Τελευταία ενημέρωση: 3 Ιουνίου 2022
Περίληψη: Αν παραλείψει ο ενάγων την προκαταβολή του δικαστικού ενσήμου, δικάζεται ερήμην και η αγωγή, χωρίς άλλη έρευνα, απορρίπτεται κατ’ ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας μπορεί να είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψής του. Η συζήτηση της έφεσης στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωτικά προφορική. Εάν ο μη προσηκόντως παριστάμενος – δηλαδή με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ, μολονότι η συζήτηση είναι υποχρεωτικά προφορική – και για το λόγο αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος, είναι ο ίδιος ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Η απόρριψη όμως αυτή προϋποθέτει είτε ότι ο απολειπόμενος εκκαλών είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση είτε ότι είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευτεί. Διαφορετικά η συζήτηση της έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτη. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 16ο ΕΝΟΧΙΚΟ
Αριθμός Απόφασης 630/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Εύα Πετρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τον Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9.9.2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……….. του ………, κατοίκου …….. (οδός ….. αριθ. …), η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Δήμητρας Παπουτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ………. του ………., κατοίκου ……… (οδός …….. αριθ. ….), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 6.7.2017 αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ……/……./10.7.2017.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 16239/2019 απόφασή του (τακτικής διαδικασίας), απέρριψε την αγωγή.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 17.2.2020 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ……./……./17.2.2020 και αντίγραφό της κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό ……../……/19.2.2020, προσδιορίστηκε δε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 25.2.2021. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της έφεσης ματαιώθηκε, εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού covid-19 και με την υπ’ αριθ. 6308/2021 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με βάση τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως η παρούσα δικάσιμος (9.9.2021) για τη συζήτηση της έφεσης, ενώ με πρωτοβουλία του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών έγινε η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο και η ανάρτηση της νέας δικασίμου στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο αλλά κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου παραστάθηκε στο ακροατήριο και αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦTΗΚΕ KATA ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 8 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 «περί δικαστικών ενσήμων» (όπως αυτός μεταγενέστερα ερμηνεύτηκε αυθεντικά, τροποποιήθηκε και ισχύει), ο ενάγων, αν παραλείψει την προκαταβολή του δικαστικού ενσήμου, δικάζεται ερήμην και η αγωγή, χωρίς άλλη έρευνα, απορρίπτεται κατ’ ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας μπορεί να είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψής του, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του δικαστικού ενσήμου, η οποία (καταβολή) δεν είναι απαραίτητο να γίνει με την άσκηση της έφεσης αλλά μπορεί να γίνει και στο μεταγενέστερο στάδιο της συζήτησής της (ΕφΑθ 466/2017, ΕφΛαρ 410/2017, ΕφΑθ 670/2012, ΕφΛαρ 36/2012, όλες στην τνπ ΔΣΑ, Ακριτίδου σε Αρμ 2018, σελ. 92, παρατηρήσεις υπό την αντίθετη ΕφΘρ 114/2017). Σε τέτοια δε περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και χωρεί νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία ο ενάγων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει και πρωτόδικα, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 538/2019 τνπ ΔΣΑ, ΑΠ 895/2018 ΝοΒ 2019, 797, ΑΠ 1572/2013 , ΝοΒ 2014, 359). Η συζήτηση της έφεσης στην περίπτωση αυτή – που ο εκκαλών καταβάλει το πρώτον στην έκκλητη δίκη το δικαστικό ένσημο – είναι υποχρεωτικά προφορική και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που προβλέπει τη δυνατότητα του διαδίκου να προκαταθέσει δήλωση που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και αφορά τη μη παράστασή του στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, η δε υποβολή τέτοιας δήλωσης συνιστά μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου, έστω και αν έχει καταθέσει προτάσεις, συνεπαγόμενη την ερημοδικία του (ΕφΛαρ 305/2017 τνπ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 66/2015 τνπ ΔΣΑ, ΕφΠατρ 295/2011 ΑχΝομ 2012, 464). Εάν, περαιτέρω, ο μη προσηκόντως παριστάμενος – δηλαδή με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ, μολονότι η συζήτηση είναι υποχρεωτικά προφορική – και για το λόγο αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος, είναι ο ίδιος ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 11/2016 ΝοΒ 2016,1177, ΑΠ 1624/2014 ΝοΒ 2015, 286, ΑΠ 1040/2013 ΝοΒ 2013, 2699). Η απόρριψη όμως αυτή προϋποθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 271 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, είτε ότι ο απολειπόμενος εκκαλών είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση είτε ότι είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευτεί από τον τυχόν επισπεύδοντα τη συζήτηση και παριστάμενο εφεσίβλητο (ΕφΑθ 235/2017, ΕφΑθ 1528/2015, στην τνπ ΔΣΑ). Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη ή καθόλου επίσπευση, η συζήτηση της έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΕφΛαρ 77/2020, ΕφΛαρ 287/2015, όμοια επί αναίρεσης ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 834/2015, όλες στην τνπ ΔΣΑ). Τέλος, για να θεωρηθεί κάποιος διάδικος ότι είναι επισπεύδων δεν αρκεί να προσδιοριστεί δικάσιμος με επιμέλειά του, αλλά απαιτείται επιπρόσθετα να επιδώσει στον αντίδικό του αντίγραφο του σχετικού δικογράφου, με κλήση προς συζήτηση (Μπέης, ΠολΔ, άρθρ. 230, αριθ. II.3, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, τόμος Β’, άρθρ. 230 αρ. 3, ΕφΛαρ 77/2020 ο.π., ΕφΑθ 1528/2015 ο.π.).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ……. …………, με την ένδικη υπ’ αριθ. κατάθεσης ………/……./10.7.2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγομένου ………, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει, νομιμότοκα, το συνολικό ποσό των 30.574,30 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 16239/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία η ενάγουσα δικάστηκε ερήμην και απορρίφθηκε η αγωγή της, εξαιτίας της παράλειψης καταβολής του δικαστικού ενσήμου για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής. Κατά της συγκεκριμένης ερήμην απόφασης η ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό …../……/17.2.2020 και αντίγραφό της κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό ……../……./19.2.2020, προσδιορίστηκε δε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 25.2.2021. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της έφεσης ματαιώθηκε, εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού covid-19 και με την υπ’ αριθ. 6308/2021 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με βάση τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως η παρούσα δικάσιμος (9.9.2021) για τη συζήτηση της έφεσης, ενώ με πρωτοβουλία του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών έγινε η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο και η ανάρτηση της νέας δικασίμου στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr. Κατά την παρούσα δικάσιμο, ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις, ενώ η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, έχοντας προκαταθέσει προτάσεις και υποβάλει δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η παράσταση της εκκαλούσας δεν ήταν η προσήκουσα, αφού η έφεση στρέφεται κατά ερήμην απόφασης και επομένως η συζήτηση της έφεσης είναι υποχρεωτικά προφορική και η εκκαλούσα δεν μπορούσε να παραστεί με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς η εκκαλούσα δεν έλαβε μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης. Ωστόσο, δεν προκύπτει είτε ότι η εκκαλούσα είχε επισπεύσει η ίδια τη συζήτηση της έφεσης είτε ότι είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον τυχόν επισπεύδοντα εφεσίβλητο, για την αρχική δικάσιμο της έφεσης (25.2.2021), κατά την οποία, όπως εκτέθηκε, η συζήτηση της έφεσης ματαιώθηκε και επαναπροσδιορίστηκε στη συνέχεια, με την παραπάνω πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, για την προκείμενη δικάσιμο (9.9.2021). Ειδικότερα, ούτε η εκκαλούσα ούτε ο εφεσίβλητος προσκομίζουν έκθεση επίδοσης της έφεσης προς τον αντίδικό τους ή αντίγραφο της έφεσης που τους επιδόθηκε από τον αντίδικό τους με τη σχετική επισημείωση για την επίδοση. Πρέπει, επομένως, η συζήτηση της έφεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 7/2/2022
