Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Σύμβαση εργασίας οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου. Δεν είναι εκδικαστέες κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών οι αγωγές που, παρά το γεγονός ότι μέρος της ιστορικής τους βάσης είναι διαφορά που έχει προέλθει από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, αλλά με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής, στρέφονται όχι κατά του εργοδότη ή άλλου διαδόχου του, αλλά κατά τρίτου προσώπου, όπως η αδικοπραξία του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότιδος εταιρίας που έλαβε χώρα εξ αφορμής της σχέσης εργασίας. Έννοια πρόσθετης εργασίας. Πρόσθετη και εντελώς διαφορετική εργασία συνιστά, επί οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, η ανάθεση σε αυτούς της φορτοεκφορτώσεως των μεταφερομένων εμπορευμάτων με το φορτηγό αυτοκίνητο. Στοιχεία ορισμένου αγωγής που επιδιώκει να υποχρεωθεί ο εργοδότης να απασχολεί πραγματικά τον μισθωτό. Δεν λαμβάνεται υπόψη ένορκη βεβαίωση που προσκομίστηκε το πρώτον μετά τη συζήτηση της υπόθεσης εντός της τριήμερης προθεσμίας για προσθήκη – αντίκρουση, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 591 παρ. 1δ’ του ΚΠολΔ, καθώς δεν αντικρούονται με αυτή ισχυρισμοί που προβλήθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση, αλλά απλώς επιβεβαιώνεται το περιεχόμενο της αγωγής. Έννοια υπερεργασιακής απασχόλησης. Υπολογισμός αμοιβής. Καταχρηστική η καταγγελία που οφείλεται στην διεκδίκηση δικαιωμάτων από τον εργαζόμενο ενώπιον της Επιθεώρησης εργασίας. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 19.535,68 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

584/2011

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Χρήστο Γ. Παπακώστα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Σοφία Κόντη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Φεβρουάριου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: …………, κατοίκου ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Των εναγομένων: 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ………….., κατοίκου ………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 24-7-2009 αγωγή του, που κατατέθηκε με αριθμό ………./……../2009, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 28/9/2010 και – μετά από αναβολή- για την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 663 ΚΠολΔ, υπάγονται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών και δικάζονται, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 αυτού, από το Μονομελές Πρωτοδικείο, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς είναι άνω των 12.000 ευρώ (αλλιώς- αν είναι κάτω των 12.000 ευρώ- από το Ειρηνοδικείο), οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αξία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή της εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους (παρ. 1). Μεταξύ δε των διαφορών αυτών είναι και εκείνες των μισθωτών κατά των εργοδοτών τους ή του διαδόχου των που πηγάζουν από αδικοπραξία αυτών ή των από αυτούς προστηθέντων, η οποία (διαφορά) συναρτάται με την εργασιακή σχέση, δηλαδή απαραίτητη προϋπόθεση υπαγωγής των παραπάνω διαφορών στην παραπάνω διαδικασία είναι η παροχή από τον εργαζόμενο εξαρτημένης εργασίας (πηγάζουσα είτε από σύμβαση είτε από απλή εργασιακή σχέση), από την οποία ή εξ αφορμής της προέκυψε η σχετική διαφορά. Οι αξιώσεις δε που προκύπτουν από τις εν λόγω διαφορές υπάγονται στην παραπάνω διαδικασία ανεξάρτητα από το αν πηγάζουν από την εργατική νομοθεσία ή από τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου και ιδίως από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ. Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αυτή και διαφορά η οποία δεν έχει ως πηγή τη σύμβαση ή οπωσδήποτε σχέση εργασίας μεταξύ αυτών τούτων των διαδίκων αλλά μεταξύ του εργαζομένου και κάποιου τρίτου, εφόσον, κατά την περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει η βασική προϋπόθεση προς υπαγωγή στην εργατική διαδικασία, δηλαδή η ύπαρξη εργατικής συμβάσεως ή και απλής σχέσεως εργασίας, ούτε η αξίωση δημιουργήθηκε από κάποια αφορμή εξ αυτών. Έτσι, δεν είναι εκδικαστέες κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών οι αγωγές που, παρά το γεγονός ότι μέρος της ιστορικής τους βάσης είναι διαφορά που έχει προέλθει από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, αλλά με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής, στρέφονται όχι κατά του εργοδότη ή άλλου διαδόχου του, αλλά κατά τρίτου προσώπου. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή κατά του υποκειμενικά ευθυνόμενου τρίτου, που δεν είναι εργοδότης ή δεν ταυτίζεται με αυτόν, υπάγεται στην τακτική διαδικασία και εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ’ύλην δικαστήριο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 εδ. δ’ και 2 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις που δεν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, διατάσσεται (και) αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός τους και στην περίπτωση καθύλην αναρμοδιότητας τους εφαρμόζεται το άρθρο 46 ΚΠολΔ, κατά το οποίο παραπέμπεται η υπόθεση στο αρμόδιο καθύλην δικαστήριο (ΑΠ 1230/1976 ΕΕργΔ 36-240, ΕφΑθ  9902/2005, ΕφΘεσσαλ 80/2008 και 889/2005, ΕφΚρητ 473/2007, ΕφΛαρ 158/2001, όλες δημοσιευθείσες στην τνπ ΝΟΜΟΣ, σχετικές και οι παλαιότερες αποφάσεις: ΕφΘεσσαλ 3555/1996, Δνη 1998.599, ΕφΠειρ 241/92, ΠειρΝ 13.364, ΕφΑθ  7532/1976 ΕΕργΔ 36.270, ΕφΑθ 3027/1974 ΕΕργΔ 34.476, αλλά και Ντάσιος: Εργατικό Δικ. Δίκαιο, έκδ. 1995, τόμος Α/1, σελ. 147, Μπέης, ΠολΔ υπ άρθρο 16, σελ 183, Βαθρακοκοίλης, «ΚωδΠολΔικ», στο άρθρο 663 αρ. 21).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί η παροχή από το μισθωτό, μέσα στο νόμιμο ωράριο, πρόσθετης διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν είναι συναφής με αυτή που συμφωνήθηκε αρχικά και παρέχεται μόνο με μισθό, ο εργοδότης, εκτός αν είχε συμφωνηθεί ιδιαίτερος, πρόσθετος μισθός, ή η μη καταβολή τέτοιου πρόσθετου μισθού, υποχρεούται να καταβάλει το συνηθισμένο για την εργασία αυτή μισθό, δηλαδή αυτόν που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες γενικές συνθήκες (ΟλΑ.Π. 861 και 862/1984). Τέτοια πρόσθετη και εντελώς διαφορετική εργασία συνιστά επί οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, η ανάθεση σε αυτούς της φορτοεκφορτώσεως των μεταφερομένων εμπορευμάτων με το φορτηγό αυτοκίνητο (ΑΠ 1413 και 336/2009, τνπ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 236/2003 ΕλλΔνη 45.446, ΕφΠατρ730/2008 και 587/2006, τνπ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, εάν δεν έγινε αντίθετη συμφωνία, ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό, η δε μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών δεν έχει άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζει το άρθρο 656 του ΑΚ. Η απόκρουση όμως των προσφερόμενων υπηρεσιών, όταν γίνεται υπό περιστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, είναι παράνομη. Επίσης, είναι παράνομη η απόκρουση αυτή, όταν γίνεται υπό περιστάσεις που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ) ή εκ προθέσεως ζημιώνουν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη τον εργαζόμενο (άρθρο 919 ΑΚ) ή υπαιτίως προσβάλλουν το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος). Στις περιπτώσεις αυτές, γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον (ΑΠ 1515/2003 ΕΕργΔ 2005/757, ΑΠ 1354/2001, ΔΕΝ 2001.1598, ΑΠ 1106/2000, ΔΕΝ 2001.18). Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι για το ορισμένο της αγωγής, που διώκει να υποχρεωθεί ο εργοδότης να απασχολεί πραγματικά το μισθωτό, πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτήν κατ’άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ: α) Η ύπαρξη σε λειτουργία έγκυρης σύμβασης, β) η άρνηση του εργοδότη να δέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του ενάγοντος με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, γ) ότι από τη μη πραγματική απασχόλησή του προσβάλλεται η προσωπικότητά του με αναφορά στους συγκεκριμένους λόγους που συνιστούν την προσβολή, ή δ) ότι η συμπεριφορά του εργοδότη αντίκειται στις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και να προσδιορίζονται οι ειδικές περιστάσεις από τις οποίες επέρχεται η προσβολή της προσωπικότητας και προξενείται στον ενάγοντα ηθική ή υλική βλάβη, λόγω της φύσεως της εργασίας, από την οποία προσδοκά την προβολή του και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (ΕφΑθ  3239/2001, ΔΕΕ 2002.87).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή, ότι είναι επαγγελματίας οδηγός και ότι στις 22-8-2008 προσελήφθη από την πρώτη εναγόμενη, που δραστηριοποιείται στη διάθεση ψυκτικών μηχανημάτων και δοχείων πόσιμου νερού σε διάφορους ιδιωτικούς και δημοσίους φορείς, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός φορτηγού, διαθέτων τη σχετική επαγγελματική άδεια. Ότι, σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, απασχολήθηκε στην εν λόγω επιχείρηση και υπό την ανωτέρω ειδικότητα μέχρι τις 24/6/2009, οπότε η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, καταγγελία η οποία είναι παράνομη και καταχρηστική για τους λόγους που εκτίθενται στην αγωγή. Επιπλέον δε πραγματοποίησε τις αναγραφόμενες αναλυτικά στην αγωγή επιπλέον ώρες εργασίας ημερησίως και εβδομαδιαίως (υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες) και εκτέλεσε τις πρόσθετες εργασίες φορτοεκφορτωτή και ψυκτικού, που επίσης αναγράφονται στην αγωγή, εντός του ωραρίου εργασίας του. Ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δεν του καταβλήθηκαν 9 ημερομίσθια του μηνός Ιουνίου 2009, επίδομα ταμειακών λαθών, επειδή εκτελούσε και χρέη εισπράκτορα των οφειλών των πελατών της εναγομένης από την πώληση σε αυτούς δοχείων νερού, αποδίδοντας τα σχετικά ποσά σε αυτή, κατά το τέλος κάθε ημέρας εργασίας. Για τους παραπάνω λόγους ζητεί την καταβολή εκ μέρους της πρώτης εναγομένης των παραπάνω οφειλών (αμοιβή για πρόσθετες εργασίες, υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες, επιδόματος ταμειακών λαθών και μέρους αποδοχών Ιουνίου 2009), χρηματικής, ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω της παράνομης και καταχρηστικής απόλυσης, η οποία στηρίχθηκε στην από αμφοτέρους τους εναγομένους (ο δεύτερος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης) κατασυκοφάντησή του ενώπιον τρίτων, όπως αναλυτικά αναγράφεται στην αγωγή (η καταβολή της οποίας ζητείται εις ολόκληρον από αμφοτέρους τους εναγομένους και με απειλή προσωπικής κράτησης κατά του δευτέρου εναγομένου, λόγω της αδικοπραξίας του) και επιπλέον ζητεί να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω γενομένης καταγγελίας, να καταδικαστεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει (εκτός από τα παραπάνω) και μισθούς υπερημερίας για χρονικό διάστημα 12 μηνών μετά την απόλυσή του (ήτοι μέχρι τις 24/6/2010, που δεν είχε ακόμα συζητηθεί η αγωγή), άλλως η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και συνολικά το ποσό των 33.148,48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους αξίωσή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, με βάση τη σύμβαση εργασίας άλλως (επικουρικά) με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γιατί κατά τα ποσά αυτά κατέστη πλουσιότερη η πρώτη εναγομένη εταιρεία σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού τα ανωτέρω ποσά θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο απασχολούσε στη θέση του με τις ίδιες συνθήκες και όρους. Τέλος, ζητεί να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, του οδηγού, με καταδίκη της σε χρηματική ποινή 500 ευρώ και προσωπικής κράτησης του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου εναγομένου για κάθε παραβίαση της διάταξης αυτής, να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, η οποία ασκήθηκε μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, όσον αφορά την αποζημίωση απόλυσης αλλά και μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία για τους μισθούς υπερημερίας, αφού στις 25-6-2009 η επομένη ημέρα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, η δε κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 29-7-2009 (υπ’ αριθμ. ……… και ……../29-7-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη) και για το καταψηφιστικό αντικείμενο της οποίας (πέραν του ποσού των 12.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου) καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις (71 ΕισΝΚΠολΔ, με αριθ. ……, ………, …….. και …….. αγωγόσημα, με τα επικολληθέντα επ’αυτών ένσημα ΕΤΑΑ-ΤΑΝ και ΕΤΑΑ-ΤΥΔΑ), αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 αριθμ. 2, 16 περ. 2 και 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 έως 676 ΚΠολΔ ως προς την πρώτη εναγομένη εταιρεία. Είναι δε ορισμένη και νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 3, 57, 59, 174, 180, 281, 288, 341,345, 346, 349, 350, 648 επ., 656, 669, 914, 932 ΑΚ, 1, 3, 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 1, 2 παρ. 1, 3, 5 παρ. 1, 2 και 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955, άρθρο 1 του ν. 3385/2005, σε συνδυασμό με τις κατωτέρω αναφερόμενες ΣΣΕ και ΥΑ και 70, 176, 907, 908 παρ. 1ε’ και 910 αρ. 4 ΚΠολΔ. Πρέπει όμως να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη κατά την επικουρική της βάση, αφού αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά με την κύρια βάση, χωρίς δηλαδή να ασκείται για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας για οποιοδήποτε λόγο (ΟλΑΠ.22/2003 και ΑΠ 305/2010, τνπ ΝΟΜΟΣ, ειδικότερα για την επικουρικότητα των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, σχετ. ΑΠ 104/2003 ΕλλΔνη 2003. 985, ΕφΑθ  8570/2007 ΕλλΔνη 2008. 930, Σταθόπουλο στην «ΕρμΑΚ Γεωργιάδη Σταθόπουλου», εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 904 – 913 αρ. 24 -27). Περαιτέρω, το αίτημα περί υποχρέωσης της πρώτης εναγόμενης για αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο, καθόσον στην αγωγή δεν εκτίθενται, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην τελευταία ως άνω νομική σκέψη της απόφασης, περιστάσεις από τις οποίες να συνάγεται ότι από τη μη απασχόληση του ενάγοντος, αυτός υφίσταται προσβολή της προσωπικότητάς του ή ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης (να μην τον απασχολεί) αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με ειδικότερο προσδιορισμό των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει ηθική ή υλική βλάβη στον ενάγοντα, λόγω της φύσεως της εργασίας, από την οποία προσδοκά την προβολή του και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και δεν αμφισβητείται από κανέναν από τους διαδίκους, δεν έχει και δεν είχε ποτέ την ιδιότητα του εργοδότη του ενάγοντος, αλλά ενάγεται μόνο λόγω της αδικοπραξίας που φέρεται ότι τέλεσε, από κοινού με την πρώτη εναγομένη, κατά του ενάγοντος και συνεπώς- σύμφωνα με όσα ιστορούνται στη μείζονα σκέψη της παρούσας- η κατ’αυτού σωρευομένη αγωγή αδικοπραξίας δεν υπάγεται στην ως άνω ειδική διαδικασία, αλλά στην τακτική διαδικασία, ανεξαρτήτως του ότι η αδικοπραξία αυτού φέρεται ότι έλαβε χώρα εξ αφορμής της σχέσεως εργασίας του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη και της ιδιότητας αυτού ως νομίμου εκπροσώπου της και- δεδομένου ότι το ποσό που ζητείται ως χρηματική ικανοποίηση κατά του δευτέρου εναγομένου δεν ξεπερνά τις 12.000 ευρώ- πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της κατ’αυτού αγωγής και η παραπομπή αυτής για εκδίκαση στο αρμόδιο καθύλην Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις. Ως προς την πρώτη εναγομένη πρέπει όμως η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001: “Αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά: α) Οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ’ του ίδιου κώδικα, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν “όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως …. Τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σε αυτές, τις καταθέσεις μαρτύρων…”. Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (αφού εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των ειρηνοδικείων άρθρο 666 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους ισχυρισμούς τους, όπως η ένσταση συμψηφισμού, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ.), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, όμως, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που “ως γενόμενο κατά τη συζήτηση” σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 13/2008, τνπ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες στο ακροατήριο καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως της αγωγής, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και από τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Ελευθερίας Δήμα, που προσκόμισε η πρώτη εναγομένη με αριθμό ……… και …………/27-9-2010, που ελήφθησαν μετά νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος (άρθρο 591 παρ. 1δ’ και 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ, υπ’αριθ. ……../23.9.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Μαδεμτζή της σχετικής από 23/9/2010 κλήσης των εναγόμενων), όχι όμως και την προσκομισθείσα από τον ενάγοντα υπ’αριθ. ……/2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία προσκομίστηκε το πρώτον μετά τη συζήτηση που έλαβε χώρα την 15/2/2011, εντός της τριήμερης προθεσμίας για προσθήκη- αντίκρουση, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 591 παρ. 1δ’ του ΚΠολΔ, (δεν αντικρούονται δηλαδή με αυτή ισχυρισμοί της πρώτης εναγόμενης που προβλήθηκαν, το πρώτον κατά τη συζήτηση, αλλά απλώς επιβεβαιώνεται το περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 66/2007, τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1402/1999» Δνη 41/359), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη, η οποία διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς και πώλησης πόσιμου νερού σε διάφορα σημεία της Αττικής, την 29-8-2008, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου διάρκειας, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως οδηγός φορτηγού οχήματος, αντί μηνιαίου μισθού 819,76 ευρώ (σχετική η προσκομιζόμενη αναγγελία όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, δεν προσκομίστηκε δε αντίθετο έγγραφο, ούτε η μάρτυρας αποδείξεως της αγωγής κατέθεσε ότι ο ενάγων προσελήφθη νωρίτερα – στις 22/8/2008- χωρίς να έχει δηλωθεί η πρόσληψή του στο ΙΚΑ). Το συμφωνηθέν ωράριο εργασίας του ενάγοντος ήταν από τις 08:00’ έως τις 16:30’ με διάλειμμα μισής ώρας (12:00’ με 12:30’). Στην πραγματικότητα ο ενάγων ξεκινούσε την εργασία του καθημερινά στις 07:45’ το πρωί και κατά κανόνα αυτή έληγε περί τις 17:00’, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που του αναθέτονταν, καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με την πρώτη εναγομένη, δηλαδή, από την ως άνω πρόσληψή του και μέχρι την 24-6-2009, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση. Το παραπάνω ωράριο εργασίας αποδεικνύεται από όσα κατέθεσε η μάρτυς αποδείξεως της αγωγής, σε συνδυασμό με τους προσκομιζόμενους από τους διαδίκους ταχογράφους του φορτηγού που οδηγούσε ο ενάγων (από τους οποίους βεβαίως προκύπτουν διαφοροποιήσεις στην έναρξη και λήξη εργασίας για κάθε ημέρα, με το παραπάνω ωράριο να προκύπτει κατά μέσο όρο ως το σύνηθες πραγματοποιούμενο ωράριο εργασίας, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα), που αναιρούν όσα αναγράφονται στα προσκομιζόμενα από την πρώτη εναγομένη δελτία παρουσίας προσωπικού αυτής και όσα καταθέτουν οι εργαζόμενοι σε αυτή μάρτυς ανταποδείξεως της αγωγής στο ακροατήριο και στις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Επί παραδείγματι στον ταχογράφο της 9/10/2008 η έναρξη λειτουργίας του φορτηγού φαίνεται στις 07:30’ και η λήξη περί τις 16:45’, ενώ στην αντίστοιχη καρτέλα- δελτίο παρουσίας προσωπικού φέρεται ο ενάγων να προσήλθε στις 08:04’ και να αποχώρησε από την εργασία του στις 16:28’. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη ότι ο ενάγων άμα τη επιστροφή του στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, όφειλε επιπλέον να παραδώσει τα εισπραχθέντα χρήματα και τα αντίστοιχα παραστατικά έγγραφα από την παράδοση των φιαλών νερού σε 12 ή 15 πελάτες ημερησίως. Επίσης, η μάρτυς ανταποδείξεως της αγωγής – υπάλληλος της πρώτης εναγομένης κατέθεσε μεν ότι η αποθήκη αυτής έκλεινε στις 16:30’, αλλά και ότι αν κάποιος πελάτης δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί μέχρι τις 16:30’ «ίσως πήγαινε αργότερα ο οδηγός». Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο ενάγων αναγκάστηκε (πριν την απόλυσή του, κατά τα κατωτέρω) να προσφύγει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διεκδικώντας και αμοιβή για τις επιπλέον ώρες εργασίας (χωρίς να γίνεται πάντως αναφορά σε συγκεκριμένες ώρες επιπλέον εργασίας ημερησίως ή εβδομαδιαίως στα σχετικά έγγραφα). Δεν αποδείχθηκε όμως (κανείς μάρτυς δεν κατέθεσε σχετικά) ότι ο ενάγων δεν πραγματοποιούσε το δικαιούμενο διάλειμμα μισής ώρας, το οποίο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και εκτός έδρας της εταιρείας, όπου πράγματι θα ήταν δύσκολο να επιστρέφει (μεταξύ πολλών διανομών ημερησίως σε διάφορα μέρη της Αττικής) ή ότι ο ενάγων εργαζόταν περισσότερες ώρες από τις ανωτέρω. Επίσης, δεν αποδεικνύεται από κάποια μαρτυρική κατάθεση ή από τους προσκομιζόμενους ταχογράφους κάποια μεταβολή στο ωράριο εργασίας του ενάγοντος μετά τον Μάρτιο του έτους 2009. Με βάση τα ανωτέρω ο τελευταίος εργαζόταν επί 45’ λεπτά επιπλέον ημερησίως και συνολικά επί 3,75 ώρες επιπλέον εβδομαδιαίως, πραγματοποίησε δηλαδή υπερεργασία, που συνιστά η εργασία μέχρι πέντε -επιπλέον των 40- ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι 41η ως και 45η ώρα- χωρίς ταυτόχρονα να εργάζεται παραπάνω από μία ώρα επιπλέον ημερησίως) και όχι παράνομες υπερωρίες και γι αυτό το σχετικό κονδύλιο πρέπει να γίνει μερικά δεκτό και να του επιδικαστεί αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 1 Ν. 3385/2005, σε συνδυασμό με το αρ.1 παρ. 2 του ΒΔ της 28-1/4-2-1938 “περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων” κατά το οποίο προβλέπεται εβδομάδα εργασίας 40 ωρών και για την απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων γ’ κατηγορίας), ήτοι με ωρομίσθιο (819,76 X 0,006=) 4,92 ευρώ για την μία ημέρα που εργάστηκε τον Αύγουστο του 2008, δικαιούται 4,92 X 1,25= 6,15 ευρώ (σημειώνεται ότι οι καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος, που διαμορφώνονταν με βάση όσα προβλέπονταν από την από 30/7/2008 ΣΣΕ εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις της χώρας, κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5.8.2008 σύμφωνα με την ΥΑ 69041/3230/6-15.10.2008 -ΦΕΚ Β’ 2137/15.10.2008- σε συνδυασμό με καταβαλλόμενο από την πρώτη εναγόμενη πριμ παραγωγικότητας, αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών κάθε μήνα και δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους). Στον παραπάνω καταβαλλόμενο μισθό δεν θα υπολογιστεί και το επίδομα ταμειακών λαθών- ως ποσοστό 5% επιπλέον επί του μισθού που επικαλείται ο ενάγων, διότι δεν προκύπτει από το κείμενο της επικαλούμενης από αυτόν 29.5.1989 ΣΣΕ του Προσωπικού Εμπορικών Καταστημάτων Χονδρικής και Λιανικής Πώλησης Τροφίμων -Υ.Α. Εργασίας 15398 της 14.6/16.6.89 -ΦΕΚ Β’ 489- ότι το επίδομα αυτό δικαιούνται και άλλα πρόσωπα πλην των ταμιών, όπως οι απλοί εισπράκτορες – παρ. 3 άρθρου μόνου αυτής -και για το λόγο πρέπει να απορριφθεί ως νομικά – και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά- αβάσιμο και το σχετικό κονδύλιο καταβολής του επιδόματος αυτού για όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, αφού και ο ίδιος δεν επικαλείται – ούτε αποδείχθηκε- ότι εκτελούσε χρέη ταμία, αλλά απλού εισπράκτορα της πρώτης εναγομένης. Για το χρονικό διάστημα από 1/9/2008 έως και 31/12/2008, με ωρομίσθιο (878,15 Χ 0,006) 5,27 ευρώ για 77 ημέρες που εργάστηκε (όπως αποδεικνύεται και από τα προσκομιζόμενα δελτία παρουσίας προσωπικού), δικαιούται 5,27 X 1,25 X 77= 507,24 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1/1/2009 έως και 24/6/2009, με ωρομίσθιο (895,71 X 0,006) 5,37 ευρώ για 107 ημέρες που εργάστηκε (όπως αποδεικνύεται και από τα προσκομιζόμενα δελτία παρουσίας προσωπικού), δικαιούται 5,37 X 1,25 X 107= 718,24 ευρώ, συνολική οφειλή 1.231,63 ευρώ για την παραπάνω αιτία (σημειώνεται ότι ο ενάγων δεν συνυπολογίζει για τον υπολογισμό του ωρομισθίου με βάση το οποίο ζητεί την καταβολή του κονδυλίου της υπερεργασίας και το πριμ παραγωγικότητας που κατέβαλε σε αυτόν κάθε μήνα η πρώτη εναγομένη, άρθρο 106 του ΚΠολΔ). Επίσης, η πρώτη εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα 16/6 έως 24/6/2009, ήτοι 9 ημερομίσθια και συνεπώς 35,83 (ο ενάγων υπολογίζει το ημερομίσθιο μόνο με βάση το νόμιμο μηνιαίο μισθό και με βάση αυτό θα υπολογιστεί το παρόν κονδύλιο, άρθρο 106 του ΚΠολΔ) X9 = 322,47 ευρώ. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκτελούσε – εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας του- εκτός από τα παραπάνω καθήκοντα οδηγού και πρόσθετα καθήκοντα φορτοεκφορτωτή για την εκφόρτωση των δοχείων νερού από το φορτηγό που οδηγούσε στους πελάτες στους οποίους τα παρέδιδε, όπως και καθήκοντα ψυκτικού (μετά την 27/10/2008) για τη συντήρηση, έλεγχο και απολύμανση των μηχανημάτων, τα οποία είχαν διατεθεί στους πελάτες της πρώτης εναγομένης (όπου τοποθετούντο οι φιάλες νερού), εργασίες, που δεν είναι – σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα- συναφείς με αυτή που αρχικά συμφωνήθηκε (αυτή του οδηγού), χωρίς γι αυτή να έχει συμφωνηθεί να μην καταβάλλεται επιπλέον μισθός και χωρίς να έχει οριστεί συγκεκριμένος μισθός γι αυτές. Η πρώτη εναγομένη δεν αρνείται ουσιαστικά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών από τον ενάγοντα (άλλωστε- για την εργασία του ψυκτικού- προσκομίζει φωτοαντίγραφο από το βιβλιάριο υγείας που υποχρεώθηκε να εκδώσει για τη νόμιμη εκτέλεση αυτού, όπως και από τα δελτία service που ο ίδιος συνέτασσε και όπου αναγράφονταν οι πραγματοποιηθείσες από αυτόν εργασίες και τυχόν παρατηρήσεις από τον έλεγχο που πραγματοποιούσε) και τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τον ισχυρισμό ότι σε περίπτωση βλάβης (αλλά μόνο τότε και όχι για τη συντήρηση και τον έλεγχο) αποστελλόταν ψυκτικός της πρώτης εναγόμενης ή ότι σε δύσκολες περιπτώσεις (μεγάλων φορτίων- αλλά όχι καθημερινά) αποστελλόταν βοηθός φορτοεκφορτωτής μαζί με τον ενάγοντα. Οι περαιτέρω ισχυρισμοί της εναγόμενης περί συμφωνίας για συμψηφισμό-συνυπολογισμό της πρόσθετης αμοιβής στο πριμ παραγωγικότητας που αυτή κατέβαλε ή περί μη συμφωνίας για πρόσθετη αμοιβή επειδή εξαρχής είχε συμφωνηθεί η παροχή και των συγκεκριμένων εργασιών – ανεξαρτήτως της αντιφατικότητάς τους και του ότι δεν αποδείχθηκαν από την παραπάνω αναγγελία ή άλλο έγγραφο- δεν προβλήθηκαν παραδεκτώς (κατά το μέρος που συνιστούν ένσταση και όχι άρνηση του σχετικού κονδυλίου) με τις προτάσεις που η πρώτη εναγομένη υπέβαλε στο ακροατήριο, χωρίς – έστω συνοπτική -ονομαστική- αναφορά τους στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση και καταχώρισή τους στα πρακτικά, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτίθενται. Η αμοιβή που ο ενάγων δικαιούται για τις παραπάνω πρόσθετες-εργασίες ανέρχεται στον ειθισμένο μισθό που θα κατέβαλλε η πρώτη εναγομένη σε έναν φορτοεκφορτωτή και ψυκτικό για δύο και μία ώρα, που αποδείχθηκε ότι εκτελούσε ημερησίως τις παραπάνω πρόσθετες εργασίες αντίστοιχα και συνεπώς, με ωρομίσθιο 4,66 ευρώ για την μία ημέρα που εργάστηκε τον Αύγουστο του 2008, σύμφωνα με την παραπάνω ΣΣΕ, δικαιούται το παραπάνω ποσό 4,66 X 2 ώρες εργασίας ως φορτοεκφορτωτή= 9,32 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1/9/2008 έως και 31/12/2008, με ωρομίσθιο 4,82 ευρώ για 77 ημέρες που εργάστηκε (κατά τα ανωτέρω), δικαιούται 4,82 X 2 ώρες X 77 = 717,64 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1/1/2009 έως και 24/6/2009, με ωρομίσθιο 4,92 ευρώ για 107 ημέρες που εργάστηκε, δικαιούται 4,92 X 2 X 107= 1.052,88 ευρώ. Ως προς την εργασία του ψυκτικού, για το χρονικό διάστημα από 27/10/2008 έως και 31/12/2008, με ωρομίσθιο 4,82 ευρώ για 38 ημέρες που εργάστηκε, δικαιούται 4,82 X 1 ώρα X 38 = 183,16 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1/1/2009 έως και 24/6/2009, με ωρομίσθιο 4,92 ευρώ για 107 ημέρες που εργάστηκε, δικαιούται 4,92 X 1 X 107= 526,44 ευρώ, συνολική οφειλή 1.579,32 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, λόγω της δυστροπίας της εναγόμενης ως προς την καταβολή των ως άνω οφειλομένων στον ενάγοντα (οφειλή από πρόσθετη εργασία και υπερεργασία), ο τελευταίος συχνά διαμαρτυρόταν, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί αυτός να καταφύγει στη συνδικαλιστική του οργάνωση (Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων Αθήνας) στις 16/9/2009, οι υπεύθυνοι υπάλληλοι του οποίου, αφού του ανέφεραν τα δικαιώματά του, επισκέφτηκαν- στις 18/6/2009- τις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, για να διαπιστώσουν αν τηρούνται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και αν καταπατώνται ανάλογα δικαιώματα και άλλων εργαζομένων. Η κίνηση αυτή του ενάγοντος εξόργισε τους υπευθύνους της πρώτης εναγομένης και έτσι κλήθηκε αυτός, στις 19 Ιουνίου 2009, από τη λογίστρια της επιχείρησης, η οποία του εδήλωσε ότι καταγγέλει τη σύμβαση εργασίας και του απέσπασε την ηλεκτρονική κάρτα ελέγχου εισόδου- εξόδου στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, τελικώς όμως – μετά από επικοινωνία με τον δεύτερο εναγόμενο- ο ενάγων ενημερώθηκε ότι έχει τεθεί σε υποχρεωτική άδεια μέχρι τις 22/6/2009. Εν τω μεταξύ όμως ο ενάγων κατέφυγε στις 19/6/2009 στο ΣΕΠΕ, όπου διαμαρτυρήθηκε για τις ανωτέρω οφειλές της πρώτης εναγομένης (προσκομίστηκαν τα από 19/6/2009 σχετική αίτηση και δελτίο εργατικής διαφοράς). Μετά το γεγονός αυτό η πρώτη εναγομένη, αφού απασχόλησε τον ενάγοντα στις 23 και στις 24 Ιουνίου 2009, την τελευταία ημέρα (24/6/2009) κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας αυτού (προσκομίζεται η σχετική καταγγελία) και ταυτόχρονα του επέδωσε εξώδικη δήλωση και ακολούθως υπέβαλε και μήνυση κατ’αυτού, όπου ισχυριζόταν ότι ο ενάγων δυσφήμιζε την πρώτη εναγομένη, ισχυριζόμενος ότι αυτή είναι αναξιόπιστη και προέβη «σε πολλές άλλες δυσφημιστικές προκλήσεις» εναντίον της. Με βάση τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε για λόγους εκδικητικότητας, ήτοι καταχρηστικά, κατά σαφή παράβαση του άρθρου 281 του Α.Κ. και γι αυτό είναι άκυρη (παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρότητας αυτής, ανεξαρτήτως της τυχόν αβασιμότητάς τους). Αποτέλεσμα δε της υπαίτιας και παράνομης αυτής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης ήταν να δημιουργηθεί στον ενάγοντα τεράστια ψυχική αναστάτωση, αφού δοκίμασε άγχος και αγωνία, για το μέλλον του και προσεβλήθη η προσωπικότητά του από την αβάσιμη απόδοση σε αυτόν της κατηγορίας ότι συκοφάντησε την πρώτη εναγομένη. Έτσι, από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του το είδος της προσβολής και τα λοιπά κατά νόμο στοιχεία (όπως η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων), κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα, για την αιτία αυτή, το εύλογο ποσό των 2.000 ευρώ. Για τον ίδιο λόγο (και σύμφωνα με το κύριο σχετικό αίτημα της αγωγής) η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα και μισθούς υπερημερίας, από την επομένη της επίδικης καταγγελίας 25-6-2009 μέχρι και τον αιτούμενο χρόνο, ήτοι τις 24-6-2010, δηλαδή, μισθούς 12 μηνών συν επιδόματα Πάσχα, αδείας και Χριστουγέννων 2010 (για το τελευταίο δικαιούται αναλογία ως προς το έτος 2010 και πλήρες ως προς το 2009, όμως ζητείται και θα επιδικαστεί, κατ’άρθρο 106 του ΚΠολΔ, αναλογία και ως προς το έτος 2009), ήτοι 1.019,15 (καταβαλλόμενες αποδοχές κατά τον τελευταίο μήνα πριν την απόλυσή του, μαζί με το πριμ παραγωγικότητάς του που καταβαλλόταν σταθερά κάθε μήνα) X 12= 12.229,8+ 886,60 αιτούμενη αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2009 (αν και το δικαιούται πλήρες, κατά τα ανωτέρω) + 1.019,15/2+ αναλογία επιδόματος άδειας (συντελεστής 0,04166) =530,80 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2010+ 1.019,15/2= 509,58 για επίδομα αδείας 2010 + αναλογία δώρου Χριστουγέννων για το 2010 που υπολογίζεται σε δύο ημερομίσθια για 19ήμερο εργασιακής σχέσης εντός του χρονικού διαστήματος 1/5 έως 31/12/2010, προσαυξημένα με τον ως άνω συντελεστή για το επίδομα αδείας, ήτοι 1.109,15/25= 40,77 ημερομίσθιο + 1,70 η παραπάνω αναλογία Χ2 X 2,89 δεκαεννιαήμερα= 245,48 ευρώ, σύνολο οφειλής μισθών υπερημερίας = 14.402,26 ευρώ (σχετικά με τα επιδόματα εορτών και αδείας: τα άρθρα 3 του α.ν. 539/1945, 3 § 16 του ν. 4505/66, όπως ισχύουν μετά το ν. 1346/1983, 1 παρ. 2 ν. 1082/1980, του ν. 1901/1951, του α. ν. 1777/1951 και των Υπουργικών Αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση αυτών: 19430/1980 και 190940/1981). Οι προτεινόμενοι προς απόκρουση των παραπάνω κονδυλίων (μισθών υπερημερίας) ισχυρισμοί της πρώτης εναγομένης περί νέας καταγγελίας της σύμβασης μετά την ανωτέρω και περί καταβολής μέρους των μισθών υπερημερίας ανεξαρτήτως της τυχόν νομικής και ουσιαστικής αβασιμότητός τους δεν προβλήθηκαν παραδεκτώς μόνο με τις προτάσεις που η πρώτη εναγομένη υπέβαλε στο ακροατήριο, χωρίς – έστω συνοπτική -ονομαστική- αναφορά τους στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση και καταχώρισή τους στα πρακτικά, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτίθενται.

Κατόπιν των ανωτέρω, η αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικώς βάσιμη (καθόσον στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης εταιρείας), να αναγνωριστεί η ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.535,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό (ήτοι από την τελευταία μέρα κάθε εργασιακού μήνα για τις αξιώσεις καταβολής αντιστοίχων μηνιαίων μισθών ή υπερεργασίας ή πρόσθετης εργασίας ή μισθών υπερημερίας, από 30/4/2010 για το δώρο Πάσχα, από 31/12 κάθε έτους για το επίδομα Χριστουγέννων αντιστοίχου έτους και από 31/12/2010 για το επίδομα αδείας 2010 και μέχρι την εξόφληση, ΟλΑΠ 39 και 40/2002, Δνη 44/118-9) και από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ως προς την χρηματική ικανοποίηση. Περαιτέρω, πρέπει να καταδικασθεί η πρώτη εναγομένη εταιρεία, κατ’αναλογία της ήττας της, σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος (άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Τέλος, το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της παρούσας απόφασης προσωρινά εκτελεστής (ως προς την καταψηφιστική αυτής διάταξη) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό, σύμφωνα με το άρθρο 908 παρ 1 περ. ε’ ΚΠολΔ, διότι το Δικαστήριο κρίνει, ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση για το παρακάτω αναφερόμενο ποσό θα προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της κατά του δευτέρου εναγομένου σωρευομένης στο ίδιο δικόγραφο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω αδικοπραξίας

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ αυτήν για εκδίκαση στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά την τακτική διαδικασία.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή καθόσον στρέφεται κατά της πρώτης εναγόμενης.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της αναφερομένης στο σκεπτικό της αγωγής από 24/6/2009 καταγγελίας σύμβασής εργασίας.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εναγομένη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (19.535,68), με το νόμιμο τόκο που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και από την επίδοση της αγωγής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας, μέχρι την πλήρη εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινά εκτελεστή, ως προς την πιο πάνω καταψηφιστική της διάταξη, για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην πρώτη εναγομένη εταιρεία μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων ογδόντα (680) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 28 Μαρτίου 2011.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies