επίσχεση εργασίαςΆρειος Πάγος 2115/2022

Περίληψη: Όταν από τον μισθωτό ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης, όπως για την υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, καθώς και ως προς τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΚΠολΔ και που είναι ανατρεπτικές της υπερημερίας, όπως η επαναπρόσληψη του μισθωτού ή δήλωση του εργοδότη ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής σύμβασης. Δεν καλύπτεται όμως από το δεδικασμένο η από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, διότι η συνδρομή των όρων του άρθρου 281 ΑΚ κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό για τις τότε επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενεστέρου χρόνου. Δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του. Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη. Κρίση ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αποδοχές που εισέπραξε ο ενάγων από την εργασία του το επίδικο χρονικό διάστημα θα ήταν ανάλογες με αυτές που θα εισέπραττε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, λόγω των μειώσεων των αποδοχών των εργαζομένων εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και ότι θα αντιστοιχούσαν στις αποδοχές των εργαζομένων της που εκτελούν αντίστοιχη εργασία, δεν συνιστούν περιστατικά που θεμελιώνουν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, με συνέπεια να μην καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, που προϋποθέτει παραδοχή (και όχι άρνηση) της ύπαρξης του ως άνω αγωγικού δικαιώματος. Δεν εκτίθεται στην απόφαση του εφετείου ότι ο ενάγων παρέμεινε θεληματικά άνεργος αποφεύγοντας δόλια και κακόβουλα την ανεύρεση εργασίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι εργάσθηκε αυτός το επίδικο χρονικό διάστημα σε άλλο εργοδότη. Η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ διότι δεν διευκρινίζεται με αυτή: α) αν ο ενάγων κατά το επίδικο διάστημα μπορούσε να ανεύρει άλλη εργασία που να του αποδίδει αντίστοιχες αποδοχές υπό παρόμοιες συνθήκες εργασίας με αυτές που εισέπραττε από την εναγόμενη, β) αν η εναγόμενη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχε επιδιώξει να παύσει η υπερημερία της με την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος ή με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας του, γ) αν η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα το επίδικο χρονικό διάστημα. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κρίση ότι από το όλο περιεχόμενο της απόφασης του εφετείου δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται σοβαρές αμφιβολίες για το αν το ως άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα αναφερόμενα έγγραφα προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Δέχεται την αίτηση του εργαζόμενου. Αναιρεί την εφετειακή απόφαση.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

Αριθμός 2115/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2′ Πολιτικό Τμήμα

        Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη – Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

        Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

        Του αναιρεσείοντος – καθ’ ου η κλήση: ………………, κατοίκου …… Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

        Της αναιρεσίβλητης – καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο «……… Α.Ε.», που εδρεύει στην ………, διατηρεί υποκατάστημα στις ……. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

        Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2927/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30-10-2020 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1321/2021 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 9-12-2021 κλήση της καλούσας εταιρείας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

        Με την από 9 Δεκεμβρίου 2021 κλήση της καλούσας- αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά του καθού η κλήση – αναιρεσείοντος, φέρεται προς συζήτηση η από 30 Οκτωβρίου 2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 2927/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 1321/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης προκειμένου να προσκομιστούν από την αναιρεσίβλητη τα αναφερόμενα σ’ αυτή ελλείποντα έγγραφα νομιμοποιητικά του παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής.

        Με την κρινόμενη από 30 Οκτωβρίου 2020 με αριθ. κατάθεσης …/…/2.11.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ. 2927/28.5.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 18.4.2017 με αριθ. καταθ. …/…/2017 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 344/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 18-12-2014 με αριθ. κατάθ. …/2.1.2015 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητούσε, για τους σ’ αυτή εκτιθέμενους λόγους, να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 18-10-2014 έως 17-10-2016 το συνολικό ποσό των 40.409,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο ενάγων παραδεκτά περιόρισε το ως άνω αγωγικό του αίτημα στο ύψος των 16.101,89 ευρώ και παραιτήθηκε ως προς το υπόλοιπο αιτούμενο ποσό των 24.307,74 ευρώ, το οποίο έλαβε συνολικά από την εργασία του το επίδικο χρονικό διάστημα σε άλλο εργοδότη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 344/2017 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσία αβάσιμη. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 611/2022, ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 1255/2015). Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (ΑΠ 1218/2018, ΑΠ 2028/2014), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1218/2018). Ειδικότερα, όταν από τον μισθωτό ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης, όπως για την υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, καθώς και ως προς τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΚΠολΔ και που είναι ανατρεπτικές της υπερημερίας, όπως η επαναπρόσληψη του μισθωτού ή δήλωση του εργοδότη ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής σύμβασης (ΑΠ 1848/2013, ΑΠ 2248/2009). Δεν καλύπτεται όμως από το δεδικασμένο η από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, διότι η συνδρομή των όρων του άρθρου 281 ΑΚ κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό για τις τότε επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενεστέρου χρόνου (ΑΠ 2248/2009, ΑΠ 1516/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 269/2018). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση του νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Για να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 1397/2021, ΑΠ 591/2017) και συνεπώς δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλαδή αν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε, με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1397/2021, ΑΠ 116/2021, ΑΠ 1311/2018). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1241/2019, ΑΠ 1449/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ’ αριθμ. 4893/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία είχε κριθεί τελεσίδικα ότι το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης ανερχόταν στο ποσό των 1.435,09 ευρώ, καθότι δέχθηκε ότι το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης το επίδικο χρονικό διάστημα θα είχε μειωθεί και θα ήταν ανάλογο με αυτό που κέρδισε από την εργασία του αλλαχού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ’ αυτή θετική ή αρνητική κρίση ως προς την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου που να απορρέει από την υπ’ αριθμ. 4893/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που εκδόθηκε επί της από 27.11.2008 προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγομένης για επιδίκαση, μεταξύ των άλλων αιτημάτων, και αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27.10.2008 έως 26.10.2009), ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσείοντος. Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι «…Δεν καλύπτεται όμως από το δεδικασμένο η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, όπως και η από το άρθρο 656 εδ. β’ ΑΚ περί εκπτώσεως των αλλαχού κερδηθέντων, αφού η συνδρομή των όρων του άρθρου 281 ΑΚ κρίνεται ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για τις συγκεκριμένες περιόδους, χωρίς το θέμα αυτό να είναι και προδικαστικό για τις επίδικες και τις αξιώσεις μεταγενέστερου χρόνου και ως εκ τούτου, ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος…», πλην, όμως, με την ως άνω κρίση του, δεν αποφάνθηκε, ως προς την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, που να απορρέει από την υπ’ αριθμ. 4893/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για το ύψος των μηνιαίων αποδοχών υπερημερίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για το επίδικο χρονικό διάστημα από 18.10.2014 έως 17.10.2016, αλλά (ορθά) αποφάνθηκε ότι δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο προγενέστερης απόφασής η από το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, εφόσον η συνδρομή των όρων της διάταξης αυτής κρίνεται, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας ως προς τις κάθε φορά επίδικες αξιώσεις και για συγκεκριμένες περιόδους. Τέτοια κρίση (περί δεδικασμένου) ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών υπερημερίας του επιδίκου χρονικού διαστήματος δεν υπάρχει ούτε στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης «..αν ο εκκαλών εξακολουθούσε να εργάζεται στην τελευταία, ο μισθός του θα είχε μειωθεί, με αποτέλεσμα οι αποδοχές που λαμβάνει από την νυν εργασία του να κρίνονται ανάλογες με αυτές που θα ελάμβανε αν εξακολουθούσε να εργάζεται στην εναγόμενη…», όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, εφόσον με αυτή δεν περιέχεται θετική ή αρνητική κρίση για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσείοντος, που να απορρέει από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση, και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και εάν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 308/2020). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 626/2020, ΑΠ 472/2020). Δεν είναι, όμως, νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 1475/2022, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1884/2013). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 325, 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά (ΑΠ 343/2021, ΑΠ 145/2019). Στην περίπτωση δε που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολλώ δε μάλλον εάν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του γνωστοποιήσει στον εργοδότη του ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών, για τις οποίες προέβη σε επίσχεση (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 324/2017). Μάλιστα εάν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και εάν λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 1502/2010). Το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 343/2021, ΑΠ 903/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 940/2015). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350, 352, 648 και 656 του ΑΚ προκύπτει ότι η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει α) με την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου υπό τους προϋφιστάμενους όρους της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, γ) με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας, περίπτωση που συντρέχει και όταν ο εργοδότης καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση εργασίας, τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις (έγγραφο, καταβολή αποζημίωσης) και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 144/2019). Η σύναψη εκ μέρους του εργαζομένου, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του προηγουμένου, ο οποίος κατά το άρθρο 656 εδ. β’ του ΑΚ δικαιούται απλώς να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 324/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2021, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α’ του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 19/2021, ΑΠ 308/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 125/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: «…Στην προκειμένη περίπτωση, από τον από 31.10.2016 λογαριασμό ασφαλισμένου ΙΚΑ του εκκαλούντος, προκύπτει ότι αυτός κατά το χρονικό διάστημα από 18.10.2014 έως 17.10.2016, εργάσθηκε, από την εργασία του δε αυτή έλαβε το συνολικό ποσό των 24.307,74 ευρώ, ενώ, όπως κατέθεσε ενόρκως ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρας της εναγομένης και νυν εφεσίβλητης, …………, οι εργαζόμενοι της τελευταίας, οι οποίοι εκτελούν αντίστοιχη εργασία με αυτή που εκτελούσε ο εκκαλών, λαμβάνουν πλέον, πολύ μικρότερες αποδοχές από αυτές που λάμβανε ο ενάγων οκτώ έτη πριν, το ίδιο δε ισχύει από τις αναγγελίες πρόσληψης των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης στην εφεσίβλητη. Το γεγονός δε αυτό σε συνδυασμό με τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα και στις επιχειρήσεις γενικότερα, συμπεριλαμβανομένης και της εφεσίβλητης, γίνεται αντιληπτό ότι αν ο εκκαλών εξακολουθούσε να εργάζεται στην τελευταία, ο μισθός του θα είχε μειωθεί, με αποτέλεσμα οι αποδοχές που λαμβάνει από την νυν εργασία του να κρίνονται ανάλογες με αυτές που θα ελάμβανε αν εξακολουθούσε να εργάζεται στην εναγόμενη. Εξάλλου δυνάμει των υπ’ αριθμ. 4893/2012, 968/2015 και 1544/2016 τελεσίδικων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, επί σχετικών αγωγών του εναγομένου και νυν εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης επιδικάσθηκαν σε βάρος της τελευταίας μισθοί υπερημερίας για έξι (6) μισθολογικά έτη ήτοι από 27.10.2008 έως 17.10.2014, ήτοι επί αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ με την ως άνω επίδικη αγωγή του, ο ενάγων και νυν εκκαλών, αιτείτο εκ νέου την καταβολή μισθών υπερημερίας για δύο επιπλέον έτη. Το γεγονός της επί μακρό χρόνο (οκταετία) καταβολής μισθών υπερημερίας στον εκκαλούντα και δη μισθών ύψους 1.435,09 ευρώ μηνιαίως, αφενός μεν είναι αρκετά υψηλό με βάση τα σημερινά δεδομένα, αφετέρου δε επιφέρει ιδιαιτέρως δυσμενείς συνέπειες για την εφεσίβλητη, η οποία επιφορτίζεται με τη δαπάνη εργαζομένου, ο οποίος δεν παρέχει πλέον τις υπηρεσίες του, σε βάρος των λοιπών εργαζομένων της που παρέχουν την εργασία τους και αμείβονται με μισθούς πολύ χαμηλότερους. Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και σε ουδεμία πλημμέλεια επέπεσε, αιτιολογώντας πλήρως και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, ορθά δε ερμήνευσε και εφήρμοσε τις κείμενες νομικές διατάξεις καθώς και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου οι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αυτών, συνεχομένων δια ταυτοσήμου επιχειρηματολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι…» Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, είχε απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμη η αγωγή του ενάγοντος.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού αφενός μεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή αυτής, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του ως άνω δικαιώματος του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω διάταξης. Ειδικότερα, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα από 18.10.2014 έως 17.10.2016, εργάσθηκε, από την εργασία του δε αυτή έλαβε το συνολικό ποσό των 24.307,74 ευρώ, ενώ οι εργαζόμενοι της εφεσίβλητης, οι οποίοι εκτελούν αντίστοιχη εργασία με αυτή που εκτελούσε ο εκκαλών, λαμβάνουν πλέον, πολύ μικρότερες αποδοχές από αυτές που ελάμβανε αυτός οκτώ έτη πριν και ότι το ίδιο προκύπτει από τις αναγγελίες πρόσληψης των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης στην εφεσίβλητη, β) ότι λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα και στις επιχειρήσεις γενικότερα, συμπεριλαμβανομένης και της εφεσίβλητης, αν ο ενάγων εξακολουθούσε να εργάζεται στην τελευταία, ο μισθός του θα είχε μειωθεί, με αποτέλεσμα οι αποδοχές που λαμβάνει από την νυν εργασία του να κρίνονται ανάλογες με αυτές που θα ελάμβανε αν εξακολουθούσε να εργάζεται στην εναγόμενη, γ) ότι δυνάμει των υπ’ αριθμ. 4893/2012, 968/2015 και 1544/2016 τελεσίδικων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, επί σχετικών αγωγών του εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης επιδικάσθηκαν σε βάρος της τελευταίας μισθοί υπερημερίας για έξι (6) μισθολογικά έτη ήτοι από 27.10.2008 έως 17.10.2014, ήτοι επί αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι γεγονός της επί μακρό χρόνο (οκταετία) καταβολής μισθών υπερημερίας και δη μισθών ύψους 1.435,09 ευρώ μηνιαίως, αφενός μεν είναι αρκετά υψηλό με βάση τα σημερινά δεδομένα, αφετέρου δε επιφέρει ιδιαιτέρως δυσμενείς συνέπειες για την εφεσίβλητη, η οποία επιφορτίζεται με τη δαπάνη εργαζομένου, ο οποίος δεν παρέχει πλέον τις υπηρεσίες του, σε βάρος των λοιπών εργαζομένων της που παρέχουν την εργασία τους και αμείβονται με μισθούς πολύ χαμηλότερους, δεν δικαιολογείται η σχετική κρίση αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης), ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας καθίσταται καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα αντικειμενικά όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Και τούτο διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αποδοχές που εισέπραξε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων από την εργασία του το επίδικο χρονικό διάστημα θα ήταν ανάλογες με αυτές που θα εισέπραττε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, λόγω των μειώσεων των αποδοχών των εργαζομένων εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και ότι θα αντιστοιχούσαν στις αποδοχές των εργαζομένων της που εκτελούν αντίστοιχη εργασία, δεν συνιστούν περιστατικά που θεμελιώνουν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, με συνέπεια να μην καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, που προϋποθέτει παραδοχή (και όχι άρνηση) της ύπαρξης του ως άνω αγωγικού δικαιώματος (ότι δηλαδή ο ενάγων δικαιούται μισθούς υπερημερίας), το οποίο όμως ασκείται καταχρηστικά από τον ενάγοντα, αντίδικο της ενιστάμενης εναγομένης. Επιπρόσθετα, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος λόγω της επί μακρού χρόνου (οκταετίας) καταβολής σ’ αυτόν μισθών υπερημερίας, δεν αρκεί από μόνη της να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση αυτού, δεδομένου, ότι δεν εκτίθεται σ’ αυτή ότι ο ενάγων παρέμεινε θεληματικά άνεργος αποφεύγοντας δόλια και κακόβουλα την ανεύρεση εργασίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι εργάσθηκε αυτός το επίδικο χρονικό διάστημα σε άλλο εργοδότη εισπράττοντας από την εργασία του το ποσό των 24.307,74 ευρώ, ποσό κατά το οποίο αυτός παραδεκτά περιόρισε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το αγωγικό του αίτημα. Εξάλλου, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος επιφέρει ιδιαιτέρως δυσμενείς συνέπειες στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία από την καταβολή μισθών υπερημερίας ύψους 1.435,09 ευρώ για το επίδικο χρονικό διάστημα από 18.10.2014 έως 17.10.2016 δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε παραδεκτά περιορίσει το αιτούμενο για το ως άνω χρονικό διάστημα συνολικό ποσό της απαίτησής του στο ύψος των 16.101,89 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μηνιαίες αποδοχές ύψους 575,06 ευρώ το μήνα (16.101,89 ευρώ: 28 μηνιαίες αποδοχές με τον συνυπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας) και επομένως μετά τον ως άνω περιορισμό δεν ζητούσε την επιδίκαση ποσού 1.435,09 ευρώ το μήνα, όπως εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ σε σχέση με το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης. Ειδικότερα δεν διευκρινίζεται με αυτή: α) αν ο ενάγων κατά το επίδικο διάστημα μπορούσε να ανεύρει άλλη εργασία που να του αποδίδει αντίστοιχες αποδοχές υπό παρόμοιες συνθήκες εργασίας με αυτές που εισέπραττε από την εναγόμενη πριν από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, σε σχέση και με την εργασία που παρείχε το επίδικο χρονικό διάστημα και που του απέδιδε μικρότερες αποδοχές, β) αν η εναγόμενη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχε επιδιώξει να παύσει η υπερημερία της με την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος ή με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας του, γ) αν η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα το επίδικο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι δέχθηκε ότι η καταβολή μισθών υπερημερίας του ενάγοντος του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 18.10.2014 έως 17.10.2016 ύψους 1.435,09 ευρώ το μήνα θα επέφερε ιδιαιτέρως δυσμενείς συνέπειες για την εναγομένη, χωρίς να διευκρινίζεται σ’ αυτή σε ποιο ύψος ανήλθε η αντίστοιχη αξίωση του ενάγοντος, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από το συνολικά αιτούμενο για το ως άνω χρονικό διάστημα ποσό των 40.409,63 ευρώ (ύψους 1.435,09 ευρώ το μήνα πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας), στο ποσό των 16.101,89 ευρώ και χωρίς να διευκρινίζεται σ’ αυτή αν θα επέρχονταν σε βάρος του ενάγοντος, αντίστοιχα, δυσμενείς συνέπειες από την παρακώλυση της άσκησης του ως άνω δικαιώματος του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 εδ. α’ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης) ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 του ΚΠολΔ, το αποδεικτικό μέσο που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσο και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου, ακόμη και του αντιδίκου εκείνου που το προσκόμισε (ΑΠ Ολομ. 58/1978). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος, ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1320/2021), εφόσον όμως ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο άλλος διάδικος και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 845/2018, ΑΠ 161/2017). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 11 γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε όλα τα αναγραφόμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο έγγραφα που είχε παραδεκτά προσκομίσει και επικαλεσθεί με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου καθώς και έγγραφα που είχε προσκομίσει ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου η αναιρεσίβλητη και τα οποία είχε επικαλεσθεί αυτός με την προσθήκη των προτάσεών του, και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη: α) τις υπό σχετ. 13α, 13β, 13γ και 13δ αποδείξεις πληρωμής αποδοχών και τις συγκεντρωτικές καταστάσεις μισθοδοσιών των ετών 2016 και 2017, που προσκόμισε η εφεσίβλητη υπό σχετ. ε, β) τις υπ’ αριθμ. ……/26.1.2010, ……/26.1.2010, ……/29.1.2010, ……/20.2.2012 και ……/26.4.2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων του …………, …………, …………, ………… και ………… αντίστοιχα, που ελήφθησαν επ’ ευκαιρία προηγουμένων δικών μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης και προσκομίσθηκαν από αυτόν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και προς απόδειξη του αγωγικού του ισχυρισμού περί της υπερημερίας της αντιδίκου του για το επίδικο χρονικό διάστημα και ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του. Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των από 15.10.2018 προτάσεων του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, και της από 19.10.2018 προσθήκης αυτού (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), που κατατέθηκαν παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτός επικαλέσθηκε τα προεκτεθέντα στον αναιρετικό του λόγο αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα με τις προτάσεις του τα προσκομισθέντα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία και με την προσθήκη-αντίκρουση τα προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη ως εφεσίβλητη με τις από 16.10.2018 προτάσεις της αποδεικτικά στοιχεία. Από, δε, την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν γίνεται σ’ αυτή καμία γενική, κατ’ είδος, μνεία στα προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα, τεκμήρια) αλλά γίνεται ειδική μνεία μόνο α) στον προσκομισθέντα από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα από 31-10-2016 λογαριασμό ασφαλισμένου στο ΙΚΑ για το συνολικό ποσό αποδοχών ύψους 24.307,24 ευρώ, που εισέπραξε αυτός το επίδικο χρονικό διάστημα και β) στην κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Από το όλο, δε, περιεχόμενο αυτής δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται σοβαρές αμφιβολίες για το αν το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα ως άνω αναγραφόμενα στον αναιρετικό λόγο έγγραφα προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Επομένως, και κατά παραδοχή των ως άνω πρώτου και δεύτερου των λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου (ΑΠ 855/2020, ΑΠ 55/2018), πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 εδ. β του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμ. 2927/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2022.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies