εγκυμοσύνη - μητρότητα - πατρότηταποινικόΔιάταξη Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών 21-503

Τελευταία ενημέρωση: 8 Μαΐου 2022

Περίληψη: Απορρίπτει προσφυγή του εργοδότη κατά εισαγγελικής διάταξης που είχε απορρίψει έγκλησή του κατά μελών συλλογικότητας που συμπαραστάθηκαν σε απολυμένη εργαζόμενη, για συκοφαντική δυσφήμηση, ως αβάσιμη στην ουσία της.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΠΡΦ 21-503

ΔΙΑΤΑΞΗ

Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Αφού λάβαμε υπόψη την υπ’αριθμ. …/…. από 21-10-2021 προσφυγή του ……… του ………., κατοίκου ………, οδός ….., αριθ. …, στρεφόμενη, κατά της υπ’ αριθμ. 2579/2021 από 17-9-2021 Διάταξης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία, μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, απορρίφθηκε, κατ’ άρθρο 51 του ΚΠΔ, η από 3-3-2018 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα που επέχει θέση έγκλησης, με την οποία αιτείται την ποινική δίωξη των: 1) ……… του ……., κατοίκου …….., οδός ……., αριθ. … (……….) ή …….., οδός ………, αριθ. …, 2) …….. του ………, κατοίκου ……, οδός …….., αριθ. …. και 3) …….. του ……., κατοίκου ……., οδός ……., αριθ. …, για τις αξιόποινες πράξεις για τον μεν πρώτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μόνας, κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας και μέσω διαδικτύου (άρθρα 45, 98 παρ. 1, 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), για τους δε δεύτερο και τρίτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας μέσω διαδικτύου (άρθρα 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), που φέρεται ότι τελέστηκαν στην ……., στην ……. και στη ……, στις 2-3-2018, και εκθέτουμε τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με την §2 του άρθρου 51 του Κ.Π.Δ., «ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξή, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα». Περαιτέρω κατά τη διάταξη της τρίτης παραγράφου του ιδίου άρθρου, « αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις κατά το άρθρο 245 § 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο Εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, απορρίπτει την έγκληση με αιτιολογημένη διάταξή του που επιδίδεται στον εγκαλούντα ».

Σύμφωνα με τις διατάξεις του 52 του ΚΠΔ «1. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της διάταξης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου, να προσφύγει κατά αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών. Η προσφυγή ασκείται με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 474. 2. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (250) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο πιο πάνω γραμματέας. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβολο η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών………..3. Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή, παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης αν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα για το οποίο αυτή είναι υποχρεωτική ,εφόσον δεν έχει ήδη διενεργηθεί τέτοια εξέταση , είτε την άσκηση της ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα .»

Η κατά το άρθρο 52 ΚΠΔ προσφυγή κατά της απορριπτικής της έγκλησης διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, φέρει το χαρακτήρα του οιονεί ενδίκου μέσου και επομένως εφαρμόζονται επ’αυτής οι περί ενδίκων μέσων διατάξεις, εκτός αν άλλως ορίζεται ή υπαγορεύει η ιδιαιτέρα φύση αυτής (463 ΚΠΔ). Η υπό κρίση προσφυγή τυγχάνει: α) εμπρόθεσμη, καθόσον η διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών επιδόθηκε στον εγκαλούντα την 12-10-2021 και η προσφυγή ασκήθηκε την 21-10-2021, ήτοι, εντός της υπό του νόμου τασσόμενης δεκαπενθήμερης προθεσμίας β) νομότυπη, αφού ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του προσφεύγοντος …….., δυνάμει της 21-10-2021 εξουσιοδότησης, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, η σχετική έκθεση περιέχει τα κατά νόμο στοιχεία, όπως και λόγους προσφυγής, πρόδηλο δε τυγχάνει το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος προς άσκηση αυτής, αφού αυτή επιδιώκει την κίνηση της ποινικής διώξεως κατά των εγκαλουμένων με βάση την προαναφερόμενη έγκληση και γ) παραδεκτή, καθόσον επιτρέπεται στον εγκαλούντα, του οποίου η έγκληση απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατ’ άρθρο 51 ΚΠΔ,, η προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών κατά της απορριπτικής διάταξης εκείνου (άρθρα 52, 463, 464, 466παρ.1, 474παρ.1,2 ΚΠΔ, εκ των οποίων το πρώτο εφαρμόζεται ευθέως και τα λοιπά αναλογικά και επί προσφυγών του άνω είδους) και έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο από την παράγραφο 2 του άρθρου 52 ΚΠΔ παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, το γραμμάτιο του οποίου επισυνάπτεται στην έκθεση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή, και πρέπει, περαιτέρω, να εξετασθεί και από ουσιαστική άποψη.

Στην προκειμένη περίπτωση ο προσφεύγων με την από 3-3-2018 ένορκη κατάθεση του επέχουσα θέση έγκλησης κατά σύντμηση του περιεχομένου της και κατ’ αξιολόγηση των επ’ αυτής διαλαμβανόμενων ισχυρισμών κατά το μέρος που αφορούν τα καταγγελόμενα εκθέτει ότι τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «……..» που εδρεύει στην ………., στην οδό ………, αριθ. ……, καθώς και της εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………..» που εδρεύει στην …….., στη συμβολή των οδών ……….., αριθ. … και ………, αριθ. ……… Ότι στις 19-10-2017, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εκ των προαναφερόμενων εταιρειών, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της εργαζόμενης σ’ αυτήν ……… του …….., η οποία κατά τον ανωτέρω χρόνο βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Ακολούθως, στις 2-3- 2018 και από ώρα 9.30 έως ώρα 10.30, συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «………..», επί της οδού …….., αριθ. ……., περί τα είκοσι άτομα, μέλη των συλλογικοτήτων «……..», «……» και «……..», μεταξύ των οποίων και ο πρώτος των εγκαλουμένων, ο οποίος είναι μέλος της συλλογικότητας «………», αλλά και μέλος του σωματείου με την επωνυμία «………» και τον διακριτικό τίτλο «…….», τα οποία κόλλησαν αφίσες στην τζαμαρία των γραφείων αυτών, στις οποίες, μεταξύ άλλων, αναγράφονταν τα εξής: «Άμεση δικαίωση της απολυμένης», «Η εργασιακή ζούγκλα δεν υπολογίζει την έγκυο και μητέρα εργαζόμενη» και «Οι μηνύσεις της εργοδότριας απέναντι σε συνδικαλιστές που υποστηρίζουν την απολυμένη έγκυο της ………. δεν τρομάζουν κανέναν/καμία», ενώ πέταξαν στο έδαφος πάρα πολλά φυλλάδια, στα οποία αναγραφόταν το εξής: «Στην …….. απολύουν εγκύους». Παράλληλα, την ίδια ημέρα, στον ιστοχώρο «……» έγινε μία ανάρτηση με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Ο ιδιοκτήτης της ……… απολύει έγκυο συνάδελφο και μηνύει συναγωνιστές που προασπίζονται τα δικαιώματά της. Εμείς απαντάμε με μαζικές κινητοποιήσεις…» και αναρτήθηκαν φωτογραφίες από τη συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της ανωτέρω εταιρείας. Η εν λόγω ανάρτηση και οι σχετικές με αυτήν φωτογραφίες αναδημοσιεύτηκαν στον ιστοχώρο «………», ενώ φωτογραφίες από την προαναφερόμενη συγκέντρωση αναρτήθηκαν και στον ιστοχώρο «……..». Επίσης, προέκυψε ότι δικαιούχος του ονόματος του ιστοχώρου «…….» είναι ο δεύτερος των εγκαλουμένων, ενώ δικαιούχος του ονόματος του ιστοχώρου «……….» είναι ο τρίτος των εγκαλουμένων. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ο εγκαλών ισχυρίζεται ότι οι εγκαλούμενοι στην ……, στην …… και στη ……, στις 2-3- 2018, διέπραξαν σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις ο μεν πρώτος εξ αυτών της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μάνας, κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας και μέσω διαδικτύου (άρθρα 45, 98 παρ. 1, 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), οι δε δεύτερος και τρίτος εξ αυτών της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας μέσω διαδικτύου (άρθρα 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), καθώς οι ισχυρισμοί που περιέχονταν στις προαναφερόμενες αφίσες και στα προαναφερόμενα φυλλάδια, καθώς και στις ως άνω αναρτήσεις, ήταν εν γνώσει τους ψευδείς, αφού η αλήθεια, την οποία γνώριζαν, ήταν ότι ο εγκαλών ουδέποτε είχε παραβιάσει την εργασιακή νομοθεσία και ουδέποτε είχε βλάψει εργαζόμενο, περαιτέρω δε μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου.

Περαιτέρω ο προσφεύγων δια της προσφυγής της παραπονείται : α) Ότι εσφαλμένα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών απέρριψε την έγκληση του σε βάρος των εγκαλουμένων ως ουσία αβάσιμη καθόσον δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι η εισαγγελική κρίση εσφαλμένα βασίστηκε καθολοκληρίαν στην υπ’αριθ. .832/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 19-10-2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ………… από την εταιρία που εκπροσωπεί ο εγκαλών ,η οποία (832/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) ναι μεν κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας έφεσης εκ μέρους της εταιρίας που εκπροσωπεί ο εγκαλών, ως εκπρόθεσμης (απαράδεκτης) με την υπ’αριθ.3443/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όχι όμως αμετάκλητη, καθόσον σε βάρος της τελευταίας άσκησε την από 22-7-2019 με ΓΑΚ ……/2019 και Ε.Α.Κ ……/2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία καταχωρήθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 7-10-2021 με ΓΑΚ ……../2021 προς προδιορισμό δικασίμου ενώπιον του Β Πολιτικού Τμήματος , καθόσον σε παρόμοιες περιπτώσεις τα ποινικά δικαστήρια όταν ανακύπτουν αστικής φύσεως ζητήματα, όπως εν προκειμένω, το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αναβάλλουν κατ’αρθρο 61 ΚΠΔ την ποινική δίκη μέχρι αμετακλήτου πέρατος της πολιτικής δίκης β) Ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών σε άλλες αντίστοιχες με την επίδικη υποθέσεις εγκλήσεις σε βάρος της …….., αλλά και σε βάρος άλλων προσώπων που συμμετείχαν σε συλλογικότητες που την υποστήριξαν δεν τις απέρριψε κατ’ άρθρο 51 ΚΠΔ, όπως αυθαιρέτως απέρριψε την 3-3-2018 έγκληση του, αλλά για άλλες άσκησε ποινική δίωξη και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, ενώ σε άλλη διενεργείται ακόμη προκαταρκτική εξέταση .Ειδικότερα κατέθεσε τις κατωτέρω εγκλήσεις;1) Ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο «……….» και ατομικά την από 24-10-2017 υπό ΑΒΜ …/.. έγκλησή του σε βάρος της ………….. του ……, με την οποία καταμήνυσε την τελευταία για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης, της εξύβρισης και της ψευδούς καταμήνυσης, για αδικήματα σχετιζόμενα με το σπουδαίο λόγο της καταγγελίας της σύμβαση εργασίας, για την οποία διενεργείται προκαταρκτική εξέταση (έγκληση την οποία επικαλείται μεν αλλά δεν προσκομίζει), 2) καταμήνυσε το σύλλογο εκπαιδευτικών της ………. με αφορμή ανακοινώσεις που εξέδωσε την 6-3-2018 για το γεγονός της απόλυσης της ……….. και σχηματίστηκε σε βάρος τους η ΑΒΜ ……-…… δικογραφία ενώ παραπέμθηκαν ενώπιον του Η’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών την δικάσιμο της 22-10-2021 για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ( έγκληση την οποία επικαλείται χωρίς να προσκομίζει μήνυση και κατηγορητήριο), 3) υπέβαλε την 19-1-2018 ενώπιον του Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών την υπό ΑΒΜ …./…. έγκληση του κατά την ……… εκπροσώπου του Συνδικάτου …………… Νομού ……… για το αδίκημα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, για τα όσα ισχυρίστηκε την 23-10-2017 ενώπιον του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων ……… σχετικά με την απόλυση της ……….., η οποία παραπέμπεται να δικασθεί την 4-2-2022 ενώπιον του Ε’Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (έγκληση την οποία επικαλείται χωρίς να προσκομίζει έγκληση και κατηγορητήριο) ,4) υπέβαλε την από 19-1-2018 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ΑΒΜ Β …….. /…. έγκλησή του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «…………» σε βάρος αφενός της ανωτέρω εργαζόμενης και αφετέρου των ……… και ………., οι οποίοι είναι μέλη της συλλογικότητας «……..», αλλά και μέλη του σωματείου με την επωνυμία «Συνδικάτο ……… Νομού …….» και τον διακριτικό τίτλο «……..», με την οποία καταμήνυσε τους τελευταίους για τα αδικήματα για την μεν πρώτη εξ αυτών της ηθικής αυτουργίας σε διατάραξη οικιακής ειρήνης, για τους δε δεύτερο και τρίτη εξ αυτών της διατάραξης οικιακής ειρήνης κλπ και παραπέμφθηκαν να δικασθούν ενώπιον του Θ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την δικάσιμο 3-3-2022 ( έγκληση την οποία επικαλείται και προσκομίζει όχι όμως το κατηγορητήριο).γ) ότι -κατ’εκτίμηση του περιεχομένου της προσφυγής του η κρίση της εισαγγελικής διάταξης ότι η έγκληση του προσφεύγοντος ήταν εντελώς ψευδής και έγινε με δόλο είναι αυθαίρετη αφού δεν περιγράφονται τα στοιχεία από τα οποία καταδεικνύεται ο δόλος του Για τους ανωτέρω λόγους ζητά να γίνει δεκτή η υπό κρίση προσφυγή , να ακυρωθεί η προσβαλλομένη Διάταξη και να ασκηθεί σε βάρος των εγκαλουμένων προσώπων ποινική δίωξη για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις άλλως -κατ’εκτίμηση αυτής- σε περίπτωση που γίνει δεκτή να απαλειφθεί η διάταξη περί επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος του.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 362 ΠΚ «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή», κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 363 του ίδιου Κώδικα, «Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή». Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη και 3) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο, ως αντιτιθέμενο στην ηθική και την ευπρέπεια, να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου είτε την υπόληψη του. «Τιμή» δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπλήρωσης απ’ αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ «υπόληψη» είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, οσάκις άμεσα ή έμμεσα υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές ( ΑΠ 173/2021,ΑΠ468/2020, ΑΠ 1023/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 84/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 689/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 28/2017, ΝΟΜΟΣ). Αν ο δράστης πιστεύει το γεγονός ως αληθινό ή έχει αμφιβολίες περί την αλήθεια αυτού τελείται απλή δυσφήμηση (Μ. Μαργαρίτης – Α. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία – Εφαρμογή, 2014, άρθρο 363, σελ. 1116). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται καταρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο, όμως, όρο ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος ή τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς τον σκοπό αυτό. Κατ’ εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης ή, στις ως άνω περιπτώσεις, από τον τρόπο εκδήλωσης ή τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή, σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1019/2013, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 714/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 943/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 685/2009, ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 60ΚΠΔ που αφορά στην εξέταση νομικών ζητημάτων αστικής φύσης στην ποινική δίκη ορίζεται « 1. Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. 2. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με τον νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Ενώ κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ που αφορά στην εκκρεμότητα ζητημάτων αστικής φύσης στην πολιτική δίκη ορίζεται ότι « Όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Τέλος στο άρθρο 59 ΚΠΔ που αφορά σε προδικαστικά ζητήματα στην ποινική δίκη ορίζεται « 1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. 2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη ή διενεργείται προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση της παρ. 2 του άρθρου 245, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 243, 43 παρ. 1 εδ. Β’), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών        » Από τις παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η ποινική δίωξη αναστέλλεται, υποχρεωτικά α) όταν σύμφωνα με τον νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου.(60 παρ.2 ΚΠΔ) και β) στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362 και 363 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη ή διενεργείται προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση της παρ. 2 του άρθρου 245, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 243,43 παρ. 1 εδ. Β’), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών (άρθρο 59 παρ.2 ΚΠΔ). Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι στις περιπτώσεις του άρθρου 60 παρ.1 ΚΠΔ η κρίση του ποινικού δικαστηρίου για τα αστικής φύσεως ζητήματα γίνεται μετά από ελεύθερη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων κατ’άρθρα 177. 178 ΚΠΔ. χωρίς δηλαδή του κανόνες αφηρημένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων που περιέχονται στον ΚΠολΔ. που σημαίνει ότι ο ποινικός δικαστής εξετάζει και διαμορφώνει δικανική πεποίθηση, αλλά νια τα προκύπτοντα στην ποινική δίκη προδικαστικά ζητήματα η απόφαση αυτή είναι παρεμπίπτουσα και δεν δεσμεύει με ισχύ δεδικασμένου το πολιτικό δικαστήριο , το οποίο εξακολουθεί να παραμένει αρμόδιο για την εκδίκαση και αποφασιστική επίλυση των εν λόγω προδικαστικών ζητημάτων ( Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Ερμηνεία κατ άρθρο Λάμπρου Μαργαρίτη υπό άρθρο 60 σελ.368 αρθ.6 ,369. 9 )

Από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε και αφού ελήφθη υπόψη όλο το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια αυτής ήτοι, την κατάθεση του εγκαλούντος, τις μαρτυρικές καταθέσεις, την χωρίς όρκο εξέταση των εγκαλουμένων και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας προέκυψαν κατά την κρίση μας τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά : Ο εγκαλών τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «………..» που εδρεύει στην …………, στην οδό ………, αριθ. ……, καθώς και της εταιρείας με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «…………» που εδρεύει στην ………., στη συμβολή των οδών ………., αριθ. … και ………., αριθ. ……. Η ………. προσλήφθηκε από την πρώτη εταιρία που εκπροσωπεί ο εγκαλών με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος με καθήκοντα τηλεφωνήτριας – πωλήτριας.

Στις 19-10-2017, ο εγκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εκ των προαναφερόμενων εταιρειών, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της εργαζόμενης σ’ αυτήν ……….. του …….., η οποία κατά τον ανωτέρω χρόνο βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Ακολούθως, στις 2-3- 2018 και από ώρα 9.30 έως ώρα 10.30, συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «………..», επί της οδού ………, αριθ. ……., περί τα είκοσι άτομα, μέλη των συλλογικοτήτων «………», «………» και «…….», μεταξύ των οποίων και ο πρώτος των εγκαλουμένων, ο οποίος είναι μέλος της συλλογικότητας «…….», αλλά και μέλος του σωματείου με την επωνυμία «………» και τον διακριτικό τίτλο «…….», τα οποία κόλλησαν αφίσες στην τζαμαρία των γραφείων αυτών, στις οποίες, μεταξύ άλλων, αναγράφονταν τα εξής: «Άμεση δικαίωση της απολυμένης», «Η εργασιακή ζούγκλα δεν υπολογίζει την έγκυο και μητέρα εργαζόμενη» και «Οι μηνύσεις της εργοδότριας απέναντι σε συνδικαλιστές που υποστηρίζουν την απολυμένη έγκυο της …….. δεν τρομάζουν κανέναν/καμία», ενώ πέταξαν στο έδαφος πάρα πολλά φυλλάδια, στα οποία αναγραφόταν το εξής: «Στην …….. απολύουν εγκύους». Παράλληλα, την ίδια ημέρα, στον ιστοχώρο «………» έγινε μία ανάρτηση με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Ο ιδιοκτήτης της ……… απολύει έγκυο συνάδελφο και μηνύει συναγωνιστές που προασπίζονται τα δικαιώματά της. Εμείς απαντάμε με μαζικές κινητοποιήσεις…» και αναρτήθηκαν φωτογραφίες από τη συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της ανωτέρω εταιρείας. Η εν λόγω ανάρτηση και οι σχετικές με αυτήν φωτογραφίες αναδημοσιεύτηκαν στον ιστοχώρο «……..». ενώ φωτογραφίες από την προαναφερόμενη συγκέντρωση αναρτήθηκαν και στον ιστοχώρο «…….». Επίσης, προέκυψε ότι δικαιούχος του ονόματος του ιστοχώρου «……..» είναι ο δεύτερος των εγκαλουμένων, ενώ δικαιούχος του ονόματος του ιστοχώρου «………» είναι ο τρίτος των εγκαλουμένων.

Περαιτέρω από την υπ’ αριθ. 832/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 18-1-2018, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./……./19-1-2018 αγωγής της ………. του …… σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «……….» και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 19-10-2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ανωτέρω εργαζόμενης από την ανωτέρω εργοδότρια εταιρεία, υποχρεώθηκε η τελευταία να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ανωτέρω εργαζόμενης με βάση τη σύμβαση εργασίας της και με ταυτόχρονη καταβολή των αποδοχών της, απειλήθηκε σε βάρος της ανωτέρω εργοδότριας εταιρείας και υπέρ της ανωτέρω εργαζόμενης χρηματική ποινή ύψους 200 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην ανωτέρω διάταξη, υποχρεώθηκε η ανωτέρω εργοδότρια εταιρεία να καταβάλει στην ανωτέρω εργαζόμενη το συνολικό χρηματικό ποσό των 27.279,35 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και για το ποσό των 15.000 ευρώ και καταδικάστηκε η ανωτέρω εργοδότρια εταιρεία στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ανωτέρω εργαζόμενης, τα οποία ορίστηκαν στο ποσό των 1.050 ευρώ, σύμφωνα δε το σκεπτικό της απόφασης προέκυψαν τα εξής: «…στις 20-9-2017, η ενάγουσα, ευρισκόμενη σε κατάσταση εγκυμοσύνης, για την οποία είχε ενημερώσει από την αρχή την εναγόμενη, προσκόμισε στην τελευταία ιατρικό σημείωμα του γυναικολόγου που την παρακολουθούσε, προκειμένου να λάβει αναρρωτική άδεια 8 ημερών λόγω επιπλοκής της εγκυμοσύνης που την ανάγκαζε να παραμείνει κλινήρης. Μόλις όμως το ανέγνωσε ο εκπρόσωπος της εναγόμενης ……. έγινε έξαλλος, είπε ότι δεν αναγνωρίζει και δεν αποδέχεται τέτοια έγγραφα, σχολίασε με υποτιμητικά λόγια την εγκυμοσύνη της και το γεγονός ότι δεν είναι παντρεμένη και προσέβαλε την ίδια και τον σύντροφό της φωνάζοντας στο πρόσωπό της. Η ενάγουσα υπέβαλε τότε τα σχετικά έγγραφα για έλεγχο στο αρμόδιο υποκατάστημα ΙΚΑ, όπου τη διαβεβαίωσαν ότι είχε ενεργήσει καλώς για τη λήψη αναρρωτικής άδειας. Μετά το πέρας της αναρρωτικής της άδειας αυτής και την επιστροφή στην εργασία της αντιμετώπισε την ίδια προσβλητική συμπεριφορά από τον ως άνω εκπρόσωπο της εναγόμενης, ο οποίος της φώναζε να φύγει από τον χώρο εργασίας, να πάει σπίτι της και να περιμένει την απόλυσή της, καθώς και ότι θα έπρεπε να ντρέπεται που έμεινε έγκυος χωρίς να έχει παντρευτεί. Μετά το δεύτερο αυτό συμβάν, επισκέφτηκε τον γυναικολόγο της που της συνέστησε νέα αναρρωτική άδεια 7 ημερών λόγω πρόωρων συσπάσεων, γεγονός που γνωστοποίησε αμέσως στην εργοδότρια και στο αρμόδιο υποκατάστημα ΙΚΑ. Στη συνέχεια, στις 5-10-2017 που επέστρεψε στην εργασία της, η σύζυγος του ανωτέρω εκπροσώπου της εναγομένης, ………., αφού τη διαβεβαίωσε ότι δεν έχει απολυθεί, την προέτρεψε να βρει αλλού εργασία και της απαγόρευσε την είσοδο στην χώρο εργασίας της, οπότε η ενάγουσα κάλεσε την αστυνομία και καταγράφθηκε το συμβάν. Την ίδια ημέρα η ενάγουσα ζήτησε από την εργοδότρια να της χορηγήσει υπεύθυνη δήλωση για την ημερομηνία διακοπής της εργασίας της, προκειμένου να λάβει από το ΙΚΑ προκαταβολή του επιδόματος κυοφορίας, έλαβε όμως αρνητική απάντηση. Γι’ αυτό προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, ορίστηκε δε ημερομηνία συζήτησης της εργατικής διαφοράς η 9-11-2017. Ήδη όμως στις 19-10-2017 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ακύρως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, δεδομένης της εγκυμοσύνης αλλά και του γεγονότος ότι δεν υπήρχε σοβαρός λόγος για καταγγελία, η οποία, όπως αποδείχτηκε, υπαγορεύτηκε από ταπεινά κίνητρα και συγκεκριμένα οφειλόταν απλώς και μόνο στο γεγονός ότι η ενάγουσα ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά της για τη λήψη αναρρωτικής άδειας και άδειας μητρότητας…». Κατά της απόφασης αυτής η εταιρεία με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «……….» η οποία δικάστηκε ερήμην ,άσκησε την από 13-7-2018, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/……/13-7-2018 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την υπ’ αριθ. 3443/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5° Τμήμα Εργατικών Διαφορών) με αποτέλεσμα να καταστεί τελεσίδικη η υπ’αριθ.832/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών .Ακολούθως κατά της υπ’αριθ.3443/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε η από 22-7-2019 με ΓΑΚ ……../2019 και Ε.Α.Κ ……./2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία καταχωρήθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 7-10-2021 με ΓΑΚ ……./2021 προς προδιορισμό δικασίμου ενώπιον του Β Πολιτικού Τμήματος.

Ωστόσο πέραν της υπ’ αριθμ. 3443/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ο Τμήμα Εργατικών Διαφορών) η παραβίαση των δικαιωμάτων των εργαζομένων της εγκαλούσας αποτυπώνεται και στο από 28-9-2017 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Καλλιθέας (ιδέτε σχετικό) όπου κατά τη συνεδρίαση της 9-11-2017 παρέστη και η Η. Δεμοίρου ως εκπρόσωπος της Ανεξάρτητης Αρχής “Συνήγορος του Πολίτη”, η οποία επί λέξει σημειώνει επί του άνω Δελτίου Εργατικής Διαφοράς ” Δεδομένης της ιδιαίτερης προστασίας που προβλέπεται στην εργατική νομοθεσία για τις έγκυες εργαζόμενες και συνεκτιμωμένου του γεγονότος ότι έχουν κατατεθεί στο ΣΕΠΕ και άλλες καταγγελίες για την ίδια επιχείρηση, καθώς και ότι έχουν επιβληθεί πρόστιμα σε αυτήν από την Επιθεώρηση Εργασίας για παραβιάσεις της Εργατικής Νομοθεσίας συστήνουμε στην επιχείρηση να εξαντλήσει κάθε περιθώριο για την συμφιλιωτική επίλυση της υπόθεσης

Λαμβάνοντας υπόψη μας όλα τα ανωτέρω, σχετικά με τις αιτιάσεις του προσφεύγοντα, φρονούμε ότι αφενός στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ένα επαρκές και άξιο λόγου από αποδεικτικής πλευράς αντικείμενο, αφετέρου δε δεν υπάρχει εκ του νόμου υποχρέωση εκ μέρους του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών να πράξει στην επίδικη υπόθεση, όπως έπραξε ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών για τις άνω αναφερόμενες υπό του προσφεύγοντα – εγκαλούντα εγκλήσεις υπό στοιχεία β) 1,2,3,4 , ακόμα και αν είναι συναφείς αφορώσες ως κύριο βιοτικό γεγονός το έγκυρο ή μη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ………, εξαιτίας της εγκυμοσύνης της ή εξ άλλου λόγου, αφού και ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, ως δικαιοδοτικό όργανο, κατά την διαδικασία του άρθρου 51 ΚΠΔ παρ.1 ΚΠΔ έχει τη δυνατότητα να κρίνει για τα προδικαστικά ζητήματα αστικής φύσης (60 παρ.1 ΚΠΔ) που ανακύπτουν κατά την εκεί διαδικασία και να διαμορφώνει δικανική πεποίθηση μετά από ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων κατ’άρθρο 177,178 ΚΠΔ, χωρίς να παράγεται για αυτά δεδικασμένο , αφού δεν υφίσταται στην συγκεκριμένη περίπτωση νομική διάταξη που να ορίζει ότι είναι υποχρεωτική η προηγούμενη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου (άρθρο 60 παρ.2 ΚΠΔ), ενώ τέλος δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση και οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την υποχρεωτική αναβολή άσκησης της ποινικής δίωξης κατά το άρθρο 59 παρ.2 ΚΠΔ .

Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω συνάγεται ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μόνας, άπαξ και κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας και μέσω διαδικτύου, αφού τα γεγονότα που φέρεται ότι ισχυρίστηκαν οι εγκαλούμενοι με τις προαναφερόμενες αφίσες και τα προαναφερόμενα φυλλάδια, καθώς και με τις ως άνω αναρτήσεις, ανεξάρτητα από το εάν πράγματι τα ισχυρίστηκαν οι ίδιοι ή έτερα πρόσωπα, δεν ήταν ψευδή, σε κάθε δε περίπτωση τα πρόσωπα που προέβησαν στους επίμαχους ισχυρισμούς είχαν δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι αυτά ήταν αληθή και προέβησαν στις εν λόγω εκδηλώσεις τους από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ήτοι στο πλαίσιο της συνδικαλιστικής τους δραστηριότητας και όχι για ίδιον συμφέρον. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε από πλευράς των προσώπων που προέβησαν στους ισχυρισμούς αυτούς, σκοπός εξύβρισης του εγκαλούντος, αφού ουδεμία λέξη ή φράση που περιεχόταν στις εκδηλώσεις αυτές, δεν μπορεί να εκληφθεί ως εξυβριστική.ενώ αυτοί δεν υπερέβησαν και το αναγκαίο επιβαλλόμενο μέτρο των εκφράσεων τους .

Από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει πράγματι ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εγκαλουμένων για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τον μεν πρώτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μόνας, κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας και μέσω διαδικτύου (άρθρα 45, 98 παρ. 1, 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), για τους δε δεύτερο και τρίτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας μέσω διαδικτύου (άρθρα 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ και συνεπώς ορθά ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς το κεφάλαιο αυτό της διάταξης, απορριπτομένων των ισχυρισμών του προσφεύγοντα -εγκαλούντα ως νομικά και ουσιαστικά αβασίμων απέρριψε την έγκληση του προσφεύγοντος στην ουσία της. Ωστόσο φρονούμε ότι εσφασμένα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών απορρίπτοντας την έγκληση του προσφεύγοντος επειδή δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των εγκαλουμένων του επέβαλε τα δικαστικά έξοδα κρίνοντας ότι η μήνυση του προσφεύγοντος ήταν εντελώς ψευδής και έγινε από δόλο. Ειδικότερα όπως προαναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας μεταξύ του εγκαλούντα -προσφεύγοντα και της ……., υπάρχει σφοδρή αντιδικία σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της τελευταίας, και δεδομένου ότι η υπ’αριθ.832/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε ερήμην της εταιρίας που εκπροσωπεί ο εγκαλών κ’ ασκήθηκε κατ’ αυτής η από 13-7-2018, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./……../13-7-2018 έφεσή, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την υπ’ αριθ. 3443/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5° Τμήμα Εργατικών Διαφορών) και ακολούθως κατά αυτής ασκήθηκε η από 22-7-2019 με ΓΑΚ ……/2019 και Ε.Α.Κ ……/2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία καταχωρήθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 7-10-2021 με ΓΑΚ ……/2021 προς προδιορισμό δικασίμου ενώπιον του Β Πολιτικού Τμήματος, δημιουργώντας στον εγκαλούντα εύλογες αμφιβολίες για την έκβαση της πολιτικής υπόθεσης, αφού αυτή εκκρεμεί στον Άρειο Πάγο. Συνεπώς , φρονούμε ότι θα πρέπει η προσβαλλόμενη διάταξη ως προς το κεφάλαιο περί επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος το προσφεύγοντα να εξαφανισθεί,. καθόσον δεν προέκυψε ότι η έγκληση του ήταν εν γνώσει του εγκαλούντος -προσφεύγοντος ψευδής ή ότι έγινε με δόλο ή ότι παραμορφώθηκαν από αυτόν δολίως τα πράγματα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Α) Δεχόμαστε τυπικά και απορρίπτουμε εν μέρει ως ουσία αβάσιμη την υπ’αριθμ. …/…. από 21-10-2021 προσφυγή του …….. του ………, κατοίκου ………., οδός …….., αριθ. ….,κατά της υπ’ αριθμ. 2579/2021 από 17-9-2021 Διάταξης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 3-3-2018 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα επέχουσα θέση κατά των 1) …………….. του ………., κατοίκου …….., οδός ……., αριθ. … (….) ή ………, οδός …….., αριθ. …, 2) ………. του ………, κατοίκου …….., οδός ……., αριθ. … και 3) ……… του ……., κατοίκου ……., οδός …….., αριθ. …, για τις αξιόποινες πράξεις για τον μεν πρώτο των ……, αριθ. …, για τις αξιόποινες πράξεις για τον μεν πρώτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μόνας, κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας και μέσω διαδικτύου (άρθρα 45, 98 παρ. 1, 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), για τους δε δεύτερο και τρίτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας μέσω διαδικτύου (άρθρα 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), που φέρεται ότι τελέστηκαν στην ………, στην ….. και στη ……., στις 2-3-2018,

Β) Δεχόμαστε την υπ αριθ…./… από 21-10-2021 προσφυγή του ….. του ……, κατοίκου ………, οδός ……., αριθ. …….,κατά της υπ’ αριθμ. 2579/2021 από 17-9-2021 Διάταξης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά το μέρος που επιβλήθηκαν σε βάρος του εγκαλούντα -προσφεύγοντα τα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 580 παρ.1 ΚΠΔ

Γ) Εξαφανίζουμε από την υπ’αριθ. 2579/2021 από 17-9-2021 Διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, την διάταξη περί επιβολής σε βάρος του εγκαλούντα -προσφεύγοντα των δικαστικών εξόδων κατά το άρθρο 580 παρ.1 ΚΠΔ

Δ) Διατάσσουμε την επιστροφή του παραβόλου στον προσφεύγοντα

Αθήνα, 21–1-2022

Η Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies