εγκυμοσύνη - μητρότητα - πατρότηταποινικόΔιάταξη Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών 2579/2021

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Απορρίπτει έγκληση εργοδότη κατά μελών συλλογικότητας που συμπαραστάθηκαν σε απολυμένη εργαζόμενη, για συκοφαντική δυσφήμηση, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΒΜ:…../……, ΕΓ ……-……

Αριθ. Διάταξης : 2579/2021

ΔΙΑΤΑΞΗ

Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών

Επί της από 3-3-2018 έκθεσης ένορκης εξέτασης μάρτυρα που επέχει θέση έγκλησης, του ……. του ………., κατοίκου …….., οδός ……, αριθ. ….., με την οποία, κατά σύντμηση του περιεχομένου της και κατ’ αξιολόγηση των επ’ αυτής διαλαμβανομένων ισχυρισμών, αιτείται την ποινική δίωξη των: 1) ……. του …….., κατοίκου …….., οδός ……, αριθ. … (……) ή …….., οδός …….., αριθ. …, 2) ……… του ……., κατοίκου ……, οδός …, αριθ. … και 3) …….. του …….., κατοίκου ……, οδός ……, αριθ. …, για τις αξιόποινες πράξεις για τον μεν πρώτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μόνας, κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας και μέσω διαδικτύου (άρθρα 45, 98 παρ. 1, 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), για τους δε δεύτερο και τρίτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας μέσω διαδικτύου (άρθρα 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), που φέρεται ότι τελέστηκαν στην …….., στην …… και στη ……., στις 2-3-2018, εκθέτουμε τα ακόλουθα:

Κατά τους ορισμούς του άρθρου 51 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, «Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξή του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, απορρίπτει την έγκληση με αιτιολογημένη διάταξή του». Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 362 ΠΚ «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή», κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 363 του ίδιου Κώδικα, «Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή». Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη και 3) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο, ως αντιτιθέμενο στην ηθική και την ευπρέπεια, να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου είτε την υπόληψη του. «Τιμή» δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπλήρωσης απ’ αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ «υπόληψη» είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, οσάκις άμεσα ή έμμεσα υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές (ΑΠ 1023/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 84/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 689/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 28/2017, ΝΟΜΟΣ). Αν ο δράστης πιστεύει το γεγονός ως αληθινό ή έχει αμφιβολίες περί την αλήθεια αυτού τελείται απλή δυσφήμηση (Μ. Μαργαρίτης – Α. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία – Εφαρμογή, 2014, άρθρο 363, σελ. 1116). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται καταρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο, όμως, όρο ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την εκτέλεση του καθήκοντος ή τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς τον σκοπό αυτό. Κατ’ εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης ή, στις ως άνω περιπτώσεις, από τον τρόπο εκδήλωσης ή τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή, σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1019/2013, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 714/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 943/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 685/2009, ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από το περιεχόμενο της υπό κρίση έγκλησης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις έγγραφες εξηγήσεις των εγκαλουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «……» και τον διακριτικό τίτλο «..» που εδρεύει στην ………., στην οδό ……., αριθ. ….., καθώς και της εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «……….» που εδρεύει στην ………, στη συμβολή των οδών ………, αριθ. … και ……., αριθ. … Στις 19-10-2017, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εκ των προαναφερόμενων εταιρειών, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της εργαζόμενης σ’ αυτήν ……. του ……., η οποία κατά τον ανωτέρω χρόνο βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Ακολούθως, στις 2-3-2018 και από ώρα 9.30 έως ώρα 10.30, συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία της εταιρείας με την επωνυμία «……..» και τον διακριτικό τίτλο «……….», επί της οδού …….., αριθ. ………, περί τα είκοσι άτομα, μέλη των συλλογικοτήτων «………», «……….» και «…….», μεταξύ των οποίων και ο πρώτος των εγκαλουμένων, ο οποίος είναι μέλος της συλλογικότητας «…….», αλλά και μέλος του σωματείου με την επωνυμία «……..» και τον διακριτικό τίτλο «…….», τα οποία κόλλησαν αφίσες στην τζαμαρία των γραφείων αυτών, στις οποίες, μεταξύ άλλων, αναγράφονταν τα εξής: «Άμεση δικαίωση της απολυμένης», «Η εργασιακή ζούγκλα δεν υπολογίζει την έγκυο και μητέρα εργαζόμενη» και «Οι μηνύσεις της εργοδότριας απέναντι σε συνδικαλιστές που υποστηρίζουν την απολυμένη έγκυο της …….. δεν τρομάζουν κανέναν/καμία», ενώ πέταξαν στο έδαφος πάρα πολλά φυλλάδια, στα οποία αναγραφόταν το εξής: «Στην ……. απολύουν εγκύους». Παράλληλα, την ίδια ημέρα, στον ιστοχώρο «…….» έγινε μία ανάρτηση με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Ο ιδιοκτήτης της …… απολύει έγκυο συνάδελφο και μηνύει συναγωνιστές που προασπίζονται τα δικαιώματά της. Εμείς απαντάμε με μαζικές κινητοποιήσεις…» και αναρτήθηκαν φωτογραφίες από τη συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της ανωτέρω εταιρείας. Η εν λόγω ανάρτηση και οι σχετικές με αυτήν φωτογραφίες αναδημοσιεύτηκαν στον ιστοχώρο «…..», ενώ φωτογραφίες από την προαναφερόμενη συγκέντρωση αναρτήθηκαν και στον ιστοχώρο «…….»· Επίσης, προέκυψε ότι δικαιούχος του ονόματος του ιστοχώρου «…..» είναι ο δεύτερος των εγκαλουμένων, ενώ δικαιούχος του ονόματος του ιστοχώρου «…….» είναι ο τρίτος των εγκαλουμένων. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ο εγκαλών ισχυρίζεται ότι οι εγκαλούμενοι στην ………, στην ……. και στη ……, στις 2-3-2018, διέπραξαν σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις ο μεν πρώτος εξ αυτών της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μόνας, κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας και μέσω διαδικτύου (άρθρα 45, 98 παρ. 1, 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), οι δε δεύτερος και τρίτος εξ αυτών της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας μέσω διαδικτύου (άρθρα 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), καθώς οι ισχυρισμοί που περιέχονταν στις προαναφερόμενες αφίσες και στα προαναφερόμενα φυλλάδια, καθώς και στις ως άνω αναρτήσεις, ήταν εν γνώσει τους ψευδείς, αφού η αλήθεια, την οποία γνώριζαν, ήταν ότι ο εγκαλών ουδέποτε είχε παραβιάσει την εργασιακή νομοθεσία και ουδέποτε είχε βλάψει εργαζόμενο, περαιτέρω δε μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου. Ωστόσο, από την υπ’ αριθ. 832/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 18-1-2018, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/……./19-1-2018 αγωγής της ………. του …….. σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «……..» και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 19-10-2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ανωτέρω εργαζόμενης από την ανωτέρω εργοδότρια εταιρεία, υποχρεώθηκε η τελευταία να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ανωτέρω εργαζόμενης με βάση τη σύμβαση εργασίας της και με ταυτόχρονη καταβολή των αποδοχών της, απειλήθηκε σε βάρος της ανωτέρω εργοδότριας εταιρείας και υπέρ της ανωτέρω εργαζόμενης χρηματική ποινή ύψους 200 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην ανωτέρω διάταξη, υποχρεώθηκε η ανωτέρω εργοδότρια εταιρεία να καταβάλει στην ανωτέρω εργαζόμενη το συνολικό χρηματικό ποσό των 27.279,35 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό, όπως στο σκεπτικό της απόφασης, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και για το ποσό των 15.000 ευρώ και καταδικάστηκε η ανωτέρω εργοδότρια εταιρεία στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ανωτέρω εργαζόμενης, τα οποία ορίστηκαν στο ποσό των 1.050 ευρώ, προέκυψαν τα εξής: «…στις 20-9-2017, η ενάγουσα, ευρισκόμενη σε κατάσταση εγκυμοσύνης, για την οποία είχε ενημερώσει από την αρχή την εναγόμενη, προσκόμισε στην τελευταία ιατρικό σημείωμα του γυναικολόγου που την παρακολουθούσε, προκειμένου να λάβει αναρρωτική άδεια 8 ημερών λόγω επιπλοκής της εγκυμοσύνης που την ανάγκαζε να παραμείνει κλινήρης. Μόλις όμως το ανέγνωσε ο εκπρόσωπος της εναγόμενης ……… έγινε έξαλλος, είπε ότι δεν αναγνωρίζει και δεν αποδέχεται τέτοια έγγραφα, σχολίασε με υποτιμητικά λόγια την εγκυμοσύνη της και το γεγονός ότι δεν είναι παντρεμένη και προσέβαλε την ίδια και τον σύντροφό της φωνάζοντας στο πρόσωπό της. Η ενάγουσα υπέβαλε τότε τα σχετικά έγγραφα για έλεγχο στο αρμόδιο υποκατάστημα ΙΚΑ, όπου τη διαβεβαίωσαν ότι είχε ενεργήσει καλώς για τη λήψη αναρρωτικής άδειας. Μετά το πέρας της αναρρωτικής της άδειας αυτής και την επιστροφή στην εργασία της αντιμετώπισε την ίδια προσβλητική συμπεριφορά από τον ως άνω εκπρόσωπο της εναγομένης, ο οποίος της φώναζε να φύγει από τον χώρο εργασίας, να πάει σπίτι της και να περιμένει την απόλυσή της, καθώς και ότι θα έπρεπε να ντρέπεται που έμεινε έγκυος χωρίς να έχει παντρευτεί. Μετά το δεύτερο αυτό συμβάν, επισκέφτηκε τον γυναικολόγο της που της συνέστησε νέα αναρρωτική άδεια 7 ημερών λόγω πρόωρων συσπάσεων, γεγονός που γνωστοποίησε αμέσως στην εργοδότρια και στο αρμόδιο υποκατάστημα ΙΚΑ. Στη συνέχεια, στις 5-10-2017 που επέστρεψε στην εργασία της, η σύζυγος του ανωτέρω εκπροσώπου της εναγομένης, …….., αφού τη διαβεβαίωσε ότι δεν έχει απολυθεί, την προέτρεψε να βρει αλλού εργασία και της απαγόρευσε την είσοδο στην χώρο εργασίας της, οπότε η ενάγουσα κάλεσε την αστυνομία και καταγράφθηκε το συμβάν. Την ίδια ημέρα η ενάγουσα ζήτησε από την εργοδότρια να της χορηγήσει υπεύθυνη δήλωση για την ημερομηνία διακοπής της εργασίας της, προκειμένου να λάβει από το ΙΚΑ προκαταβολή του επιδόματος κυοφορίας, έλαβε όμως αρνητική απάντηση. Γι’ αυτό προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, ορίστηκε δε ημερομηνία συζήτησης της εργατικής διαφοράς η 9-11-2017. Ήδη όμως στις 19-10-2017 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ακύρως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, δεδομένης της εγκυμοσύνης αλλά και του γεγονότος ότι δεν υπήρχε σοβαρός λόγος για καταγγελία, η οποία, όπως αποδείχτηκε, υπαγορεύτηκε από ταπεινά κίνητρα και συγκεκριμένα οφειλόταν απλώς και μόνο στο γεγονός ότι η ενάγουσα ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά της για τη λήψη αναρρωτικής άδειας και άδειας μητρότητας…». Κατά της απόφασης αυτής η εταιρεία με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «……» άσκησε την από 13-7-2018, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …../……/13-7-2018 έφεσή της, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 3443/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5° Τμήμα Εργατικών Διαφορών). Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο εγκαλών κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο ……..» και ατομικά την από 24-10-2017 έγκλησή του σε βάρος της ……. του ………, με την οποία καταμήνυσε την τελευταία για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης, της εξύβρισης και της ψευδούς καταμήνυσης, καθώς και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «……..» και τον διακριτικό τίτλο «……..» την από 19-1-2018 έγκλησή του σε βάρος αφενός της ανωτέρω εργαζόμενης και αφετέρου των …….. και ………, οι οποίοι είναι μέλη της συλλογικότητας «……..», αλλά και μέλη του σωματείου με την επωνυμία «………» και τον διακριτικό τίτλο «……», με την οποία καταμήνυσε τους τελευταίους για τα αδικήματα για την μεν πρώτη εξ αυτών της ηθικής αυτουργίας σε διατάραξη οικιακής ειρήνης, για τους δε δεύτερο και τρίτη εξ αυτών της διατάραξης οικιακής ειρήνης. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μόνας, άπαξ και κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας και μέσω διαδικτύου, αφού τα γεγονότα που φέρεται ότι ισχυρίστηκαν οι εγκαλούμενοι με τις προαναφερόμενες αφίσες και τα προαναφερόμενα φυλλάδια, καθώς και με τις ως άνω αναρτήσεις, ανεξάρτητα από το εάν πράγματι τα ισχυρίστηκαν οι ίδιοι ή έτερα πρόσωπα, δεν ήταν ψευδή, σε κάθε δε περίπτωση τα πρόσωπα που προέβησαν στους επίμαχους ισχυρισμούς είχαν δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι αυτά ήταν αληθή και προέβησαν στις εν λόγω εκδηλώσεις τους από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ήτοι στο πλαίσιο της συνδικαλιστικής τους δραστηριότητας και όχι για ίδιον συμφέρον. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε από πλευράς των προσώπων που προέβησαν στους ισχυρισμούς αυτούς, σκοπός εξύβρισης του εγκαλούντος, αφού ουδεμία λέξη ή φράση που περιεχόταν στις εκδηλώσεις αυτές, δεν μπορεί να εκληφθεί ως εξυβριστική.

Υπό τα περιστατικά αυτά φρονούμε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των εγκαλουμένων για τις αξιόποινες πράξεις για τον μεν πρώτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μόνας, κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας και μέσω διαδικτύου (άρθρα 45, 98 παρ. 1, 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ), για τους δε δεύτερο και τρίτο των εγκαλουμένων της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας μέσω διαδικτύου (άρθρα 363 – 362 και 368 παρ. 1 ΠΚ). Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση έγκληση τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 51 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ. Περαιτέρω, τα δικαστικά έξοδα θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εγκαλούντος, δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 580 παρ. 4 ΚΠΔ, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προέκυψε ότι η έγκλησή του ήταν εντελώς ψευδής και έγινε από δόλο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

1) Απορρίπτουμε, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 51 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 3-3-2018 έγκληση του ……. του ……, κατοίκου ………, οδός …….., αριθ. …., σε βάρος των: 1) ……. του Αθανασίου, κατοίκου …….., οδός ….., αριθ. … (…..) ή ……., οδός …….., αριθ. …, 2) ……. του ……., κατοίκου ……, οδός ……, αριθ. ….. και 3) ……. του ……, κατοίκου …….., οδός …….., αριθ. …

2) Παραγγέλλουμε την επίδοση αντιγράφου της παρούσας στον εγκαλούντα, ο οποίος έχει δικαίωμα μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοσή της, να προσφύγει κατά αυτής στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 52 ΚΠΔ.

3) Επιβάλλουμε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του εγκαλούντος.

Αθήνα, 17-9-2021

Η Εισαγγελέας

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies