Τελευταία ενημέρωση: 23 Απριλίου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης δια αναγκαστικού πλειστηριασμού του συνόλου αυτής. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου εργοδότη. Έννοια αφερέγγυου εργοδότη. Μη εφαρμογή εξαίρεσης που αφορά στις αφερέγγυες επιχειρήσεις, εφόσον δεν αποβλέπει στην εκκαθάριση της επιχείρησης. Άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον προηγούμενο εργοδότη. Η υπερημερία του συνεχίζεται στο πρόσωπο του διαδόχου του, δίχως να απαιτείται γνώση του ή πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου. Απορριπτέα η ένσταση της εναγόμενης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως ουσία αβάσιμη. Αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας κατά του μεταβιβάσαντος εργοδότη. Δεν  τίθεται ζήτημα παραγραφής των ένδικων αξιώσεων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα η σχετική ένσταση ως ουσία αβάσιμη, καθότι μετά την ακύρωση της καταγγελίας η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατέστη εκ νέου ενεργή και κατ’ ακολουθία μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη. Απορριπτέα ως αβάσιμη η ένσταση αλλαχού κερδηθέντων της εργοδότριας, αφού ο ενάγων απασχολείτο ήδη σε έτερο νοσηλευτικό ίδρυμα και συνεπώς η ωφέλεια προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία αυτού. Δέχεται την αγωγή. Απορρίπτει έφεση του εργοδότη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 76.750,45 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

5782/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

5ο Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ελένη Τραγουδάρα, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κοπτερίδου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΑΣΚΟΥΣΑΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ:  Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..» και με δ.τ. «………», που εδρεύει στην …………., Λεωφ. ……… αριθ. …., με Α.Φ.Μ. ………, Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Σπανός.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΚΑΘ’ ΟΥ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ: ………………, κατοίκου ……………., οδός …………., αρ. ……, τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος – καθ’ ου ο πρόσθετος λόγος έφεσης ………….., με την από 23 Δεκεμβρίου 2015 (αριθμ. καταθ. δικ. …../…/2016) αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 714/2018 οριστική απόφασή του, αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – εναγομένη – ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης, με την από 24 Μαΐου 2018 (αριθμ. καταθ. δικ. ……/……./2018) έφεσή της και τους από 25 Φεβρουαρίου 2019 (αριθμ. καταθ. δικ. ……../…../2019) πρόσθετους λόγους έφεσης, προς το Δικαστήριο τούτο και ζητεί να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεση – εναγομένης, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε με δήλωσή του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου – καθ’ ου η πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγοντος αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 24-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης …../…./24-5-2018 έφεση της ηττηθείσας εναγόμενης Ανώνυμης Εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο ……….., κατά της υπ’ αριθμ 714/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών άρθρο 614 παρ. 3 ΚΠΟΛ Δ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠΟΛ Δ, από την επίδοση της εκκαλουμένης (βλ την από 27-4-2018 επίδοση της εκκαλουμένης ενώ η έφεση ασκήθηκε την 24-5-2018. Πρέπει, επομένως η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Περαιτέρω ο από 25-2-2019 και με αριθμό κατάθεσης ../../2019 πρόσθετος λόγος έφεσης που άσκησε η εκκαλούσα – εναγομένη με δικόγραφο το οποίο κατατέθηκε την 26-2-2019 στη γραμματεία του Δικαστηρίου την και επιδόθηκε στον εφεσίβλητο – ενάγοντα, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση της έφεσης, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτός και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Επομένως εφ’ όσον η άνω έφεση μετά του προσθέτου λόγου αυτής είναι παραδεκτοί, πρέπει αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους λόγω πρόδηλης συνάφειας καθόσον εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους και στρέφονται κατά της ίδια αποφάσεως, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται η μείωση των εξόδων αυτής (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 ΚΠΟΛ Δ) και να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων τους κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.

Ο ενάγων εξέθεσε ότι απασχολούνταν από την 01-11-2000 στο Ν.Π.Ι.Δ. «ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ….», με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ιατρού μέχρι και την 08-01-2014, οπότε και η ως άνω εργοδότρια κατήγγελλε άκυρα τη σύμβαση εργασίας του. Ότι άσκησε την από 12-02-2014 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ../../2014 αγωγή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1102/2015 απόφαση, δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 8/1/2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, υποχρεώθηκε το «ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ….» να του καταβάλει τα αιτηθέντα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστή ματος από 09-01-2014 έως την 08-01-2015, το ποσό των 20.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και να ανακαλέσει τον ισχυρισμό του περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς του. Εν τω μεταξύ την 25- 04-2014 το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ως οικονομικό σύνολο και κατακυρώθηκε στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία συνεχίζει να το λειτουργεί ως νέα εργοδότρια. Ότι έχει επέλθει μεταβίβαση επιχείρησης, σύμφωνα με το ΠΔ 178/ 2002 από την αρχική εργοδότρια στην εναγομένη. Ότι καθώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, πριν από τη μεταβίβαση της επιχείρησης, ακυρώθηκε, η εν λόγω σύμβαση εργασίας συνεχίζεται στο πρόσωπο της εναγομένης (διαδόχου εταιρείας), η οποία (υπερημερία) δεν έχει αρθεί. Κατόπιν των ανωτέρω ο ενάγων ζητεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 178/2002, άλλως επικουρικά με τις διατάξεις του άρθρου 479 ΑΚ, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 76.750,45 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας, δώρο Πάσχα Χριστουγέννων, επίδομα άδειας, χρονικού διαστήματος από 09-01-2015 έως 08-01-2017, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό υπερημερίας, από 30 Απριλίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Πάσχα και από 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας, άλλως από της επίδοσης της παρούσης μέχρι την εξόφληση και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ 714/2018 οριστική του απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγομένη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο «……..», να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 76.750,45 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγομένη με την υπό κρίση έφεσή της, για τους περιεχόμενους στο δικόγραφο της έφεσης λόγους και των προσθέτων λόγων αυτής, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της ώστε να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος.

Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι προσκόμισαν και όλα τα αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων από την 01-11-2000 απασχολούταν στο Ν.Π.Ι.Δ «…………», με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ιατρού αρχικά με το βαθμό του επιμελητή και από τον Ιούνιο του 2012 με το βαθμό του επιστημονικού διευθυντή της …………. κλινικής. Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του τον Ιούνιο του 2012 ανερχόταν στο ποσό των 2.724,87 ευρώ. Αιφνιδίως την 08-01-2014 και ενώ βρισκόταν σε κανονική άδεια η ως άνω εργοδότρια κατήγγελλε τη σύμβαση εργασίας του. Ο ενάγων άσκησε την από 12-02-2014 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/……./2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1102/2015 απόφαση, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. ……./2015 πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ’ αριθ. ……../21-05-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 8-1-2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και υποχρεώθηκε το «………..» να του καταβάλει τα αιτηθέντα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από09-01-2014 έως την 08-01-2015, το ποσό των 20.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και να ανακαλέσει τον ισχυρισμό του περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντος. Εν τω μεταξύ η ………. επέβαλε την 02-05-2014 στο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα αναγκαστική κατάσχεση και έλαβε με την με αριθμό 924/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών την άδεια να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση καινά ακολουθήσει δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός επί του νοσοκομείου ως οικονομική μονάδα και συνόλου περιουσίας. Ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα την 24-9-2014 στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Αθηνών και η μοναδική προσφορά προήλθε από την εναγόμενη, θυγατρική εταιρία της «………..». Το νοσοκομείο κατακυρώθηκε στην εναγόμενη αντί του ποσού των 115.135.251 ευρώ, ενώ από την 1-11-2014 αυτή ανέλαβε την λειτουργία του νοσοκομείου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, από την ανωτέρω ημερομηνία 1-11-2014, συνέχισε τη λειτουργία του νοσοκομείου χωρίς διακοπή ούτε για μία ημέρα, ενώ η δραστηριότητα του συνεχίσθηκε στο ίδιο κτήριο, με τον ίδιο εξοπλισμό, τίτλο, άδεια λειτουργίας, με τις ίδιες συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, τα ίδια διευθυντικά στελέχη. Οι εργασιακές δε σχέσεις του προσωπικού που εργαζόταν κατά την 31-10-2014, μεταβιβάσθηκαν από 1-11-2014 στην εναγόμενη. Στο καθεστώς του εργασιακού προσωπικού καμία αλλαγή δεν επήλθε, δεν υπεγράφησαν νέες συμβάσεις, όσοι εργαζόμενοι εργαζόταν 31-10-2014 στο νοσοκομείο, συνέχισαν στην επόμενη ημέρα, με τον ίδιο μισθό, ενώ η εναγόμενη που την 1-11-2014 ανήγγειλε το προσωπικό, ως ημερομηνία πρόσληψης ανέγραψε στις αναγγελίες την αρχική ημερομηνία πρόσληψης του καθενός από το «…………..», αυτήν δε υπολογίζει και όταν προχωρά σε καταγγελίες συμβάσεων για τον υπολογισμό της αποζημίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση συντελέσθηκε μεταβίβαση της επιχείρησης του ιδρύματος ……..… στην εναγόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 178/2002 και σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 αυτού που ορίζει ότι «Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλέγγυα και εις ολόκληρο με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση η σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος». Η εναγομένη, την 1-11-2014 υπεισήλθε στην θέση του ………….. και σε αυτήν μεταβιβάσθηκαν όλες οι εργασιακές σχέσεις που κατά τον χρόνο αυτό ήταν ενεργές με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις.

Η εναγομένη με το πρώτο λόγο έφεσής της  ισχυρίζεται ότι πρέπει σε αυτήν να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 6 του ΠΔ 178/2002, κατά το οποίο: «Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζουν ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 (Α’238), η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής». Σύμφωνα δε με το άρθρο 44 παρ.5 του ν. 2648/1998: «Αφερέγγυος εργοδότης είναι: α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιέρχεται σε κατάσταση – παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος, β) επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση άρθρων 9 του ν. 1386/1983 (Φ ΕΚ 107 Α), 46 του ν: 1892/1990 (ΦΕΚ 101 και 14 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’), όπως ισχύουν, γ) Ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε με απόφαση του αρμοδίου υπουργού, λόγο παράβασης διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση (αναγκαστική) σύμφωνα με το άρθρο 12α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α’) όπως ισχύει, δ) κάθε εργοδότης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που η επιχείρηση του τέθηκε ύστερα από προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, σε εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών τον και με αποτέλεσμα τη λύση των σχέσεων εργασίας με τους μισθωτούς του. 2. Η εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής απόφασης». Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων της αφερεγγυότητας του εργοδότη στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και ότι η κατάσχεση επιχείρησης του άρθρου 1022 ΚΠολΔ είναι διαδικασία ανάλογη με τις διατάξεις 135-141 ΠτωΚ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, δεν προκύπτει από την παράθεση του εν λόγω άρθρου ούτε από αυτή του άρθρου 65 του ΠΔ 178/2002, ότι πρόκειται για ενδεικτική απαρίθμηση, η δε αναφερόμενη στο ΠΔ 178/2002 ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, προσδιορίζεται ποια μπορεί να είναι με ρητή παραπομπή στο νόμο 2648/1998, όπου εκεί στο άρθρο  44 αυτού, αναφέρονται οι περιπτώσεις όχι ενδεικτικά. Με βάση δε τον σκοπό του ΠΔ 178/2002. που είναι η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, οι όποιες εξαιρέσεις από τις ρυθμίσεις του, πρέπει να είναι σαφείς άλλως θα υπήρχε ευρεία δυνατότητα ερμηνείας του άρθρου 6 του ΠΔ και να παρακάμπτονται ευχερώς οι προστατευτικές διατάξεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων δεν προκύπτει ότι στην υπό κρίση μεταβίβαση δύναται να εφαρμοσθεί η εξαίρεση του άρθρου 6 διότι δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αυτού. Έτσι δεν πρόκειται για διαδικασία πτώχευσης ή άλλης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 διαδικασίες αφερεγγυότητας, η υπό κρίση περίπτωση δεν κινήθηκε, όπως οι αναγραφόμενες στις ανωτέρω διατάξεις διαδικασίες, με σκοπό την εκκαθάριση ούτε διεξήχθη με διαδικασίες υπό την εποπτεία της αρμόδιας αρχής και κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης, όπως αυτή προβλέπεται στις περιγραφόμενες στα άρθρα αυτά διαδικασίες εκκαθάρισης, όπως η απόφαση για την πτώχευση. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το σχετικό ισχυρισμό της εναγόμενης περί αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 6 του ΠΔ 178/2002 λόγω υπάρξεως νομοθετικού κενού με την αιτιολογία ότι η ρύθμιση είναι ελλιπής. Το γεγονός βέβαια ότι στο ΠΔ δεν, περιλαμβάνεται η διαδικασία του άρθρου 1022 ΚΠολΔ, δεν σημαίνει ότι η διάταξη είναι ελλιπής ώστε να τίθεται ζήτημα κενού. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, για να μην παραβιάζονται ευχερώς οι προστατευτικές διατάξεις του ΠΔ 178/2002, η επιλογή του νομοθέτη ήταν συγκεκριμένη και λιτή. Ακόμη όμως και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι δύναται να εφαρμοσθεί αναλογικά, σε άλλες περιπτώσεις η διάταξη αυτή, θα λάμβανε χώρα μόνο σε διαδικασίες εκκαθάρισης επιχειρήσεων που πράγματι θα ομοίαζαν με τις αναφερόμενες στο άρθρο 6 ΠΔ 178/2002 σε συνδυασμό με άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 και ενδεχομένως θα είχαν νομοθετηθεί μεταγενέστερα του ΠΔ 178/2002, κάτι που δεν συμβαίνει με την διάταξη του 1022 ΚΠολΔ. Έτσι θα δύνατο να εφαρμοσθεί σε μεταγενέστερα νομοθετημένες διαδικασίες εκκαθάρισης επιχειρήσεων, όπου εκδίδεται απόφαση δικαστική και υφίσταται εποπτεία της διαδικασίας εκκαθάρισης από αρμόδια αρχή. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, δεν επρόκειτο για κάποια νομοθετημένη διαδικασία εκκαθάρισης, η οποία θα προέβλεπε την εποπτεία κάποιας αρχής και την έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης. Αντίθετα, ακριβώς για να παρακαμφθεί μια τέτοια διαδικασία εκκαθάρισης που θα είχε ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας του νοσοκομείου επιλέχθηκε η διαδικασία του άρθρου 1022 ΚΠολΔ και ο πλειστηριασμός, στον οποίο συναίνεσε το ………., με μοναδικό συμμετέχοντα την εναγόμενη, θυγατρική της δανείστριας τράπεζας. Ρητά εξάλλου είχαν συμφωνήσει ότι εάν η παραπάνω διαδικασία δεν καταστεί δυνατή έως την 31-1-2015, τα μέρη θα προσέφευγαν στην ειδική διαδικασία εξυγίανσης και εκκαθάρισης των άρθρων 106 του ΠτΚ. Εξάλλου και η εναγόμενη εμφανίσθηκε την 1-11-2014 ως διάδοχος εργοδότης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αναγνωρίζοντας την προϋπηρεσία και το μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων και συνεχίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα του ……….. χωρίς καμία διαφοροποίηση. Λόγω της ως άνω μεταβίβασης, η διάδοχος εναγόμενη υποκατέστησε αυτοδίκαια τον αρχικό εργοδότη, με συνέπεια αφενός μεν ο ενάγων να συνδέεται με τη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από τον αρχικό εργοδότη, είναι άκυρη όπως προαναφέρθηκε, αφετέρου δε οι αξιώσεις του ενάγοντος, που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότρια του και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής και τη διάδοχο εναγομένη. Η δε εναγομένη ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντος, που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της αρχικής εργοδότριας συνεχίστηκε στο πρόσωπο της εναγόμενης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν (πρβλ. ΕφΑθ 9825/1991 ΑρχΝ 1992.356, ΕφΑθ 106/1984 ΕΕργΔ 1984.222, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, γ’ έκδ, 2014, σελ. 1293-4, Σ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 135). Έτσι ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της εναγόμενης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως ουσία αβάσιμη και συνεπώς και ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία. Κατά συνέπεια, λόγω της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος το «…………..» περιήχθη σε κατάσταση υπερημερίας περί την αποδοχή των υπηρεσιών του, η υπερημερία δε αυτή συνεχίζεται στο πρόσωπο της εναγομένης για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση επιχείρησης (24 Σεπτεμβρίου 2014) και δεν έχει αρθεί. Με την άσκηση δε της ανωτέρω αναφερόμενης αγωγής περί της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με τον αρχικό εργοδότη δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής των ένδικων αξιώσεων, όπως ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τη σχετική ένσταση ως ουσία αβάσιμη, καθότι μετά την ακύρωση της καταγγελίας η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατέστη εκ νέου ενεργή και κατ’ακολουθία μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη, όπως και οι υπόλοιπες συμβάσεις των λοιπών εργαζομένων, όπως στη νομική σκέψη αναφέρθηκε ευθυνόμενη η ίδια πλέον για τις μετά την μεταβίβαση αξιώσεις των εργαζομένων της. Κατόπιν τούτων η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα α) για αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 65.396,88 (2.724,87 ευρώ μικτός μηνιαίος μισθός X 24 μήνες), β) για δώρα εορτών και αδείας, ήτοι: α) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2015: 1.419.19 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία τον επιδόματος αδείας: 2.724,87/1Χ 1,04166), β) για επίδομα αδείας 2015: 1.362,44 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός: 2.724,87 / 2), γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2015: 2.838,39 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία τον επιδόματος αδείας: 2.724,87χ 1,04166), δ) για επίδομα Πάσχα 2016: 1.419,19 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 2.724,87 χ 1,04166, ε) για επίδομα αδείας 2016: 1.362,44 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός: 2.724,87/2), στ) για επίδομα Χριστουγέννων 2016: 2.838,39 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία τον επιδόματος αδείας: 2.724,87 X 1,04166) και ζ) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2017: 113,53 ευρώ (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 1/1/2017 έως 8/1/2017 εξ 108,99 ευρώ έκαστο: 108,99 X 1 οκταήμερο και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 113,53). Και συνολικά το ποσό των (65.396,88 + 1.419,19 + 1.362,44 + 2.838,39 + 1.419.19 + 1.362,44 + 2.838,39 + 113,53=) 76.750,45 ευρώ.

Περαιτέρω με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι κακώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του υποχρέωσε αυτή (εκκαλούσα — εναγομένη ) να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας , αφού αυτός δεν προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες του. Ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγομένης – εκκαλούσας είναι απορριπτέος ως νόμω αλλά και ουσία αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του πδ 178 /2002 , η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία μεταβίβασης και τη μορφή μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγουμένου εργοδότη (ΑΠ 1148/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1629/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 77/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕΦ Αθ. 5047 /2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, αν ο αρχικός εργοδότης περιαχθεί σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των νομίμως, προσηκόντως και πραγματικώς προσφερομένων υπηρεσιών του εργαζομένου λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης αυτού , η υπερημερία αυτή συνεχίζεται αυτοδικαίως στο πρόσωπο του διαδόχου, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους του ή οποιαδήποτε άλλη διατύπωση και χωρίς να απαιτείται από τη πλευρά του εργαζομένου η πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του σε αυτόν. (βλΑΠ 1148/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 77/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1468/2007 ΝΟΜΟΣ). Στη προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο αρχικός εργοδότης του ενάγοντος, ………….., είχε περιαχθεί σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των νομίμως, προσηκόντως και πραγματικώς προσφερομένων υπηρεσιών του ενάγοντος λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτού, όπως τούτο κρίθηκε με την υπ’ αριθμ 1102/2015 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η υπερημερίια αυτή συνεχίζεται στο πρόσωπο της εναγομένης. Σε κάθε δε περίπτωση ο ενάγων δεν μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη από τη πρώτη ημέρα μεταβίβασης της επιχείρησης, καθόσον ο ενάγων αγνοούσε ανυπαιτίως , ότι είχε λάβει χώρα η μεταβίβαση της επιχείρησης αυτής, αφού δεν προκύπτει ότι τηρήθηκε η υποχρέωση πληροφόρησης και διαβούλευσης των εργαζομένων ενόψει της μεταβίβασης από το …………., στην εναγομένη εκκαλούσα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και γνωστοποίησε σε αυτή την υπερημερία της ως προς την αποδοχή της εργασίας του , αφού κοινοποίησε σε αυτή την από 15-2-2016 ένδικη αγωγή του όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθμ ………../15-2-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη).

Περαιτέρω με το δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης η εναγομένη – εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι κακώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι παρήλθε η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν 3198/55 και έπρεπε να απορρίψει την αγωγή του ενάγοντος ως απαράδεκτης λόγω παρέλευσης της εν λόγω προθεσμίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής. Η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν 3198 /1955 διακόπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που, εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), με την άσκηση καταψηφιστικής αγωγής ή αναγνωριστικής αγωγής για αξιώσεις του εργαζομένου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας να υφίστανται. Εφόσον ασκηθεί το δικαίωμα μέσα στη νόμιμη προθεσμία , αυτή δεν ξαναρχίζει ούτε υπάρχει κίνδυνος συμπλήρωσής της σε επιδικία κατ’ απόκλιση από τον κανόνα των άρθρων 261 εδ. 2 και 279 ΑΚ . Σε περίπτωση δε μεταβίβασης επιχείρησης αν άρχισε η δίκη κατά του παλαιού εργοδότη πριν από τη μεταβίβαση με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας απόλυσης, η τηρηθεία προθεσμία θα ισχύει έμμεσα και έναντι του μη διαδίκου διαδόχου, με την έννοια ότι αυτός δεν θα μπορεί να ισχυριστεί ότι επειδή ο ίδιος δεν ενήχθη το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας και της απόληψης μισθών υπερημερίας αποσβέστηκε έναντι αυτού. Η λύση αυτή συνάδει με το σκοπό του νόμου που τάσσει τέτοιες σύντομες προθεσμίες για να αίρεται εφ’ άπαξ και διά παντός και έναντι πάντων η αβεβαιότητα ως προς το κύρος απόλυσης. Αλλά και με το σκοπό του πδ. 178/2002 εναρμονίζεται, αφού αν η αγωγή γίνει δεκτή, όπως στη προκειμένη περίπτωση και ακυρωθεί η απόλυση η σύμβαση εργασίας θα ανήκει ως μηδέποτε λυθείσα σε αυτές που μεταβιβάζονται στο διάδοχο και η υπερημερία του παλαιού εργοδότη έναντι του μισθωτού λόγω ακυρώσεως της απόλυσης θα συνεχιστεί στο πρόσωπο του διαδόχου χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους του (Εφ Πατρών 529/2008 και Εφ Πειραιώς 883/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Έτσι στη προκειμένη περίπτωση η προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, η οποία ξεκίνησε την 8-1-2014 ημεροχρονολογία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος διεκόπη με την εμπρόθεσμη άσκηση της από 12-2-2014 αγωγής του ενάγοντος κατά του …………., επί της οποία εκδόθηκε η υπ’αριθμ ……./2015 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 8-1-2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Επομένως σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, δεν παρήλθε η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/55 ως προς την εναγομένη και συνεπώς ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δεν έσφαλε αφού ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

Περαιτέρω η εναγομένη – εκκαλούσα με το τρίτο και τέταρτο πρόσθετο λόγο έφεσής της, ισχυρίζεται ότι ο ενάγων- εφεσίβλητος κακόβουλα παρέλειψε να ανεύρει άλλη εργασία και επιπλέον εργάστηκε σε άλλο νοσοκομείο και πρέπει να αφαιρεθούν τα ποσά αυτά ως αλλαχού κερδηθέντα. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τούτο διότι από την προσκομιζόμενη φορολογική δήλωση του ενάγοντος προκύπτει ότι αυτός έλαβε από μισθωτές υπηρεσίες το χρονικό διάστημα 01-01-2015 έως 31-12-2015 το ποσό των 5.953,72 ευρώ, ενώ εργαζόταν και πριν την απόλυσή του, και σε άλλο νοσοκομείο και το οποίο ποσό η εναγομένη θεωρεί ως αλλαχού κερδηθέντα και ως εκ τούτου πρέπει αφαιρεθεί από τις αιτούμενες αποδοχές του ενάγοντος. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής . Αν ο εργαζόμενος παρείχε σε τρίτο εργοδότη εργασία ή αυτοαπασχολήθηκε πέραν του ωραρίου του, με το οποίο εργαζόταν στον υπερήμερο εργοδότη, οι αποδοχές ή απολαβές που αντιστοιχούν στην εργασία αυτή (πέραν του ωραρίου) δεν αφαιρούνται από του οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, αφού δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία, υπό την έννοια ότι ο εργαζόμενος θα μπορούσε να τις αποκομίσει και αν πράγματι παρείχε την υπηρεσία του στον υπερήμερο εργοδότη, αφού επρόκειτο για διαφορετικά χρονικά διαστήματα (ΑΠ 1004/2004 ΔΕΝ 61.185). Συνεπώς όπως προκύπτει στη προκειμένη περίπτωση καθώς και από την υπ’ αριθ. 1102/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων, όπως και έτεροι συνάδελφοι του, ήδη από το 2013 απασχολούταν και σε έτερο νοσηλευτικό ίδρυμα πέραν του συμβατικού του ωραρίου εργασίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς το ποσό των 5.953,72 ευρώ, το οποίο επιπλέον αφορά άλλη χρονική περίοδο ήτοι για το έτος 2014, ενώ με την εκκαλουμένη απόφαση επιδικάστηκαν στον ενάγοντα ποσά για το έτος από 9-1-2015 έως 8-1-2017 . Η ανωτέρω λοιπόν αναφερόμενη ωφέλεια προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία. Από τα ανωτέρω προκύπτει επίσης ότι ο ενάγων δεν ήθελε να παραμείνει θεληματικά άνεργος, ώστε κακόβουλα να βιοπορίζεται με τις αποδοχές υπερημερίας τόσο του προηγουμένου εργοδότη του όσο και της διαδόχου εναγομένης. Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ορθώς απέρριψε τις σχετικές ενστάσεις της εναγομένης.

Κατόπιν των παραπάνω  το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος αναγνωρίζοντας Α) ότι ο ενάγων συνδέεται με τη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και Β) υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των εβδομήντα έξι χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (76.750,45), για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 09-01-2015 έως 08-01-2017, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό υπερημερίας, από 30 Απριλίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Πάσχα και από 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας). Καταδικάζοντας την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος .

Συνεπώς σύμφωνα με τα ανωτέρω η υπό κρίση έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσία ενώ η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ερμηνευτικής δυσχέρειας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠΟΛ Δ) .

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 24-5-2018 και αριθμ κατ. ………./…….. έφεση και τους από 25-2-2019 αριθμ κατ. …….. /…../2019 πρόσθετους λόγους έφεσης

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ΚΑΙ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2019 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies