απόλυσηΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 159/2023

Περίληψη: Διάκριση υπαλλήλου από εργάτη. Υπεύθυνη καταστήματος εστίασης. Κρίση ότι έχει την υπαλληλική ιδιότητα. Αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας. Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου επειδή έγινε με καταβολή αποζημίωσης εργάτη και όχι υπαλλήλου. Κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας, τυγχάνει απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας. Η προθεσμία αυτή προσδιοριζόμενη σε μήνες, αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα. Μισθοί υπερημερίας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 11.778,52 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 159/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Σκολαρίκη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Έλλη Βαρεταίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 22 Νοεμβρίου του έτους 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής (……………..), η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριου Βλαχόπουλου (ΑΜ/ΔΣΑ 29922), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής (……………..) η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Σπυρίδωνος Μήτσουρα (ΑΜ/ΔΣΑ 25764), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 22.12.2020 αγωγή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/…../2020, προσδιορίσθηκε να συζητηθεί, μετ’ αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές και στα πρακτικά.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί, κατά το άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ, δικαίωμα του καταγγέλλοντος, που ασκείται με δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα και εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, αναιτιώδη, υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται και να αιτιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Η άσκηση του δικαιώματος προς καταγγελία υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει ως καταχρηστική την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική (281 ΑΚ), όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή ακόμη και όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, που επιβάλλουν τη μείωση του προσωπικού της επιχείρησης, χωρίς να γίνει επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς, ή πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους – που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος – εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην περίπτωση που ο εργοδότης κατήγγειλε καταχρηστικά τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού του, περιέρχεται σε υπερημερία [δανειστή] και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή μισθού, ο δε μισθωτός δεν υποχρεούται σε προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, καθόσον στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βούλησής του να μην αποδεχτεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικαστεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και, συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, διότι αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή αποδοχή τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας, τυγχάνει απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας. Στην τρίμηνη αυτή αποσβεστική προθεσμία, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως (άρ. 280 του ΑΚ, βλ. ΑΠ 1402/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 98/2004, ΝοΒ 2004/1273, ΕφΔωδ 86/2006, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 6886/2004, ΝοΒ 2005/104), ανεξάρτητα, δηλαδή, από την υποβολή σχετικής αιτίασης από τον εναγόμενο εργοδότη, υπόκειται κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης, όπως η αξίωση μισθών υπερημερίας, η υποχρέωση επαναπασχόλησης, η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, όπως και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, προκληθείσας από την ίδια καταγγελία (βλ. ΑΠ 705/2013, ΔΕΕ 2014/79, Δ. Ζερδελής, «Εργατικό Δίκαιο – Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», 2019, σελ. 1344). Ως εκ τούτου, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, εντός πάντως της κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 εξάμηνης ομοίως αποσβεστικής προθεσμίας) και η σχετική εκ της ακυρότητας αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανωτέρω διάταξη που προβλέπει τη σχετική τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία έχει εφαρμογή σε καταγγελία κάθε σχέσης εργασίας, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνον για τους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ρηθέντος νόμου για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεων του, αλλά και στις περιπτώσεις, ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη που έχουν ισχύ νόμου (βλ. ΑΠ 1261/2014, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 80/2009, ΔΕΕ 2010/593, ΑΠ 21/2004, Κ. Λαναράς, «Νομοθεσία εργατική και ασφαλιστική», 2011, σελ. 166), καθώς και όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ (βλ. ΑΠ 280/2016, ΑΠ 439/2015, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η καθιερούμενη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 240, 241, 242 και 243 ΑΚ, αρχίζει, από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτής, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον εργαζόμενο και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (βλ. ΑΠ 172/2018, ΑΠ 524/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 2234/2013, ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη, που διατηρεί κατάστημα εστίασης (καφετέρια) επί της Λεωφόρου ……… & ……… στο ……… Αττικής, γνωστής αλυσίδας franchising με την επωνυμία «………», στις 19.07.2019, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μερικής απασχόλησης, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως ταμίας – υπεύθυνη λειτουργίας του καταστήματος, επί τέσσερις ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως Πέμπτη και επί εξάωρο ημερησίως, αντί μικτού ημερομισθίου ύψους 26,14 ευρώ, ενώ κατείχε και το απαιτούμενο εκ του νόμου πιστοποιητικό υγείας, ως εργαζόμενη σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασής της παρείχε εργασία εξαιρετικής ποιότητας, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ζήλο αλλά και αφοσίωση κατά την εκτέλεση των ανατιθέμενων στο πρόσωπό της καθηκόντων, πλην όμως η εναγομένη καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της. Ότι η ίδια διαμαρτυρόταν επανειλημμένως για την καθυστέρηση των δεδουλευμένων της, εωσότου προσέφυγε στις 15.07.2020 στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου υπέβαλε αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς με αντικείμενο τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων. Ότι στις 14.08.2020 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής «ΚΑΤ», λόγω κατάγματος στέρνου και, έλαβε εξιτήριο στις 17.08.2020, ενώ στη συνέχεια της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια έως τις 25.09.2020. Ότι αμέσως μετά τη λήξη της αναρρωτικής της άδειας και δη στις 26.09.2020 η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καταβάλλοντάς της αποζημίωση που υπολειπόταν της νόμιμης. Ότι, επιπλέον, η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη, ως καταχρηστική για το λόγο ότι έγινε για λόγους εμπάθειας και εκδίκησης στο πρόσωπό της ένεκα της διεκδίκησης των εργασιακών της δικαιωμάτων μέσω της προσφυγής στην Επιθεώρηση Εργασίας για τη μη καταβολή σε αυτήν των δεδουλευμένων αποδοχών της. Ότι, υπό τις συνθήκες και τις περιστάσεις που έλαβε χώρα η ίδια αυτή καταγγελία, η ίδια υπέστη ηθική βλάβη. Ότι η εναγομένη εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 26.09.2020 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της και σε περίπτωση άρνησης της να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή ύψους 50.000 ευρώ και σε προσωπική κράτηση ενός έτους, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 15.068,62 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της 13.10.2021 έως 31.12.2022 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), καθώς και ποσό 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο, ως προς έκαστο επιμέρους κονδύλιο, από τότε που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι έγκυρη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 867,10 ευρώ ως υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και να υποχρεωθεί αυτή να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα εργασίας της και σε περίπτωση άρνησής της να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή ύψους 10.000 ευρώ και σε προσωπική κράτηση 3 μηνών. Επιπρόσθετα, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, που σχετικά με το κύριο αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τις σωρευόμενες με αυτό αξιώσεις για μισθούς υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, καθώς με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας την 26η.09.2020, κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 23.12.2020 και επιδόθηκε στην εναγομένη στις 28.12.2020, ενώ επισημαίνεται ότι η 27η.12.2020 ήταν ημέρα Κυριακή, ήτοι εξαιρετέα κατά νόμο ημέρα (βλ. την υπ’ αριθ. ……… /28.12.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του, Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 14, 16 αρ. 2, 22 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ). Είναι δε επαρκώς ορισμένη, με εξαίρεση το επικουρικό αίτημα παροχής πιστοποιητικού εργασίας, επιχειρούμενο να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 678 ΑΚ, που είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας διότι η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι αξίωσε πράγματι από την εναγόμενη την παροχή του εν λόγω πιστοποιητικού και ότι η τελευταία της το αρνήθηκε (βλ. ΑΠ 667/2012, ΕφΠειρ. 595/2018 σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 653, 656, 174, 180, 330, 299, 932, 914, 281, 340, 345, 346 ΑΚ, 1 και 3 του Ν.2112/1920, 2, 5 παρ.1 και 3 και 6 παρ.1 & 2 του Ν.3198/1955, 69 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ καθώς ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει να του επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας και για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα, αφού αυτά μεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας του, την οποία ο εργοδότης απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 524/2018, ΝΟΜΟΣ), 70, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αρ. 4, και 176, 946 ΚΠολΔ. Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ενόψει του ότι το καταψηφιστικό αντικείμενο αυτής υπολείπεται των χρηματικών ορίων που ορίζει η διάταξη του άρθρου 71 του ΕισΝΚΠολΔ.

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, απόδειξης και ανταπόδειξης, ……… και ………, αντιστοίχως, που δόθηκαν νομίμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από την υπ’ αριθμ. ………/2022 ένορκη βεβαίωση του ……… ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών η «οποία ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου (βλ. υπ’ αριθμ. ……… /16.11.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά Αγγέλου Αγγελίδη) και του συνόλου των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη, που διατηρεί επιχείρηση εστίασης (καφετέρια) γνωστής αλυσίδας (franchising) με την επωνυμία «………», με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης για να εργασθεί ως μπουφετζής για τέσσερις μέρες την εβδομάδα επί έξι [6] ώρες ημερησίως και με μηνιαίες μικτές αποδοχές 453,02 ευρώ (βλ. αναγγελία πρόσληψης). Τα καθήκοντά της συνίσταντο στην εξυπηρέτηση των πελατών του καταστήματος, στη λήψη τηλεφωνικών παραγγελιών, στον έλεγχο των προμηθειών, στο να γεμίζει τα ράφια και το ψυγείο, να καθαρίζει τον χώρο εργασίας, επιπρόσθετα δε ασκούσε και καθήκοντα ταμία, καθόσον μόνον η ίδια στη βάρδια της εισέπραττε το αντίτιμο της αξίας των πωληθέντων και ήταν υπόλογη έναντι της εναγομένης για την είσπραξη αυτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 26.09.2020 η εναγομένη κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας καταβάλλοντας της ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 230,78 ευρώ (βλ. έντυπο καταγγελίας σύμβασης εργασίας). Πλην όμως, η ενάγουσα, κατά την άσκηση των παραπάνω αναφερόμενων καθηκόντων της, έχοντας τη σχετική εμπειρία, εκτελούσε την εργασία της με υπευθυνότητα, επιδεικνύοντας πρωτοβουλία, στην οποία κυριαρχούσε το πνευματικό στοιχείο και συνεπώς ανήκει στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων και όχι των εργατών, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, και δικαιούται να λάβει την αποζημίωση υπαλλήλου, ήτοι το ποσό των 1.057 ευρώ (453,02 X 2 πλέον προσαύξησης 1/6 για αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας). Συνεπώς, η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, και εξ αυτού του λόγου η καταγγελία είναι άκυρη. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας πως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της υποκινήθηκε από λόγους έχθρας, εμπάθειας και αντιπάθειας στο πρόσωπό της δεν αποδείχθηκε από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό μέσο της δικογραφίας, ούτε όμως και η μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε ειδικώς περί τούτου. Παράλληλα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και γι’ αυτό το λόγο προέβη στις 26.03.2021 στο κλείσιμο της επιχείρησής της (βλ. εκκαθαριστικό οικονομικού έτους 2020 και βεβαίωση διακοπής εργασιών). Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η απόλυση της ενάγουσας ήταν όχι μόνο το αναγκαίο και πρόσφορο μέσο προς αντιμετώπιση της οικονομικής ζημίας της εναγόμενης, η οποία ενεργώντας με τον τρόπο αυτό δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον δεν είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα συνέχισης απασχόλησης της ως άνω υπαλλήλου σε άλλη θέση λόγω της αναγκαστικά επιβαλλόμενης από τις οικονομικές συνθήκες διακοπής εργασιών της επιχείρησής της. Συνεπώς, απορριπτέα τυγχάνει η υπό κρίση αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της αναφορικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικότητας, ενώ συνακόλουθα απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο τυγχάνει το κονδύλι περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Κατόπιν τούτων, η εναγόμενη πρέπει να καταβάλει στην ενάγουσα τους μισθούς υπερημερίας της χρονικού διαστήματος από 27.09.2020 έως και τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής (22.11.2022), ήτοι το ποσό των 453,02 X 26 μήνες = 11.778,52 ευρώ. Πρέπει, συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 11.778,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει μερικά δεκτό και το σχετικό αίτημά της, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, πρέπει να επιβληθεί στην εναγομένη λόγω της μερικής της ήττας (176, 178 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 26.09.2020 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγόμενης.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των ένδεκα χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (11.778,52), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογικό κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, ως προς το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος του οποίου ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουάριου 2023, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies