Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Πότε το δικαίωμα του εργοδότη ασκείται καταχρηστικά. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζόμενου ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Πρόσθετη διαρκούς φύσης εργασία. Οδηγός. Πρόσθετη εργασία ψυκτικού και φορτοεκφορτωτή, που δεν ήταν συναφείς με την κυρία απασχόλησή του, δεν είχε συμφωνηθεί ρητά ή σιωπηρά ιδιαίτερη αμοιβή, ούτε είχε συμφωνηθεί να μην καταβάλλεται επιπλέον μισθός γι’ αυτές. Η αμοιβή πρόσθετης εργασίας ανέρχεται στον ειθισμένο μισθό που θα κατέβαλε η πρώτη εναγόμενη σε έναν φορτοεκφορτωτή και ψυκτικό. Επίδομα ταμειακών λαθών. Ο ενάγων δεν εκτελούσε χρέη ταμία αλλά εισπράκτορα και ως εκ τούτου δεν δικαιούται το ως άνω επίδομα. Υπερεργασία. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε από λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπό του, λόγω της διεκδίκησης απ’ αυτόν της αμοιβής του για εργασία παρασχεθείσα καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου και τις πρόσθετες εργασίες και της προσφυγής του στη συνδικαλιστική οργάνωσή του και την Επιθεώρηση Εργασίας προς προάσπιση των δικαιωμάτων του. Αποδοχές υπερημερίας. Δεύτερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αζημίως και υπό αίρεση. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, καθόσον επί αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας αποτελεί ένσταση. Απορρίπτει ένσταση, επειδή δεν προτάθηκε προφορικά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Δεν αποδείχθηκε ότι η καταχρηστική απόλυση του ενάγοντος εξέθεσε αυτόν στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 17.535,68 Ευρώ.

Πληρεξούσιος δικηγόρος εφεσίβλητου: Δημήτριος Βλαχόπουλος

Με την από 24-7-2009 αγωγή , που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία «……» και κατά του νομίμου εκπροσώπου αυτής …… …… και ήδη εκκαλούντων, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι στις 22-8-2008 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου και με την ειδικότητά του προσέφερε τις υπηρεσίες του στην τελευταία εως 24-6-2009, οπότε ακύρως απολύθηκε, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα. Ότι οι εναγόμενοι με το από 16-7-2009 υπόμνημά τους, που υπέβαλαν στην αναφερόμενη Επιθεώρηση Εργασίας, στην οποία προσέφυγε μετά την ως άνω καταγγελία, τον συκοφάντησαν και τον εξύβρισαν. Ζήτησε δε: 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του δευτέρου εξ αυτών, να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, 2) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει α)το ποσό των 14.996,21 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 25-7-2009 εως 24-7-2010, συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, άλλως σε περίπτωση που κριθεί νόμιμη η ως άνω καταγγελία, να του καταβάλει το ποσό των 2.978,17 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, β) το ποσό των 322,47 ευρώ για μη καταβληθείσες αποδοχές από 16-6-2009 εως 24-6-2009, για διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών σ’ αυτόν αποδοχών, λόγω μη καταβολής του επιδόματος ταμειακών λαθών, αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριών αντίστοιχα, αμοιβή πρόσθετης εργασίας φορτοεκφορτωτή και ψυκτικού και 3) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλουν το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την άκυρη απόλυσή του και την εις βάρος του αδικοπραξία, με το νόμιμο τόκο, απάντων των ως άνω ποσών, από την ημερομηνία που κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους ποσό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρ.663-676Κ.Πολ.Δ], η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. υπ’ αριθμ. 584/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής περί υποχρέωσης της πρώτης εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως αόριστο, διετάχθη ο χωρισμός της κατά του δευτέρου εναγομένου σωρευομένης στο ίδιο δικόγραφο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω αδικοπραξίας και παραπέμφθηκε αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ’ ύλην Ειρηνοδικείο Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία και κατά τα λοιπά, ως προς την πρώτη εναγόμενη, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 24-6-2009 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει σ’ αυτόν το ποσό των 19.535,68 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι εναγόμενοι-εκκαλούντες και μόνο ως προς τις διατάξεις που δέχθηκε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, για τους λόγους που αναφέρονται στην ένδικη έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της ως προς τις οριστικές της διατάξεις, προκειμένου να απορριφθεί κατ’ουσίαν η αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη. Η έφεση όσον αφορά το δεύτερο εκκαλούντα …… …… είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον με την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής, κατά τα προαναφερόμενα, δεν προσβάλλεται η εκκαλουμένη κατά τις διατάξεις της που παρέπεμψε την κατ’ αυτού σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω αδικοπραξίας στο καθ’ ύλην αρμόδιο Ειρηνοδικείο Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία. Κατά τα λοιπά η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα[άρθρ.495, 511, 513παρ.1, 516, 517, 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ]. Νομότυπα επίσης ασκήθηκε με τις προτάσεις της εκκαλούσας και ο πρόσθετος λόγος εφέσεως κατ’ άρθρ. 764 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. και αφορά τα προσβληθέντα με την έφεση κεφάλαια και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δεκτοί η έφεση και ο πρόσθετος λόγος εφέσεως, να συνεκδικασθούν λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας [άρθρ.524 Κ.Πολ.Δ.] και να εξεταστούν, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους [άρθρ.533 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.]. Με την έφεση και τον πρόσθετο λόγο πρέπει να συνεκδικαστεί, κατά τις διατάξεις των άρθρων 246 και 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και η αντέφεση που άσκησε με τις προτάσεις του ο εφεσίβλητος- ενάγων, η οποία είναι ως προς το δεύτερο αντεφεσίβλητο απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα λοιπά δε είναι παραδεκτή, διότι αναφέρεται σε κεφάλαια της εκκαλουμένης που έχουν προσβληθεί με την εν λόγω έφεση ή συνέχονται αναγκαίως με αυτά (άρθρ. 523 παρ. 1, 674 παρ. 1 και 681Α Κ.Πολ.Δ.) και συνεπώς πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 του Ν.2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ. Εξάλλου η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζόμενου ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν υπάρχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης είναι αναληθείς ή ότι δεν υπήρξε εμφανής αιτία. Αντίθετα ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένους λόγους, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ. Αν, λοιπόν, δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απολύσεώς του, ο υπό του άρθρου 281 του Α.Κ. ισχυρισμός του απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθοριστούν τα πραγματικά κίνητρα της καταγγελίας (Α.Π. 414/2008, Α.Π. 341/2008, Α.Π. 561/2007, Α.Π. 280/2007, Α.Π. 1538/2006, Α.Π.1901/2005, Α.Π. 97/2004). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005 «Ρυθμίσεις για την προώθηση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και άλλες διατάξεις» σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές (41η, 42η,43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις ως άνω επιχειρήσεις θεωρείται υπερωριακή απασχόληση και για κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης (κατ’ εξαίρεση υπερωρία) δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως συμφωνηθεί η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής προς την αρχικώς συμφωνηθείσα, ούτε καταλαμβάνεται από κανόνα του δικαίου καθηκόντων των μισθωτών και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς όμως α) να έχει καθορισθεί και ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος του προσδιορισμού του, β) να συμφωνήθηκε η μη καταβολή πρόσθετου μισθού, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την ανωτέρω εργασία ειθισμένο μισθό, δηλαδή τον καταβαλλόμενο σε άλλους μισθωτούς παρέχοντας την ίδια, υπό τις ίδιες γενικές συνθήκες εργασίας (Α.Π. 1413/2009, Α.Π. 336/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τις υπ’ αριθμ. …/17-2-1011 ,… και …./ 27-9-2010 ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν, με επιμέλεια του ενάγοντος, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών η πρώτη, εντός της κατ’ άρθρ. 237 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας, μετά από σχετική κλήση της εναγομένης, με προφορική δήλωση του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με επιμέλεια της εναγομένης, ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας …. …. οι λοιπές, κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως του ενάγοντος (βλ. υπ’ αριθμ. …./23-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Μαδεμτζή), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά; Ο ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη, που διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς και πώλησης πόσιμου νερού σε διάφορα σημεία της Αττικής, στις 29-8-2008 και όχι στις 24-6-2009, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και με ημερήσιο ωράριο από ώρα 08.00 εως 16.30, με διάλειμμα μισής ώρα (12.00-12.30), ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, αντί μηνιαίου μισθού 819,76 ευρώ. Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγόμενη, με την ως άνω ειδικότητα, εως 24-6-2009, οπότε απολύθηκε, απασχολούμενος, από Δευτέρα εως και Παρασκευή, με τη μεταφορά και διανομή των προϊόντων της σε διάφορους πελάτες της καθώς και με την είσπραξη του τιμήματος των προϊόντων αυτών. Ο ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του ότι κατά τη διάρκεια της εργασιακής του συμβάσεως η εναγόμενη του κατέβαλε, πλην 9 ημερομισθίων του μηνός Ιουνίου 2009, το βασικό μισθό οδηγού, που δικαιούνταν βάσει της από 30-7-2008 ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας», που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5-8-2008 με την ΥΑ 69041/3230/6-10-2008 (ΦΕΚ Β’ 2137/15-10-2008), ισχυρίζεται, όμως, ότι, καίτοι καθόλη τη διάρκεια της ως άνω συμβάσεως του είχαν ανατεθεί καθήκοντα ταμία, η πρώτη εναγόμενη δεν του κατέβαλε το προβλεπόμενο από την ως άνω ΣΣΕ επίδομα ταμειακών λαθών (5% επί του ως άνω βασικού μισθού του). Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, ο ενάγων δεν εκτελούσε χρέη ταμία αλλά εισπράκτορα και ως εκ τούτου δεν δικαιούται το ως άνω επίδομα και η αγωγή κατά το κεφάλαιό της που αφορά διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών σ’ αυτόν αποδοχών, λόγω μη καταβολής του εν λόγω επιδόματος είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της αντεφέσεως είναι απορριπτέο ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προσερχόταν στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, στη …. Αττικής, από ώρα 07.30 εως 07.45 και, αφού παραλάμβανε το φορτηγό αυτοκίνητο που είχε χρεωθεί, το οδηγούσε στο χώρο φόρτωσης, όπου οι εργαζόμενοι του οικείου τμήματος φόρτωναν σ’ αυτό τα προς διανομή δοχεία νερού. Στη συνέχεια ξεκινούσε για το προγραμματισμένο δρομολόγιο, βάσει του ημερήσιου προγράμματος που του παραδιδόταν την προηγούμενη ημέρα. Μετά την ολοκλήρωση των ως άνω διανομών επέστρεφε στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, όπου παρέδιδε στο λογιστήριο τα εισπραχθέντα από αυτόν χρήματα και παρέδιδε τα παραστατικά έγγραφα από την παράδοση των φιαλών νερού σε 12 με 15 πελάτες ημερησίως. Η ημερήσια απασχόλησή του τελείωνε από ώρα 16,45 εως 17.00, ήτοι εργαζόταν κατά μέσο όρο, μετά την αφαίρεση του διαλείμματος μισής ώρας, το οποίο πραγματοποιούσε, επί 9 ώρες ημερησίως και 45 ώρες εβδομαδιαίως και πραγματοποίησε, εβδομαδιαίως, 5 ώρες υπερεργασίας, ενώ δεν πραγματοποίησε κατ’εξαίρεση υπερωρίες και η αγωγή κατά το κεφάλαιό της που αφορά αποζημίωση των υπερωριών αυτών είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, αδελφή του ενάγοντος, η οποία αναφέρει ότι ο τελευταίος αναχωρούσε από την οικία τους, που συγκατοικούσαν, πριν τις 07.00 και επέστρεφε γύρω στις 18.00, σε συνδυασμό με τους προσκομιζόμενους από αμφοτέρους τους διαδίκους ταχογράφους του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγων, οι οποίοι φέρουν διαφοροποιήσεις στην έναρξη και λήξη της ημερήσιας εργασίας του τελευταίου. Οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως, οι οποίοι καταθέτουν ότι ο ενάγων εργαζόταν επί 8 ώρες ημερησίως, δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον έρχονται σε αντίθεση με τους ως άνω ταχογράφους στους οποίους εμφαίνεται ότι το ωράριο εργασίας του ενάγοντος άρχιζε και πριν τις 08.00 και επέστρεφε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και μετά τις 16.30. Επίσης τα δελτία παρουσίας του προσωπικού, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη εναγόμενη, στα οποία αναγράφεται οκτάωρη ημερήσια απασχόληση του ενάγοντος, δεν κρίνονται πειστικά, καθόσον οι αναγραφόμενες σ’ αυτά ώρες ημερήσιας απασχόλησης του τελευταίου είναι διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται στους ως άνω ταχογράφους. Με βάση τις ως άνω νόμιμες αποδοχές του ο ενάγων δικαιούται για υπερεργασία; α) για μία ημέρα που εργάστηκε τον Αύγουστο 2008 (29-8-2008) το ποσό των 6,15 ευρώ (1 ώρα υπερεργασίας X 6,15 ευρώ το ωρομίσθιο (819,76 X 0,006 = 4,92 + 25%), β) από 1-9-2008 εως 31-12-2008, όπως αποδεικνύεται από τα ως άνω δελτία παρουσίας προσωπικού και δεν αμφισβητεί ο ενάγων, εργάστηκε για τις 77 ημέρες και δικαιούται το ποσό των 507,24 ευρώ {77 ώρες υπερεργασίας X 6,58 ευρώ το ωρομίσθιο (878,15 X 0,006 = 5,27 + 25%) και γ) από 1-1-2009 εως 24-6-2009, όπως αποδεικνύεται από τα ως άνω δελτία παρουσίας προσωπικού και δεν αμφισβητεί ο ενάγων, εργάστηκε για τις 107 ημέρες και δικαιούται το ποσό των 718,24 ευρώ {107 ώρες υπερεργασίας X 6,72 ευρώ το ωρομίσθιο (895,71 X 0,006 = 5,37 + 25%). Ήτοι συνολικά για την ως άνω αιτία δικαιούται το ποσό των 1.231,63 ευρώ (507,24 + 718,24). Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια και επιδίκασε στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα ποσά για την ως άνω αιτία ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της εφέσεως, καθώς και ο λόγος της αντεφέσεως περί επιδικάσεως μεγαλυτέρων ποσών για την ως άνω αιτία και αποζημιώσεως κατ’ εξαίρεση υπερωριών είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εντός του νομίμου ωραρίου του, εκτός από την εργασία του οδηγού, για την οποία αμείβονταν σύμφωνα με την ως άνω ΣΣΕ των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις της χώρας, πραγματοποιούσε τις εκφορτώσεις των μεταφερομένων με το αυτοκίνητο που οδηγούσε φιαλών νερού. Ειδικότερα εκφόρτωνε τα δοχεία νερού από το ως άνω φορτηγό και τα μετέφερε, με χειράμαξα, εντός των εγκαταστάσεων των πελατών της εναγομένης. Επίσης, εντός του νομίμου ωραρίου του, εκτός από την εργασία του οδηγού, από 27-10-2008, απασχολείτο με τη συντήρηση, έλεγχο και απολύμανση των μηχανημάτων, που η εναγόμενη είχε διαθέσει στους πελάτες της για την τοποθέτηση των φιαλών νερού. Μάλιστα για την εκτέλεση της εργασίας του ψυκτικού ο ενάγων από 22-10-2008 εφοδιάστηκε και με βιβλιάριο υγείας. Για τις ως άνω πρόσθετες εργασίες του φορτοεκφορτωτή και ψυκτικού, που δεν ήταν συναφείς με την κυρία απασχόλησή του, δεν είχε συμφωνηθεί ρητά ή σιωπηρά ιδιαίτερη αμοιβή, ούτε είχε συμφωνηθεί να μην καταβάλλεται επιπλέον μισθός γι’ αυτές. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι κατά την πρόσληψή του συμφώνησε με τον ενάγοντα να λαμβάνει ως αμοιβή για τις ως άνω πρόσθετες εργασίες το ποσό των 123 ευρώ εως 148 ευρώ μηνιαίως, το οποίο στις αποδείξεις πληρωμής του εμφαινόταν ως πριμ παραγωγικότητας, δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, καθόσον ουδεμία τοιαύτη συμφωνία αναγράφεται στην έγγραφη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ενώ το ως άνω πριμ παραγωγικότητας δεν ήταν σταθερό ανά μήνα, καίτοι οι πρόσθετες εργασίες που παρείχε ο τελευταίος ήταν σταθερές ποιοτικώς και ποσοτικώς, επιπλέον δε ο ενάγων έλαβε ακέραιο το πριμ παραγωγικότητας από της προσλήψεώς του, καίτοι άσκησε καθήκοντα ψυκτικού από 27-10-2008. Η αμοιβή που δικαιούται ο ενάγων για τις ως άνω πρόσθετες εργασίες ανέρχεται στον ειθισμένο μισθό που θα κατέβαλε η πρώτη εναγόμενη σε ένα φορτοεκφορτωτή και ψυκτικό για δύο και μία ώρα αντίστοιχα, που αποδείχθηκε ότι εκτελούσε ημερησίως τις εν λόγω εργασίες ο ενάγων. Συνεπώς, για την εργασία του φορτοεκφορτωτή, δικαιούται για τη μία ημέρα, που εργάστηκε τον Αύγουστο 2008, που το νόμιμο ωρομίσθιο του εργατοτεχνίτη ανερχόταν σε 4,66 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητεί η πρώτη εναγόμενη, το ποσό των 9,32 ευρώ (4,66 X 2 ώρες), από 1-9-2008 εως 31-12-2008, που το νόμιμο ωρομίσθιο του εργατοτεχνίτη ανερχόταν σε 4,82 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητεί η πρώτη εναγόμενη, για τις 77 ημέρες, που εργάστηκε, το ποσό των 742,28 ευρώ (4,82 X 2 ώρες= 9,64 ευρώ X 77 ημέρες) και από 1-1-2009 εως 24-6-2009, που το νόμιμο ωρομίσθιο του εργατοτεχνίτη ανερχόταν σε 4,92 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητεί η πρώτη εναγόμενη, για τις 107 ημέρες, που εργάστηκε, το ποσό των 1.052,88 ευρώ (4,92 X 2 ώρες= 9,84 ευρώ X 107 ημέρες). Για την εργασία του ψυκτικού δικαιούται από 27-10-2008 εως 31- 12-2008, με ωρομίσθιο 4,82 ευρώ, για τις 38 ημέρες, που εργάστηκε, το ποσό των 183,16 ευρώ (4,82 X 1 ώρα X 38 ημέρες) και από 1-1-2009 εως 24-6-2009 με ωρομίσθιο 4,92 ευρώ, για τις 107 ημέρες, που εργάστηκε, το ποσό των 526,44 ευρώ (4,92 X 1 ώρα X 107 ημέρες). Ήτοι συνολικά για τις ως άνω αιτίες δικαιούται το ποσό των 2.514,48 ευρώ ( 9,32 + 742,68 + 1.052,88 + 183,16 + 526,44). Η εκκαλουμένη εκ παραδρομής επιδίκασε στον ενάγοντα για τις ως άνω αιτίες το μικρότερο ποσό των 1579,32 ευρώ, το οποίο και θα επιδικασθεί, καθόσον δεν ασκήθηκε έφεση για τη διόρθωση αυτής, κατά το εν λόγω λάθος που έχει παρεισφρύσει σ’αυτή (Σ. Σαμουήλ Η Έφεση, έκδ, 2009, αριθμ. 206).Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι ο ενάγων εντός του νομίμου ωραρίου του, εκτός από την εργασία του οδηγού, εκτελούσε και τις πρόσθετες εργασίες του φορτοεκφορτωτή και από 27-10-2008 και του ψυκτικού, που δεν είναι συναφείς με αυτή του οδηγού, που αρχικά συμφωνήθηκε και δικαιούται για τις εν λόγω εργασίες τον ειθισμένο μισθό που θα κατέβαλε η πρώτη εναγόμενη σε ένα φορτοεκφορτωτή και ψυκτικό για δύο και μία ώρα εργασίας ημερησίως αντίστοιχα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της εφέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και με το δεύτερο λόγο αυτής είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Απορριπτέος επίσης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος είναι και ο λόγος της αντεφέσεως περί επιδικάσεως του αιτουμένου με την αγωγή ποσού των 3.709,68 ευρώ για τις ως άνω αιτίες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 16-9-2009 προσέφυγε στην στη συνδικαλιστική του οργάνωση (Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων Αθήνας), επειδή η πρώτη εναγόμενη, παρά τις σχετικές διαμαρτυρίες του, δεν του κατέβαλε αμοιβή για υπερεργασία και τις ως άνω πρόσθετες εργασίες, οι υπεύθυνοι δε υπάλληλοι του εν λόγω Σωματείου, αφού τον ενημέρωσαν για τα δικαιώματά του, επισκέφθηκαν στις 19-6-2009 τις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, όπου συνομίλησαν με πολλούς εργαζόμενους για να διαπιστώσουν τη βασιμότητα ή μη των καταγγελλομένων από τον ενάγοντα. Η κίνηση αυτή του ενάγοντος εξόργισε τους υπεύθυνους της πρώτης εναγόμενης και στις 19-6-2009 η λογίστρια της τελευταίας του ανακοίνωσε ότι καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας του και του απέσπασε την ηλεκτρονική κάρτα ελέγχου εισόδου-εξόδου στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, τελικώς, όμως, μετά από επικοινωνία με το δεύτερο εναγόμενο, τέθηκε σε υποχρεωτική άδεια μέχρι τις 22-6-2009. Στις 19-6-2009 ο ενάγων προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπου διαμαρτυρήθηκε, με την κατάθεση αιτήσεως για διενέργεια εργατικής διαφοράς, για τη θέση του σε υποχρεωτική άδεια και για την απόσπαση της ως άνω κάρτας, καθώς και για τις ως άνω οφειλές της πρώτης εναγόμενης. Στις 16-7-2009, που συζητήθηκε η ως άνω εργατική διαφορά, η εναγόμενη δια του νομίμου εκπροσώπου της κατέθεσε υπόμνημα, στο οποίο ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων δυσφήμισε την τελευταία ότι είναι αναξιόπιστη και δεν πληρώνει. Μετά το γεγονός αυτό η πρώτη εναγόμενη, αφού απασχόλησε τον ενάγοντα στις 23 και 24-6-2009, την τελευταία ημέρα (24-6-2009) κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, προσφέροντάς του για αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 1.189,01 ευρώ, συγχρόνως δε του επέδωσε την από 24-6-2009 καταγγελία συμβάσεως εργασίας-εξώδικη δήλωση, με την οποία τον καλούσε να εμφανιστεί, κατόπιν ραντεβού, στον πρόεδρο της εταιρείας για να δώσει εξηγήσεις για τη δυσφήμηση αυτής, επικαλούμενος ενώπιον του Λογιστηρίου ότι είναι αναξιόπιστη και άλλες πολλές δυσφημιστικές προσκλήσεις. Με βάση τα ανωτέρω η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε από λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπό του , λόγω της διεκδίκησης απ’ αυτόν της καταβολή της αμοιβής του για εργασία παρασχεθείσα καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου και τις ως άνω πρόσθετες εργασίες και της προσφυγής του στην ως άνω συνδικαλιστική οργάνωση και την Επιθεώρηση Εργασίας προς προάσπιση των δικαιωμάτων του. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος οφείλεται στις δυσφημιστικές δηλώσεις που προέβη εις βάρος της εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε βάσιμος. Ενόψει των προεκτεθέντων η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, εξ αιτίας δε της ακυρότητας αυτής η πρώτη εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24-6-2009 εως 24-6-2010, που κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του, συνολικού ποσού 12.229,8 ευρώ (1.019,15 καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός κατά το χρόνο της απόλυσης X 12 μήνες), καθώς και την αιτούμενη αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2009 (αν και το δικαιούται ολόκληρο), ποσού 886,60 ευρώ, το δώρο Πάσχα 2010, ποσού 530,80 ευρώ {1019,15;2 = 509,58 + 21,22 ευρώ (509,58 χ 0,04166) αναλογία επιδόματος αδείας}, την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2010, ποσού 245,48 ευρώ (1019,15/25 = 40,77 ημερομίσθιο + 1,70 αναλογία επιδόματος αδείας X 2 X 2,89 δεκαεννιαήμερα)και το επίδομα αδείας 2010 ποσού 509,58 ευρώ (1019,15;2). Ήτοι συνολικά για τις ως άνω αιτίες δικαιούται το ποσό των 14.402,26 ευρώ. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο της εφέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Η πρώτη εναγόμενη ισχυρίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις ότι στις 22-9-2009, έχοντας υποβάλει, αυτή και ο νόμιμος εκπρόσωπός της …. …., κατά του ενάγοντος την από 16-9-2009 με Α.Β.Μ. …2009/…. μήνυση για τις πράξεις της δυσφήμησης ανωνύμου εταιρείας, συκοφαντικής δυσφήμησης, δυσφήμησης και εξύβρισης, που φέρονται ότι τελέστηκαν κατά τη διάρκεια της εργασίας του, προέβη σε δεύτερη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, αζημίως και υπό την αίρεση της ακυρότητας της ενδίκου, η οποία (2η καταγγελία)είναι νόμιμη και έγκυρη, διότι έχει παρέλθει η κατ’ άρθρ. 6 παρ. 1 ν.3198/1955 τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία προσβολής της ως ακύρου εκ μέρους του ενάγοντος και ως εκ τούτου ήρθη η υπερημερία της από 22-9-2009 και εντεύθεν και δεν οφείλει τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας από 22-9-2009 εως 24-6-2010. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, καθόσον επί αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας αποτελεί ένσταση (Α.Π. 1694/2012, Α.Π. 924/2010, Α.Π. 192/2009 624/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης η πρώτη εναγόμενη ισχυρίσθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις ότι «δεν τίθεται ζήτημα επιδικάσεως στον ενάγοντα μισθών υπερημερίας», καθόσον κατέβαλε σ’ αυτόν τους μισθούς υπερημερίας από 24-6-2009 εως 24-9-2009, ήτοι από την ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εως τη δεύτερη, πλέον αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2009 και διαφοράς επιδόματος αδείας 2009 και των νομίμων τόκων υπερημερίας εως 2-2-2010, συνολικού ποσού 3.306,96 ευρώ, με δημόσια κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του ποσού των 2.117,95 ευρώ, μετά από συμψηφισμό στο ως άνω ποσό του ποσού των 1.189,01 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αποζημίωση απολύσεως, που έλαβε ο ενάγων συνεπεία της ενδίκου καταγγελίας, λόγω αρνήσεως του τελευταίου να εισπράξει το ως άνω ποσό των 2.117,95 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση εξοφλήσεως (Α.Π. 1828/2008 ΔΕΝ 1538. 628) και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι οι ως άνω ισχυρισμοί συνιστούν ενστάσεις και τους απέρριψε ως απαράδεκτους, για το λόγο ότι η πρώτη εναγόμενη δεν πρότεινε αυτούς προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και η σχετική δήλωσή της να καταχωρηθεί στα πρακτικά, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ.1περ.δ’, 591 παρ.1εδ.β’ και 663 εως 676 Κ.Πολ.Δ. (ΟΛ. Α.Π. 2/2005 Ελλ. Δ/νη 46.689, Α.Π.2259/2009, Α.Π. 13/2008, Α.Π. 128/2008), ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και ο πρώτος λόγος της εφέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένως οι ως άνω ισχυρισμοί απερρίφθησαν ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν συνιστούν ενστάσεις, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι η καταχρηστική απόλυση του ενάγοντος εξέθεσε αυτόν στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον, καθώς και ότι η πρώτη εναγόμενη με τα ως άνω αναγραφόμενα στο έγγραφο της καταγγελίας και στο υπόμνημα, που κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας, αποσκοπούσε δολίως να προσβάλει την προσωπικότητά του και η αγωγή ως προς το αίτημά της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 2.000 ευρώ για την ως άνω αιτία εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός τέταρτος λόγος της εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος, απορριπτομένου του λόγου της αντεφέσεως περί επιδικάσεως μεγαλυτέρου ποσού για την ως άνω αιτία. Με την εκκαλουμένη απόφαση επιδικάστηκε στον ενάγοντα και το ποσό των 322,47 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος από 16-6-2009 εως 24-6-2009, το οποίο δεν προσβάλλεται με την έφεση. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως και αντεφέσεως προς έρευνα, πρέπει: α) να απορριφθούν ο πρόσθετος λόγος της εφέσεως και η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι, χωρίς να περιληφθεί, ως προς την αντέφεση, διάταξη δικαστικών εξόδων, διότι η αντεφεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε πρόσθετη δικαστική δαπάνη για την αντιμετώπισή της και β) να γίνει δεκτή ως κατ’ουσίαν βάσιμη η έφεση και εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, στο σύνολό της, όμως, και ως προς το μη ανατρεπόμενο μέρος της, για την ενότητα της εκτελέσεως. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ. Δ.) και δικασθεί η από 24-7-2009 αγωγή πρέπει να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως κατ’ουσίαν βάσιμη και : α) υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 17.535,68 ευρώ (1231,63 + 322,47 +1579,32 + 14.402,26), με το νόμιμο τόκο για τις δεδουλευμένες αποδοχές εννέα ημερών μηνός Ιουνίου 2009, την αμοιβή πρόσθετης εργασίας κάθε μήνα, αμοιβή υπερεργασίας κάθε μήνα και τους μισθούς υπερημερίας κάθε μήνα, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα, για την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2009 από 1-1-2010, για το επίδομα Πάσχα 2010 από 1-5-2010 και για την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010 και επιδόματος αδείας 2010 από 1-1-2011 μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω εφόσον επιδικάζεται τελεσίδικα στον ενάγοντα ποσό μεγαλύτερο εκείνου, που η εκκαλουμένη απόφαση κήρυξε ως προσωρινά εκτελεστό και δη το ποσό των 17.535,68 ευρώ έναντι του κηρυχθέντος προσωρινά εκτελεστού ποσού των 10.000 ευρώ, το υποβαλλόμενο με τις προτάσεις αίτημα της εκκαλούσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, κατ’ άρθρ. 914 ΚΠολ.Δ., είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της εναγομένης, λόγω της μερικής ήττας της, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρ. 178, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει κατ’αντιμωλίαν των διαδίκων την έφεση, τον πρόσθετο αυτής λόγο και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του εφεσιβλήτου.

Απορρίπτει την έφεση και την αντέφεση ως προς το δεύτερο εκκαλούντα και αντεφεσίβλητο …. …. ως απαράδεκτη.

Δέχεται κατά τα λοιπά τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν τον πρόσθετο λόγο της εφέσεως και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφαση.

Δέχεται κατά τα λοιπά τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ ’ αριθμ. 584/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 24-7-2009 αγωγής.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει την ακυρότητα της από 24-6-2009 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (17.535,68), με το νόμιμο τόκο για τις δεδουλευμένες αποδοχές εννέα ημερών μηνός Ιουνίου 2009, την αμοιβή πρόσθετης εργασίας κάθε μήνα, αμοιβή υπερεργασίας κάθε μήνα και τους μισθούς υπερημερίας κάθε μήνα, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα, για την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2009 από 1-1-2010, για το επίδομα Πάσχα 2010 από 1-5-2010 και για την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010 και επιδόματος αδείας 2010 από 1-1-2011 μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει εις βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies