Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Δίκη στο δικαστήριο της παραπομπής μετά από αναίρεση δικαστικής απόφασης. Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, το δε δικαστήριο ερευνώντας της διεξαχθείσες αποδείξεις, δεν δεσμεύεται να τις κρίνει και διαφορετικά από την αναιρεθείσα απόφαση. Οι αποφάσεις της Ολομέλειας ή των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Προϋπηρεσία εργαζόμενων. Η ενάγουσα, κατά τον χρόνο πρόσληψής της από την εναγομένη, γνωστοποίησε νόμιμα στην τελευταία ότι είχε προϋπηρεσία σε συναφή και ομοειδή εργασία. Απόδειξη προϋπηρεσίας αποτελούν και τα ασφαλιστικά βιβλιάρια που προσκόμισε στην εργοδότριά της. Απορρίπτει την έφεση του εργοδότη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 17.163,84 Ευρώ.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 5094/2015
ΤΟ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
3ο Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Λεωνίδα Ντούλη, Πρόεδρο Εφετών, Βασιλική Κουτράκου, Γεράσιμο Διονυσάτο, Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα Θεώνη Αναγνωστοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ: …… θυγ. …… ……, κατοίκου Αθηνών (οδός ……, αριθμ. … – ……), την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Βλαχόπουλος.
ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ: 1) ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία «……», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ……, αριθμ. … – ……), νομίμως εκπροσωπουμένης, 2) …… …… ……, επιχειρηματία, κατοίκου Αθηνών (οδός ……, αριθμ. … – ……), ως ομορρύθμου εταίρου, συνδιαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της άνω ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία «……», 3) …… …… ……, επιχειρηματία, κατοίκου Αθηνών (οδός ……, αριθμ. … – ……), ως ομορρύθμου εταίρου, συνδιαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της άνω ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία «……», 4) …… θυγ. …… ……, συζ. …… ……, επιχειρηματία, κατοίκου Αθηνών (οδός ……, αριθμ. … – ……), ως ομορρύθμου εταίρου, συνδιαχειριστρίας και νομίμου εκπροσώπου της άνω ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία «……», 5) …… θυγ. …… ……, επιχειρηματία, κατοίκου Αθηνών (οδός ……, αριθμ. … – ……), ως ομορρύθμου εταίρου, συνδιαχειριστρίας και νομίμου εκπροσώπου της άνω ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία «……», το οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Λυκοκάπης.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα …… θυγ. …… ……, με την από 25/8/2008 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/……/2008 ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 1532/2010 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε όσα έταξε σ ’αυτή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α) η «……», ο …… ……, ο …… ……, η …… θυγ. …… ……, και η …… θυγ. …… …… με την από 16 Ιουλίου 2010 έφεσή τους προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/2010, β) η …… θυγ. …… ……, με την από 27 Ιουλίου 2010 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/2010 επί των ανωτέρω εφέσεων το Δικαστήριο τούτο, εξέδωσε την υπ’αριθμ. 4774/2012 οριστική του απόφαση, με την οποία έταξε όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Την αναίρεση της ως άνω απόφασης (4774/2012) ζήτησε η αναιρεσίουσα, με αίτησή της, προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου που κατατέθηκε νόμιμα.
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, εξέδωσε την υπ’αριθμ. 1289/2013 απόφασή του, με την οποία αναίρεσε την 4774/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Η υπόθεση ήλθε για συζήτηση με την από 27/5/2014 κλήση της καλούσας, η οποία κατατέθηκε νόμιμα εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε..
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 579 και 581 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί ή απόφαση, η υπόθεση συζητείται στο Δικαστήριο της παραπομπής στο οποίο εισάγεται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονταν με την αναιρετική απόφαση. Οι διάδικοι επανέρχονται στην προηγούμενη της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και η διαδικασία ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση με την έννοια ότι, εφόσον η απόφαση αναιρέθηκε εν όλω αποβάλλεται κάθε ισχύ, θεωρείται ως εντελώς άκυρη (ΑΠ 948/1976 ΝοΒ 25.361) και παύει να αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 975/2000 ΕλλΔνη 2001,83 ΑΠ 963/1999 ΕλλΔνη 2000,52). Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής προτείνουν οποίους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε (ΑΠ 852/1987 ΝοΒ 36,1587), το δε Δικαστήριο ερευνώντας της διεξαχθείσες αποδείξεις δεν δεσμεύεται να τις κρίνει και διαφορετικά από την αναιρεθείσα απόφαση (ΑΠ 79/1989 Δίκη 1998,660). Επίσης κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας ή των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης ως « νομικό ζήτημα» θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα του δικαίου, του οποίου την παράβαση είχε θεμελιωθεί η αναίρεση(ΑΠ 153/1997 Δίκη 28.557).
Με την από 27/5/2014 κλήση της εφεσίβλητης φέρεται νόμιμα προς εκδίκαση η από 16/7/2010 με αρ. κατάθ. ……/…/…/2010 έφεση της κατά της προσβαλλομένης 1532/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 663, 676 ΚΠολΔ), μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ 1289/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η εκδοθείσα επί της παραπάνω έφεσης 4774/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Όπως έκρινε η εν λόγω εφετειακή απόφαση η κρινόμενη έφεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της μέσα στα όρια που διαγράφονται απ’ αυτή, και την αναιρετική απόφαση, κατά τα άρθρα 522 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα παραπάνω.
Πρέπει να σημειωθεί ότι νόμιμα δεν φέρεται προς συζήτηση η από 27/7/2010 με αρ. κατάθ. ……/2010 έφεση της ενάγουσας, καθόσον αυτή κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ’ αριθμ.4774/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, το δε αναιρεθέν κεφάλαιο δεν συνδέεται με τά προσβληθέντα κεφάλαια με την έφεση της ενάγουσας. Συνεπώς, λόγω του δεδικασμένου το παρόν δικαστήριο δεν έχει εξουσία να κρίνει εκ νέου την εν λόγω έφεση (άρθρο 321 επ. ΚΠολΔ) και ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων – εκκαλών των. Απαράδεκτο της συζήτησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της εκθέτει ότι συνδέετο με την πρώτη εναγομένη – εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι οι λοιποί εναγόμενοι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 22/3/2007 παρέχουσα τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια στα διατηρούμενα από αυτή ανθοπωλεία. Ότι την 12/6/2008 η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Ότι δεν της καταβλήθηκε κατά προσήκοντα τρόπο η νόμιμη αποζημίωση και ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας και επικουρικά λόγω καταχρηστικότητας, καθώς έλαβε χώρα λόγω των διαμαρτυριών της να της καταβληθούν τα οφειλόμενα και λόγω της συμπαράστασης που επέδειξε σε συνάδελφό της κατά τη διεκδίκηση των εργατικών του δικαιωμάτων. Ότι λόγω της συμπεριφοράς υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5000 ΕΥΡΩ. Ότι η εναγομένη τελεί έκτοτε σε υπερημερία, λόγω της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας, με συνέπεια να της οφείλει μισθούς υπερημερίας από 1/6/2008 έως 31/5/2009 νέων επιδομάτων εορτών και αδείας συνολικού ποσό 12.020,06 ΕΥΡΩ, επικουρικά δε την αποζημίωση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ποσού 1994,44 ΕΥΡΩ, την αποζημίωση αδείας 2008 ποσού 854,76 ΕΥΡΩ και το επίδομα αδείας 2008 ποσού 427,38 ΕΥΡΩ. Ότι επιπλέον η εναγομένη εταιρία της οφείλει διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβή για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση, υπερωρία, νυκτερινή εργασία, εργασίας Σαββάτων και Κυριακών, αργίες, αποδοχές αδείας καθώς και πρόσθετη αμοιβή για παρασχεθείσες εντός του νομίμου ωραρίου επί τρίωρου ως ανθοδέτρια. Με δύναμη δεδικασμένου με την υπ’ αριθμ. 4774/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, καθ ο μέρος δεν αναιρέθηκε, κρίθηκε ότι είναι άκυρη η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, υποχρεώθηκαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρο το ποσόν των 12.020,06 ΕΥΡΩ ως μισθοί υπερημερίας για το διάστημα. 1/6/2008 – 31/5/2009 πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς επίσης υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 5143,78 ΕΥΡΩ που αφορούσε διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, εργασία Σαββάτων Κυριακών, αργιών αποδοχές άδειας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το μόνο αναιρεθέν κεφάλαιο της ως άνω απόφασης αφορά την προϋπηρεσία της ενάγουσας και ειδικότερα αν γνωστοποιήθηκε και αν ήταν συναφής προς τα εκτελούμενα καθήκοντά της κατά την επίδικη σύμβαση εργασίας, που αποτελεί και το μόνο λόγο έφεσης των εναγομένων που θα εξετασθεί ουσιαστικά αφού οι λοιποί λόγοι κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου από τα μη αναιρεθέντα τα κεφάλαια τις προαναφερθείσας απόφασης αυτού του Δικαστηρίου.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά τις υπ’ αριθμ. ……- ……/22-5-2009 ένορκες βεβαιώσεις των ……. …… και ……. …… που δόθηκαν στην Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των εναγομένων κατά άρθρο 671 § 1 ΚΠολΔ ( βλ. της υπ’ αριθμ. ……/ 18/5/2009, ……/ 18/5/2009, ……/ 18/5/2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθ. Λυκιαρδόπουλου) την υπ’ αριθμ. ……/ 30/11/2009 ένορκη βεβαίωση του …… …… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών νομίμως ληφθείσα αφού η κλήτευση των εναγομένων έγινε με σχετική δήλωση της ενάγουσας κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 659/2002 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7001/2004 ΕλλΔνη 46.516), τις υπ’ αριθμ. …… – ……/26.11.2009 ένορκες βεβαιώσεις των ……. …… και …. …… που δόθηκαν στην Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας κατά άρθρο 671 § 1 ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/24.11.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κυρ Περακη), όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν ανεξάρτητα αν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 § 1 ΚΠολΔ), απεδείχθησαν τα παρακάτω: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε προφορικά την 22/3/2007 μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης εταιρίας, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί εναγόμενοι, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εν λόγω εταιρία, η οποία διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων (ανθοπωλείων) στην Αθήνα, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες ως πωλήτρια επί πενθήμερο στο ανθοπωλείο, που διατηρούσε αυτή στην ……. Η ενάγουσα κατά το χρόνο πρόσληψης της από την εναγομένη γνωστοποίησε νόμιμα στην τελευταία ότι είχε προϋπηρεσία 2 ετών σε συναφή και ομοειδή εργασία ως πωλήτρια εμπορικών καταστημάτων (ζαχαροπλαστεία κ.λπ.) αφού απόδειξη προϋπηρεσίας αποτελούν και τα ασφαλιστικά βιβλιάρια που προσκόμισε στην εργοδότριά της (ΑΠ 1053/1987 ΔΕΝ 45. 760, ΕφΑθ 2466/2004 ΕλλΔνη 2004, 1698). Άλλωστε η εναγομένη κατά την από 14/5/2007 αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας προς τον ΟΑΕΔ, δήλωσε εγγράφως στην σχετική ένδειξη ότι ενάγουσα «δεν αναλαμβάνει για πρώτη φορά εργασία σαν μισθωτή» (βλ. προσκομιζόμενη). Συνεπώς η εκκαλουμένη ορθά εφάρμοσε τον νόμο βάσει των οικείων ΔΑ 1/1982 (άρθρο 5) και ΣΣΕ της 22/8/1991 (όρος 1Β) και ΔΑ 21/2004 και ορθά έγινε ο υπολογισμός των δικαιούμενων αποδοχών βάσει της γνωστοποιηθείσας προϋπηρεσίας.
Πρέπει λοιπόν η κρινόμενη έφεση των εναγομένων, κατά το κεφάλαιο που εκδικάζεται από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.
Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων – εναγομένων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
ΙΙ. Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την κρινόμενη έφεση των εκκαλούντων – εναγομένων καθ ό μέρος αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 4774/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
ΙΙΙ. Καταδικάζει τους εκκαλούντες – εναγομένους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης – ενάγουσας αυτού του βαθμό δικαιοδοσίας, που ορίζει σε εξακόσια (600) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε, και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2015 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2015 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
