΟΣ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 325, 648, 653, 655, 656 341, 345 του ΑΚ, και της ΥΑ19040/81,3 § 16 Ν. 4504/66 και 70 του ΚΠολΔ, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, απορριπτόμενης ως αβάσιμης ουσιαστικά της από το άρθρο 281 του ΑΚ ένστασης της εναγομένης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η τελευταία δεν προέβαλε και μάλιστα κατά τρόπο ορισμένο, ένσταση εξόφλησης των μισθών υπερημερίας κατά το μέρος αυτών που αντιστοιχεί στις βαρύνουσες τους ενάγοντες ασφαλιστικές εισφορές, καθόσον δεν επικαλείται την εκ μέρους της απόδοση προς τους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς συγκεκριμένων ποσών εισφορών ανά ενάγοντα και χρονικό διάστημα.

Τέλος, συνεξαφανιζομένης της περί δικαστικής δαπάνης διάταξης της εκκαλούμενης απόφασης, προς το σκοπό του ενιαίου καθορισμού αυτής, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά το σχετικό αίτημά τους, σε βάρος της εναγομένης (άρθρο 176, 183 και 191 § 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, την έφεση και την ασκηθείσα με τις προτάσεις της εφεσίβλητης αντέφεση.

Απορρίπτει την αντέφεση.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει εν μέρει την εκκαλούμενη, υπ’ αριθμ. 840/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ( διαδικασίας εργατικών διαφορών) και συγκεκριμένα κατά το μέρος που απέρριψε την από 19/12/2012 αγωγή.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 19/12/2012 αγωγής κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η εξαφάνιση.

Δέχεται αυτή κατά το ως άνω μέρος.

Αναγνωρίζει ότι οι ενάγοντες άσκησαν στις 10/12/2012 νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά:1) Στον πρώτο το ποσόν των δεκατριών χιλιάδων πενήντα έξι ευρώ και πενήντα επτά λεπτών ( 13.056,57), 2)Στο δεύτερο το ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων εκατόν δέκα εννέα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (18.119,28), 3 ) Στον τρίτο το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων εξακοσίων σαράντα οκτώ και σαράντα επτά λεπτών( 15.648,47) και 4) Στον τέταρτο το ποσόν των είκοσι χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα ευρώ και είκοσι ενός λεπτών (20.880,21), νομιμοτόκως, τους μηνιαίους μισθούς από το τέλος του μηνός κατά τον οποίο έγινε απαιτητός ο καθένας , τα δώρα Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας από το τέλος του αντιστοίχου έτους και τα δώρα Πάσχα από την 30η Απριλίου του αντιστοίχου έτους και

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ορίζει δε αυτά σε 1360,00 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, σε 1680,00 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα, σε 1530,00 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα και σε 1950,00 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2014 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies