Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως τυπική δικαιοπραξία είναι άκυρη, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου (ΑΚ 174), ήτοι αν δεν γίνει εγγράφως και ο εργοδότης δεν καταβάλει συγχρόνως στον εργαζόμενο την οφειλόμενη αποζημίωση. Ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, χωρίς να τηρήσει προθεσμία και χωρίς να καταβάλει αποζημίωση, μόνο αν προηγουμένως έχει νομοτύπως υποβληθεί εναντίον του μισθωτού μήνυση για αξιόποινη πράξη, που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή αν έχει απαγγελθεί εναντίον του κατηγορία για αδίκημα σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, αλλά στη συνέχεια, αν επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση, επαναφέρεται, από τότε που κοινοποιείται το βούλευμα ή η απόφαση, το δικαίωμα του μισθωτού για την απόληψη της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 και η αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη. Η έκτακτη καταγγελία μπορεί να είναι άκυρη ήδη από τη στιγμή της άσκησής της για διάφορους λόγους, όπως, όταν π.χ. ο εργοδότης προβαίνει στην απόλυση γνωρίζοντας ότι είναι ψευδείς οι κατηγορίες σε βάρος του εργαζόμενου ή όταν η καταγγελία, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της κατηγορίας, δεν γίνεται λόγω της αξιόποινης πράξης που φέρεται ότι διέπραξε ο εργαζόμενος (η οποία χρησιμοποιείται προσχηματικά προκειμένου να αποφευχθεί η χορήγηση αποζημίωσης), αλλά για άλλους λόγους, που αποδοκιμάζει η έννομη τάξη (συνδικαλιστική δράση, διεκδίκηση μισθολογικών αξιώσεων κ.λπ.). Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει κατάχρηση δικαιώματος και επομένως η καταγγελία είναι άκυρη από το χρονικό σημείο άσκησής της και από το σημείο αυτό ο εργοδότης οφείλει μισθούς υπερημερίας (349, 350 και 656 ΑΚ), χωρίς μάλιστα να απαιτείται, για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος, πραγματική προσφορά των υπηρεσιών από την πλευρά του εργαζόμενου. Δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικαστεί παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και, συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας, για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή αποδοχή τους. Αν η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζόμενου ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να επισχέσει την παροχή που οφείλει στον εργοδότη, δηλαδή να αρνηθεί να εκτελέσει την εργασία που συμφώνησαν να του παρέχει, για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του κατά του εργοδότη και ιδιαιτέρως την πληρωμή οφειλόμενων αποδοχών αλλά και την εκπλήρωση άλλου ουσιώδους όρου της εργασιακής σύμβασης, από την παράβαση του οποίου έχει ενδεχομένως δημιουργηθεί ληξιπρόθεσμη αξίωση του εργαζόμενου. Ο εργοδότης μισθωτού, εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που έχει ασκήσει δικαίωμα επίσχεσης, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει εξ αυτού ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση. Το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζόμενου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Ένσταση απαραδέκτου επειδή σε βάρος της εναγομένης έχει εκδοθεί απόφαση απαγόρευσης πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης ενόψει αίτησης πτώχευσης. Η απαγόρευση αφορά μόνο την αναγκαστική εκτέλεση και όχι γενικά την αναστολή των ατομικών διώξεων. Απορρίπτει. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η επίσχεση είναι καταχρηστική διότι η μη καταβολή των δεδουλευμένων στον ενάγοντα, την οποία συνομολογεί, επήλθε όχι λόγω δυστροπίας της αλλά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης η οποία έπληξε και την επιχείρησή της. Απορρίπτει ισχυρισμό. Η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων στον ενάγοντα οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων της εναγόμενης και συνακόλουθα η γενόμενη επίσχεση δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη. Η εν λόγω έγκληση έγινε προσχηματικά, εν γνώσει της αθωότητας του ενάγοντα, προκειμένου η εναγόμενη να καταγγείλει τη σύμβασή του χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η υποβληθείσα έγκληση έγινε για λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας στο πρόσωπο του ενάγοντα επειδή διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του και είναι εκ του λόγου αυτού καταχρηστική και συνακόλουθα άκυρη. Μεταβίβαση επιχείρησης. Η διάδοχος υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδος. Η σύμβαση του ενάγοντα, η οποία εξακολουθούσε να υφίσταται κατά τον χρόνο της μεταβίβασης λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της, μεταβιβάσθηκε και αυτή στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της πρώτης, εις ολόκληρο με αυτή μέχρι τη μεταβίβαση και αποκλειστικά η ίδια για τον χρόνο που έπεται της μεταβίβασης. Ένσταση εξόφλησης των εισφορών που αναλογούν στον ενάγοντα. Δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι έλαβε χώρα τέτοια καταβολή, αφού οι προσκομιζόμενες αποδείξεις αφορούν το σύνολο των εργαζόμενων της πρώτης εναγόμενης, χωρίς να προκύπτει ότι σε αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι εισφορές του ενάγοντα. Απορρίπτει. Ένσταση έκπτωσης από μισθούς υπερημερίας του επιδόματος ανεργίας. Σε περίπτωση καταβολής από τον ΟΑΕΔ επιδόματος ανεργίας, ο εργοδότης δικαιούται κατά το στάδιο της εκτέλεσης να παρακρατήσει το ποσό που έλαβε ο εργαζόμενος και να το αποδώσει στον ΟΑΕΔ, αφορά δηλαδή ζήτημα της εκτέλεσης και όχι της διαγνωστικής δίκης. Απορρίπτει. Υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα η επίδικη καταγγελία (ανυπόστατη καταγγελία για συκοφαντική δυσφήμηση), προσβλήθηκε η προσωπικότητα και η επαγγελματική τιμή και υπόληψη του ενάγοντα και συνεπώς, δικαιούται αυτός χρηματική ικανοποίηση. Απορρίπτει έφεση της εργοδότριας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 29.669,36 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
2631/2020
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ: 5ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Πρίφτη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κοπτερίδου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «……….» και το διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στη ………. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ευάγγελο Μπέη.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ………. ……….του ………., κατοίκου ………. Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 28 Απριλίου 2014 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………./2014, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 1383/2016 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 11 Οκτωβρίου 2016 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………./2016.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11.10.2016 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ……./13.10.2016 και με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………./2016 έφεση κατά της με αριθμό 1383/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ’ αντιμολίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 και επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015) ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, μέσα στην προβλεπόμενη κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ προθεσμία των δύο (2) ετών από την δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, την 5.10.2016 (όπως το άρθρο 518 παρ. 2 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, ενόψει του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης, μετά την 1.1.2016), δεδομένου ότι ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, αλλά ούτε και από τα στοιχεία της οικείας δικογραφίας προκύπτει επίδοσης αυτής. Για το παραδεκτό της δε, δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 περ. Γ εδ. τελευταίο, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 – ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016 – άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015 – και όπως το α’ εδ. της περ. Γ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016, ΦΕΚ Α’ 240/22.12.2016 – έναρξη ισχύος ένας μήνας από τη δημοσίευση – άρθρο 45 του ν. 4446/2016), καθόσον η υποχρέωση κατάθεσης του παραβόλου σε εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 614 αριθ. 3 του ΚΠολΔ εργατικές διαφορές (προϊσχύον άρθρο 663 του ΚΠολΔ για τις εργατικές διαφορές, υπό την ισχύ του οποίου, επίσης – πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου 4335/2015 – δεν απαιτούνταν η κατάθεση παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του ΚΠολΔ – βλ. ΕφΛαρ 168/2019 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, ως άνω απόφαση, από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3994/2011). Σημειώνεται δε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι νέες διατάξεις του ν. 4335/2015, κατά το μέρος που τροποποίησαν τις διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495 – 590 ΚΠολΔ), οι οποίες αφορούν και τα ένδικα, μέσα, δεδομένου ότι, κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 2 του ως άνω νόμου, οι διατάξεις αυτές τυγχάνουν εφαρμογής για τα ένδικα μέσα τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 και εφεξής, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Με την από 28.4.2014 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ………./……../2014 αγωγή του ο καλών – ενάγων ισχυρίστηκε ότι την 5.3.2011 προσλήφθηκε από την πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….», με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει στην τελευταία τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του πρακτικού μηχανικού – συντηρητή και με αντικείμενο τη συντήρηση ηλεκτροπαραγωγών ζευγών (γεννητριών ηλεκτρικού ρεύματος) στις εγκαταστάσεις πελατών της στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής και με τη συμφωνία να παρέχει την εργασία του επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, με πλήρες ωράριο, έναντι ημερομισθίου που από 1.12.2011 ανερχόταν στο ποσό των 40 ευρώ (μικτές αποδοχές). Ότι από το Νοέμβριο του έτους 2011 η εργασιακή του σχέση διαταράχθηκε, καθώς η πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη εταιρεία άρχισε να καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, γεγονός που ανάγκασε τον καλούντα – ενάγοντα να διαμαρτυρηθεί επανειλημμένως στο νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας, που συνεχώς ανέβαλε την καταβολή των οφειλόμενων, επικαλούμενος ταμειακή δυσχέρεια. Ότι εν συνεχεία ο ίδιος (καλών – ενάγων), που είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση και με την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης της διαφοράς κοινοποίησε στις 28.11.2012 στην πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη την από 27.12.2012 εξώδικη διαμαρτυρία του, όπου εξέθεσε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του, οι οποίες κατά τον χρόνο εκείνο ανάγονταν στο ποσό των 7.083,11 ευρώ, καλώντας την για πολλοστή φορά να τις ικανοποιήσει και τάσσοντάς της σχετικώς εύλογη προθεσμία, με τη ρητή μνεία ότι σε περίπτωση παρέλευσής της θα ασκούσε επίσχεση της εργασίας του. Ότι επειδή η πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη εταιρεία δεν συμμορφώθηκε και δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα προς αυτόν, ο καλών – ενάγων, μετά την ταχθείσα κατά τα ανωτέρω προθεσμία, την 10.12.2012 αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τον χώρο της εργασίας του, δηλώνοντάς της, δυνάμει της από ίδιας ημερομηνίας (10.12.2012) εξώδικης δήλωσής του ότι από την ημέρα εκείνη ασκούσε επίσχεση της εργασίας του, χωρίς, όμως, και τότε, αποτέλεσμα, καθώς ούτε μετά την έναρξη της επίσχεσης η πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη του κατέβαλε τα οφειλόμενα. Ότι στη συνέχεια ο εν λόγω διάδικος (καλών – ενάγων) προσέφυγε στο αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπου υπέβαλε αίτηση για την διενέργεια εργατικής διαφοράς, κατά τη συζήτηση της οποίας, στις 18.1.2013, ενώ η πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη συνομολόγησε ανεπιφύλακτα ότι του όφειλε τις προεκτεθείσες δεδουλευμένες αποδοχές, εντούτοις δεν του προσέφερε ούτε τότε τα οφειλόμενα. Ότι για τους παραπάνω λόγους ο καλών – ενάγων στρεφόμενος κατά της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης άσκησε την από 19.12.2012 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ………../………/2012 αγωγή του με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι νομίμως αυτός άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση εργασίας την 10.12.2012 και επιπλέον να υποχεωθεί η πρώτη να του καταβάλει το ποσό των 8.941,44 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα Χριστουγέννων και το ποσό των 15.270,41 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10.12.2012 έως 31.12.2013. Ότι, όμως, ακολούθως, στις 14.5.2013, και ενώ συνεχιζόταν η υπερημερία της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης, λόγω της επίσχεσης, έλαβε από την τελευταία έγγραφη εξώδικη δήλωση, με την οποία του δήλωσε ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του προσφέρει τη νόμιμη αποζημίωση, επειδή εν τω μεταξύ είχε υποβάλει ενατίον του (καλούντα – ενάγοντα) έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για παράβαση των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. συνυποβάλλοντας και το από 26.7.2013 συμπληρωματικό της ανωτέρω έγκλησης υπόμνημα, βάσει των οποίων στον καλούντα – ενάγοντα αποδιδόταν το αδίκημα της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι, όμως, η υποβληθείσα ως άνω μήνυση είναι αναληθής και προσχηματική καθώς πραγματοποιήθηκε προκειμένου η πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη να διακόψει την υπερημερία της και να απαλλαγεί από τον καλούντα – ενάγοντα για λόγους εμπάθειας, εξαιτίας του ότι ο τελευταίος προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας για την προστασία των εργασιακών του δικαιωμάτων, αποφεύγοντας, παράλληλα, τις διατυπώσεις της τακτικής καταγγελίας και μεταθέτοντας στο απώτερο μέλλον την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης. Ότι κατόπιν της ανωτέρω εξέλιξης, ο καλών – ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 3.7.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2013 νεότερη αγωγή του, με την οποία στρεφόμενος εκ νέου κατά της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης και παραιτούμενος συννόμως με αυτή από την προηγουμένως ασκηθείσα (από 19.12.2012 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ………./……../2012 αγωγή του εναντίον αυτής), ζήτησε να αναγνωριστεί ότι α) νομίμως ο συγκεκριμένος διάδικος (καλών – ενάγων) άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του την 10.12.2012 καθώς και ότι η γενόμενη από 14.5.2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, β) να υποχρεωθεί η ως άνω εταιρεία (πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη) να του καταβάλει το ποσό των 8.941,44 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα Χριστουγέννων, το ποσό των 15.270,41 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10.12.2012 έως 31.12.2013 καθώς και το επιπλέον ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του και γ) να υποχρεωθεί η πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής του σύμβασης. Ότι εκτός των ανωτέρω ενεργειών του, στις 25.11.2013 ο καλών – ενάγων υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών έγκληση κατά των μελών της διοίκησης της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης, ζητώντας να ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας. Ότι μετά την άσκηση της δεύτερης κατά σειρά, ως άνω, αγωγής του, την 7.8.2013, η βασική μέτοχος της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης εταιρείας και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, ………., δυνάμει της με αριθμό ……../7.8.2013 πράξης σύστασης του συμβολαιογράφου Σ. Γκριόγλου, ίδρυσε την δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και με τον διακριτικό τίτλο «……….», η οποία ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή (παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα) της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης, η οποία, μετά από ατελέσφορη προσπάθεια να υπαχθεί σε καθεστώς εξυγίανσης, κατ’ άρθρο 99 επ. του ΠτΚ, διέκοψε έκτοτε την λειτουργία της. Ότι με βάση όσα αναλυτικώς αναφέρονται σχετικώς στο αγωγικό δικόγραφο η επιχείρηση της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης μεταβιβάστηκε κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ/τος 178/2002 στην δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη εταιρεία, η οποία συστήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να συνεχίσει τη δραστηριότητα της πρώτης και ότι, επομένως, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απέρρεαν από την εργασιακή σύμβαση του καλούντα – ενάγοντα με την πρώτη μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως, ως είχαν, κατά το χρονικό σημείο της πραγματοποίησης της μεταβίβασης, στη δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη. Ότι και οι δύο εταιρείες ενέχονται εις ολόκληρον έναντι του καλούντα – ενάγοντα, καθώς η πρώτη αυτών παραμένει συνυπεύθυνη για τις έναντι αυτού υποχρεώσεις, που προέκυψαν μέχρι τον χρόνο υλοποίησης της μεταβίβασης, την 1.10.2013. Ότι η συγκεκριμένη διάδικος (πρώτη καθ’ ης η κλήση εναγόμενη) απέπεμψε τον ίδιο (καλούντα – ενάγοντα) και τουλάχιστον δέκα ακόμη συναδέλφους του, που απολύθηκαν υπό τις ίδιες συνθήκες, από το Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2013, επιλέγοντάς τους μεταξύ αυτών που είχαν ασκήσει επίσχεση εργασίας και είχαν προσφύγει δικαστικώς, ενόψει της επικείμενης κατά τα ανωτέρω μεταβίβασης, με σκοπό να αποφύγει την από το νόμο μεταβίβαση των υποχρεώσεών της στη νέα εταιρεία, η οποία επιχειρήθηκε να ξεκινήσει την λειτουργία της απαλλαγμένη από τα αντίστοιχα βάρη. Ότι, συναφώς, στον καλούντα – ενάγοντα εξακολουθεί να οφείλεται, κατ’ αρχήν, για μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές του εξειδικευόμενου στην αγωγή χρονικού διαστήματος, το συνολικό ποσό των 8.941,44 ευρώ. Ότι ενόψει των ανωτέρω περιγραφεισών συνθηκών, υπό τις οποίες συντελέστηκε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του (καλούντα – ενάγοντα), αυτή είναι άκυρη, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα τιθέμενα από την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ όρια, άλλως επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του ν. 3198/1955, σε διαφορετική δε περίπτωση, επειδή αυτή πραγματοποιήθηκε λόγω της επικείμενης μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης εταιρείας, κατά παράβαση της απαγόρευσης του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002. Ότι, λόγω της ακυρότητας της γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, η πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη εξακολούθησε να τελεί σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των προσηκόντως και πραγματικώς προσφερόμενων υπηρεσιών του και ότι επιπλέον η υπερημερία αυτή συνεχίστηκε όσον αφορά την δεύτερη καθ’ ης η κλήση εναγόμενη εταιρεία , που την διαδέχθηκε, για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Ότι, συναφώς, η δεύτερη των καθ’ ων η κλήση – εναγόμενων του οφείλει για το χρονικό διάστημα από την 10.12.2012 μέχρι τις 31.12.2014 για αποδοχές, επιδόματα εορτών και άδειας του συγκεκριμένου διαστήματος, τα επί μέρους εξειδικευόμενα στην αγωγή κονδύλια και συνολικώς το ποσό των 29.937,07 ευρώ, από το οποίο η πρώτη αυτών (καθ’ ων η κλήση – εναγόμενων) του οφείλει εις ολόκληρον με τη δεύτερη αυτών, για τις επί μέρους αναλυόμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από την 10.12.2012 μέχρι τις 30.9.2013, το συνολικό ποσό των 11.779,58 ευρώ. Ότι, περαιτέρω, η πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη, που επέδειξε παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά σε βάρος του, αποπέμποντάς τον από την εργασία του, κάτω από τις προεκτεθείσες συνθήκες και υποβάλλοντας εναντίον του μήνυση για ανύπαρκτα αδικήματα, τον εξέθεσε υπαίτια τόσο στον κοινωνικό, όσο και στον επαγγελματικό περίγυρό του, εμφανίζοντάς τον ως συκοφάντη, με αποτέλεσμα να προσβληθεί η προσωπικότητά του και ο ίδιος (καλών – ενάγων) να περιαχθεί σε ανασφάλεια. Ότι για το λόγο αυτό, (ο καλών – ενάγων) δικαιούνταν επιπροσθέτως, χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που κατά τα παραπάνω υπέστη. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, έχοντας σαν κύρια βάση της αγωγής του την εργασιακή του σύμβαση και επικουρικώς, για την περίπτωση που η τελευταία ήθελε κριθεί άκυρη, τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο καλών – ενάγων, παραιτούμενος, συγχρόνως, με το δικόγραφο της οικείας αγωγής από το δικόγραφο της από 3.7.2013 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ………./………./2013 προηγούμενης, ως άνω, αγωγής του και επαναλαμβάνοντας τη δήλωση παραίτησής του από το δικόγραφο της από 19.12.2012 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης …………./………/2012 προγενέστερης αγωγής του, μετά από παραδεκτό περιορισμό μέρους του αγωγικού αιτήματος, ζήτησε : (Α) κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής του 1) να αναγνωριστεί ότι νομίμως άσκησε κατά της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης το δικαίωμά του για επίσχεση εργασίας του την 10.12.2012, 2) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 14.5.2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από πλευράς της πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης, 3) να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 4) να υποχρεωθούν οι καθ’ ων η κλήση – εναγόμενες εταιρείες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον η καθεμία, να του καταβάλουν το ποσό των 8.941,44 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ο εν λόγω διάδικος (καλών ενάγων) επικαλέστηκε ότι υπέστη, 5) να υποχρεωθεί η δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 10.12.2012 μέχρι τις 31.12.2014 το συνολικό ποσό των 20.656,54 ευρώ, τα δε επί μέρους αιτούμενα αγωγικά κονδύλια με το νόμιμο τόκο αφ’ ότου κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της προηγούμενης, από 19.12.2012, ως άνω αναφερόμενης, αγωγής αυτού (καλούντα – ενάγοντα), στις 21.12.2012, σε διαφορετική περίπτωση, από την επίδοση της αγωγής αυτής, μέχρι την εξόφληση, 6) να υποχρεωθεί η δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη να αποδέχεται τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησόμενης απόφασης και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την παραπάνω υποχρέωσή της, (Β) κατά δε την επικουρική βάση αυτής (αγωγής), στην περίπτωση, δηλαδή, που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του έχει λυθεί, να υποχρεωθεί η πρώτη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη εταιρεία να του χορηγήσει, κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 του ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, όπως και η (εργασιακή) διαγωγή του, με την απειλή χρηματικής ποινής, σε περίπτωση άρνησής της να συμμορφωθεί με την σχετική υποχρέωσή της, (Γ) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και (Δ) να καταδικαστούν οι καθ’ ων η κλήση – εναγόμενες στην δικαστική του δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ’ αντιμολίαν των διαδίκων η με αριθμό 1383/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, πλην της επικουρικής βάσης της, που επιχειρήθηκε να στηριχθεί στις διατάξεις για το αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αφού δε απέρριψε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εν συνεχεία την έκανε εν μέρει δεκτή και α) αναγνώρισε ότι η από 10.12.2012 επίσχεση εργασίας από τον ενάγοντα ήταν νόμιμη, β) αναγνώρισε ότι (ο καλών – ενάγων) συνδέεται με την δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γ) αναγνώρισε ότι η από 14.5.2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα είναι άκυρη, δ) υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγόμενη, το ποσό των 20.845,74 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως προς μεν τους μισθούς, από το τέλος κάθε μήνα, ως προς δε το δώρο Πάσχα από 30 Απριλίου κάθε έτους, ενώ ως προς το ποσό της (επιδικασθείσας) ηθικής βλάβης, από την επίδοση της από 21.12.2012 αγωγής του ενάγοντα, ε) υποχρέωσε την δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 29.669,36 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 20.845,74 ευρώ εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη διάταξή της και με το νόμιμο τόκο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διακρίσεις, όπως αυτές διελήφθησαν στο σκεπτικό της, ενώ στ) απορρίπτοντας το σχετικό παρεπόμενο αίτημα, όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη και κατά μερική παραδοχή αυτού, κήρυξε την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς την δεύτερη εναγόμενη, για το ποσό των 10.000 ευρώ και, τέλος, ζ) επέβαλε τα δικαστικό έξοδα του ενάγοντα σε βάρος των εναγόμενων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη, ως άνω, εταιρεία, με την κρινόμενη έφεσή της, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που συνίστανται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και στην πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η με αριθμό 1383/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του ενάγοντα και επιπλέον να καταδικαστεί ο τελευταίος στην δικαστική της δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα – ΠτΚ) «1. Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου κατά το άρθρο 4 δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο, για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει κάθε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορίσει μεσεγγυούχο. Η απόφαση υποβάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 8.2. Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης για κήρυξη σε πτώχευση». Όταν διατάσσεται δικαστικά ως προληπτικό μέτρο γενικά η αναστολή των ατομικών διώξεων, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, το περιεχόμενο της απαγόρευσης ταυτίζεται με το περιεχόμενο της αρχής της αναστολής των ατομικών καταδιώξεων, που ανέκαθεν ίσχυε στο πτωχευτικό δίκαιο και καθιερώθηκε ρητά στο άρθρο 25 παρ. 1 ΠτΚ. Επομένως, αναστέλλονται για το ως άνω χρονικό διάστημα όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή η συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφηστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσης και η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. Πράξεις επιχειρούμενες κατά παράβαση της διαταχθείσας αναστολής των ατομικών διώξεων είναι απολύτως άκυρες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 ΠτΚ. Εάν δε πρόκειται για πράξεις ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, ακυρώνονται δικαστικά κατόπιν επιτυχούς άσκησης ανακοπής εναντίον τους κατά τα άρθρα 933 επομ. και 159 περ. 1 ΚΠολΔ. Συνέπεια της αρχής της αναστολής των ατομικών διώξεων είναι, ότι δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αγωγής κατά του πτωχεύσαντος εκ μέρους των πιστωτών, που δεν είναι ασφαλισμένοι εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο, και η δίκη, που άρχισε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, δεν μπορεί να συνεχισθεί μετά από αυτή, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκεται, ακόμη και ενώπιον του Εφετείου. Οι πιο πάνω διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου και αφορούν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 47/2008 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 808/1990 ΕλλΔνη 1991.538, ΕφΠατρ 758/2005 ΔΕΕ 2006.488, ΕφΘεσ 2774/2004 Αρμ 2004.1705, ΕφΠατρ 1154/2004 ΔΕΕ 2005.687, ΕφΠατρ 455/2004 ΔΕΕ 2005.303). Κάθε αγωγή ή έφεση που ασκείται στη διάρκεια της αναστολής αυτής των καταδιωκτικών μέτρων, υπό ή κατά του εναγόμενου πτωχού, πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπάγγελτα (ΕφΑθ 3575/2010, ΕφΘεσ 2300/2001 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 455/2004 ΔΕΕ 2005.303, ΜΠρΑθ 1546/2015, η οποία προσκομίζεται, όπου και το σύνολο των αμέσως προηγούμενων παραπομπών). Η δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη και τώρα εκκαλούσα είχε ισχυριστεί πρωτοδίκως ότι επειδή εναντίον της ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο «………..» (τότε πρώτης καθ’ ης η κλήση – εναγόμενης), είχε ασκηθεί η από 21.1.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2015 αίτηση πτώχευσης και στα πλαίσια αυτής ασκήθηκε η από 23.1.2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων από την δανείστρια εταιρείας ……., που συζητήθηκε την 4.3.2015 και επί της οποίας εκδόθηκε κατά την διαδικασία αυτή (ασφαλιστικών μέτρων) η υπ’ αριθμ. 3218/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγορεύθηκε προσωρινά κάθε πράξη ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της, κάθε διάθεση περιουσιακού της στοιχείου καθώς και κάθε επιβάρυνση της περιουσίας της με εμπράγματα βάρη, μέχρι να δημοσιευθεί απόφαση επί της ανωτέρω ασκηθείσας αίτησης πτώχευσης, λόγω της ισχύος της δικαστικής αυτής απόφασης, είναι απαράδεκτη η έγερση αγωγής, είτε με καταψηφηστικό, είτε με αναγνωριστικό αίτημα. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι η υπ’ αριθμ. 3218/2015, ως άνω, απόφαση δεν εμποδίζει τη συζήτηση της αγωγής του καλούντα – ενάγοντα – εφεσίβλητου, εκτός του ότι δεν ωφελεί την συνυπόχρεη, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενη, δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη – εκκαλούσα εταιρεία, που τύγχανε απλή ομόδικος της πρώτης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι μη νόμιμος και για το λόγο αυτό απορριπτέος. Κι αυτό, γιατί με την ανωτέρω απόφαση διατάχθηκε προσωρινά, ως προληπτικό μέτρο, η απαγόρευση κάθε πράξης ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο «……………» (πρώτης εναγόμενης στην αγωγή) για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της, κάθε διάθεση περιουσιακού της στοιχείου, καθώς και κάθε επιβάρυνση της περιουσίας της με εμπράγματα βάρη, μέχρι να δημοσιευτεί απόφαση επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 121/2015 αίτησης πτώχευσης. Από το διατακτικό και το σκεπτικό της παραπάνω απόφασης, με σαφήνεια συνάγεται ότι- δεν έχει διαταχθεί ως προληπτικό μέτρο γενικά η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της προαναφερόμενης εταιρείας («…………..»), όπως η δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα υπολαμβάνει, παρά μόνον η απαγόρευση κάθε πράξης ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της. Στην έννοια, όμως, της απαγόρευσης πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης δεν διαλαμβάνεται η ευρύτερη αυτής απαγόρευση της αναστολής των ατομικών διώξεων. Μόνο δε όταν διατάσσεται δικαστικά ως προληπτικό μέτρο γενικά η αναστολή των ατομικών διώξεων, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, ταυτίζεται το περιεχόμενο της απαγόρευσης με το περιεχόμενο της αναστολής των καταδιώξεων, που καθιερώνεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ΠτΚ, ώστε να μην είναι επιτρεπτή η άσκηση (αναγνωριστικής ή καταψηφηστικής) αγωγής. Δεδομένου, λοιπόν, ότι το διατασσόμενο προληπτικό μέτρο δεν εκτείνεται μέχρι την αναστολή των ατομικών διώξεων, αλλά, αντίθετα, περιορίζεται στην απαγόρευση πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η άσκηση αγωγής, ο παραπάνω ισχυρισμός, που προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, είναι αβάσιμος και για το λόγο αυτό απορριπτέος, απορριπτομένου, ως εκ τούτου, και του συναφούς λόγου της κρινόμενης έφεσης.
Η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως του εργαζομένου η οποία γίνεται λόγω υποβολής εναντίον του μηνύσεως ή απαγγελίας κατ’ αυτού κατηγορίας σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης (πρβλ. ΑΠ 187/91 ΕΕργΔ 51.588), εφ’ όσον : α) ο εργαζόμενος μηνύθηκε για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, ακόμη και σε βαθμό πταίσματος, αρκεί η πράξη αυτή να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας του (πρβλ. ΕφΑθ 2252/92 ΕλλΔνη 34.194), ή β) απαγγέλθηκε, πριν από την απόλυση, κατηγορία κατά του εργαζομένου για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, έστω και εκτός της υπηρεσίας του τελεσθείσα, αλλά τουλάχιστον σε βαθμό πλημμελήματος, η οποία όμως επηρεάζει την εργασιακή του σχέση και καθιστά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερή την συνέχιση της ομαλής συνεργασίας του με τον εργοδότη. Η δυνατότητα πραγματοποιήσεως της ανωτέρω απολύσεως χωρίς υποχρέωση αποζημιώσεως από πλευράς εργοδότη καλύπτει τους εργαζόμενους όλων των κατηγοριών (ιδιωτικούς υπαλλήλους, εργατοτεχνίτες, υπηρέτες κ.λ.π.), οι οποίοι απασχολούνται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου (βλ. Σ. Βλαστού, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις – Ουσιαστικά και δικονομικά ζητήματα, εκδ. 2005, παρ. 1176, σελ. 1402, όπου και οι παραπομπές). Εάν όμως το πραγματικό κίνητρο της απολύσεως του εργαζομένου δεν είναι η υποβολή κατ’ αυτού μηνύσεως ή η απαγγελία εναντίον του κατηγορίας σε βαθμό πλημμελήματος, αλλά άλλοι λόγοι, τότε γεννώνται διάφορα ζητήματα, τα οποία ξεκινούν από την έρευνα της νομιμότητας της καταγγελίας η οποία έγινε δίχως την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων (εφ’ όσον ο πραγματικός λόγος απολύσεως ήταν άλλος και όχι η μήνυση ή η απαγγελία κατηγορίας) και φθάνουν έως και την έρευνα της νομιμότητάς της από την άποψη της συμφωνίας της ή όχι προς την ΑΚ 281. Ειδικώτερα, εάν η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως έγινε λόγω υποβολής μηνύσεως κατά του εργαζομένου, αλλά εν γνώση της αθωώτητάς του από τον εργοδότη, ο οποίος γνώριζε τον αναληθή και ανυπόστατο χαρακτήρα της και κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας προσχηματικώς, με στόχο την αποφυγή της νόμιμης υποχρέωσεώς του, για καταβολή στον εργαζόμενο της νομίμου αποζημιώσεώς του, τότε η απόλυση είναι άκυρη ως καταχρηστική (ΑΠ 448/1996 ΕλλΔνη 40.1552,-ΑΠ 1856/88 ΔΕΝ 45.734, ΑΠ 1055/88 ΕΕργΔ 48.885, ΕφΑθ 682/72 ΕΕργΔ 31.598, ΑΠ 94/77 ΕΕργΔ 36.361, ΕφΠατρών 390/81 ΕΕργΔ 40.605, ΕφΑθ 111/77 ΕΕργΔ 36.690, ΑΠ 1247/82 ΔΕΝ 39.1141, ΕφΑθ 3342/83 ΔΕΝ 39.1141, ΕφΑθ 99/82 ΔΕΝ 39.234, ΕφΑθ 10.409/81 ΕΕργΔ 41.553 – βλ. Σ. Βλαστού, ο.π., σελ. 1407, όπου και οι παραπομπές). (…) Όταν προσβάλλεται ως άκυρη η απόλυση η οποία έγινε, είτε λόγω τελέσεως αξιόποινης πράξεως από τον εργαζόμενο, είτε λόγω απαγγελίας κατ’ αυτού κατηγορίας σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος και ως λόγος ακυρότητας προβάλλεται ελάττωμα άσχετο προς τον καταχρηστικό ή μη χαρακτήρα της απολύσεως, τότε η έρευνα του δικαστηρίου εντοπίζεται στις συνέπειες του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ή του άρθρου 7 του ν. 3198/55, μόνον αναφορικώς με το θέμα της αποζημιώσεως. Όταν όμως ως ελάττωμα της απολύσεως προβάλλεται η καταχρηστική άσκηση του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος, τότε, ενόψει και του γεγονότος ότι ο εργατικός δικαστής δεν δεσμεύεται από την ενοχή ή την αθωώτητα του εργαζομένου εν σχέσει προς την αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία (σύμφωνα με τα ανωτέρω), το δικαστήριο έχει πλήρη ευχέρεια, όχι μόνο να ερευνήσει αμέσως εάν η καταγγελία είναι καταχρηστική, αλλά και να υπεισέλθει παρεμπιπτόντως στην έρευνα της τελέσεως ή όχι της αξιόποινης πράξεως και πριν ακόμη να επιληφθεί αυτής το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, δεδομένου ότι η εν λόγω δικαστική έρευνα θα διευκολύνει την πλήρη αξιολόγηση των αιτίων της καταγγελίας και την άρση των αδικιών που συνεπάγεται η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως κατά τρόπο που αντιτίθεται τυχόν στις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ (βλ. Σ. Βλαστού, ο.π., παρ. 1178, σελ. 1409, όπου και περαιτέρω παραπομπές). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 : «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ/τος της 16/18.0.7.1920. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας : «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας». Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σε αυτή εκδόθηκε το π.δ. 178/2002. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 2 του προεδρικού αυτού διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του διατάγματος θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35.1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1273/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35.1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992.136, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992. 125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990.722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993.456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35.1038). Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει (ΑΠ 330/2015, ΑΠ 525/2013, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 1082/2010, ΑΠ 1458/2007 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό (ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 330/2015, ΑΠ 525/2013, ΑΠ 14/2012 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος), γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35.1252, ΑΠ 77/2016, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35.1311). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 200/2009 ο.π., ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 389/2005 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1002/2004 ΕλλΔνη 2005.445). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα σύμφωνα με την εθνική νομολογία καθώς επίσης και τη νομολογία του ΔΕΚ, οι αποφάσεις του οποίου ισοδυναμούν με αυθεντική ερμηνεία του Κοινοτικού Δικαίου (Σκανδάμης Νικόλαος, «Ευρωπαϊκό Δίκαιο I. -Θεσμοί της ΕΕ – 4. Οργανική υπόσταση της ΕΕ», Αθήνα – Κομοτηνή, έκδοση 2003, σελ. 176) είναι τα εξής στοιχεία : α) η μεταβίβαση ή η μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λ.π.), β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, γ) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258, ΕφΠειρ 689/2011 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, Ζερδελής Δημήτριος σε ΔΕΝ 2009.1169 με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία). Συνεπεία της μεταβίβασης της επιχείρησης, μεταβιβάζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008 ΔΕΝ 64.1517). Ακόμη, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002 (ΑΠ 525/2013 ΔΕΕ 2013.1200, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 318/2010 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, σε περίπτωση μεταβίβασης της επιχείρησης, υπό την ισχύ του π.δ/τος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ/τος 572/1988 – άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών»), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά την μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι την μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά με αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά την μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη, χωρίς περιορισμό από το άρθρο 479 του Α.Κ. και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από την μεταβίβαση (ΕφΑθ 3156/2002 ΔΕΕ 2003.88, ΕφΑθ 5341/1999 ΕΕργΔ 59.271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002.884). Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις που ήταν ενεργείς κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (ΑΠ 318/1998 ΕΕργΔ 1999.355) συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, ανεξαρτήτως της συναινέσεως ή μη των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994 ο.π., ΑΠ 1222/1998 ΕΕργΔ 1999.983). Αναγκαία πάντως προϋπόθεση είναι η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τον νέο εργοδότη, χωρίς πραγματική διακοπή, εκτός αν αυτός, μετά την διακοπή, επαναλειτουργήσει την επιχείρηση, ως την αυτή οικονομική μονάδα (ΑΠ 244/2012, ΑΠ 891/1992 ΕΕργΔ 1993.454), δηλαδή με την θέληση να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις επαναλειτουργίας επιχειρήσεων, που μεταβιβάστηκαν ενώ η λειτουργία τους είχε προσωρινά διακοπεί λόγω εποχής (ΕφΑθ 9346/1988 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος) ή λόγω ανασυγκροτήσεώς τους (Ληξουριώτης I., ΕΕργΔ 1993.450, Βλαστός Στυλιανός, ΕΕργΔ 1999.982 επ.). Αντιθέτως, δεν υπάρχει διαδοχή εργοδοτών, όταν η επαναλειτουργία της επιχειρήσεως από τον νέο φορέα της γίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνον του προηγούμενου φορέα της, με μισθωτούς που προσλαμβάνει με νέες συμβάσεις εργασίας, είτε από το παλαιό προσωπικό είτε όχι (ΑΠ 610/1991, ΑΠ 889/1992, ΑΠ 942/1992, ΑΠ 1364/1992 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 647/1996 ΕλλΔνη 39.165). Επίσης, ενδεικτικά, δεν υπάρχει διαδοχή σε περίπτωση απλής εγκατάστασης του νέου εργοδότη στον ίδιο χώρο που ήταν μισθωμένος στην προηγούμενη επιχείρηση ομοειδούς αντικειμένου (ΑΠ 1184/1990 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος) και όταν επέρχεται οριστική διακοπή λειτουργίας της παλαιάς επιχείρησης (ΑΠ 610/1991, 18/1991 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος) και δεν αρκεί η δυνατότητα του νέου εργοδότη να συνεχίσει τη λειτουργία τη επιχείρησής του μέσω των μεταβιβαζομένων στοιχείων (Βλαστός, Επίτομο Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 2001, σελ. 134). Ειδικότερα, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις : α) από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια (ΑΠ 1378/2002 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος) και β) προς καταβολή των αποδοχών υπερημερίας στον εργαζόμενο, του οποίου κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή σύμβαση και αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες ο παλαιός εργοδότης, δηλαδή πριν από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση της επιχείρησης, αφού το προσωπικό της, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιόν εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε. Επίσης, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση ή από κανονισμούς εργασίας ή άλλη νόμιμη αιτία, όπως είναι η επιχειρηματική συνήθεια, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1697/1998 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, βλ. ΕφΠειρ 476/2019 αδημ., όπου και το σύνολο των αμέσως προηγούμενων παραπομπών, εκτός δε αυτής βλ. ΑΠ 1759/1999 ΔΕΝ 57.228, ΑΠ 1002/2004 ΔΕΝ 61.287, ΕφΔωδ 222/2018, ΕφΘεσ 1601/2018, ΕφΔωδ 107/2008 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 254/2007 ΑχαΝομ 2008.592).
Από τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 εδ. β’ και 591 παρ. 1 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη νομοθετική παρέμβαση με το ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 528 ΚΠολΔ, οι προτάσεις κατατίθενται και συνεπώς και τα επικαλούμενα μ’ αυτές έγγραφα προσκομίζονται έως την έναρξη της συζητήσεως, μετά την οποία και έως τη δωδέκατη ώρα τις τρίτης εργάσιμης ημέρας κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά ή περιέχονται στις προτάσεις. Έτσι είναι απαράδεκτα τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που με επίκληση στην προσθήκη των προτάσεων προσκομίζονται από τους διαδίκους στο εφετείο, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο εφετείο, το δε εφετείο, που δεν λαμβάνει υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, βεβαιώνοντας στην απόφασή του ότι δεν συντρέχει η εξαιρετική αυτή περίπτωση, δεν υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 α και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 659/2007, 562/2000). Μόνον δε εφόσον συντρέχει η εξαιρετική αυτή περίπτωση, η υποβολή δηλαδή παραδεκτά προταθέντος ισχυρισμού για πρώτη φορά στο εφετείο, μπορούν στην τακτική διαδικασία να ληφθούν υπόψη ένορκες βεβαιώσεις με επίκληση, στην προσθήκη των προτάσεων, μέχρι τρεις και πάλι για κάθε διάδικο μέρος, προς αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων που παραδεκτά προσκομίστηκαν από την αντίδικη πλευρά (άρθρ. 270 παρ. 2 εδ. δ’ ΚΠολΔ – βλ. ΑΠ 414/2018 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, όπου και οι αμέσως προηγούμενες παραπομπές). Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 ΚΠολΔ «το δικαστήριο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει κατά τη δικάσιμο, αν το κρίνει αναγκαίο, άλλη ημέρα και ώρα για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του, με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται κλήση των διαδίκων και των μαρτύρων να εμφανιστούν κατά την εξέταση. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες. Μαρτυρία που δόθηκε με άλλο τρόπο δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδειτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις, έστω κι αν τηρήθηκε γι’ αυτές ο τύπος του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (ΟλΑΠ 8/1987 – βλ. ΑΠ 1405/2014, ΑΠ 887/2015, ΑΠ 635/2008, ΑΠ 524/2018 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα – εφεσίβλητο 1) …….. και ……../26.1.2018 ένορκες βεβαιώσεις, 2) υπ’ αριθμ. ………../9.1.2017 ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου για την λύση και εκκαθάριση της εταιρείας ……………, η οποία διενήργησε έλεγχο στον ισολογισμό της εταιρείας «…………», 3) η υπ’ αριθμ. ……./12.2.2015 ένορκη βεβαίωση του ………. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και 4) υπ’ αριθμ. ……./12.2.2015 ένορκη βεβαίωση του ………, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες (δύο τελευταίες ένορκες βεβαιώσεις δόθηκαν επ’ αφορμής άλλης δίκης) όπως και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από πλευράς της δεύτερης εναγόμενης και εν προκειμένω εκκαλούσας 1) από 15.4.2013 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρείας «……………», με το οποίο εξουσιοδοτείται η ……….., με την ιδιότητά της ως ηλεκτρολόγου – μηχανικού να χορηγήσει βεβαίωση στον …………., 2) από 9.5.2013 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρείας «…………», με το οποίο εξουσιοδοτείται η ………….. να καταθέσει έγκληση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, 3) από 29.4.2014 έκθεση της …………….., 4) από 3.5.2018 έκθεση της ………….. και 5) εκτύπωση της ιστοσελίδας της ………… του έτους 2014, απαραδέκτως προσκομίζονται το πρώτον με την προσθήκη επί των προτάσεων που οι διάδικοι κατέθεσαν στα πλαίσια της παρούσας δίκης και για το λόγο αυτό δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, καθώς πέραν των προταθέντων πρωτοδίκως ισχυρισμών, με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, αυτοί (διάδικοι) δεν προέβαλαν παραδεκτά κανέναν νέο ισχυρισμό, στην αντίκρουση του οποίου να στοχεύουν τα ως άνω προσκομισθέντα μέσα, και, επομένως, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν συντρέχει η περίπτωση κατά την οποία και μόνον αυτά (αμέσως προηγούμενα αποδεικτικά μέσα) θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως νέα αποδεικτικά μέσα. Κατόπιν δε αυτών, παρέλκει η έρευνα των ισχυρισμών που οι διάδικοι, αντιστοίχως, προέβαλαν, όσον αφορά το παραδεκτό της προσκόμισης καθώς και την αποδεικτική αξία των ως άνω αποδεικτικών μέσων. Επίσης, οι μαρτυρίες των : …………, ………….., ……………., …………., …………., ……….., ………….., ………… και ………., όπως αυτές περιέχονται στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από πλευράς της δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας εταιρείας από 29.1.2014, 26.2.2014, 1.2.2014, 31.1.2014, 30.1.2014, 17.6.2013 και 9.5.2014 υπεύθυνες δηλώσεις, που άπτονται της προκείμενης δικαστικής διένεξης, δεν θα ληφθούν υπόψη, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δόθηκαν σε χρόνους κατά τους οποίους είχε ήδη ξεκινήσει η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν και επ’ αφορμής της προκείμενης διαφοράς και δεν έγιναν σύμφωνα με τους προβλεπόμενους κατά νόμο τύπους. Κατά τα λοιπά, από την επανεκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντα – εφεσίβλητου ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απ’ όσα η νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας εξέθεσε εξεταζόμενη χωρίς όρκο πρωτοδίκως κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, όπως αυτά περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, από τις επίσης επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ………… και ………../2.12.2013 ένορκες βεβαιώσεις των …………… και …………., που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντα – εφεσίβλητου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών καθώς και από τις υπ’ αριθμ. ……….. και ………../2.6.2014 ένορκες βεβαιώσεις των …………… και ………….., που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του ίδιου διαδίκου (ενάγοντα – εφεσίβλητου) ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη καθόσον ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας (κατόπιν σχετικής κλήσης γνωστοποίησης που περιλαμβανόταν στην από 3.7.2013 προηγούμενη αγωγή του ενάγοντα – εφεσίβλητου σε συνδυασμό με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. …………/15.7.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού ειμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Λεράκη, όσον αφορά τις δύο πρώτες και κατόπιν αντίστοιχης κλήσης – γνωστοποίησης που περιλαμβανόταν στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθμ. ………… και ………../2.5.2014 εκθέσεις επίδοσης του αυτού, ως άνω, δικαστικού επιμελητή, οι δύο τελευταίες), από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. …………., ………….. και ……../9.3.2017 ένορκες βεβαιώσεις των ……….., ……………. και ………….., οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών καθώς και από την υπ’ αριθμ. ……../6.4.2017 ένορκη βεβαίωση του ………, που δόθηκαν όλες με αφορμή άλλες δίκες και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από όλα τα υπόλοιπα, παραδεκτώς επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και νέα (αποδεικτικά μέσα), τα οποία, εφόσον το παρόν Δικαστήριο δεν τα αποκρούει ως απαράδεκτα για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 529 του ΚΠολΔ λόγους (πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια), δεν απαιτείται καν να διαλάβει στην απόφαση ειδική αιτιολογία για την αποδοχή τους (βλ. ΑΠ 12/2009 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 954/2008 Δίκη 2008.1182, ΕφΠατρ 620/2009 ΑχαΝομ 2010.376) καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα υπόλοιπα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους και νομίμως προσκομίζουν, έστω κι αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (βλ. ΟλΑΠ 15/2003 Δ 35.513, ΑΠ 1628/2003, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 934/2014 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος), προκειμένου αυτά να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395, 591 του ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται εν συνεχεία ιδιαίτερη μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα : Ο καλών – ενάγων – εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και με τον διακριτικό τίτλο «…………» την 5.3.2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει στην τελευταία τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του πρακτικού μηχανικού – συντηρητή, με αντικείμενο την συντήρηση ηλεκτροπαραγωγών ζευγών (γεννητριών ηλεκτρικού ρεύματος) στις εγκαταστάσεις των πελατών αυτής, στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής. Σύμφωνα με το καταστατικό της εν λόγω εταιρείας, σκοπός αυτής είναι : 1) η ανάπτυξη, μελέτη, έρευνα, κατασκευή, επεξεργασία, παραγωγή, συναρμολόγηση, τροποποίηση, επισκευή και συντήρηση κάθε είδους ηλεκτρολογικού, ηλεκτροβιομηχανικού, ηλεκτρονικού και επικοινωνιακού υλικού και εξοπλισμού, 2) η εκπόνηση μελετών, η εγκατάσταση και τοποθέτηση, η παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης (service) για κάθε είδους ηλεκτρολογικό, ηλεκτροβιομηχανικό, ηλεκτρονικό και επικοινωνιακό υλικό και εξοπλισμό, 3) η ανάληψη και εκτέλεση έργων από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, η συμμετοχή σε διαγωνισμούς του Δημοσίου για την ανάδειξη εργοληπτών, προμηθευτών ή χορηγών για τα αντικείμενα ή τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στους εταιρικούς σκοπούς καθώς και την εκτέλεση τέτοιων έργων προμήθειας, 4) η διενέργεια διανομών, εισαγωγών και εξαγωγών των ανωτέρω ειδών και η αντιπροσώπευση οίκων της ημεδαπής και της αλλοδαπής που κατασκευάζουν ή και εμπορεύονται τα ανωτέρω είδη, 5) η δημιουργία ηλεκτροπαροχικών και ηλεκτροπαραγωγικών συγκροτημάτων – μονάδων, με την απορρέουσα από αυτά πάσης φύσεως παροχή υπηρεσιών και προϊόντων καθώς και η συμμετοχή και συνεργασία με οποιοδήποτε τρόπο σε εταιρείες ή επιχειρήσεις που υφίστανται ή θα ιδρυθούν μελλοντικά, ημεδαπές ή αλλοδαπές, που έχουν τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό, τηρουμένων των διατάξεων του ν. 2244/94 (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ΦΕΚ τΑΕ και ΕΠΕ …../5.12.1997). Η εν λόγω εταιρεία έδρευε αρχικά στο Δήμο Αθηναίων και εν συνεχεία στο Δήμο Κηφισιάς, επί της οδού …………. αρ. ….. Σε εκτέλεση της καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας, ο καλών – ενάγων πρόσφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες του για λογαριασμό της προαναφερόμενης εταιρείας εργαζόμενος επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και με πλήρες ωράριο εργασίας, έναντι μικτού ημερομισθίου που κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 ανερχόταν στο ποσό των 40 ευρώ. Ήδη, όμως, από το Νοέμβριο του ίδιου έτους (2011) η εργασιακή αυτή σχέση διαταράχθηκε, καθώς η εργοδότρια εταιρεία άρχισε να καθυστερεί συστηματικά την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και του καλούντα – ενάγοντα. Το μήνα Σεπτέμβριο δε του έτους 2012 η εργοδότρια εταιρεία, κατ’ εφαρμογή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, επέβαλε στον καλούντα – ενάγοντα να εργάζεται τρεις ημέρες ανά εβδομάδα, για χρονικό διάστημα τριών μηνών, μέχρι τις 31.12.2012, δηλαδή. Παρ’ ότι όμως οι εργαζόμενοι είχαν κατ’ επανάληψη εκθέσει την κατάσταση (της καθυστέρησης καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους) στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, η εργοδότρια, ως άνω, εταιρεία δεν ανταποκρινόταν στη σχετική συμβατική της υποχρέωση, επικαλούμενη ταμειακή δυσχέρεια. Μάλιστα, με την από 20.11.2012 βεβαίωσή του, ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της «………..», βεβαίωσε ότι το συνολικώς οφειλόμενο στον εν λόγω διάδικο (καλούντα ενάγοντα) ποσό ανερχόταν έως και τις 31.10.2012, σε 5.708,33 ευρώ, το οποίο δεν είχε καταβληθεί λόγω αδυναμίας τακτικών πληρωμών του προσωπικού (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 20.11.2012 βεβαίωση του Δ. Συμβούλου της παραπάνω εταιρείας, ………..). Επειδή δε περί το μήνα Νοέμβριο του έτους 2012 οκτώ (8) εργαζόμενοι αυτής, μεταξύ των οποίων και ο καλών – ενάγων είχαν ληξιπρόθεσμες αξιώσεις έναντι της, για δεδουλευμένες αποδοχές (των μηνών Δεκεμβρίου του έτους 2011 καθώς και των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαίου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Οκτωβρίου του έτους 2012) στις 28.11.2012 κοινοποίησαν στην εργοδότρια εταιρεία την από 27.11.2012 εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση, με την οποία διαμαρτυρήθηκαν για την αντισυμβατική συμπεριφορά της, τάσσοντάς της προθεσμία δέκα (10) ημερών, προκειμένου αυτή να τους καταβάλει τα αντιστοίχως οφειλόμενα σε καθέναν τους ποσά και δηλώνοντας της ότι σε περίπτωση που η ταχθείσα προθεσμία παρερχόταν άπρακτη, οι ίδιοι (εργαζόμενοι) θα αποχωρούσαν από τον εργασιακό χώρο, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, με τις εντεύθεν συνέπειες (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 27.11.2012 εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην εταιρεία «………..» δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………../28.11.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου της Αθήνας Κων/νου Λεράκη). Επειδή, όμως, η εταιρεία αυτή δεν συμμορφώθηκε ούτε και τότε, καθώς δεν κατέβαλε τις ως άνω ληξιπρόθεσμες αποδοχές τους, οι προαναφερόμενοι εργαζόμενοι (και ο καλών – ενάγων) επανήλθαν με την από 10.12.2012 νεότερη εξώδικη διαμαρτυρία – δήλωσή τους, η οποία κοινοποιήθηκε στην εταιρεία «………» αυθημερόν, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………./10.12.2012 έκθεσης επίδοσης του αυτού, ως άνω, δικαστικού επιμελητή, δηλώνοντας στην τελευταία ότι επειδή είχε παρέλθει η ταχθείσα κατά τα παραπάνω προθεσμία χωρίς να τους καταβληθεί τίποτα από τα οφειλόμενα, τα οποία ήταν απολύτως αναγκαία για την αντιμετώπιση των βασικών βιοτικών αναγκών τους, προέβαιναν από τότε σε επίσχεση της εργασίας τους, μέχρι να τους καταβληθούν οι οφειλόμενες σε καθέναν τους αποδοχές. Όσον αφορά τον καλούντα – ενάγοντα οι οφειλόμενες αποδοχές ανέρχονταν τότε στο συνολικό ποσό των 7.083,11 ευρώ (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 10.12.2012 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην προαναφερόμενη εταιρεία την 10.12.2012, δυνάμει της προεκτεθείσας έκθεσης επίδοσης). Την ίδια δε ημερομηνία (10.12.2012) ο καλών – ενάγων μαζί με άλλους εργαζόμενους προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Κοιν. Επιθεώρησης Ν. Ιωνίας). Κατά τη συζήτηση της εργατικής αυτής διαφοράς, στις 18.1.2013, ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της επιχείρησης της ανωτέρω εταιρείας αναγνώρισε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις των εργαζόμενων, όπως αυτές περιγράφονταν στις αγωγές που κάποιοι απ’ αυτούς είχαν ασκήσει και οι οποίες υποβλήθηκαν στην εν λόγω υπηρεσία και ζήτησε μία δεκαήμερη παράταση, μέχρι τις 31.1.2013, για την υποβολή συγκεκριμένης πρότασης διακανονισμού εξόφλησης των οφειλών (όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικώς συνταχθέντος υπ’ αριθμ. ………/10.12.2012 Δελτίου Εργατικής Διαφοράς). Ακολούθησε η από 31.1.2013 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση του πληρεξουσίου δικηγόρου της «………», προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εργαζόμενων και του καλούντα – ενάγοντα, με την οποία η ανωτέρω εταιρεία πρότεινε σχέδιο εξόφλησης των οφειλών σε χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών, με μηνιαίες δόσεις – καταβολές, αρχής γενομένης από τις 28.2.2013, οπότε θα καταβαλλόταν το ποσό των 8.000 ευρώ, δηλαδή 1.000 ευρώ σε κάθε εργαζόμενο και εν συνεχεία το ποσό των 625 ευρώ στις 31.3, 30.4, 31.5, 30.6, 31.7, 31.8 και 30.9, αντιστοίχως, με την προοπτική στις 31.10.2013 να τους καταβληθεί το συνολικό ποσό των 7.829,32 ευρώ, σε πλήρη εξόφληση των οφειλών. Με την ίδια δήλωση, η εταιρεία καλούσε τους εργαζόμενους να παύσουν την επίσχεση εργασίας τους και να επιστρέφουν στις θέσεις τους με την υπογραφή του σχετικού συμφωνητικού (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 31.1.2013 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση). Σε απάντηση αυτής, οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο καλών – ενάγων αντέτειναν ότι τους καλούσαν να διακόψουν την επίσχεση εργασίας τους, χωρίς, όμως, να έχει εκλείψει ο δικαιολογητικός λόγος αυτής, δηλώνοντας ότι ήταν διατεθειμένοι να υποχωρήσουν και να διακόψουν την επίσχεση της εργασίας τους με την προϋπόθεση ότι α) θα τους καταβάλλονταν άμεσα το 50%, τουλάχιστον, των ληξιπρόθεσμων αποδοχών τους (δεδουλευμένων και υπερημερίας), β) το υπόλοιπο ποσό θα τους καταβαλλόταν ατόκως σε πέντε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, κατά το χρονικό διάστημα από 28.2.2013 μέχρι και τις 30.6.2013 και γ) για την εξασφάλισή τους, θα αποδέχονταν ισάριθμες και ισόποσες συναλλαγματικές ή άλλου είδους εξασφάλιση, κατά τρόπο που θα προκρινόταν ως προσφορότερος. Στο κείμενο της αυτής, ως άνω, εξώδικης απάντησή τους, οι, εργαζόμενοι αρνήθηκαν ότι γνώριζαν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, επισημαίνοντας ότι κανένας τους δεν εργαζόταν σε θέση ευθύνης ή διεύθυνσης, με αποτέλεσμα να μην διαθέτουν πρόσβαση στα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης και αναφέροντας, παράλληλα, ότι δεν τους είχε γνωστοποιηθεί ούτε εγγράφως αλλά ούτε και προφορικώς κάποιο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η επικαλούμενη από πλευράς της εργοδότριας δυσχέρεια [όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 4.2.2013 (όπως, προφανώς, έχει η σχετική ημερομηνία, και όχι από 4.2.2012, όπως εσφαλμένως, αυτή αναγραφόταν) εξώδικη απάντηση – διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση των εργαζόμενων, μεταξύ των οποίων και του καλούντα – ενάγοντα, κοινοποιηθείσα δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……../6.2.2013 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κων/νου Λεράκη]. Ακολούθως, η εταιρεία «………..» κατέθεσε, αρχικά, την από 23.4.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./……./25.4.2013 αίτηση, με την οποία, επικαλούμενη την από το διάστημα 2009 – 2011 μείωση του κύκλου των εργασιών της, τα αρνητικά ίδια κεφάλαια ύψους 23.585.240,48 ευρώ, σε σχέση με το σύνολο του πάγιου ενεργητικού της, που ανερχόταν, σύμφωνα με τις οικονομικές της καταστάσεις της 31.12.2011 σε 15.486.271,81 ευρώ και επιπλέον την ύπαρξη οφειλών της προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, τις τράπεζες και στους προμηθευτές της, συνολικού ύψους 11.203.961,60 ευρώ, ζήτησε να ανοιχθεί η διαδικασία εξυγίανσης. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε, όμως, ως απαράδεκτη ως προς την εταιρεία «……….», διότι δεν συνοδεύθηκε από έκθεση νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, σύμφωνα με το ν. 3693/2008, όπως κρίθηκε με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. 1297/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Αναφορικά με την εν γένει οικονομική κατάσταση της ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο «………..», με την με αριθμό 49/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατόπιν της από 27.12.2013 αίτησής της, η οποία συνεκδικάστηκε μαζί με τις ασκηθείσες κύριες παρεμβάσεις, κρίθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2009 – 2011 τα ταμειακά διαθέσιμα, οι καταθέσεις (όψεως και προθεσμίας) και τα καθαρά κέρδη προ φόρων της εταιρείας αυτής είχαν πτωτική πορεία, καθώς κατά το έτος 2009 ανέρχονταν στα ποσά των 14.579,58 ευρώ, των 1.009.466,53 ευρώ και των 162.938,69 ευρώ, αντίστοιχα, κατά το έτος 2010 ανέρχονταν στα ποσά των 17.046,24 ευρώ, των 375.903,83 ευρώ και των 93.432,67 ευρώ αντίστοιχα και κατά το έτος 2011 ανέρχονταν στα ποσά των 7.771,69 ευρώ, των 294.046,15 ευρώ και των 18.098,98 ευρώ αντίστοιχα, με αποτέλεσμα αυτή να αντιμετωπίσει ταμειακές δυσχέρειες και έλλειψη ρευστότητας, οι οποίες οδήγησαν στην δημιουργία πλήθους ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο, προς Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, προς τράπεζες αλλά και προς ιδιώτες. Ενδεικτικώς αναφέρονται οι οφειλές της προς το Ι.Κ.Α., ύψους 819.160,26 ευρώ (όπως προέκυπτε από τον από 5.5.2014 πίνακα χρεών οφειλέτη του Ι.Κ.Α.), στην Τράπεζα «………….», ύψους 275.689,70 ευρώ (όπως προέκυπτε από την από 20.2.2014 καταγγελία – όχληση – γνωστοποίηση της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..»), στην τράπεζα «…………», ύψους 413.547,21 ευρώ (όπως προέκυπτε από την από 15.1.2013 εξώδικη δήλωση – καταγγελία και πρόσκληση της τράπεζας αυτής και την υπ’ αριθμ. 23038/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), προς την τράπεζα «……….», ύψους 1.320.392,70 ευρώ (όπως προέκυπτε από τα υπ’ αριθμ. πρωτ. ……………, …………….. και ……………./19.8.2013 έγγραφα της ανωτέρω τράπεζας), προς την εταιρεία «……………», ύψους 1.973.2 64,18 ευρώ (όπως προέκυπτε από την υπ’ αριθμ. 16205/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 27.12.2013 επιταγή προς εκτέλεση, προς την εταιρεία «………….», ύψους 391.877,15 ευρώ (όπως προέκυπτε από την υπ’ αριθμ. 35098/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 8.10.2013 επιταγή προς εκτέλεση). Παράλληλα, σε βάρος της εν λόγω εταιρείας («………..»), είχαν επιβληθεί κατασχέσεις εις χείρας τρίτων για το συνολικό ποσό των 489.264,73 ευρώ (όπως προέκυπτε από το με ημερομηνία 7.9.2012 κατασχετήριο της ……………, το από 4.2.2014 κατασχετήριο της εταιρείας «…………», το από 27.5.2013 κατασχετήριο του …………, το από 5.6.2013 κατασχετήριο του …………, το από 5.12.2013 κατασχετήριο του ………….., το από 17.9.2013 κατασχετήριο των …………. κ.λ.π., το από 20.5.2013 κατασχετήριο των …………. κ.λ.π., το από 30.1.2013 κατασχετήριο της εταιρείας «…………..», το από 14.6.2013 κατασχετήριο της εταιρείας «…………….» και το από 1.11.2013 κατασχετήριο της εταιρείας «……………»), ενώ δυνάμει των υπ’ αριθμ. 9296/2013 και 9297/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) επετράπη στην τράπεζα «…………..» να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί της ακίνητης περουσίας της, μέχρι το συνολικό ποσό των 1.370.000 ευρώ. Με την ίδια, όμως, απόφαση (με αριθμό 49/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) κρίθηκε ότι η περιέλευση της εταιρείας «…………» στην προπεριγραφόμενη κατάσταση οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στις απολήψεις ποσού 2.610.850,10 ευρώ, στις οποίες προέβησαν το έτος 2011 τα μέλη της διοίκησής της (που είχαν ως αποτέλεσμα στον ισολογισμό της χρήσης 2011 το κονδύλι «Γ.ΙΙ.4. Μηχανήματα» να εμφανίζεται αυξημένο και οι απαιτήσεις μειωμένες κατά το εν λόγω ποσό) και οι οποίες κρίθηκαν από τον ορκωτό λογιστή ……………. ότι ενέπιπταν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23 α του Κ.Ν. 2190/1920. Ως προς δε την από 29.4.2014 έκθεση ευρημάτων του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ………….., την οποία προσκόμισε (και προσκομίζει εν προκειμένω η δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη – εκκαλούσα), κρίθηκε ότι αυτή δεν ήταν ικανή να αντικρούσει το προαναφερόμενο πόρισμα, διότι ο έλεγχος που πραγματοποίησε ο τελευταίος αφορούσε αποκλειστικά την επιβεβαίωση των διορθωτικών εγγραφών των κονδυλίων του ισολογισμού της χρήσης 2011, καθώς με αυτές μειώθηκε κατά το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ το κονδύλιο των μηχανημάτων και προσαυξήθηκε αντίστοιχα ο λογαριασμός των απαιτήσεων από όργανα της διοίκησης και δεν επεκτάθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της αιτούσας στο σύνολό τους, σε κάθε δε περίπτωση δεν θεωρήθηκε ότι αποτελούσε έλεγχο ή επισκόπηση σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου ή τα Διεθνή Πρότυπα Ανάθεσης Εργασιών Επισκόπησης. Περαιτέρω, με την αυτή, ως άνω, απόφαση, έγινε δεκτό ότι παρά τις προαναφερόμενες διορθωτικές εγγραφές και τον συμψηφισμό του ποσού των 2.610.850,10 ευρώ με υποχρεώσεις της αιτούσας προς όργανα της διοίκησης συνολικού ποσού 1.404.641,84 ευρώ, τα αποτελέσματα της χρήσης 2011 παρέμειναν επιβαρυμένα με τη δαπάνη των 1.206.208,26 ευρώ, η οποία δεν αναγνωριζόταν και δεν εξέπιπτε από τα έσοδα της εν λόγω εταιρείας («…………..») και ότι, συνεπώς, θα έπρεπε να είχε γίνει φορολογική αναμόρφωση με την υποβολή της φορολογικής δήλωσής της, κατά σύσταση του διενεργούντος τον έλεγχο. Ως προς το συγκεκριμένο θέμα, σε συνέχεια με τα ανωτέρω, με την ίδια απόφαση έγινε επιπλέον δεκτό ότι σε κάθε περίπτωση η προσπάθεια της παραπάνω εταιρείας («………….») να δικαιολογήσει το πόρισμα του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ………… ήταν ανεπαρκής, καθώς ο ιδιοκτήτης του λογιστικού γραφείου που είχε αναλάβει τα λογιστικά ζητήματά της …………., κατέθεσε πως το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ αποτελούσε α) κατά το ποσό των 1.404.000 δάνειο προς αυτήν από τον βασικό της μέτοχο, κ. ………., χωρίς όμως να προσκομίζεται από την εταιρεία αυτή («…………») η σχετική σύμβαση δανείου και β) κατά το υπόλοιπο ποσό παροχή τεχνογνωσίας από τον ως άνω μέτοχο (για την οποία εν συνεχεία υποστήριξε πως ήταν λάθος η λογιστική εγγραφή), χωρίς και πάλι να προσκομίζει η αιτούσα κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει την παροχή τέτοιας τεχνογνωσίας. Ακολούθως, αναφερόμενη ειδικώς στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συστάθηκε και άρχισε να λειτουργεί η δεύτερη καθ’ ης η κλήση – εναγόμενη και εν προκειμένω εκκαλούσα, μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» και με τον διακριτικό τίτλο «………..», η ανωτέρω απόφαση έκρινε ότι η εταιρεία «…………» άσκησε καταχρηστικά την αμέσως προηγούμενη αίτησή της, προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών της, καθώς εκτίμησε ότι εάν τα μέλη της διοίκησής της δεν είχαν προχωρήσει στις προαναφερόμενες απαγορευμένες απολήψεις από το εταιρικό ταμείο – για τις οποίες, όπως σημειωνόταν, δεν δόθηκε κάποια πειστική εξήγηση – και δεν είχε μεθοδευθεί η σύσταση της εταιρείας «……….», η οποία, κατά τις παραδοχές αυτής (ανωτέρω απόφασης), λειτουργεί κάνοντας χρήση των εγκαταστάσεων, των μηχανημάτων, του εξοπλισμού, του πελατολογίου και της τεχνογνωσίας της «…………..» και συνεχίζοντας την εκτέλεση των συμβάσεων αυτής, η τελευταία θα ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις και δεν θα είχε τόσο περιορισμένη ταμειακή ρευστότητα (όπως το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό 49/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας). Εκτός δε των ανωτέρω, η ίδια η εταιρεία «…………..», στην από 27.12.2013 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ………/………./2013 αίτησή της, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ανέφερε ότι στην ιδιοκτησία της συμπεριλαμβάνονταν : 1) μία αυτοτελής ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, δηλαδή μία διώροφη οικία με υπόγειο, που βρίσκεται στο Δήμο …………, στην περιφέρεια ………, στη θέση «……….», επιφάνειας 131,20 τ.μ., 2) ένα ημιτελές κατά τον τίτλο βιομηχανικό κτίριο, αποτελούμενο από Α’ και Β’ όροφο, συνολικής επιφάνειας 1.871,61 τ.μ., κτισμένο επί οικοπέδου έκτασης 2.087,43 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση «………..» ……….., 3) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 308,62 τ.μ., με λυόμενη οικία επιφάνειας 20,30 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο …….., στην θέση «………….» …………, επί της οδού …………., 4) δύο αγροτεμάχια, έκτασης 292,40 τ.μ. το καθένα, τα οποία βρίσκονται στο Δήμο …………. στη θέση «……….» ……….., το πρώτο επί της οδού ………. και το δεύτερο επί της οδού ……….., 5) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 290 τ.μ. που βρίσκεται στην θέση «……….» …………. επί της οδού ………… και 6) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 564,80 τ.μ. που βρίσκεται στην θέση «…………» …………. επί της οδού …………. (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 27.12.2013 αίτηση δήλωσης παύσης πληρωμών – αίτηση πτώχευσης κατ’ άρθρο 3 του ν. 3588/2007). Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει ότι ακόμη κι αν η εταιρεία «………….» αντιμετώπιζε προβλήματα ταμειακής δυσχέρειας, εντούτοις, θα μπορούσε να τα είχε περιστείλει, αφού, βάσει των όσων παραπάνω αποδείχθηκαν, διατηρούσε απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησής της, από την διεκδίκηση των οποίων σε συνδυασμό με την ρευστοποίηση τμήματος της ακίνητης περιουσίας της, θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις των εργαζομένων της, τουλάχιστον, μεταξύ των οποίων και αυτών που αφορούσαν τις ανωτέρω, ήδη υφιστάμενες, οφειλές της προς τον καλούντα – ενάγοντα. Όσον αφορά αυτές (υφιστάμενες προς τον καλούντα – ενάγοντα οφειλές), πρωτοδίκως προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι είχαν ήδη καταβληθεί προς τους αρμόδιους φορείς οι παρακρατηθείσες και αναλογούσες στον καλούντα – ενάγοντα ασφαλιστικές εισφορές καθώς και ο φόρος των μισθωτών υπηρεσιών, σύμφωνα με τα επί μέρους ποσά που παρατέθηκαν στις προτάσεις που είχαν υποβληθεί στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης από πλευράς των τότε εναγόμενων εταιρειών, τα οποία (επί μέρους ως άνω ποσά) υπολογίζονταν στο συνολικό ποσό των 3.983,71, όπου περιλαμβάνονταν καταβολές, που, κατά τον οικείο ισχυρισμό, αφορούσαν, εκτός από το χρονικό διάστημα του μηνός Δεκεμβρίου 2011 καθώς και των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Οκτωβρίου του έτους 2012, το δώρο εορτών Χριστουγέννων 2011, το επίδομα άδειας του ίδιου έτους (2011), το δώρο εορτών Πάσχα του έτους 2012 και το επίδομα άδειας του αυτού έτους (2012). Για την απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού, περί πραγματοποίησης, δηλαδή, επί μέρους καταβολών ποσών : 846.69 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011, 238,82 ευρώ για το δώρο εορτών Χριστουγέννων 2011, 50,99 ευρώ για το επίδομα άδειας του έτους 2011, 365,65 ευρώ για το μήνα Μάρτιο του έτους 2012, 309,01 ευρώ για το μήνα Απρίλιο του έτους 2012, 170,64 ευρώ για δώρο Πάσχα του έτους 2012, 294,85 ευρώ για το μήνα Μάιο του έτους 2012, 294,85 ευρώ για το μήνα Ιούνιο του έτους 2012, 309 ευρώ για το μήνα Ιούλιο του έτους 2012, 133,27 ευρώ για το επίδομα άδειας του έτους 2012, 280.69 ευρώ για το μήνα Αύγουστο του έτους 2012, 139,43 ευρώ για το μήνα Οκτώβριο του έτους 2012, 139,44 ευρώ για το μήνα Νοέμβριο του έτους 2012, 139,44 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 και 270,94 ευρώ για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2012, οι αρχικώς εναγόμενες ως άνω εταιρείες παρέπεμψαν στις σχετικώς επικληθείσες από πλευράς τους αποδείξεις φόρου μισθωτών υπηρεσιών με αρ. σχετικού 10 και καταβολής στο Ι.Κ.Α. με αριθμό σχετικού 10 α. Πλην όμως, οι αριθμοί των επικαλούμενων ως προσκομιζόμενων ως άνω αποδείξεων, δεν αντιστοιχούν σε τέτοιου είδους έγγραφα, ενώ η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό σχετικού 76 εκτύπωση λογαριασμού ασφαλισμένου του καλούντα – ενάγοντα, αφορά μεταγενέστερη των ως άνω καταβολών χρονική περίοδο – και συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 και μετέπειτα. Κατόπιν αυτών, ο αμέσως προηγούμενος ισχυρισμός, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με αντίστοιχο λόγο της κρινόμενης έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι παρά τις ανωτέρω ενέργειες στις οποίες προέβη ο καλών – ενάγων, για την απόληψη των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του και την προσπάθεια των μερών να προέλθουν σε συμφωνία προκειμένου ο εν λόγω διάδικος αλλά και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι να επιστρέφουν στις θέσεις εργασίας τους, η εταιρεία «………….» εξακολούθησε να μην καταβάλλει αλλά και να μην εξασφαλίζει την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων της. Από την πλευρά του, ο καλών – ενάγων, πέραν της επί μακρό χρονικό διάστημα καθυστέρησης των αποδοχών του και της επικαλούμενης από πλευράς της εργοδότριάς του οικονομικής δυσπραγίας, ούτε λόγω της ειδικότητάς του, η οποία αντικειμενικά δεν είχε καμία σχέση με τον οικονομικό τομέα της παραπάνω εταιρείας, αλλά ούτε και καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο ήταν σε θέση να γνωρίζει το πλήθος των ανωτέρω οικονομικών εκκρεμοτήτων της τελευταίας, που, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, δεν οφείλονταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αλλά ούτε και ανέκυψαν αιφνιδιαστικά το έτος 2011. Άλλωστε η σαφής αυτή δήλωση διαλαμβανόταν ήδη στο από 4.2.2013 προαναφερόμενο έγγραφο, το οποίο ο ίδιος (καλών – ενάγων) από κοινού με άλλους εργαζόμενους της «……………» κοινοποίησαν στην τελευταία, δηλώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι προέβαιναν σε επίσχεση της εργασίας τους. Έτσι, ο καλών – ενάγων ως εργαζόμενος, ο οποίος με βάση την εργασιακή σύμβαση ήταν υποχρεωμένος να εκπληρώσει πρώτος την παροχή της εργασίας του, διαβλέποντας ότι η αξίωσή του για την πληρωμή των αποδοχών του κινδύνευε εξαιτίας της ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης της εργοδότριάς του, την οποία ούτε γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει, είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της εργασίας του, μέχρις ότου η εργοδότρια του, ως άνω, εταιρεία, είτε προκατέβαλε τις αποδοχές του, είτε εξασφάλιζε την καταβολή τους (βλ. ΑΠ 314/1982 ΕΕργΔ 41.450, ΑΠ 1412/1986 ΕΕργΔ 46.817). Η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας από τον καλούντα – ενάγοντα πραγματοποιήθηκε κατόπιν επανειλημμένων διαμαρτυριών και του ίδιου προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ανωτέρω εργοδότριάς του εταιρείας, για την καταβολή των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του. Όπως δε προαναφέρεται, ήδη από το έτος 2011 δεν καταβάλλονταν οι δεδουλευμένες αποδοχές, για λόγους ταμειακής δυσχέρειας της εργοδότριάς εταιρείας, όπως κατ’ επανάληψη αναφερόταν, από πλευράς του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας. Παρά την αόριστη αυτή επίκληση και εκτός του γεγονότος ότι ο καλών – ενάγων είχε σταματήσει να αμείβεται για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του, εντούτοις, αυτός εξακολούθησε να εργάζεται με αυτές τις συνθήκες έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012, οπότε, κατά τα παραπάνω, γνωστοποίησε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριάς, ως άνω, εταιρείας, ότι από κοινού με άλλους εργαζομένους της προέβαιναν σε επίσχεση εργασίας, καθώς μέχρι τότε εξακολούθησαν να παραμένουν απλήρωτοι, οι δε οφειλές προς τον αυτόν ανέρχονταν κατά τον ίδιο χρόνο στο συνολικό ποσό των 7.083,11 ευρώ (1.040 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2011, 1.040 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2012, 623,11 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2012, 1.040 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2012, 1.040 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2012, 1.040 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2012, 540 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2012 και 720 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2012 – όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 10.12.2012 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωση εργαζομένων της εταιρείας «………….», μεταξύ των οποίων και του καλούντα – ενάγοντα). Το δικαίωμα δε επίσχεσης αυτού ασκήθηκε νόμιμα, με την αμέσως προηγούμενη σαφή δήλωσή του προς την εργοδότρια εταιρεία, με σκοπό την εξασφάλιση της ικανοποίησης των ως άνω ληξιπρόθεσμων αξιώσεών του και δεν ήταν καταχρηστικό, όπως αβασίμως προβλήθηκε πρωτοδίκως με σχετικό ισχυρισμό που επαναφέρει η εν προκειμένω εκκαλούσα δεύτερη εναγόμενη με αντίστοιχο λόγο έφεσης. Κι αυτό, γιατί αναφορικά με τις οικονομικές της δυσχέρειες, η εταιρεία «…………..» δεν κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να είναι συνεπής προς τους εργαζομένους της και κατ’ επέκταση έναντι του καλούντα – ενάγοντα, καθόσον, πριν προχωρήσει στην υποβολή αίτησης για να ανοιχθεί γι’ αυτήν η διαδικασία εξυγίανσης και εν συνεχεία, διαδοχικώς, στην υποβολή αίτησης για την υπαγωγή της σε καθεστώς πτώχευσης, δεν εκμεταλλεύτηκε ούτε τη σημαντική ακίνητη περιουσία την οποία αυτή διέθετε, συνολικής αξίας 17.000.000 ευρώ, αλλά ούτε και την εξίσου μεγάλου ύψους απαίτησή της σε βάρος των μελών της διοίκησής της, σύμφωνα με όσα κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν, ενέργειες που θα μπορούσαν να περιστείλουν εγκαίρως τις οικονομικές δυσκολίες και να καλύψουν τις εν γένει υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων και αυτές του καλούντα – ενάγοντα σε βάρος της. Όσον αφορά την καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του τελευταίου, αυτή δεν οφειλόταν σε απρόβλεπτες καταστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς, για την εργοδότρια εταιρεία, περιστάσεις, αφού οι οικονομικές δυσχέρεις ανάγονταν στο έτος 2009 και οι συνέπειές τους διατάραξαν την επιχειρηματική της δραστηριότητα ήδη από το έτος 2011. Έκτοτε, προκλήθηκε δυσλειτουργία στην επιχειρηματική πορεία της εταιρείας «………..», την οποία σαφώς επέτεινε η γενικότερη οικονομική κρίση της αγοράς, χωρίς, όμως να την καθιστά αιφνίδια ή απρόβλεπτη. Από την πλευρά του, ο καλών – ενάγων, πριν προβεί στην επίσχεση της εργασίας του, εξάντλησε κάθε άλλο μέσο για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, υπομένοντας να μην αμείβεται για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του, για χρονικό διάστημα που προσέγγιζε σχεδόν το έτος, παρά το γεγονός ότι από το Σεπτέμβριο του έτους 2012 μέχρι και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους του είχε επιβληθεί μονομερώς καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης, με ανάλογη μείωση των αποδοχών του και παρά την δεινή οικονομική κατάσταση, στην οποία ο εν λόγω διάδικος είχε περιέλθει, αφού η εργασία του ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού του. Οι οικονομικές δε δυσχέρειες της εταιρείας «……….» δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσουν την αξίωσή της να εξακολουθεί ο καλών – ενάγων να παρέχει την εργασία του για λογαριασμό της, χωρίς να του καταβάλλονται οι αντίστοιχες νόμιμες αποδοχές του, καλύπτοντας, έτσι, η ίδια τις ανάγκες της σε εργατικό δυναμικό, ώστε να μπορεί αυτή (εργοδότρια εταιρεία) να συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η πρόκληση συγκεκριμένης δυσανάλογης ζημίας στην επιχείρηση της εταιρείας «…………» από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας εκ μέρους ομάδας των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και του καλούντα – ενάγοντα, σε σύγκριση μάλιστα με το πλήθος των οικονομικών εκκρεμοτήτων που η συγκεκριμένη εταιρεία αντιμετώπιζε, κατά τα ανωτέρω, το ίδιο χρονικό διάστημα. Ενόψει δε των ανωτέρω, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας από πλευράς του καλούντα – ενάγοντα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, καθώς δεν υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και συνεπώς, ο σχετικώς προβληθείς πρωτοδίκως και επαναφερόμενος με αντίστοιχο λόγο έφεσης ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συνεπεία δε του νομίμως ασκηθέντος δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας του, ο καλών – ενάγων δεν κατέστη υπερήμερος ο ίδιος, αλλά, αντιθέτως, η εργοδότρια, ως άνω, εταιρεία, η οποία είχε την υποχρέωση, όσο διαρκούσε η υπερημερία της, να πληρώνει στο συγκεκριμένο εργαζόμενό της τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά. Η επίσχεση εργασίας από πλευράς του καλούντα – ενάγοντα εξακολουθούσε να διαρκεί στις 14.5.2013, καθόσον η εταιρεία «………….» συνέχισε μέχρι και τότε να μην του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του. Τότε, η προαναφερόμενη εταιρεία με την από 13.5.2013 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον καλούντα – ενάγοντα στις 14.5.2013, επικαλούμενη ότι ο τελευταίος, αδιαφορώντας για τα αποδεδειγμένα σοβαρά οικονομικά προβλήματά της, προέβη αναίτια και απρόκλητα σε μία δυσφημιστική εκστρατεία κατ’ αυτής, με αναρτήσεις δυσφημιστικών σχολίων σε διαδικτυακούς χώρους, διαδίδοντας ψευδή και- αναληθή γεγονότα για την ίδια (εργοδότρια εταιρεία) και προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να βλάψει την φήμη της αλλά και την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτή, του ανακοίνωσε ότι για τους παραπάνω λόγους υπέβαλε εναντίον του (καλούντα – ενάγοντα) την από 10.5.2013 με Α.Β.Μ. …………./………. μήνυση – έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση (κατά τα άρθρα 362 και 363 του ΠΚ) ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, συνεπεία της οποίας απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεώς του, καταγγέλοντας, έτσι, τη μεταξύ αυτών καταρτισθείσα κατά τα ανωτέρω σύμβαση εργασίας, χωρίς, πράγματι να καταβάλει στον καλούντα – ενάγοντα αποζημίωση (όπως προκύπτει από το κείμενο της επικαλούμενης και προσκιμιζόμενης από 13.5.2013 εξώδικης δήλωσης – καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της εταιρείας «…………..»). Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι, εφόσον ως ελάττωμα της γενόμενης κατά τα ανωτέρω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του καλούντα – ενάγοντα προβλήθηκε η καταχρηστική άσκηση του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την ενοχή ή την αθωότητα του τελευταίου, σε σχέση με την αποδοθείσα σ’ αυτόν κατηγορία και έχει πλήρη ευχέρεια, όχι μόνο να ερευνήσει εάν η ανωτέρω καταγγελία είναι καταχρηστική – όπως υποστηρίχθηκε – αλλά και να υπεισέλθει παρεμπιπτόντως στην έρευνα της τέλεσης ή όχι της αξιπόποινης αυτής πράξης, πριν ακόμη επιληφθεί αυτής το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται σχετικώς στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Στα πλαίσια δε της έρευνας αυτής, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι, ενώ η από 9.5.2013 έγκληση – μήνυση στράφηκε εναντίον έξι (6) εργαζομένων της εταιρείας «………….», μεταξύ των οποίων και σε βάρος του καλούντα – ενάγοντα, με αιτιάσεις που αφορούσαν στην διάδοση ατιμωτικών σχολίων κατά των φυσικών προσώπων της εργοδοτριας και συγκεκριμένα κατά του τότε εκπροσώπου της, …………, από πλευράς μίας ομάδας εργαζομένων της επιχείρησης αυτής, που φερόταν να έχει επιδοθεί σε μία δυσφημιστική εκστρατεία κατ’ αυτής, με αναρτήσεις δυσφημιστικών σχολίων σε διαδικτυακούς χώρους, και, παράλληλα, με παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των εκπροσώπων της καθώς και των επαγγελματικών απορρήτων της, εντούτοις, από κανένα ασφαλές αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να συνδέσουν τις αποδοθείσες κατά τα ανωτέρω κατηγορίες με το πρόσωπο ειδικά του καλούντα – ενάγοντα. Ανεξαρτήτως δε του ότι ως χρόνος τέλεσης του επικληθέντος από πλευράς της εταιρείας «………..» σε βάρος της ως άνω αδικήματος, φέρεται το διάστημα Μαρτίου και Απριλίου του έτους 2013 – όπως προκύπτει και από το με ημερομηνία 26.7.2013 υπόμνημα που η συγκεκειμένη εταιρεία κατέθεσε ενώπιον της πταισματοδίκη Χαλανδρίου – πριν, δηλαδή, τις 31.8.2013, που τίθεται ως χρονικό όριο για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 α του ν. 4198/2013, σύμφωνα με την οποία το αξιόποινο αυτής παραγράφεται εκ του νόμου και παύει η ποινική δίωξη, δεν αποδείχθηκε ότι για τις αναρτήσεις στο διαδίκτυο ενέχεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο συγκεκριμένα ο καλών – ενάγων. Ειδικότερα, πέραν των όσων αορίστως υποστηρίχθηκαν από πλευράς της εταιρείας αυτής [αναφορές, δηλαδή, γενικές σε εργαζόμενους από τους οποίους η ίδια φέρεται να έλαβε γνώση των προσώπων των υπαιτίων αυτών (αναρτήσεων), χωρίς, όμως αυτοί (εργαζόμενοι), από τους οποίους αντλήθηκαν οι πληροφορίες, να κατονομάζονται], και εκτός του ότι, οι επίμαχες αναρτήσεις, αφ’ ενός μεν, στην πλειοψηφία τους, αφορούσαν σε κρίσεις για τις πραγματοποιηθείσες στις 29.3.2013 απολύσεις εργαζόμενων της «………….», που χαρακτηρίστηκαν ως εκδικητικές, αφ’ ετέρου, όσον αφορά αυτές που απεικόνιζαν ένα γάιδαρο και τις φράσεις : «Να’ μαι και γω!! Άργησα ε ??? Είμαι γαϊδούρι…Το ξέρω! Πολύ καλησπέρα !!!», «Είμαι γαϊδούρι…Το ξέρω! Πολύ καλησπέρα !!!», ούτε από το ίδιο το περιεχόμενό τους, αλλά ούτε και από άλλα σημεία τους, αποδεικνύεται ότι αφορούσαν το πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας «…………», δεν κατέστη κατά τα λοιπά δυνατόν να εξακριβωθεί η ταυτότητα του συντάκτη (ή των συντακτών) τους, καθόσον πρόκειται για ανυπόγραφα κείμενα, το περιεχόμενο των οποίων θα μπορούσε να έχει συνταχθεί από οποιονδήποτε. Σε κάθε περίπτωση, ο καλών – ενάγων δεν συμπεριλαμβανόταν τότε, αντικειμενικά, στους απολυθέντες υπαλλήλους της παραπάνω εταιρείας, ενώ δεν ήταν ο μοναδικός που κατά το ίδιο διάστημα εξακολουθούσε να συνεχίζει την επίσχεση εργασίας. Βάσει των στοιχείων αυτών, αποδεικνύεται ότι η γενόμενη κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του καλούντα – ενάγοντα, που έγινε με το πρόσχημα της υποβολής σε βάρος του τελευταίου της παραπάνω έγκλησης, στην πραγματικότητα είχε ως απώτερη αιτία τις ενέργειες στις οποίες κατά τα ανωτέρω προέβη ο καλών ενάγων, προκειμένου να προασπίσει τα εργασιακά του δικαιώματα και συγκεκριμένα την άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης της εργασίας του, για τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του και την επ’ αφορμής αυτών προηγούμενη προσφυγή του στην αρμόδια Επιθώρηση Εργασίας. Κατά συνέπεια, η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη και δεν παρήγαγε έννομες συνέπειες για τον εν λόγω διάδικο. Εμμένοντας δε στην ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης ο καλών – ενάγων επέλεξε το δικαίωμά του να ζητήσει του μισθούς υπερημερίας του διαδραμόντος έκτοτε χρονικού διαστήματος. Εφόσον, επομένως, με την αγωγή του, ο εν λόγω διάδικος επικαλέστηκε και απέδειξε τη γενόμενη άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η πραγματοποιηθείσα κατ’ αυτόν τον τρόπο καταγγελία υποδηλώνει την άρνηση της εργοδότριάς του, ως άνω, εταιρείας να δεχθεί στο μέλλον τις προσφερόμενες εκ μέρους του υπηρεσίες. Ως εκ τούτου η εταιρεία «…………..», έχοντας καταστεί έκτοτε υπερήμερη ως προς την μη αποδοχή της εργασίας του καλούντα – ενάγοντα, που απολύθηκε άκυρα, υποχρεούνταν να του καταβάλει για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, τις αποδοχές, που αυτός ελάμβανε κατά το χρόνο της απόλυσής του. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ……….. είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και μηχανικός Η/Υ του ΕΜΠ, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στα Τεχνοοικονομικά Συστήματα Τεχνολογίας (ΕΜΠ) και έχει εκπονήσει διδακτορική διατριβή με τίτλο «Εφαρμογές Πληροφορικής/Προηγμένες τεχνικές εξατομίκευσης ανάκτησης πολυμεσικής ή και υπερμεσικής πληροφορίας» (ΕΜΠ). Παράλληλα έχει παρακολουθήσει πρόγραμμα σπουδών FINANCE FOR SENIOR EXECUTIVES στο EXECUTIVE ECUCATION HARVARD BUSINESS SCHOOL και διαθέτει Μ.Ε.Κ. σε ήλεκτρομηχανολογικά, υδραυλικά υπό πίεση καθώς και σε βιομηχανικά – ενεργειακά έργα. Λόγω του αντικειμένου των σπουδών της, που συνέπιπτε με αυτό της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας «………………», ξεκίνησε να εργάζεται στην τελευταία, στην αρχή ως μελετητής και σχεδιαστής των πινάκων χαμηλής και μέσης τάσης που η τελευταία κατασκεύαζε καθώς και ως υπεύθυνη ποιότητας (150) των προϊόντων και υπηρεσιών της, ενώ εν συνεχεία ανέλαβε την εποπτεία των πωλήσεων και των έργων που η εν λόγω εταιρεία («………….») αναλάμβανε για λογαριασμό ιδιωτικών και δημοσίων φορέων (κατασκευή και προμήθεια τηλεπικοινωνιακού υλικού, ηλεκτροπαρχικών προϊόντων και συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας) καθώς και την εποπτεία των δικτύων πωλήσεων Ελλάδας, Αλβανίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Σλοβενίας. Παράλληλα, η ……… ήταν βασική μελετητής της εταιρείας αυτής καθώς εκπονούσε για λογαριασμό αυτής έργα και μελέτες. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και με τον διακριτικό τίτλο «…………..», συστήθηκε το έτος 1997 και το πρώτο Διοικητικό της Συμβούλιο αποτελούνταν από τους : α) …………, β) …………….., γ) ………….., δ) …………… και ε) ………….. Σκοπός της εν λόγω εταιρείας ήταν :1) η ανάπτυξη, μελέτη, έρευνα, κατασκευή, επεξεργασία, παραγωγή, συναρμολόγηση, τροποποίηση, επισκευή και συντήρηση κάθε είδους ηλεκτρολογικού, ηλεκτροβιομηχανικού, ηλεκτρονικού και επικοινωνιακού υλικού και εξοπλισμού, 2) η εκπόνηση μελετών, η εγκατάσταση και τοποθέτηση, η παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης (service) για κάθε είδους ηλεκτρολογικό, ηλεκτροβιομηχανικό, ηλεκτρονικό και επικοινωνιακό υλικό και εξοπλισμό, 3) η ανάληψη και εκτέλεση έργων από Δημόσιους ή Ιδιωτικούς φορείς στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, η συμμετοχή σε διαγωνισμούς του Δημοσίου για την ανάδειξη εργοληπτών, προμηθευτών ή χορηγών για τα αντικείμενα ή τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στους εταιρικούς σκοπούς καθώς και την εκτέλεση τέτοιων έργων προμήθειας, 4) η διενέργεια διανομών, εισαγωγών και εξαγωγών των ανωτέρω ειδών και η αντιπροσώπευση οίκων της ημεδαπής και της αλλοδαπής που κατασκευάζουν ή και εμπορεύονται τα ανωτέρω είδη, 5) η δημιουργία ηλεκτροπαροχικών και ηλεκτροπαραγωγικών συγκροτημάτων – μονάδων, με την απορρέουσα από αυτά πάσης φύσεως παροχή υπηρεσιών και προϊόντων καθώς και η συμμετοχή και συνεργασία με οποιοδήποτε τρόπο σε εταιρείες ή επιχειρήσεις που υφίστανται ή θα ιδρυθούν μελλοντικά, ημεδαπές ή αλλοδαπές, που έχουν τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό, τηρουμένων των διατάξεων του ν. 2244/94. Για την επίτευξη των πιο πάνω σκοπών η εταιρεία μπορούσε :1) να συμμετέχει σε οποιαδήποτε επιχείρηση ή κοινοπραξία με όμοιο ή παραμφερή σκοπό, οποιουδήποτε εταιρικού τύπου, 2) να συνεργάζεται με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με οποιονδήποτε τρόπο και 3) να ιδρύει υποκαταστήματα ή πρακτορεία ή γραφεία οπουδήποτε (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ ………/5.12.1997). Έκτοτε, η ………… διετέλεσε Αντιπρόεδρος της εταιρείας αυτής, (όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ΦΕΚ τ.ΑΕ και ΕΠΕ με αρ. φυλ. ………/4.3.1998, …………/20.10.2004, ………/3.8.2007 και ………/17.8.2012). Η εταιρεία αυτή, λόγω της φύσης των παρεχόμενων εκ μέρους της, ως άνω, υπηρεσιών, για την άσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων της καθώς και για την επίτευξη, κατ’ επέκταση, των ως άνω σκοπών της, στηριζόταν, κυρίως, στο απασχολούμενο για λογαριασμό της προσωπικό, που διέθετε την προς το σκοπό αυτό εξειδικευμένη κατάρτιση και εκπαίδευση καθώς και σε πολυάριθμο άλλο προσωπικό που ήταν επιφορτισμένο με την διεκπεραίωση των απαιτούμενων για την υποστήριξη των διοικητικής φύσεως λειτουργικών αναγκών της (γραμματειακή υποστήριξη, λογιστική υπηρεσία κ.λ.π.) αλλά και σε εργάτες (ηλεκτροτεχνίτες, χειριστές κλαρκ, καθαρίστριες κ.λ.π.), όπως προκύπτει από τον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πίνακα προσωπικού της ανωτέρω εταιρείας, κατατεθειμένο με αριθμ. πρωτ. ………../13.11.2013, όπου αποτυπώνεται το εργαζόμενο για λογαριασμό της προσωπικό, που αριθμούσε 39 συνολικά άτομα, ανά ειδικότητα, ωράριο και αποδοχές). Στα πλαίσια των ασκούμενων εκ μέρους της, ως άνω, δραστηριοτήτων, η εταιρεία αυτή («…………») συνεργαζόταν τόσο με φορείς του δημοσίου όσο και με ιδιωτικούς- φορείς, συνάπτοντας είτε διαρκείς συμβάσεις συνεργασίας, είτε συμβάσεις έργων. Μεταξύ των πελατών αυτής συμπεριλαμβάνονταν Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, Ανώτερα Τεχνολογικά Ιδρύματα, Υπουργεία, επιχειρήσεις και οργανισμοί, ξενοδοχεία, τεχνικές κατασκευαστικές εταιρείες, με κυριότερους εταιρείες, όπως οι …………, ……………, …………….., …………….., …………, ……………, …………….., ……………, ……………, ……………, ………….., ……………., ……………., ……………, ………………… Επιπλέον είχε καταρτίσει συμβόλαια συντήρησης με τις εταιρείες ……………., ……………, ……………, …………., ενώ είχε αναλάβει έργα σε μεγάλες εγκαταστάσεις (εργοστάσιο αργίλου …………, εργοστάσιο ……….. Λαμία, ………… Θεσσαλονίκης, Λάρισας και Παλλήνης, ……….. Μεταμόρφωσης, …………, ……….. Θήβας), σε βιολογικούς καθαρισμούς (αντλιοστάσιο ………., ……….., …………., …………., ………., ………, …………), σε νοσοκομεία (……….., ……………., …………., ……………., Κλινική …….., Κλινική ………., ………….., …………., ……………., ………….. «…………»), σε σταθμούς ΗΣΑΠ καθώς και σε ολυμπιακά έργα (…………. «………», ………….. (…..), …………, …………., …………., κολυμβητήρια …………., ………… κ.α.). Η διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας, τόσο τυπικά, όσο και ουσιαστικά ανήκε ανέκαθεν στο …………. (πατέρα της ………..), ο οποίος ασχολούνταν με την εν γένει διαχείριση των υποθέσεών της, μέχρις ότου αυτός αποσύρθηκε, για λόγους υγείας, το έτος 2013. Το έτος 2014 ο ……….. απεβίωσε. Ήδη, όμως, από το έτος 2013 η προαναφερόμενη κόρη του (……….) αναμίχθηκε ενεργά με τις υποθέσεις της εταιρείας αυτής, η οποία, ήδη τότε αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Τον ίδιο χρόνο (το έτος 2013, δηλαδή) συστήθηκε η δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και με τον διακριτικό τίτλο «……..». Το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής αποτελούνταν από τους : 1) ……….., 2) ………….. του ………….., ως Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο και 3) …………..του ………… Οι σκοποί της εταιρείας αυτής, που έδρευε, όπως και η εταιρεία «…………..», επί της οδού ……….., στο Δήμο ………. Αττικής, ταυτίζονταν απολύτως με αυτούς της τελευταίας (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ΦΕΚ τΑΕ – ΕΠΕ και ΓΕ.ΜΗ. με αρ. ………/8.8.2013). Επισήμως, το έτος 2014 η συγκεκριμένη εταιρεία φαινόταν να απασχολεί μόνο δύο εργαζόμενους, ονόματι …………… και …………., ως υπαλλήλους γραφείου (όπως προκύπτει από τον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμ. πρωτ. καταθ. ………/10.6.2014 πίνακα προσωπικού της εν λόγω εταιρείας – δεύτερης εναγόμενης και εν προκειμένω εκκαλούσας). Η εν λόγω διάδικος (δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα) από την πλευρά της υποστήριξε επιπλέον ότι κανένας εργαζόμενος δεν μεταφέρθηκε από τη μία εταιρεία στην άλλη καθώς, εκτός μεμονωμένης περίπτωσης που αυτή χρησιμοποίησε εργαζόμενους της εταιρείας «…………» με δύο συμβάσεις δανεισμού, διάρκειας από την 9.10.2014 μέχρι τις 31.12.2014 η πρώτη και από 1.1.2015 έως 30.6.2015 η δεύτερη, η ίδια δεν είχε κανένα λόγο να τους απασχολήσει, αφού, από την ίδρυσή της και επί τρεις μήνες, δεν πραγματοποιούσε εισπράξεις και δεν αναλάμβανε έργα, ενώ για μικρής εμβέλειας έργα, μέχρι το Μάρτιο του έτους 2014 καλυπτόταν με εξωτερικούς συνεργάτες, συμπληρώνοντας ότι μέχρι να δημιουργήσει πλήρες δίκτυο εξωτερικών συνεργατών, τον Οκτώβριο του έτους 2014 κατέφυγε στον δανεισμό εργαζόμενων από την «………….», με τη λήξη του οποίου (δανεισμού), έληξε και η οποιαδήποτε σχέση με τους εργαζόμενους αυτούς. Όπως ήδη αναφέρθηκε, όμως, λόγω του σκοπού και της ασκούμενης εκ μέρους της «…………….» δραστηριότητας, το προσωπικό στο οποίο αυτή στηριζόταν για την επίτευξη των σκοπών της, ήταν, προεχόντως, εκείνο που ήταν εφοδιασμένο με τις απαιτούμενες για τα ως άνω αντικείμενα εξειδικευμένες γνώσεις και κατάρτιση. Για τον ίδιο λόγο, προσωπικό ανάλογων προσόντων, ήταν αυτό που θα αποτελούσε το βασικό δυναμικό για την λειτουργία και την επίτευξη των στόχων και της νεοσύστατης ως άνω εταιρείας. Εκτός, όμως, του ότι η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα δεν διευκρινίζει τις ιδιότητες που είχε το προσωπικό που αυτή απασχόλησε με δανεισμό από την εταιρεία «…………..», γεγονός είναι ότι, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……./10.2.2014 απόφασης του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου …….., η εν λόγω διάδικος (δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα) ανέλαβε την πραγματοποίηση ηλεκτρολογικών εργασιών επισκευής και ελέγχου καλής λειτουργίας και διασύνδεσης με το σύστημα διαχείρισης ελέγχου του κτιρίου του οικείου νοσοκομείου, που είχε ήδη εγκαταστήσει η εταιρεία «………….» ως διάδοχος – όπως εκεί χαρακτηριζόταν – της τελευταίας (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. …../10.2.2014 ως άνω απόφαση), κάτι που θα ήταν ανέφικτο αν η ………….. δεν είχε μεταφέρει την τεχνογνωσία της «………….» και δεν είχε απασχολήσει, ως νεοσύστατη, εξειδικευμένο προσωπικό της τελευταίας. Εκτός δε της προηγούμενης σύμβασης, η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα εταιρεία μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα από τη σύστασή της, ανέλαβε και άλλα έργα με φορείς του δημοσίου αλλά και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα 1) σύμβαση ανάθεσης προμήθειας τροφοδοτικών για τον Τηλπ/κό Σταθμό ………… (υπ’ αριθμ. πρωτ. ………../………/………../9.12.2013), 2) υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../9.5.2014 απόφαση έγκρισης δαπάνης – εντολής πληρωμής της Δημοτικής Επιχείρησης …………. (………….. ), 3) υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./9.5.2014 απόφαση Γενικού Διευθυντή της Δημοτικής Επιχείρησης ……….., 4) υπ’ αριθμ. πρωτ. Οικ. : …………/7.7.2014 απόφαση της Αντιπεριφερειάρχη της Περιφέρειας ………, 5) …..° πρακτικό της 20ης Νοεμβρίου 2014 Έκτακτης Συνεδριάσεως του Δ.Σ, του Γενικού Νοσοκομείου ………. «……….», 6) υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/17.12.2014 απόφαση ανάληψης υποχρέωσης του Γενικού Νοσοκομείου ………. για την προμήθεια UPS από την δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα, 7) απόσπασμα πρακτικού της Συγκλήτου του …………… Πανεπιστημίου Αθηνών (υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/17.12.2014) για την έγκριση της κατακύρωσης του πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού για την «Προμήθεια νέου Η/Ζ για τις ανάγκες του Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Υδροβιολογίας» στην ως άνω διάδικο (δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα). Το γεγονός δε ότι η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα ανέλαβε ως διάδοχος της εταιρείας «………….» τις εργασίες επισκευής και ελέγχου καλής λειτουργίας και διασύνδεσης με το σύστημα διαχείρισης κτιρίου του συστήματος ελέγχου των δύο σε παράλληλη λειτουργία ηλεκτροπαραγωγών ζευγών Κεντρικού Κτιρίου Γ.Ν. ………… καθώς και η ανάληψη εκ μέρους αυτής (δεύτερης εναγόμενης εκκαλούσας) των αμέσως προηγούμενων έργων, με αποτέλεσμα η εν λόγω διάδικος να είναι σε θέση να πραγματοποιεί, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αφόρου συστάθηκε, κύκλο εργασιών με κέρδη της τάξης του 1.000.000 ευρώ, όπως η ίδια συνομολογεί, αποδυναμώνει τον ισχυρισμό της περί απασχόλησης εκ μέρους της μόνον δύο (2) ατόμων ως τακτικού προσωπικού. Κι αυτό, γιατί ούτε η υλοποίηση των παραπάνω έργων θα ήταν εφικτή με το περιορισμένο – μέχρι το έτος 2014, τουλάχιστον – ως άνω προσωπικό, που, πέραν των ιδιοτήτων αυτού, ως υπαλλήλων γραφείου, δεν αποδεικνύεται ούτε το αντικείμενο των καθηκόντων του, ούτε ο τομέας της εξειδίκευσής του. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα κατάσταση εξωτερικών συνεργατών της, η οποία, πέραν της παράθεσης εταιρειών που δραστηριοποιούνται και σε διαφορετικά με αυτή αντικείμενα (π.χ. και ενδεικτικώς εταιρεία ταχυμεταφορών ……….), στερείται οποιουδήποτε άλλου προσδιορισμού, ικανού να συνδέσει το κυρίως εκτελούμενο απ’ αυτήν (δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα) έργο, με το έργο των εμφαινόμενων στον ανωτέρω κατάλογο εταιρειών. Ούτε όμως και το γεγονός ότι η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα χρησιμοποιούσε εξωτερικούς συνεργάτες για την υλοποίηση των αναλαμβανόμενων από πλευράς της έργων αναιρεί το γεγονός της ανάγκης ύπαρξης εξειδικευμένου τακτικού προσωπικού, που αποτελούσε τον κορμό των εργασιών της μελέτης, του σχεδιασμού και του συντονισμού των συναφών έργων, έτσι ώστε τα συναφώς επικαλούμενα και προσκομιζόμενα υπ’ αριθμ. …../7.12.2015, ………./19.6.2014, ……../16.7.2016, ……./21.6.2016, ……../4.6.2015, ………./22.6.2016, …./18.6.2014, ……./8.8.2014, ……./29.9.2015, ……./29.9.2015, ……./1.7.2015, ………/17.4.2015, ……./14.12.2015, …../14.12.2015, …../1.10.2015, …./7.2.2014, …../9.7.2014, …./8.4.2014, …./31.12.2014, …/30.7.2015, ……/12.7.2014 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, για ποσά που κυμαίνονταν μέχρι τα 4.182 ευρώ και αφορούν μεμονωμένες εργασίες και προμήθειες υλικών, να μην θεωρούνται κρίσιμα και να μην ανατρέπουν τα ανωτέρω αποδειχθέντα. Ως προς αυτά συνηγορεί το γεγονός ότι, από τη σύστασή της ήδη, η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα, για την επίτευξη των σκοπών της, απασχολούσε ειδικευμένο και υψηλά καταρτισμένο προσωπικό ειδικοτήτων μηχανικών ΑΕΙ και ΤΕΙ, διοικητικό προσωπικό, εξειδικευμένους τεχνίτες και εργάτες, όπως και η ίδια διατεινόταν στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σχετικώς απόσπασμα της ιστοσελίδας της στο διαδίκτυο. Ενδεικτικά, παράδειγμα τέτοιας (άτυπης) απασχόλησης προσωπικού συνιστά ο εργαζόμενος ονόματι …………, που ενώ απασχολούνταν για λογαριασμό της εταιρείας «………..», εντούτοις υποβάλλει εξοδολόγια με αριθμούς …, …, …, …, …, …, …/2014 και …, …, …, …, …, …, …, … και …/2015 στην δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα (όπως προκύπτει από τα σχετικώς επικαλούμενα και προσκομιζόμενο εκ μέρους του ενάγοντα – εφεσίβλητου εξοδολόγια). Ανεξαρτήτως δε, της τυπικής έννομης σχέσης, την οποία η νόμιμη εκπρόσωπος αυτής (δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας) επέλεξε για την απασχόληση του παραπάνω προσωπικού ή ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε καν τέτοια, το ότι εξειδικευμένο προσωπικό της «………..», που ήταν και ο κορμός της λειτουργίας της, εργάστηκε για λογαριασμό και της δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας, μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2014, τουλάχιστον, η εν λόγω διάδικος, εκτός των παραπάνω, το συνομολόγησε και η ίδια. Επιπλέον, αυτή, χρησιμοποιώντας την ίδια με την «…………» οργάνωση, εξακολούθησε να ασκεί όμοια με την τελευταία επιχειρηματική δραστηριότητα, απευθυνόμενη σε πελάτες που ενέπιπταν στον κύκλο ενδιαφέροντος της προαναφερόμενης εταιρείας (φορείς Δημοσίου αλλά και ιδιωτικούς φορείς) και με τους οποίους, βάσει των καταστατικών της σκοπών, μπορούσε να συμβληθεί είτε με διαρκείς συμφωνίες, είτε με συμβάσεις έργου. Προκειμένου δε να ανταπεξέρχεται στις επιχειρηματικές της υποχρεώσεις, η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα εταιρεία χρησιμοποιεί την υλικοτεχνική υποδομή της εταιρείας «………….», καθώς, ανεξαρτήτως της κατάρτισης ή μη σύμβασης μίσθωσης, μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών, τμήματος του ευρύτερου ακινήτου ιδιοκτησίας της «……….», η εν λόγω διάδικος (δεύτερη εναγόμενη – εφεσίβλητη) εδρεύει στο ίδιο με την τελευταία ακίνητο, διαθέτοντας, για την επικοινωνία με τους συναλλασσόμενους μαζί της, τον ίδιο με την εταιρεία εκείνη («……….») τηλεφωνικό αριθμό. Παράλληλα, για τις ανάγκες της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα εταιρεία χρησιμοποιεί τον τεχνολογικό εξοπλισμό που διαθέτει η «…………..» καθώς και οχήματα που ανήκαν στην τελευταία. Η έννομη σχέση, βάσει των οποίων η συγκεκριμένη διάδικος κάνει χρήση των ανωτέρω στοιχείων της «…………..», δεν ασκεί έννομη επιρροή, ούτε παραλλάσσει το γεγονός ότι οι παρεχόμενες εκ μέρους της ανωτέρω υπηρεσίες καθώς και η παραγωγική δραστηριότητα αυτής (δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας) στηρίζονται κατά κύριο λόγο στα προαναφερόμενα μέσα, που διέθετε ή διαθέτει ακόμη η εταιρεία «………». Η ίδια δε διάδικος (δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα εταιρεία), εκδηλώνοντας εμπράκτως τη βούλησή της να συσχετίσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα με αυτή της εταιρείας «……………», εκτός των παραπάνω, ενισχύει το συμπέρασμα αυτό με τα εκτυπωμένα αποσπάσματα της ιστοσελίδας της στο διαδίκτυο, από τα οποία προκύπτει ότι η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα αναφερόταν στο σχεδιασμό, στην παραγωγή και στην διανομή ενός ευρέος φάσματος ενεργειακών/ηλεκτρονικών προϊόντων και λύσεων, στηριζόμενη στην πολυετή τεχνογνωσία της εταιρείας «…………», στο πλούσιο πελατολόγιο που η τελευταία διέθετε καθώς και στην μακρόχρονη πείρα αυτής, με την χαρακτηριστική φράση ότι (η ίδια ως εταιρεία) γεννήθηκε από τα σπλάχνα της «………….» και αυτοπροσδιοριζόμενη, έτσι, ως διάδοχός της. Στην ίδια μάλιστα ιστοσελίδα, η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα εταιρεία, που συστήθηκε, κατά τα ανωτέρω το έτος 2013, ανέφερε επιπλέον και τη σύμβαση που είχε συνάψει η «………….» με την εταιρεία «…………..» (………….), με ειδική αναφορά στο ότι τα υβριδικά συστήματά της, είχαν δοκιμαστεί στο πεδίο για μεγάλο χρονικό διάστημα στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης, ενώ περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η εταιρεία «……………..» κατήγγειλε την προαναφερόμενη σύμβαση. Κατά το ίδιο δε χρονικό διάστημα, η εταιρεία «………….», από την πλευρά της, εμφανίζει αποσπασματικό και μειωμένο κύκλο εργασιών, ενώ την εξουσία της διαχείρισης των κύριων δραστηριοτήτων της (συμμετοχή σε προκηρυσσόμενους διαγωνισμούς, κατάρτιση συμβάσεων έργων για την παροχή υπηρεσιών με τα παραπάνω αντικείμενα), από τον Οκτώβριο του έτους 2013, την έχει αναλάβει εν τοις πράγμασι η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα, που, με βάση τα παραπάνω κριτήρια, τα οποία θεωρούνται κρίσιμα, στο σύνολό τους, συνεχίζει την σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα, διαδεχθείσα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το νομικό πρόσωπο της πρώτης, που υπήρξε, αρχικώς, εργοδότης του ενάγοντα εφεσίβλητου. Έτσι, η συνεπεία της ακύρως πραγματοποιηθείσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του καλούντα – ενάγοντα – εφεσίβλητου, υπερημερία της αρχικής εργοδότριάς εταιρείας «………….», που εν τω μεταξύ δεν έχει αρθεί και εμπίπτει στο χώρο των διατηρούμενων και μεταβιβαζόμενων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεχίστηκε στο νομικό πρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας εταιρείας, που την διαδέχθηκε, χωρίς να απαιτείται ο πρώτος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην τελευταία και χωρίς να προσαπαιτείται η συγκεκριμένη διάδικος (δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα) να γνωρίζει τα περιστατικά αυτά, απορριπτομένων των όσων αντιθέτως αυτή υποστηρίζει ως αβάσιμων. Κατ’ ακολουθίαν δε των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα εταιρεία ευθύνεται και για τις αξιώσεις του ενάγοντα – εφεσίβλητου, που προέκυψαν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, εις ολόκληρον με την αρχική εργοδότρια εταιρεία «………….», την οποία διαδέχθηκε, υπεισερχόμενη στις υποχρεώσεις της ως εργοδότριάς. Περαιτέρω, το σωρευόμενο στην αγωγή αίτημα, για την επιδίκαση στον ενάγοντα εφεσίβλητο χρηματικής ικανοποίησης, ήταν και είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις συνθήκες που συνόδευσαν την γενόμενη κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού και όχι στο γεγονός ότι δεν του καταβάλλονταν οι δεδουλευμένες αποδοχές του, όπως αβασίμως η δεύτερη εναγόμενη εκκαλούσα υποστηρίζει με το σχετικό σκέλος του αντίστοιχου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Από τα ίδια, δε, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι περιστάσεις που συνόδευσαν τη γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα – εφεσίβλητου, συνιστούν αδικοπραξία, καθόσον με το να υποβληθεί σε βάρος αυτού η προσχηματική κατά τα ανωτέρω μήνυση, με την οποία ο εν λόγω διάδικος εμφανιζόταν να ενέχεται στην τέλεση σε βάρος της εταιρείας «…………..», της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, ο ενάγων – εφεσίβλητος εκτέθηκε σαν προσωπικότητα αλλά και σαν εργαζόμενος, τόσο στο επαγγελματικό, όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του. Τα ανωτέρω γεγονότα που είχαν τον παραπάνω δυσμενή αντίκτυπο, προκάλεσαν στον ενάγοντα – εφεσίβλητο συναισθήματα πικρίας και απογοήτευσης και είχαν σαν αποτέλεσμα να προβληθεί η προσωπικότητά του και να προξενηθεί σ’ αυτόν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας ο συγκεκριμένος διάδικος δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Αυτό, οφειλόταν σε υπαιτιότητα των αρμόδιων οργάνων της εταιρείας «……………», που ενήργησαν κατά τον παραπάνω τρόπο θέλοντας να μειώσουν και να υποβαθμίσουν επαγγελματικά τον ενάγοντα – εφεσίβλητο, μολονότι γνώριζαν τις ικανότητές του καθώς και το ζήλο που αυτός είχε επιδείξει κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του για λογαριασμό της εταιρείας αυτής, όπως βασίμως ο ενάγων – εφεσίβλητος υποστήριξε με την αγωγή του, απορριπτομένων, αντιθέτως, των όσων η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα υποστηρίζει με το οικείο σκέλος του ίδιου λόγου της ένδικης έφεσης. Κατά παραδοχή δε των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στη συνέχεια κατέληξε ότι στον ενάγοντα εφεσίβλητο οφείλονταν : α) για μισθούς υπερημερίας από 10.12.2012 έως 31.12.2014 το συνολικό ποσό των 28.728,73 ευρώ και κατόπιν αφαίρεσης από το ποσό αυτό του κονδυλίου των 9.280,53 ευρώ, που, κατ’ ομολογία του, ο εν λόγω διάδικος εισέπραξε από την εργασία του αλλού, κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 2013 έως το Δεκέμβριο του έτους 2014, το εναπομένον ποσό των (28.728,73 -9.280,53 =) 19.448,2 ευρώ, που έπρεπε να του καταβάλει η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα, από το οποίο το επί μέρους των 10.624,58 ευρώ ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη, για μισθούς του χρονικού διαστήματος από 10.12.2012 έως 30.9.2013 και β) ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού (ενάγοντα εφεσίβλητου), το ποσό των 2.000 ευρώ, τα δε επί μέρους οφειλόμενα κονδύλια με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, όσον αφορά τους μισθούς, από τις 30.4 κάθε έτους όσον αφορά τα δώρα εορτών Πάσχα, από 31.12 κάθε έτους όσον αφορά τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και άδειας και από την επίδοση της αγωγής όσον αφορά το κονδύλιο της ηθικής βλάβης, μετ’ απόρριψη του παρεπόμενου σχετικού αιτήματος για την επιδίκαση τόκων από την επίδοση της προηγούμενης, από 21.12.2012, αγωγής αυτού (ενάγοντα – εφεσίβλητου), κατά το τμήμα της που η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε όμοια, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ τα όσα αντιθέτως η δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα υποστηρίζει με τους λόγους της ένδικης έφεσης, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, κατά παραδοχή του σχετικώς υποβαλλόμενου εκ μέρους του ενάγοντα – εφεσίβλητου αιτήματος, τα δικαστικά έξοδα αυτού, του παρόντα βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας, λόγω της ήττας της στα πλαίσια της παρούσας δίκης (άρθρα 176, 183 και 191 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμολίαν των διαδίκων την από 11.10.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../2016 έφεση κατά της με αριθμό 1383/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ’ αντιμολίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει στην ουσία της την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά του εφεσίβλητου, του παρόντα βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23/4/2020.
