Τελευταία ενημέρωση: 1 Ιουνίου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης δια αναγκαστικού πλειστηριασμού του συνόλου αυτής. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου εργοδότη. Έννοια αφερέγγυου εργοδότη. Μη εφαρμογή εξαίρεσης που αφορά στις αφερέγγυες επιχειρήσεις, εφόσον δεν αποβλέπει στην εκκαθάριση της επιχείρησης. Άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον προηγούμενο εργοδότη. Η υπερημερία του συνεχίζεται στο πρόσωπο του διαδόχου του, δίχως να απαιτείται γνώση του ή πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου. Αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας κατά του μεταβιβάσαντος εργοδότη. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ. Παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης του εργοδότη κατά απόφασης εφετείου.

Δημοσιευμένη σε: Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου, 81.306, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

Αριθμός 317/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή – Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο – Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………» και τον διακριτικό τίτλο «……», που εδρεύει στην …., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ……….. του ………., κατοίκου ………., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 714/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5782/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12/11/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12η Νοεμβρίου 2019 με αριθ. καταθ. ……../……/12.11.2019 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με αριθμ. 5782/17.10.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ’ουσία η από 24η Μαΐου 2018 με αριθ. καταθ. ……/……./24.5.2018 έφεση και οι από 25η Φεβρουάριου 2019 με αριθ. καταθ. ……./……../26.2.2019 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμ. 714/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και είχε δεχθεί ως κατ’ ουσία βάσιμη την από 23η Δεκεμβρίου 2015 και με αριθ. κατάθ. ……../…./11.1.2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, αναγνώρισε ότι ο ενάγων συνδέεται με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το αναγραφόμενο εκεί ποσό με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12- 7-2002) λήφθηκαν «μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου». Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε  σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’ ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως “μεταβίβαση” θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως “μεταβιβάζων” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως “διάδοχος” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’ ). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της “μεταβίβασης” ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια “οικονομική οντότητα”. Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα (“οικονομική οντότητα”), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1188/2019, ΑΠ 1369/2018). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής -μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006). Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών, χωρίς να αποκλείεται, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης και η λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων που μπορεί να συνιστούν επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 444/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7- 1920 “περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ” (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιοσδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018). Επομένως ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που- σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο να αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων (ΑΠ 444/2019). Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ. β’). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ ορίζεται ότι «Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο εκχωρητής υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια δημόσια αρχή)» και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την παρούσα Οδηγία». Οι ως άνω διατάξεις των παρ.1 και 4 του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ έχουν συμπεριληφθεί αυτούσιες στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ, αντίστοιχα, η οποία, όπως προεκτέθηκε, κωδικοποίησε την    Οδηγία 77/187/ΕΟΚ. Ακολούθως, με το άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, ορίζεται ότι: «1. Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998, η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής». Με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989 και ορίζεται ότι « Αφερέγγυος εργοδότης είναι: α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιέρχεται σε κατάσταση παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος, β) επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983 (ΦΕΚ 107 Α’), 46 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’), και 14 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’), όπως ισχύουν, γ) ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε με απόφαση του αρμοδίου υπουργού, λόγω παράβασης διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση (αναγκαστική) σύμφωνα με το άρθρο 12α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α’) όπως ισχύει, δ) κάθε εργοδότης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που η επιχείρηση του τέθηκε, ύστερα από προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, σε εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του και με αποτέλεσμα τη λύση των σχέσεων εργασίας με τους μισθωτούς του». Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ως διαδικασία αφερεγγυότητας νοείται κάθε συλλογική διαδικασία που προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου και οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβάνει δε και τη διαδικασία που περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλα μέτρα που τερματίζουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή με τερματισμό λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού (ΑΠ 837/2018) Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού, είναι στενά ερμηνευτέες και ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων εξαίρεσης λόγω διαδικασιών πτώχευσης ή άλλης αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, είναι περιοριστική και όχι ενδεικτική. Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, δεδομένου ότι δεν χρησιμοποιείται η λέξη «ιδίως» ή άλλη παρεμφερής λέξη ή φράση που να υποδηλώνει ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας. Εξάλλου ο νομοθετικός λόγος που υπαγορεύει τις ως άνω εξαιρέσεις είναι η διευκόλυνση της εκκαθάρισης επιχειρήσεων με τις προβλεπόμενες από το νόμο συλλογικές διαδικασίες με ρευστοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων προς διαφύλαξη των συμφερόντων των δανειστών, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν συνεχίζεται η λειτουργία της επιχείρησης, όπως ορίζεται ρητά άλλωστε στην περίπτωση της πτώχευσης με συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης. Προς το σκοπό, δε, να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 98/50/ΕΚ και 2001/23/ΕΚ, με τις προεκτεθείσες διατάξεις αυτών (Οδηγιών) δόθηκε κατεύθυνση στα κράτη-μέλη για τη λήψη σχετικών προς τούτο μέτρων. Περαιτέρω, με το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ορίζεται ότι «κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων». Γενικά στη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ υπάγεται οποιοδήποτε περιουσιακής φύσης δικαίωμα του οφειλέτη, μη υποκείμενο σε κατάσχεση κατά τις άνω διατάξεις. Συνεπώς και το άυλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ’ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άυλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων (ΑΠολ 7/2009). Συνακόλουθα η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ’άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που κινείται ατομικά από το δανειστή του καθού η εκτέλεση και οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης ως συνόλου από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρηση ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας (ΑΠολ 7/2009), δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης καταλαμβάνει όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές και ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη που πτώχευσε, και που σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη (ΑΠολ 4/2018), ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας, εκ των διαλαμβανομένων στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, περιπτώσεων αφερεγγυότητας, ούτε γίνεται με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της και υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, ούτε, τέλος, αποτελεί οποιαδήποτε άλλη ανάλογη της πτώχευσης διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως αυτή προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας που συνεπάγεται την πτωχευτική απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου προς εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Μόνο δε το γεγονός ότι καθ’όν χρόνο έλαβε χώρα η διαδικασία της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού επιχείρησης ως συνόλου, κατ’εφαρμογή του άρθρου 1022 επ. του ΚΠολΔ, η ως άνω επιχείρηση είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμών που καθιστούσε αδύνατη τη λειτουργία της, δεν διαφοροποιεί τ’ ανωτέρω, εφόσον δεν κινήθηκαν συλλογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σκοπούσες στην εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων υπό την εποπτεία αρμόδιας αρχής και αυτή εξακολούθησε τη λειτουργία της. Ως εκ τούτου η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, που κατασχέθηκε και στη συνέχεια εκπλειστηριάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, από τον υπερθεματιστή, στον οποίο κατακυρώθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό, συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ/τος 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ (καθώς και της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ) με συνέπεια οι εργαζόμενοι της επιχείρησης να εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο των άρθρων 4 και 5 του ως άνω Π.Δ/τος και των αντιστοίχων άρθρων 3 και 4 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, καθότι στην ως άνω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν τυγχάνει εφαρμογής, όπως προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 και μάλιστα ούτε ευθέως, ούτε αναλόγως, καθότι προσφυγή σε αναλογική εφαρμογή διάταξης προϋποθέτει κενό δικαίου και ομοιότητα της αρρύθμιστης με συναφείς ρυθμισμένες περιπτώσεις (ολΑΠ 7/2017), περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω. Εξάλλου, με το άρθρο 49 του Ν. 2082/1992 ορίζεται ότι «1 Κυρώνεται και αποκτά ισχύ νόμου η σύσταση από τον ………. (……………) Κοινωφελούς Ιδρύματος μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία “……….” Που συνεστήθη με την ……../23.7.1992 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας συζ. Ηλία Μασούρου γένος Παύλου Τσανάκα, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την ……../21.8.1992 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Π. Μορφωπου- Χρόνη. 2. Το Ίδρυμα αυτό αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και διέπεται αποκλειστικά από τις παραπάνω κωδικοποιηθείσες διατάξεις, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια και κυρώνονται με τον παρόντα νόμο και έχουν ως εξής…». Με το άρθρο 29 του Ν. …./…… προστέθηκε παρ.2 στο άρθρο 2 του καταστατικού του ως άνω κοινωφελούς ιδρύματος που έχει ως εξής : «2. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, το Κοινωφελές Ίδρυμα …… μπορεί να: α) Πωλεί, μισθώνει, προβαίνει σε χρηματοδοτική μίσθωση και εκμεταλλεύεται, εν γένει, τα περιουσιακά του στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του Νοσηλευτικού Ιδρύματος ως ομάδας περιουσίας. Στην περίπτωση πώλησης ή εκμίσθωσης του Νοσηλευτικού Ιδρύματος θα εφαρμόζεται η παράγραφος 7 του άρθρου 6, η οποία απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία 2/3 των παρόντων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, β) Ιδρύει εταιρείες, με σκοπό που συνάδει με τους σκοπούς του». Συνεπώς το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, δεν υπάγεται σε κρατικό έλεγχο και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και η λειτουργία του διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και τις διατάξεις του καταστατικού του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά “έλλειψη αιτιολογίας”, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της “ανεπαρκής αιτιολογία”, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους “αντιφατική αιτιολογία” (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1266/2017). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1388/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : «…Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) από την 01.11.2000 απασχολούταν στο Ν.Π.Ι.Δ «…….», με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ιατρού αρχικά με το βαθμό του επιμελητή και από τον Ιούνιο του 2012 με το βαθμό του επιστημονικού διευθυντή της Α’ ορθοπεδικής κλινικής. Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του τον Ιούνιο του 2012 ανερχόταν στο ποσό των 2.724,87 ευρώ. Αιφνιδίως την 08-01-2014 και ενώ βρισκόταν σε κανονική άδεια η ως άνω εργοδότρια κατήγγελλε τη σύμβαση εργασίας του. Ο ενάγων άσκησε την από 12-02-2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1102/2015 απόφαση, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη…, δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 8.1.2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και υποχρεώθηκε το «………» να του καταβάλει τα αιτηθέντα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 9.1.2014 έως την 8.1.2015, το ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης…. Εν τω μεταξύ η Τράπεζα …… επέβαλε την 02.5.2014 στο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα αναγκαστική κατάσχεση και έλαβε με την με αριθμό 924/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών την άδεια να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση και να ακολουθήσει δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός επί του νοσοκομείου ως οικονομική μονάδα και συνόλου περιουσίας. Ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα την 24.9.2014 στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Αθηνών και η μοναδική προσφορά προήλθε από την εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα), θυγατρική εταιρία της «……..». Το νοσοκομείο κατακυρώθηκε στην εναγόμενη αντί του ποσού των 115.135.251 ευρώ, ενώ από την 1.11.2014 αυτή ανέλαβε την λειτουργία του νοσοκομείου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, από την ανωτέρω ημερομηνία 1.11.2014, συνέχισε τη λειτουργία του νοσοκομείου χωρίς διακοπή ούτε για μία ημέρα, ενώ η δραστηριότητα του συνεχίσθηκε στο ίδιο κτίριο, με τον ίδιο εξοπλισμό, τίτλο, άδεια λειτουργίας, με τις ίδιες συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, τα ίδια διευθυντικά στελέχη. Οι εργασιακές δε σχέσεις του προσωπικού που εργαζόταν κατά την 31.10.2014, μεταβιβάσθηκαν από 1.11.2014 στην εναγόμενη. Στο καθεστώς του εργασιακού προσωπικού καμία αλλαγή δεν επήλθε, δεν υπεγράφησαν νέες συμβάσεις, όσοι εργαζόμενοι εργαζόταν 31.10.2014 στο νοσοκομείο, συνέχισαν στην επόμενη ημέρα, με τον ίδιο μισθό, ενώ η εναγόμενη που την 1.11.2014 ανήγγειλε το προσωπικό, ως ημερομηνία πρόσληψης ανέγραψε στις αναγγελίες την αρχική ημερομηνία πρόσληψης του καθενός από το «…….», αυτήν δε υπολογίζει και όταν προχωρά σε καταγγελίες συμβάσεων για τον υπολογισμό της αποζημίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση συντελέσθηκε μεταβίβαση της επιχείρησης του ιδρύματος στην εναγόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 178/2002 και σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 αυτού που ορίζει ότι «Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλέγγυα και εις ολόκληρο με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση η σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος». Η εναγομένη, την 1.11.2014 υπεισήλθε στην θέση του ……… και σε αυτήν μεταβιβάσθηκαν όλες οι εργασιακές σχέσεις που κατά τον χρόνο αυτό ήταν ενεργές με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Η εναγομένη με το πρώτο λόγο έφεσής της ισχυρίζεται ότι πρέπει σε αυτήν να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 6 του ΠΔ 178/2002 ….. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων της αφερεγγυότητας του εργοδότη στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και ότι η κατάσχεση επιχείρησης του άρθρου 1022 ΚΠολΔ είναι διαδικασία ανάλογη με τις διατάξεις 135-141 ΠτωΚ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, δεν προκύπτει από την παράθεση του εν λόγω άρθρου ούτε από αυτή του άρθρου 6 του ΠΔ 178/2002 ότι πρόκειται για ενδεικτική απαρίθμηση, η δε αναφερόμενη στο ΠΔ 178/2002 ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, προσδιορίζεται ποια μπορεί να είναι με ρητή παραπομπή στο νόμο 2648/1998, όπου εκεί στο άρθρο 44 αυτού, αναφέρονται οι περιπτώσεις όχι ενδεικτικά. Με βάση δε τον σκοπό του ΠΔ 178/ 2002 που είναι η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, οι όποιες εξαιρέσεις από τις ρυθμίσεις του, πρέπει να είναι σαφείς άλλως θα υπήρχε ευρεία δυνατότητα ερμηνείας του άρθρου 6 του ΠΔ και να παρακάμπτονται ευχερώς οι προστατευτικές διατάξεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων δεν προκύπτει ότι στην υπό κρίση μεταβίβαση δύναται να εφαρμοσθεί η εξαίρεση του άρθρου 6 διότι δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αυτού. Έτσι δεν πρόκειται για διαδικασία πτώχευσης ή άλλης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 διαδικασίες αφερεγγυότητας, η υπό κρίση περίπτωση δεν κινήθηκε, όπως οι αναγραφόμενες στις ανωτέρω διατάξεις διαδικασίες, με σκοπό την εκκαθάριση ούτε διεξήχθη με διαδικασίες υπό την εποπτεία της αρμόδιας αρχής και κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης, όπως αυτή προβλέπεται στις περιγραφόμενες στα άρθρα αυτά διαδικασίες εκκαθάρισης, όπως η απόφαση για την πτώχευση. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το σχετικό ισχυρισμό της εναγόμενης περί αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 6 του ΠΔ 178/2002 λόγω υπάρξεως νομοθετικού κενού με την αιτιολογία ότι η ρύθμιση είναι ελλιπής. Το γεγονός βέβαια ότι στο ΠΔ δεν περιλαμβάνεται η διαδικασία του άρθρου 1022 ΚΠολΔ, δεν σημαίνει ότι η διάταξη είναι ελλιπής ώστε να τίθεται ζήτημα κενού. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, για να μην παραβιάζονται ευχερώς οι προστατευτικές διατάξεις του ΠΔ 178/2002, η επιλογή του νομοθέτη ήταν συγκεκριμένη και λιτή. Ακόμη όμως και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι δύναται να εφαρμοσθεί αναλογικά, σε άλλες περιπτώσεις η διάταξη αυτή, θα λάμβανε χώρα μόνο σε διαδικασίες εκκαθάρισης επιχειρήσεων που πράγματι θα ομοίαζαν με τις αναφερόμενες στο άρθρο 6 ΠΔ 178/2002 σε συνδυασμό με άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 και ενδεχομένως θα είχαν νομοθετηθεί μεταγενέστερα του ΠΔ 178/2002, κάτι που δεν συμβαίνει με την διάταξη του 1022 ΚΠολΔ. Έτσι θα δύνατο να εφαρμοσθεί σε μεταγενέστερα νομοθετημένες διαδικασίες εκκαθάρισης επιχειρήσεων, όπου εκδίδεται απόφαση δικαστική και υφίσταται εποπτεία της διαδικασίας εκκαθάρισης από αρμόδια αρχή. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, δεν επρόκειτο για κάποια νομοθετημένη διαδικασία εκκαθάρισης, η οποία θα προέβλεπε την εποπτεία κάποιας αρχής και την έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης. Αντίθετα, ακριβώς για να παρακαμφθεί μια τέτοια διαδικασία εκκαθάρισης που θα είχε ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας του νοσοκομείου επιλέχθηκε η διαδικασία του άρθρου 1022 ΚΠολΔ και ο πλειστηριασμός, στον οποίο συναίνεσε   το …………., με μοναδικό συμμετέχοντα την εναγόμενη, θυγατρική της δανείστριας τράπεζας. Ρητά εξάλλου είχαν συμφωνήσει ότι εάν η παραπάνω διαδικασία δεν καταστεί δυνατή έως την 31.1.2015, τα μέρη θα προσέφευγαν στην ειδική διαδικασία εξυγίανσης και εκκαθάρισης των άρθρων 106 του ΠτΚ. Εξάλλου και η εναγόμενη εμφανίσθηκε την 1.11.2014 ως διάδοχος εργοδότης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αναγνωρίζοντας την προϋπηρεσία και το μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων και συνεχίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα του ……. χωρίς καμία διαφοροποίηση. Λόγω της ως άνω μεταβίβασης, η διάδοχος εναγόμενη υποκατέστησε αυτοδίκαια τον αρχικό εργοδότη, με συνέπεια αφενός μεν ο ενάγων να συνδέεται με τη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από τον αρχικό εργοδότη, είναι άκυρη όπως προαναφέρθηκε, αφετέρου δε οι αξιώσεις του ενάγοντος, που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότρια του και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής και τη διάδοχο εναγομένη. Η δε εναγόμενη ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντος, που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της αρχικής εργοδότριας συνεχίστηκε στο πρόσωπο της εναγόμενης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν. Έτσι ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της εναγόμενης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως ουσία αβάσιμη και συνεπώς και ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία. Κατά συνέπεια, λόγω της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος το «………» περιήχθη σε κατάσταση υπερημερίας περί την αποδοχή των υπηρεσιών του, η υπερημερία δε αυτή συνεχίζεται στο πρόσωπο της εναγομένης για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση επιχείρησης (24 Σεπτεμβρίου 2014) και δεν έχει αρθεί…..». Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ουσία την από 24.5.2018 έφεση και τους από 25.2.2019 πρόσθετους λόγους έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η διαδικασία του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, βάσει της οποίας κατασχέθηκε από την Τράπεζα …… και εκπλειστηριάσθηκε το Νοσοκομείο «…….» του κοινωφελούς ιδρύματος «…….» που κατοχυρώθηκε σ’αυτή, ως μοναδική πλειοδότρια, δεν αποτελούσε διαδικασία που να εμπίπτει στην ειδική εξαίρεση του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4,5,6 του ως άνω Π.Δ/τος και του άρθρου 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως των ως άνω διατάξεων ισχυριζόμενη ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, όπως έχει κριθεί με την υπ’αριθμ. 837/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και με την υπ’αριθμ. 3013/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που δέχθηκαν ότι η θέση υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος και του πτωχευτικού δικαστηρίου συνιστά διαδικασία αφερεγγυότητας εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.1 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ και ότι η κατάσχεση επιχείρησης ως συνόλου, που δίνεται με άδεια του Δικαστηρίου, κατ’άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, προσομοιάζει με τις διατάξεις του άρθρου 141 του Πτωχευτικού Κώδικα που προβλέπει τη μεταβίβαση με πλειστηριασμό του ενεργητικού της επιχείρησης, που δίνεται με άδεια του Δικαστηρίου. Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, η διαδικασία της αναγκαστικής κατάσχεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ’άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης από τον υπερθεματιστή με τη διατήρησή της συγχρόνως ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας, εκ των διαλαμβανομένων στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998 και επομένως δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002 με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού. Ούτε η ως άνω διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης επιχείρησης μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία που συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη και το διορισμό συνδίκου και που οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Ο ισχυρισμός, δε, της αναιρεσείουσας ότι η απαρίθμηση των διαδικασιών αφερεγγυότητας στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, δεδομένου ότι στη διάταξη αυτή περιλαμβάνονται διαδικασίες αφερεγγυότητας που έχουν καταργηθεί όπως το άρθρο 9 του Ν. 1386/1983 ή το άρθρο 46 του Ν. 1892/1990 και δεν προβλέπονται διαδικασίες από νεώτερα νομοθετήματα που εμπίπτουν αναμφίβολα σ’αυτή την κατηγορία όπως η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 99 του νέου πτωχευτικού κώδικα και η μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης κατά το άρθρο 106Θ του πτωχευτικού Κώδικα, προβάλλεται αλυσιτελώς σε σχέση με τη κρινόμενη υπόθεση, καθότι οι διατάξεις του ΚΠολΔ που καθορίζουν τη διαδικασία κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων στα οποία περιλαμβάνεται και η επιχείρηση ως σύνολο (άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ) δεν είναι μεταγενέστερες της διάταξης του άρθρου 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998 αλλά προϋπήρχαν αυτής, χωρίς να συμπεριληφθούν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας του εργοδότη που απαριθμούνται περιοριστικά στην ως άνω διάταξη. Επιπρόσθετα και ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι ως άνω διατάξεις αφερεγγυότητας εφαρμόζονται ανάλογα στις περιπτώσεις ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τον προαναφερθέντα Κανονισμό (ΕΚ) 1346/2000 εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του οι διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 1 παρ. 2) και για τον λόγο δε αυτό εκδόθηκε η Οδηγία 2001/24/ΕΚ (ΕΕ L 125) για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το Ν. 3458/2006 (ΦΕΚ 94/Α/8.5.2006). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας αυτής, ως διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων ορίζονται οι συλλογικές διαδικασίες τις οποίες κινούν και ελέγχουν οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές κράτους μέλους με σκοπό τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό την εποπτεία των αρχών αυτών, ακόμη και όταν η διαδικασία αυτή περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο, ενώ με το άρθρο 12 παρ. 1 συνδέεται ευθέως η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης με την ανάκληση της άδειας πιστωτικού ιδρύματος». Συνεπώς, ο ορισμός της διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του άρθρου 5 παρ. 1 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ καθότι η διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων τελεί υπό τον έλεγχο δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής, όπως προαπαιτεί το άρθρο 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ (ΑΠ 837/2018, ΟλΣτΕ 3013/2014). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 10 του άρθρου 63Δ, όπως η παρ. 10 αντικαταστάθηκε με την παρ.11 του άρθρου 10 του Ν. 4051/2012 και της παρ.1 περ. στ του άρθρου 68 του Ν. 3601/2007 με τίτλο «Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα…», όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν την κατάργηση του ως άνω νόμου με το άρθρο 166 παρ.1 του Ν. 4261/2014, προκύπτει ότι με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να υποχρεωθεί πιστωτικό ίδρυμα ή ο ειδικός εκκαθαριστής αυτού σε περίπτωση που αυτό είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση και μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης να μεταβιβάσουν περιουσιακά στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα και ότι στις ως άνω περιπτώσεις δεν εφαρμόζονταν οι προστατευτικές για τους εργαζόμενους διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Π.Δ/τος 178/2002. Επομένως η διαδικασία εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων είναι συλλογική διαδικασία εκκαθάρισης που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή (Τράπεζα Ελλάδος) και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 348/2020, ΑΠ 33/2020), ενώ αντίθετα η διαδικασία κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ που οδηγεί στην απόκτηση αυτής από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί συλλογική διαδικασία εκκαθάρισης, ούτε τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής. Επιπρόσθετα στις προαναφερθείσες διαδικασίες μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων πιστωτικών ιδρυμάτων σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, προβλέπεται ρητά με την παρ. 10 του άρθρου 63Δ του Ν. 3601/2007 εξαίρεση από την εφαρμογή των προστατευτικών για τους εργαζόμενους διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του Π.Δ/τος 178/2002 (αντίστοιχη εξαίρεση προβλέπεται και με την παρ. 2 του άρθρου 145Β του μεταγενέστερου Ν. 4261/2014, ισχύοντος καθ’ον χρόνο έλαβε χώρα η ως άνω μεταβίβαση, με την οποία ορίζεται ότι στις περιπτώσεις μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος το άρθρο 479 του ΑΚ δεν εφαρμόζεται και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται), εξαίρεση που δεν προβλέπεται, όπως προεκτέθηκε, στη διαδικασία κατάσχεσης επιχείρησης ως συνόλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η κατάσχεση επιχείρησης ως συνόλου, που δίνεται με άδεια του Δικαστηρίου, κατ’άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, προσομοιάζει με τις διατάξεις του άρθρου 141 του Πτωχευτικού Κώδικα που προβλέπει τη μεταβίβαση με πλειστηριασμό του ενεργητικού της επιχείρησης είναι αβάσιμος, καθότι, όπως προεκτέθηκε, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ’άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, με άδεια του Δικαστηρίου που οδηγεί στην απόκτηση αυτής από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας (ΑΠολ 7/2009), δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη (ΑΠολ 4/2018) και δεν τελεί, όπως η πτώχευση, ή οι άλλες διαδικασίες αφερεγγυότητας υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής (άρθρο 6 παρ.1του Π.Δ/τος 178/2002). Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η κατάσχεση κατ’άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, του Νοσοκομείου «……» του κοινωφελούς ιδρύματος «………….» και η κατακύρωσή του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, κατόπιν δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 του Π/Δτός 178/2002 που ορίζουν τις εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού και στις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998 που ορίζουν τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας εργοδότη, ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις, τα δε αποδεικτικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του άρθρου 6 του Π/Δτος 178/2002 και του άρθρου 44 παρ. 5 του 2648/1998 αλλά αντίθετα πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 178/2002 και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του Π.Δ/τος 178/2002 ισχυριζόμενη ότι με αντιφατικές, άλλως με ελλιπείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης κατ’ άρθρο 1022 του ΚΠολΔ και δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού του νοσοκομείου «……» ως οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας, δεν αποτελεί διαδικασία ανάλογη της αφερεγγυότητας και νομοθετημένη διαδικασία εκκαθάρισης υπό την εποπτεία αρχής και κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης και ότι η ως άνω διαδικασία επιλέχθηκε για να παρακαμφθεί μια τέτοια διαδικασία εκκαθάρισης που θα είχε ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας του νοσοκομείου, χωρίς να προσδιορίζει τη διαδικασία αυτή. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι με τη διαδικασία κατάσχεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ του Νοσοκομείου «…..» του ως άνω κοινωφελούς ιδρύματος και κατακύρωσής του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, κατόπιν δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού, επήλθε μεταβίβαση της ως άνω επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 178/2002, στην αναιρεσείουσα, ότι ως εκ τούτου αυτή υπεισήλθε ως διάδοχος εργοδότης στην εργασιακή σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα, διέλαβε τις παραδοχές ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία συνέχισε τη λειτουργία του νοσοκομείου «………» χωρίς διακοπή, στο ίδιο κτίριο, με τον ίδιο εξοπλισμό, τίτλο, άδεια λειτουργίας, ότι οι εργασιακές σχέσεις του προσωπικού που εργαζόταν κατά την 31.10.2014, μεταβιβάσθηκαν από 1.11.2014 σ’αυτή, χωρίς να επέλθει καμία αλλαγή στο εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων, ότι συντελέσθηκε μεταβίβαση της επιχείρησης του ιδρύματος σ’αυτή (εναγόμενη), σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002, ότι στην ως άνω μεταβίβαση δεν δύναται να εφαρμοσθεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 του ως άνω Π.Δ/τος καθότι η διαδικασία του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις αυτού, ούτε στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας του άρθρου 44 του ν. 2648/1998, καθότι δεν πρόκειται για κάποια νομοθετημένη διαδικασία εκκαθάρισης που να προβλέπει την εποπτεία κάποιας αρχής και την έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης και ότι για να παρακαμφθεί μια τέτοια διαδικασία εκκαθάρισης, που θα είχε ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας του νοσοκομείου, επιλέχθηκε η διαδικασία του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ και ο πλειστηριασμός στον οποίο συμμετείχε η εναγόμενη, θυγατρική της δανείστρια τράπεζας και ότι ρητά είχε συμφωνηθεί ότι εάν η παραπάνω διαδικασία δεν καταστεί δυνατή έως την 31.1.2015 τα μέρη (δηλαδή το κοινωφελές ίδρυμα και η δανείστρια τράπεζα) θα προσέφευγαν στην ειδική διαδικασία εξυγίανσης και εκκαθάρισης των άρθρων 106 του Πτωχευτικού Κώδικα. Με τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του ΠΔ/τος 178/2002, 16 παρ. παρ. 5 του 6 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998 και 1022 του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης , αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως “πράγματα” θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά   στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 159/2018 ΑΠ 605/2015, ΑΠ 354/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρόλο που είχε προβάλλει με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της ισχυρισμούς που αφορούσαν εισοδήματα του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου από την εργασία του και από την επιχειρηματική του δραστηριότητα για τα έτη 2014, 2015 και 2016, προς θεμελίωση της ένστασής της, από το άρθρο 656 εδ.β του ΑΚ, περί αλλαχού κερδηθέντων εισοδημάτων τα ως άνω έτη, αυτή (αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της καθό μέρος αφορούσε τα εισοδήματα των ετών 2015 και 2016, καθότι περιορίσθηκε να ερευνήσει αυτή μόνο ως προς το έτος 2014. Ο δεύτερος αυτός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι τον ως άνω πραγματικό ισχυρισμό της (ένσταση) που προέβαλε με τον πρόσθετο λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τον είχε προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως εναγόμενη, ή ότι πρόκειται για νέο πραγματικό ισχυρισμό που μπορούσε παραδεκτά να τον προτείνει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως εκκαλούσα με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο αυτής καθότι συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12η Νοεμβρίου 2019 και με αριθ. κατάθ. ……../……./12.11.2019 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 5782/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021. Και,

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies