εργατικό ατύχημαΜονομελές Εφετείο Αθηνών 5030/2021

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Εργατικό ατύχημα. Προέκυψε πως το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια συναδέλφου του παθόντος. Αντικειμενική ευθύνη της εργοδότριας λόγω πρόστησης. Τραυματισμός στη σπονδυλική στήλη. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του εργαζόμενου. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 20.000,00 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός απόφασης

5030/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 3ο

 Αποτελούμενο από την Δικαστή Κωνσταντίνα Κωτσοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελένη Δουρέκα.

Συνεδρίασε δημοσίως στο ακροατήριο του την 19 Οκτωβρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση:

Της εκκαλούσας – εφεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» , που εδρεύει στο ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα Πέτσα, η οποία παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του εκκαλούντος – εφεσίβλητου: ……….. του …………, κατοίκου ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τν πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών – εφεσίβλητος, με την από 29.01.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …../…../2020 αγωγή του, κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας – εφεσίβλητης, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1611/2020 οριστική απόφασή του, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει τόσο η εναγόμενη με την από 20.04.2021 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……../……../2021, ζητώντας να απορριφθεί η αγωγή , όσο και ο ενάγων με την από 29.12.2020 έφεσή του προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …./…../2021, ζητώντας να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή του .

Οι εφέσεις εκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν, κατά την σημερινή δικάσιμο.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου Α) η από 20.04.2021 έφεσή , προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……/……/2021 της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης και Β) η από 29.12.2020 έφεσή , προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/……./2021, του εν μέρει ηττηθέντος ενάγοντος, οι οποίες (εφέσεις) στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 1611/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), και οι οποίες (εφέσεις) πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31, 246 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι υπό κρίση αντίθετες εφέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε παρήλθε διετία από τη δημοσίευσή της (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/25-7-2011). Πρέπει, επομένως, οι εφέσεις αυτές να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη, μέσα στα όρια που καθορίζονται από τις ως άνω εφέσεις, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρα 522 και 533 ΚΠολΔ).

Ο ενάγων με την από 29.01.2020 αγωγή του εξέθεσε ότι την 01.03.2015 προσελήφθη από την εναγομένη προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος , με την ειδικότητα του τεχνικού πεδίου. Ότι την 08.02.2016 και ενώ εργαζόταν εντός των κτιριακών εγκαταστάσεων της εναγόμενης στο Τμήμα Τεχνικών Λειτουργιών Πεδίου επί των οδών …… αρ. .. και ……. αρ. .. , στο ……., υπέστη σοβαρό εργατικό ατύχημα , κάτω από τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή, από υπαιτιότητα του συναδέλφου του ………., υπαλλήλου- προστηθέντος της εναγομένης, αλλά και της ίδιας της εναγομένης εξαιτίας του οποίου προκλήθηκε σοβαρός τραυματισμός του. Με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί να του καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, και την έκανε εν μέρει δεκτή επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 60.000 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτή παραπονείται τόσο η εν μέρει ηττηθείσα εναγομένη ήδη εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της, για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της, όσο και ο εν μέρει ηττηθείς ενάγων ήδη εκκαλών για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της .

Σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (πρβλ. Ολ.Α.Π. 16/2006 Ελ.Δ/νη 2006.1331, Ολ.Α.Π. 7/2002 ΕΕΝ 2003. 168, Ολ.Α.Π. 8/2001 ΝοΒ 49. 1814). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (πρβλ. Α.Π. 1567/2008 δη μ. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 704/2007 ΔΕΕ 2007.970). Η ανωτέρω διάταξη, όμως, έχει εφαρμογή, στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από τον δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός προβαίνει στην επιδίωξη της παρεχομένης από τον νόμο προστασίας, για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμα του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη ή την άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 764/2001 ΔΕΕ 2001. 1013, ΑΠ 950/1989 Ελ.Δ/νη 32. 77, ΕφΠειρ 871/2002 Πειρ.Νομ. 2002. 472, ΑΠ 1417/1984 ΝοΒ 33.1002).

Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη με ένσταση την οποία προέβαλε προφορικά με δήλωση της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ανέπτυξε με τις προτάσεις της και την οποία επαναφέρει με λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής 4 έτη μετά το ένδικο ατύχημα , το γεγονός ότι ο ενάγων δεν στρέφει την αγωγή του κατά του συναδέλφου του κ. ……, το γεγονός ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη πρόσθετη αποζημίωση λόγω πρόσκαιρης ανικανότητας 30.000 ευρώ, καθώς και η αποχώρησή του με πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου από την εργασία του λαμβάνοντας το ποσό των 130.840 ευρώ, καθώς και το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε αναφερθεί ποτέ σε ευθύνη της εναγομένη για μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας, συνιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω του εργατικού ατυχήματος, το οποίο υπέστη. Τα ως άνω περιστατικά που επικαλέσθηκε η εναγομένη για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική, χωρίς να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και κατά συνέπεια είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση έφεσης ως κατ’ ουσία αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 “περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων”, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 εδ. α’ του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), στις οποίες περιλαμβάνονται και τα συνεργεία, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας, (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ως άνω κωδικοποιηθέντος Νόμου 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ’ αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 938/2013). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951 “Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων” συνάγεται ότι εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή εάν το ατύχημα συνέβη στον τόπο εργασίας του που βρίσκεται στην ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ (η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια με το άρθρο τρίτο του Ν. 1305/1982), ανεξαρτήτως του εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στο ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπομένη, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων. Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ.2 του Α.Ν. 1846/1951 διαφορά μεταξύ του ποσού της, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών, που λόγω του ατυχήματος το ΙΚΑ χορηγεί στον εργαζόμενο. Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη δεν αφορά όμως και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ο παθών υπέστη από το ατύχημα (ή, σε περίπτωση θανάτου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενικών του προσώπων), όταν το ατύχημα προκλήθηκε από πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 1389/2018). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 ( ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 412/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος). Ειδικότερα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 842/2019, 1389/2018,181/2016).

Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που επικαλούνται οι διάδικοι και προσκομίζονται και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ………. του ……… και ……… του …….., που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης , από τη με αριθμό …../01.10.2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αρετής Μωραίτου, η οποία ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της (βλ. σχετ. την από 28.09.2020 κλήση και γνωστοποίηση εξετάσεως μάρτυρος και την με αριθμό ……/28.09.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Βασιλείου Παπαγιαννούλα), και από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά από αυτά, είτε για να χρησιμεύσουν (τα έγγραφα) προς πλήρη απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 338, 339 του Κ,Πολ,Δ.), μεταξύ δε αυτών (εγγράφων) και τα έγγραφα της σχηματισθείσης για το επίδικο εργατικό ατύχημα ποινικής δικογραφίας (ΑΠ 154/1992 ΕλλΔνη 33.814, ΕφΔωδ 9/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1428/2000 ΕλλΔνη 2000.678, ΕφΑθ 4980/2001 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7468/2000 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), από την επισκόπηση των φωτογραφιών που προσκομίσθηκαν (ΕφΑθ 5002/1993 ΕΣυγκΔ 1994.357, ΕφΑθ 3013/1993 ΕΣυγκΔ 1993.471, ΕφΑθ 4295/1992 ΕΣυγκΔ 1993.375), των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ. 1 στοιχ. γ’, 448 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 41 παρ. 2 του νόμου 3994/2011 και 457 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) και από όλη εν γένει την διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη , την 01.03.2015, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την ειδικότητα του τεχνικού πεδίου. Στις 08.02.2016 και περί ώρα 10.00 παρείχε την εργασία του εντός των κτιριακών εγκαταστάσεων της εναγομένης στο Τμήμα Τεχνικών Λειτουργιών Πεδίου , επί της συμβολής των οδών …… αρ. … και ……. αρ. .. , στο ……. Στο ισόγειο της παραπάνω εγκατάστασης της εναγόμενης υπάρχει μια αίθουσα εντός της οποίας είναι τοποθετημένοι κατανεμητές. Οι κατανεμητές είναι μεγάλα μηχανήματα , στα οποία καταλήγουν όλα τα ζεύγη καλωδίων των συνδρομητών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών της περιοχής. Οι κατανεμητές αυτοί είναι τοποθετημένοι σε σειρές στο μέσο της αίθουσας , ώστε να είναι προσβάσιμοι και από τις δύο πλευρές τους. Οι υποδοχές (ρεκλέτες) των κατανεμητών βρίσκονται σε ύψος από πενήντα (50) εκατοστά έως και πέντε (5) μέτρα. Η διαδικασία της σύνδεσης των καλωδίων στις ρεκλέτες των κατανεμητών ονομάζεται μικτονόμηση και γίνεται με τη χρήση εργαλείων χειρός. Η πρόσβαση στις υποδοχές που βρίσκονται σε μεγάλο ύψος γίνεται με τη χρήση φορητής (συρόμενης) τροχήλατης μεταλλικής κλίμακας, πλάτους περίπου πενήντα (50) εκατοστών, η οποία φέρει στο κάτω μέρος της ροδάκια με ανάγλυφο πέλμα και στο επάνω μέρος της μηχανισμό ολίσθησης (ράουλα που κυλούν – οδηγούν την κλίμακα σε σταθερή ράγα κύλισης) για να σύρεται προς το πλάι. Οι κλίμακες διαθέτουν διάταξη ακινητοποίησης (φρένο) που ενεργοποιείται μέσω συρματόσχοινου ενσωματωμένου επ’ αυτών. Όταν οι τεχνικοί απαιτείται να χρησιμοποιήσουν την κλίμακα, τραβούν το συρματόσχοινο, απενεργοποιώντας τον μηχανισμό ακινητοποίησης, και μεταφέρουν την κλίμακα, σύροντας τη, στην επιθυμητή θέση. Τότε αφήνουν το συρματόσχοινο, ακινητοποιείται η κλίμακα και μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν. Την 08.02.2016 ο ενάγων έπρεπε να προχωρήσει σε μικτονόμηση, όπως έπραττε καθημερινά, με βάση τις εντολές και οδηγίες που λάμβανε από τον προϊστάμενό του, κ. ……… Έτσι, αφού πήρε τα κατάλληλα εργαλεία χειρός, και επειδή η μικτονόμηση έπρεπε να γίνει σε ύψος τριών (3) μέτρων περίπου, ανέβηκε σε μία από τις κλίμακες του χώρου και άρχισε να εκτελεί την εργασία που του είχε ανατεθεί. Ενώ εκτελούσε τη μικτονόμηση, όλως αιφνιδίως ο συνάδελφός του ο ……….. που χρειαζόταν κι εκείνος την κλίμακα για να εκτελέσει εργασίες σε άλλο σημείο του κατανεμητή, απενεργοποίησε τη διάταξη ακινητοποίησης (τραβώντας το συρματόσχοινο) και τράβηξε την κλίμακα προκειμένου να την τοποθετήσει στο σημείο που επιθυμούσε, πλην όμως, δεν πρόσεξε ότι τη στιγμή εκείνη επάνω στην κλίμακα βρισκόταν ο ενάγων και η κλίμακα μετακινήθηκε απότομα προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του ο ενάγων , να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί στην σπονδυλική του στήλη και στην ποδοκνημική περιοχή . Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ως άνω ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του …………, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην συγκεκριμένη περίπτωση ως μέσος συνετός χειριστής, προέβη σε απενεργοποίηση της διάταξης ακινητοποίησης και τράβηξε την κλίμακα προκειμένου να την τοποθετήσει σε άλλο σημείο , χωρίς να παρατηρήσει και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια για τους λοιπούς εργαζομένους, αφού ο ενάγων βρισκόταν πάνω στη κλίμακα , στα 3,5 μέτρα περίπου, και χωρίς να περιμένει, ως όφειλε , εντολή από τον παθόντα ότι μπορεί να προβεί στην μετακίνηση αυτή. Μάλιστα δεν αντέχει στη λογική ότι ο ………… δεν είχε το οπτικό πεδίο να δει τον ενάγοντα που βρισκόταν στη σκάλα , σε ύψος 3,5 μέτρων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι η χρησιμοποίηση ζώνης για τον εργαζόμενο, ως μέσο ατομικής προστασίας , εξαρτημένη από σταθερό σημείο , που βρίσκεται στην κλίμακα (όπως επισημαίνει ο Επιθεωρητής Εργασίας στην από 04.03.2016 έκθεσή του) δεν είναι πρόσφορο μέτρο αποτροπής πτώσης. Και τούτο διότι για να σταθεροποιηθεί πρέπει να υπάρχει ελεύθερο και σταθερό σημείο , πράγμα αδύνατο, λόγω της ύπαρξης σκαλοπατιών. Όσον αφορά την επισήμανση του Επιθεωρητή Εργασίας στην από 04.03.2016 έκθεσή του για τοποθέτηση στις κλίμακες φωτεινής σήμανσης , που αναβοσβήνει , κάτι τέτοιο μόνο σύγχυση και οπτική κόπωση στους εργαζόμενους θα μπορούσε να δημιουργήσει. Επιπρόσθετα οι εργαζόμενοι είχαν εκπαιδευτεί σε μέτρα προστασίας , αφού και ενημέρωση – εκπαίδευση για τα μέτρα ασφαλούς εργασίας ,το έτος 2014, είχε γίνει στους εργαζόμενους από τον τεχνικό ασφαλείας , αλλά και έγγραφες οδηγίες ασφαλούς εργασίας σε χώρους γενικού κατανεμητή , που έχουν εκδώσει οι τεχνικοί ασφαλείας , επικαιροποιούνται τακτικά και μοιράζονται στο προσωπικό που απασχολείται στους χώρους αυτούς. Η εταιρεία είχε χορηγήσει στον ενάγοντα, όπως και σε όλους τους εργαζόμενους με την ίδια ειδικότητα, όλα τα προβλεπόμενα για τη θέση τους μέτρα προστασίας , ήτοι βιομηχανικό κράνος ασφαλείας , παντελόνια με πολύ μεγάλες τσέπες , ώστε οποιοδήποτε εργαλείο χρειάζονται , να το τοποθετούν στις τσέπες τους προκειμένου να έχουν τα χέρια τους ελεύθερα, προστατευτικά υποδήματα ασφαλείας , αντιολισθιτικά και με ενσωματωμένο σίδερο στο μπροστινό μέρος, ώστε να προστατεύονται τα δάκτυλα των ποδιών από ενδεχόμενη πτώση βαρέος αντικειμένου . Αλλά και σε κάθε περίπτωση η έλλειψη μέσων ατομικής προστασίας δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα. Μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε εσπευσμένα με ασθενοφόρο στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου «Αττικόν». Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης, εισήχθην αυθημερόν στην ορθοπεδική κλινική, όπου μετά από εξετάσεις, το ιατρικό προσωπικό διέγνωσε κάταγμα Ο3 οσφυϊκού σπονδύλου και «…εξάρθρημα ποδοκνημικής…». Στο νοσοκομείο αυτό νοσηλεύθηκα επί δύο (2) εβδομάδες, ήτοι μέχρι τις 21 Φεβρουάριου 2016. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε, και πάλι με ασθενοφόρο, στην ιδιωτική κλινική «………». Εκεί υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση στη σπονδυλική στήλη (σπονδυλοδεσία / αποσυμπίεση των σπονδύλων ΟΙ έως Ο4). Το εξάρθρημα στην ποδοκνημική αντιμετωπίστηκε συντηρητικά. Στην κλινική αυτή νοσηλεύθηκε μέχρι τις 25 Φεβρουάριου 2016 και στη συνέχεια εξήλθε και νοσηλεύθηκε οίκοι, ανίκανος για εργασία, με διαδοχικές αναρρωτικές άδειες, έως τις 14 Ιουλίου 2018, ήτοι επί είκοσι εννέα (29) μήνες. Τον πρώτο ενάμιση μήνα μετά τη χειρουργική επέμβαση, παρέμεινε σε κλινοστατισμό (πλήρη ακινησία στο κρεβάτι). Στη συνέχεια, στις αρχές Απριλίου 2016, άρχισε να κινητοποιείται σταδιακά, σε πρώτη φάση με αναπηρικό αμαξίδιο και στη συνέχεια με τη χρήση περιπατητήρα τύπου «Π». Τον Αύγουστο του 2016 ξεκίνησε να βαδίζει με βακτηρίες, τις οποίες χρησιμοποίησε μέχρι τα τέλη -Δεκεμβρίου 2016. Καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του οίκοι ήταν ανίκανος, όχι μόνο να εργαστεί, αλλά ακόμη και να εξυπηρετήσει τις στοιχειώδεις καθημερινές ανάγκες του, επικουρούμενος αναγκαστικά από τη σύζυγο μου. Ο ενάγων έχει λάβει από την εναγομένη πρόσθετη αποζημίωση λόγω πρόσκαιρης ανικανότητας, ύψους 30.000 ευρώ και έχει αποχωρήσει από την εναγομένη με τη χρήση προγράμματος εθελούσιας εξόδου λαμβάνοντας το χρηματικό ποσό των 130.840 ευρώ. Ενόψει των συνθηκών που έγινε το ατύχημα, της φύσης και της έκτασης του τραυματισμού του ενάγοντος (ηλικίας 63 ετών), του βαθμού υπαιτιότητας των εμπλεκομένων μερών, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ο πρώτος υπέστη ηθική βλάβη, η χρηματική ικανοποίηση της οποίας αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 20.000 Ευρώ. Επομένως, η εναγομένη ως προστήσασα τον εργαζόμενό της ………. , ο οποίος τέλεσε την αδικοπραξία, υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ’ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20,000 ευρώ. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχτηκε διαφορετικά ως προς την υπαιτιότητα και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη στον ενάγοντα έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω , πρέπει να απορριφθεί η από 29.12.2020 έφεση του ενάγοντος – εκκαλούντος ως κατ’ουσία αβάσιμη και τα δικαστικά έξοδα της εναγόμενης – εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας θα επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος (άρθρα 106, 176, 183 και 191 § 2 του ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η από 20.04.2021 έφεση της εναγομένης – εκκαλούσας ως κατ’ ουσίαν βάσιμη , να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατήσει το Δικαστήριο τούτο την υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), και ερευνηθεί κατ’ουσίαν η ένδικη αγωγή (άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ), να γίνει αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ’ ουσίαν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος – εφεσίβλητου αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθεί, λόγω της εν μέρει νίκης του και ανάλογα προς την έκταση αυτής, σε βάρος της εναγόμενης – εκκαλούσας , κατά τα ειδικότερα επίσης οριζόμενα στο διατακτικό (106, 176, 183 και191 § 2 του ΚΠολΔ, 63 § 1.1α, 68 § 1, 69 παρ. 1 εδ.α’, 166 και παράρτημα 1Β του ν.4194/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 29.12.2020 έφεση, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……/……/2021 και την από 20.04.2021 έφεση , που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …../……./2021.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσία την από 29.12.2020 έφεση , που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …../…../2021 .

Καταδικάζει τον ενάγοντα – εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης – εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας , τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την από 20.04.2021 έφεση, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …../…../2021 .

Εξαφανίζει την υπ’αριθμ. 1611/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 29.01.2020 αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής έως την εξόφληση.

Καταδικάζει την εναγομένη – εκκαλούσα να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος – εφεσιβλήτου, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας , που ορίζει στο χρηματικό ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400 ) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα την 7η/12/2021, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων .

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies