Περίληψη: Διάκριση υπαλλήλου από εργάτη. Τεχνίτης τροχών σε βουλκανιζατέρ. Κρίση ότι έχει την υπαλληλική ιδιότητα. Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου επειδή έγινε με καταβολή αποζημίωσης εργάτη και όχι υπαλλήλου και επειδή έγινε ενόψει μεταβίβασης επιχείρησης. Μισθοί υπερημερίας. Μεταβίβαση επιχείρησης. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Κριτήρια. Ένσταση έκπτωσης ωφέλειας. Απορρίπτει ως αλυσιτελή. Αίτημα επίδειξης φορολογικών δηλώσεων και εκκαθαριστικών. Απορρίπτει ως μη νόμιμο. Ένσταση καταχρηστικής παράλειψης ανεύρεσης εργασίας. Στοιχεία ορισμένου. Απορρίπτει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 19.986,99 Ευρώ. Υποχρεώνει τον εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και τον καταδικάζει σε χρηματική ποινή ποσού 2.000,00 Ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός απόφασης 5580/2023
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
3° Τμήμα Εργατικών Διαφορών
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αλεξία – Ελένη Ντόρλη, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Νικόλαο Καλαντζή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19-9-2023, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α’ ΕΦΕΣΗ (αρ. καταθ. ……/……/2023 αρ. πιν. …)
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, οδός …… αρ. …, με Α.Φ.Μ. …… Δ.Ο.Υ. ……, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Μερεκούλια (ΑΜ ΔΣΑ 29630).
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …… του ……, κατοίκου Αθηνών, οδός …… αρ. …, με ΑΦΜ ……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο (ΑΜ ΔΣΑ 29922).
Β’ ΕΦΕΣΗ (αρ. καταθ. ……/……/2023 αρ. πιν. …)
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, οδός …… αρ. … με ΑΦΜ …… Δ.Ο.Υ ……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κεσσίδη (ΑΜ ΔΣΑ 37905).
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ : …… του ……, κατοίκου Αθηνών, οδός …… αρ. …, με ΑΦΜ ……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο (ΑΜ ΔΣΑ 29922).
Γ’ ΕΦΕΣΗ (αρ. κατ. ……/……/2023 αρ. πιν. …)
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …… του ……, κατοίκου Αθηνών, οδός …… αρ. …, με ΑΦΜ ……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο (ΑΜ ΔΣΑ 29922).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, οδός …… αρ. …, με Α.Φ.Μ. …… Δ.Ο.Υ. ……, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Μερεκούλια (ΑΜ ΔΣΑ 29630) και 2) …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, οδός …… αρ. …, με ΑΦΜ …… Δ.Ο.Υ ……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κεσσίδη (ΑΜ ΔΣΑ 37905).
Ο εκκαλών της υπό στοιχ. Γ’ έφεσης – εφεσίβλητος των υπό στοιχ. Α’ και Β’ εφέσεων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-12-2020 (αρ. καταθ. ……/……/2020) αγωγή κατά της πρώτης εναγομένης – εκκαλούσας της υπό στοιχ. Α’ έφεσης και του δευτέρου εναγομένου – εκκαλούντος της υπό στοιχ. Β’ έφεσης με την οποία ζήτησε τα όσα αναφέρονται σε αυτή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη με αριθμό 5/2023 απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την ανωτέρω οριστική απόφαση προσβάλλουν : α) η πρώτη εναγόμενη με την από 10-3-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Α’ έφεση αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου και προσδιορίστηκε με αρ. κατ. ……/……/2023 για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, β) ο δεύτερος εναγόμενος με την από 2-3-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Β’ έφεση, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου και προσδιορίστηκε με αρ. κατ. ……/……/2023 για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γ) ο ενάγων με την από 8-2-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Γ’ έφεση, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου και προσδιορίστηκε με αρ. κατ. ……/……/2023 για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Κατά τη δικάσιμο αυτή (19-9-2023), οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν.
Η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος της υπό στοιχ. Β’ έφεσης – δευτέρου εφεσιβλήτου της υπό στοιχ. Γ’ έφεσης παραστάθηκε στο δικαστήριο και αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε επί της έδρας για κάθε υπόθεση και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτές και οι λοιποί διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, βάσει δηλώσεων του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν τις έγγραφες προτάσεις τους για κάθε υπόθεση.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του δικαστηρίου τούτου εισάγονται προς συζήτηση : α) η από 10-3- 2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Α’ έφεση, β) η από 2-3-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Β’ έφεση και γ) η από 8-2-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Γ’ έφεση κατά της ίδιας με αριθμό 5/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, οι οποίες θα πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθ’ όσον βάλλουν κατά της αυτής οριστικής αποφάσεως, υπάγονται στην αυτή διαδικασία και με την ένωση και συνεκδίκασή τους επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποτρέπεται το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 31, 246 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ).
Άπασες οι ανωτέρω εφέσεις, αρμοδίως φερόμενες προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011), έχουν ασκηθεί νομότυπα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 496 παρ. 1, 498 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 στ. β’, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 591 παρ.7 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα η υπό στοιχ. Α’ έφεση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ δεδομένου ότι από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, που έλαβε χώρα στον εφεσίβλητο – ενάγοντα στις 13-2-2023 (σχ. η υπό χρονολογία 13-2-2023 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Λεράκη επί του ακριβούς ηλεκτρονικού αντιγράφου της εκκαλούμενης απόφασης, που προσκομίζει η εκκαλούσα) έως την κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 14-2-2023 δεν έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των τριάντα ημερών. Ακολούθως και η υπό στοιχ. Β’ έφεση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι έλαβε χώρα πριν την άσκησή της νόμιμη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στον εφεσίβλητο και από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, που έλαβε χώρα στις 9-1-2023 έως την κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 14-3-2023 δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015). Τέλος, και η υπό στοιχ. Γ’ έφεση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι έλαβε χώρα πριν την άσκησή της νόμιμη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στους εφεσίβλητους και από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, που έλαβε χώρα στις 9-1-2023 έως την κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 8-2-2023 δεν παρήλθε η κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών. Συνεπώς, οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει, να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και εντός των ορίων των λόγων τους (άρθρα 522, 524 παρ.1, 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχουν κατατεθεί από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων τα γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων (άρθρο 61 παρ. 1 και 4 ν. 4139/2013), ενώ για το παραδεκτό της συζήτησής τους δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου καθόσον πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθρο 495 παρ. 3 τελ. εδ. ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της πρώτης εναγόμενης – εκκαλούσας της υπό στοιχ. Α’ έφεσης και του δευτέρου εναγομένου – εκκαλούντος της υπό στοιχ. Β’ έφεσης, εξέθετε ότι προσλήφθηκε στις 16-2-2001 από τον αρχικό του εργοδότη ……, που διατηρούσε ατομική επιχείρηση πώλησης τροχών και ζαντών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως τεχνίτης τροχών. Ότι στις 20-12-2012 ο ως άνω εργοδότης του μεταβίβασε την επιχείρηση του ως οικονομικό σύνολο στη θυγατέρα του – πρώτη εναγόμενη, χωρίς να διακοπεί η λειτουργία της διατηρούμενης της ταυτότητάς της και ότι συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην νέα του εργοδότρια με τους ίδιους όρους εργασίας. Ότι από την 1-1-2015 ο μηνιαίος μισθός του ανήλθε στο ποσό των 1.037,50 ευρώ. Εκθέτει, επίσης, ότι κατά τη κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του επί πενθήμερο τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και κατά πλήρες ωράριο. Ότι τα καθήκοντα, που του είχαν ανατεθεί αρχικώς διευρύνθηκαν μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης στην πρώτη εναγόμενη, όπως αναλυτικά περιγράφει στο αγωγικό δικόγραφο, καθώς και ότι λόγω της μακρόχρονης απασχόλησής του στο ίδιο αντικείμενο απέκτησε εξιδιασμένη εμπειρία και τεχνική, ενώ παράλληλα ανέπτυξε πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του με συνέπεια να έχει αποκτήσει την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του τεχνίτη. Ότι παρά την αρχική συμφωνία περί πενθήμερης εργασίας πλήρους απασχόλησης η πρώτη εναγόμενη του επέβαλε να απασχολείται πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και ειδικότερα 11 ώρες κατά μέσο όρο ημερησίως κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας από τις 8.00 έως τις 19.00 καθώς και να παρέχει την εργασία του και όλα τα Σάββατα κατά 6,5 ώρες, ήτοι από τις 8.00 έως τις 14.30 χωρίς να του καταβάλει τις προβλεπόμενες από το νόμο αμοιβές για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας. Ότι η πρώτη εναγόμενη παρέλειψε να του χορηγήσει ολόκληρη την κανονική του άδεια παρότι την αιτούταν αρνούμενη από υπαιτιότητά της να την χορηγήσει με αποτέλεσμα εκτός από τις αποδοχές αδείας λόγω μη ληφθείσας κανονικής αδείας να του οφείλει και την επί των αποδοχών αδείας προσαύξηση 100% ως αστική κύρωση. Ότι στις 5-10-2020 η πρώτη εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία είναι άκυρη, διότι αφενός μεν δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, αφού του καταβλήθηκε αποζημίωση εργάτη και όχι υπαλλήλου και αφετέρου δεν λήφθηκαν ως βάση του υπολογισμού της οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα απασχόλησής του συμπεριλαμβανομένης και της πρόσθετης αμοιβής για την εργασία του καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου. Ιστορεί, επίσης, ότι η απόλυσή του είναι άκυρη επιπροσθέτως και ως αντικείμενη στη διάταξη 5 παρ. 1 του π.δ. 178/2002, διότι την επόμενη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε την επιχείρησή της ως οικονομικό σύνολο στον δεύτερο εναγόμενο, διατηρούμενης της ταυτότητά της. Ότι εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του για τους ανωτέρω λόγους η πρώτη εναγόμενη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας, η υπερημερία δε αυτή συνεχίζεται στο πρόσωπο του δευτέρου εναγομένου λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης, με αποτέλεσμα να του οφείλονται αποδοχές υπερημερίας. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον εν μέρει περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό ως προς το κονδύλιο των αποδοχών υπερημερίας με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά (άρθρα 223, 294, 295, 297 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) ζητούσε : α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 5-10-2020 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης εργοδότριάς του, β) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τον δεύτερο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω της γενομένης στις 6-10-2020 μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης στον δεύτερο εναγόμενο, γ) να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να καταδικασθεί σε προσωπική κράτηση ενός έτους και σε χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, εφόσον δεν συμμορφωθεί στην απόφαση, που θα εκδοθεί και δi) να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 6-10-2020 έως 31-12-2022 το ποσό των 19.986, 79 ευρώ και δii) να υποχρεωθούν αμφότεροι οι εναγόμενοι εις ολόκληρον έκαστος να του καταβάλουν για αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση το ποσό των 41.118 ευρώ, για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας ετών 2015 έως και 2019 και προσαύξησης 100% επί των αποδοχών αδείας το ποσό των 4.150 ευρώ και για αμοιβή για την απασχόλησή του κατά την ημέρα του Σαββάτου το ποσό των 15.161,33 ευρώ, τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε, που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Επικουρικώς για την περίπτωση, που θα γινόταν δεκτό ότι η σύμβαση εργασίας του έχει λυθεί ή ήταν άκυρη ζητούσε να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει πλην των ανωτέρω κονδυλίων τη διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης υπαλλήλου, που δικαιούται από την αποζημίωση εργάτη, που ήδη του καταβλήθηκε, ήτοι το ποσό των 12.038,27 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας και σε περίπτωση μη συμμόρφωσή της να καταδικαστεί στην καταβολή χρηματικής ποινής 10.000 ευρώ και σε προσωπική κράτηση 3 μηνών. Ωστόσο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παραιτήθηκε από τα επικουρικά αιτήματα της καταβολής της διαφοράς της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και της χορήγησης πιστοποιητικού εργασίας (άρθρα 294, 295, 297 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, ο ενάγων ζητούσε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επί της ανωτέρω αγωγής εξέδωσε τη με αριθμό 5/2023 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος (αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τον δεύτερο εναγόμενο), καταδικάζοντας τον δεύτερο εναγόμενο σε χρηματική ποινή 100 ευρώ και προσωπική κράτηση δέκα ημερών για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την ανωτέρω υποχρέωσή του και υποχρέωσε τους εναγόμενους έκαστο εις ολόκληρον να καταβάλουν στον ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας και αποδοχές αδείας το συνολικό ποσό των 19.987,76 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε, που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Κατά της εκκαλουμένης απόφασης παραπονούνται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων : α) η πρώτη εναγόμενη – εκκαλούσα της υπό στοιχ. Α’ έφεσης και ο δεύτερος εναγόμενος – εκκαλών της υπό στοιχ. Β’ έφεσης με τις υπό κρίση εφέσεις τους και ζητούν την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η ανωτέρω αγωγή και β) ο ενάγων – εκκαλών της υπό στοιχ. Γ’ έφεσης με την υπό κρίση έφεσή του και ζητεί να εξαφανιστεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος, που εκκαλείται προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 §2, 118 εδ. 4 και 216 §1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή, σύμφωνα με το νόμο, κατά τρόπο, που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής, δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία της αγωγής μπορεί να είναι νομική, δηλαδή εκείνη, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, οπότε αποτελεί παράβαση, που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 (560 αρ. 1) ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 216 §1 στοιχ. α’ και β’ ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 121/2019, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015).
II. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος”. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του π.δ. 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) λήφθηκαν “μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου”. Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του π.δ. 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν π.δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του π.δ. 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως “μεταβίβαση” θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας, που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας, είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως “μεταβιβάζων” (“εκχωρητής”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως “διάδοχος” (“εκδοχέας”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κ.λ.π. (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η “υπόστασή” τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το “περιεχόμενο” τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή, που ευνοεί την κατάφαση της “μεταβίβασης” ακόμη και σε περιπτώσεις, που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια “οικονομική οντότητα”. Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα (“οικονομική οντότητα”), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας, που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λ.π.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κ.λ.π.) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων, που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα, που θ’ αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, τη λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη, που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν, όμως, επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ. ΔΕΚ 12.2.2009 C-466/07 Klarenberg). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ. 178/2002, με τη μεταβίβαση της επιχείρησης κ.λ.π. και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στον διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλέγγυως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις, που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο, που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του β.δ. της 16/18-7-1920 “περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κ.λ.π.” (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κ.λ.π., για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης, που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018). Επομένως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου, που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στον νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα, που σχηματίζει η επιχείρηση, που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του π.δ. 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο ν’ αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων. Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ. 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ. β’). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κ.λ.π. οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ’ αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται). Όπως αναφέρθηκε, όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κ.λ.π. επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017) και κατά συνέπεια, εάν η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο τελευταίος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2112/1920 έχει όλα τα πλεονεκτήματα, που θα είχε, εάν στην καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης (ΑΠ 444/2019 ΤΝΠ Νόμος).
III. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 π.δ., όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953, “ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ’ αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικής ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν. Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικός εν γένει υπηρεσίας”. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη, που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία, που απαιτείται γι’ αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού. Ειδικότερα, για τον χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολούμενων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στο χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλά απαιτείται εξειδικευμένη εμπειρία και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΑΠ 1115/2021, ΑΠ 487/2019, 1266/2017, ΑΠ 1405/2014, ΑΠ 90/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της εκκαλουμένης απόφασης το Μονομελές πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή απορρίπτοντας σιγή τον ισχυρισμό, περί αοριστίας, που πρόβαλαν η πρώτη εναγόμενη – εκκαλούσα της υπό στοιχ. Α’ έφεσης και ο δεύτερος εναγόμενος – εκκαλών της υπό στοιχ. Β’ έφεσης. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά των εναγομένων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, απορριπτομένου του ισχυρισμού των εναγομένων περί του αντιθέτου. Ειδικότερα κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, η αγωγή με την οποία ο μισθωτός αξιώνει μισθούς υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του για να είναι ορισμένη πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτήν η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, καθώς και οι τυχόν πρόσθετες παροχές μισθολογικού χαρακτήρα του μισθωτού και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του (ΑΠ 2045/2022, ΑΠ 440/2016, ΑΠ 359/2015 ΤΝ Νόμος), στοιχεία, που διαλαμβάνονται στο αγωγικό δικόγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται η έναρξη και λήξη του ωραρίου, η οποία θα προκύψει από το αποδεικτικό υλικό, αφού ιστορείται στην αγωγή ότι η παροχή της εργασίας του ενάγοντος συμφωνήθηκε επί πενθήμερο τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας με πλήρες ωράριο.
Ακολούθως, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η καταβολή στο μισθωτό προσαύξησης επί των αποδοχών αδείας κατά 100% (ως αστικής κύρωσης), λόγω μη χορήγησης της άδειας εντός του έτους κατά την οποία τη δικαιούταν, απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι ο μισθωτός υπέβαλε αίτημα προς τον εργοδότη για τη χορήγηση της αδείας του και ο τελευταίος, από υπαιτιότητά του, δεν την χορήγησε (ΑΠ 434/2011, 581/1999 ΕλλΔ/νη 2000.92 ΤΝΠ Νόμος), περιστατικά τα οποία ιστορούνται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Αντιθέτως, δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο ο ειδικότερος τρόπος υποβολής της αίτησης (προφορικώς ή γραπτώς) εκ μέρους του ενάγοντος, αφού τούτο θα προκύψει από τις αποδείξεις. Επίσης, η μη αναφορά των εγγράφων, που φέρεται να έχει υπογράψει ο ενάγων ή η μη αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο των λόγων, που επέβαλαν την καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου συμπληρωματική εργασία του ενάγοντος και τέλος οι εξαιρετικοί λόγοι για τους οποίους ο ενάγων αιτείται την κήρυξη της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής συνιστούν στοιχεία τα οποία θα προκύψουν, επίσης, από την αποδεικτική διαδικασία, με αποτέλεσμα η μη αναφορά τους να μην καθιστά αόριστη την αγωγή. Τέλος, από τις διατάξεις του π.δ. 178/2002 σε συνδυασμό με τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ για το ορισμένο της αγωγής του μισθωτού, που στρέφεται κατά του νέου φορέα της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης και έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχών υπερημερίας κ.λ.π. αρκεί να εκτίθεται σε αυτήν η χωρίς πραγματική διακοπή συνέχιση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών ως οικονομικής μονάδας και η διατήρηση της ταυτότητάς της υπό τον νέο φορέα (ΑΠ 1150/2007, ΑΠ1551/2006 ΤΝΠ Νόμος), ενώ δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην αγωγή για να είναι ορισμένη : α) αν έλαβε χώρα μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων, άυλων αγαθών, καθώς και η αξία τους β) αν προσλήφθηκε ή μη σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματία, γ) αν μεταβιβάσθηκε ή μη η πελατεία και δ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής, όταν ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα διακοπή (ΑΠ 1150/2007, ΑΠ 1551/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση στο αγωγικό δικόγραφο εκτίθενται και τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι τα βασικά περιουσιακά στοιχεία της μεταβιβαζομένης επιχείρησης, ήτοι το πελατολόγιο, ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός, το σύνολο των άυλων αγαθών μεταξύ των οποίων και ο διακριτικός τίτλος μεταβιβάστηκαν ως οικονομική μονάδα από την πρώτη εναγόμενη στον δεύτερο εναγόμενο καθώς και ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ως διάδοχος εργοδότης, ανέλαβε τη συνέχιση της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητας, που ασκούσε η πρώτη εναγόμενη, χωρίς να διακοπεί ουσιαστικά η λειτουργία της. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή απορρίπτοντας σιωπηρώς τον σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα ως προς το σχηματισμό της κρίσης του για το ορισμένο αυτής, αρκούμενο σε λιγότερα από το νόμο απαιτούμενα στοιχεία, ή λόγω μη αναφοράς με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούσαν την προϋπόθεση εφαρμογής των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι πρώτη ενάγουσα – εκκαλούσα της υπό στοιχ. Α’ έφεσης και δεύτερος εναγόμενος – εκκαλών της υπό στοιχ. Β’ έφεσης με τον πρώτο λόγο των υπό κρίση εφέσεών τους και οι αιτιάσεις τους περί του αντιθέτου με τους ανωτέρω λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, όπως και οι σχετικοί λόγοι έφεσης.
IV. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 422 παρ.3 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε από την 1-1-2022 ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, δυνάμει των άρθρων 22 και 120 ν. 4842/2021ΦΕΚ Α 190) «δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από τριών (3) για κάθε διάδικο και δυο (2) για την αντίκρουση, για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας». Ακολούθως με το άρθρο 424 ΚΠολΔ, που προστέθηκε από 1-1-2022 με το ν. 4842/2021 ΦΕΚ Α 190 και εφαρμόζεται και σε εκκρεμείς υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 1β του ν. 4871/2021 ΦΕΚ Α 246/10.12.2021 «Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν: α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421. Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου». Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχ. Γ’ έφεσης παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, διότι κατά παράβαση του αριθμητικού περιορισμού, που καθιερώνεται στη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠλΔ, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τις προσκομιζόμενες από την πρώτη εναγόμενη – πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ. Γ’ έφεσης – εκκαλούσα της υπό στοιχ. Α’ έφεσης τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις. Ο σχετικός λόγος έφεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον, από μόνος του δεν άγει (και βάσιμος ακόμη) στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Και τούτο, διότι το Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο των συναφών λόγων της έφεσης, για κακή, εν γένει, εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη, τα, νομίμως, προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, θα εξαφανίσει την εκκαλούμενη, μόνο, αν άγεται σε διαφορετική κρίση, ως προς την ουσία της υπόθεσης, ενώ, διαφορετικά, η έφεση θα απορριφθεί (ΑΠ 179/1985 ΝοΒ 33.1710, ΕφΠειρ (Μον) 422/2014, ΕφΛαμ 98/2009 δημ. σε ΤΝΠ Νόμος, Σ. Σαμουήλ: Η έφεση, έκδ. 2008 σελ. 233). Επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης τούτου, των με στοιχ. ΔΣΑ ……/15-11-2022, ΔΣΑ ……/15-11-2022, ΔΣΑ ……/15-11-2022 ένορκων βεβαιώσεων των ……, …… και ……, που νομίμως επικαλείται και επαναπροσκομίζει η πρώτη εναγόμενη – εκκαλούσα της υπό στοιχ. Α’ έφεσης, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον της Δικηγόρου Λυδίας – Γεωργίας Παναρίτη νομότυπα [όπως το άρθρο 421 παρ. 1 ΚΠολΔ, είχε προστεθεί με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ΦΕΚ Α 87, αντικαταστάθηκε από την 1-1-2022 δυνάμει των άρθρων 21 και 120 Ν.4842/2021, ΦΕΚ Α 190 κατά δε την παρ.1 β του άρθρου 116 του αυτού νόμου (4842/2021), όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν.4871/2021, ΦΕΚ Α 246/10.12.2021, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις] μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη κατ’ άρθρο 422 του ΚΠολΔ κλήτευση του ενάγοντος – εφεσίβλητου της υπό στοιχ. Α’ έφεσης, προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών από τη λήψη αυτών (σχ. η υπ’. αρ. ……/10-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Παπαδάκου, με τη συνημμένη σ’ αυτή από 10-11-2022 κλήση εξέτασης μαρτύρων), από την ληφθείσα νομότυπα κατ’ άρθρο 421 του ΚΠολΔ ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών Λυδίας – Γεωργίας Παναρίτη με στοιχ. ΔΣΑ ……/15-11-2022 ένορκης βεβαίωσης του …… (σχ. η υπ’. αρ. ……/10-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Παπαδάκου, με τη συνημμένη σ’ αυτή από 10-11-2022 κλήση εξέτασης μαρτύρων), την οποία επαναπροσκομίζει η πρώτη εναγόμενη – εκκαλούσα της υπό στοιχ. Α’ έφεσης, η οποία εσφαλμένως ελήφθη υπόψη ως τέταρτη κατά τη σειρά της επίκλησης της από την πρώτη εναγόμενη λόγω του αριθμητικού περιορισμού των ένορκων βεβαιώσεων, που προσκομίζει κάθε διάδικος σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, παραδεκτώς, όμως, λαμβάνεται υπόψη κατ’ άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ ως νέο αποδεικτικό μέσο, αφού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι αυτά, που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, ή αυτά, που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή το αντιπαρήλθε σιωπηρά, άρα και όσα απαραδέκτως προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία όμως παραδεκτώς επανυποβάλλονται ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 81/2020 ΤΝΠ Νόμος), των εγγράφων, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις τους (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005 ΤΝΠ Νόμος), για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς, όμως, να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006,173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980, ΜονΕφΑΘ 407/2018 ΤΝΠ Νόμος), τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ-ΑΠ 60/2008, ΑΠ 1201/2007 ΤΝΠ Νόμος), τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αριθ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), από όσα άμεσα ή έμμεσα συνομολογούν οι διάδικοι (άρθρα 261 εδαφ. β’ και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα οποία ειδικώς και περιοριστικώς αναφέρονται κατωτέρω σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 16-2-2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον ……, ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση εμπορίας ελαστικών και ζαντών οχημάτων στον …… Αττικής, προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του τεχνίτη τροχών. Στις 20-12-2012 ο αρχικός εργοδότης του ενάγοντος μεταβίβασε την ατομική του επιχείρηση ως ενιαία οικονομική μονάδα κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2002 στην θυγατέρα του …… – πρώτη εναγόμενη, η οποία συνέχισε την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα (εμπορία ελαστικών και ζαντών, συνεργείο – βουλκανιζατέρ μηχανοκίνητων οχημάτων), στο ίδιο κατάστημα (επί της οδού …… αρ. … στον …… Αττικής), υπό τον ίδιο διακριτικό τίτλο («……»), με χρήση του ιδίου επαγγελματικού εξοπλισμού και την εκμετάλλευση της ίδιας πελατείας. Μάλιστα δυνάμει του υπ’. αρ. ……/27-12-2012 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ………… – το οποίο μέχρι και τις 9-10-2020 ήταν σε ισχύ – η πρώτη εναγόμενη όρισε ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο τον πατέρα της ……, ο οποίος ακόμη και μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησής του στην πρώτη εναγόμενη εξακολούθησε να ασκεί ουσιαστικά τη διαχείρισή της ως εκπρόσωπος αυτής, όπως η ίδια ομολογεί στις κατατεθείσες ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, ένδειξη, που ενισχύει τον αγωγικό ισχυρισμό περί μεταβίβασης της επιχείρησης ως οικονομικής ενότητας κατά τις διατάξεις του π.δ. 178/2000. Επιπροσθέτως η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη, αλλά και η άσκηση της ίδιας επαγγελματικής δραστηριότητας με τον πατέρα της, ήτοι πρόσωπο με το οποίο συνδέεται με α’ βαθμού συγγένεια συνιστούν επιπλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης. Ο δε ενάγων μοναδικός μισθωτός της αρχικής επιχείρησης μετά την ως άνω μεταβίβαση συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγόμενη, η οποία λόγω της γενομένης μεταβίβασης υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στη θέση του αρχικού εργοδότη υπεισερχόμενη στις οποιοσδήποτε φύσης υποχρεώσεις της συναφθείσας με τον αρχικό εργοδότη σύμβασης εργασίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήταν κάτοχος πτυχίου του εσπερινού ΤΕΕ – ΕΠΑΛ …… ειδικότητας μηχανικού αυτοκινήτου από το έτος 1995, το οποίο είχε εγχειρίσει κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του με τον αρχικό εργοδότη του και επίσης είχε παρακολουθήσει πρόγραμμα επιμόρφωσης εργοδοτών διάρκειας 35 ωρών για θέματα άσκησης καθηκόντων τεχνικού ασφαλείας σύμφωνα με την από Σεπτέμβριο του 2014 βεβαίωση επιμόρφωσης του Κέντρου Επαγγελματικής κατάρτισης της ΓΣΕΒΕΕ. Επομένως, ο ενάγων από την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του είχε την απαραίτητη θεωρητική κατάρτιση για το αντικείμενο της εργασίας του, ενώ με την πάροδο των ετών και τουλάχιστον από τα τέλη του έτους 2012 και έκτοτε ενόψει της εμπειρίας, που είχε αποκτήσει από την απασχόληση του στην επιχείρηση του πατρός της πρώτης εναγόμενης – καθόσον δεν αποδείχθηκε προγενέστερη απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη – εκτός από την αφαίρεση, την επιδιόρθωση και την τοποθέτηση των τροχών των αυτοκινήτων και των μοτοσικλετών, προέβαινε και σε ρύθμιση των λειτουργικών παραμέτρων των τροχών σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή των εξαρτημάτων και του οχήματος (ζυγοστάθμιση) χρησιμοποιώντας τα ειδικά ηλεκτρονικά μηχανήματα, που διέθετε η επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης. Ακόμη ασχολούταν με την επισκευή όλων των υποσυστημάτων των τροχών, εφόσον αυτή ήταν τεχνικώς δυνατή ή την αντικατάστασή τους με άλλα κατάλληλα για κάθε όχημα σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή, αναπτύσσοντας πρωτοβουλία ως προς τη διάγνωση ή τον εντοπισμό των βλαβών των εισερχομένων στο συνεργείο της πρώτης εναγόμενης οχημάτων. Ο ενάγων ως μοναδικός μισθωτός στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης εργαζόταν αυτόνομα και αυτοδύναμα, αφού δεν αποδείχθηκε ότι στην ανωτέρω επιχείρηση πλην του πατρός της εναγομένης, που ασκούσε τη διαχείριση της επιχείρησης, υπήρχε αρχιτεχνίτης, ή κάποιο πρόσωπο το οποίο να τον ελέγχει και να του δίνει οδηγίες ως προς την εκτέλεση της εργασίας του. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης εργασίας, ο ενάγων παρείχε στην πρώτη εναγομένη – εργοδότριά του εργασία υπαλλήλου και όχι εργατοτεχνίτη, διότι η παροχή της εργασίας του γινόταν με χρησιμοποίηση ειδικών γνώσεων και εξειδικευμένη εμπειρία, με ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη προσωπικής και μόνο ευθύνης, χωρίς να είναι υπόλογος σε κάποιο προϊστάμενό του πρόσωπο, χωρίς να δέχεται εντολές και υποδείξεις από αυτό, με αποτέλεσμα να υπερτερεί κατά την εκτέλεση της εργασίας του στην εναγομένη το πνευματικό από το σωματικό στοιχείο. Άλλωστε για αυτόν ακριβώς το λόγο η πρώτη εναγόμενη τον εμπιστευόταν, όπως τούτο συνάγεται και από το γεγονός ότι ήταν ο μοναδικός μισθωτός στην ατομική επιχείρησή της από τη μεταβίβαση της ανωτέρω επιχείρησης τον Δεκέμβριο του 2012 έως την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του στις 5-10-2020 και ο μισθωτός, ο οποίος κατά τη διάρκεια απουσίας του πατρός της, χειριζόταν τον ηλεκτρονικό υπολογιστή στον οποίο ήταν εγκατεστημένο το μηχανογραφικό πρόγραμμα εμπορικής διαχείρισης Prisma, ενώ προέβαινε και σε παραγγελίες εμπορευμάτων και άλλων αναλώσιμων προϊόντων, ήταν υπεύθυνος αποθήκης αλλά και οδηγός του IX φορτηγού αυτοκινήτου της επιχείρησης. Τέλος, από την 1-10-2014 ασκούσε και καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας της επιχείρησης έχοντας ολοκληρώσει σχετικό πρόγραμμα επιμόρφωσης. Μάλιστα λόγω της ανάληψης διευρυμένων καθηκόντων ο μισθός του ενάγοντος από την 1-1-2015 ανήλθε στο ποσό των 1.037,50 ευρώ. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος στην εργασία του ενόψει των προπεριγραφέντων καθηκόντων του, (θεωρητική κατάρτιση, εξειδικευμένη εμπειρία, προσοχή και αυτοσυγκέντρωση, ανάπτυξη πρωτοβουλίας και υπευθυνότητας) υπερτερούσε το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού και επομένως αυτός είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και δικαιούταν την προβλεπόμενη για τους υπαλλήλους αποζημίωση απόλυσης (ΑΠ 76/1981 ΔΕΝ 37.882, ΕφΘεσσαλ. 502/2018 ΤΝΠ Νόμος). Συνακόλουθα η καταβληθείσα στον ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης ποσού 4.841,67 ευρώ δεν ήταν η προσήκουσα, αφού ο τελευταίος έφερε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη, με βάση την οποία αυτή υπολογίστηκε και επομένως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη (άρθρο 180 ΑΚ), αφού δεν του καταβλήθηκε ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης με αποτέλεσμα, κατ’ αρχήν, η πρώτη εναγόμενη μη αποδεχόμενη έκτοτε την εργασία του να καταστεί υπερήμερη και να του οφείλει μισθούς υπερημερίας. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως έστω και με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία, που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό στοιχ. Α’ έφεσης περί του αντιθέτου είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τους πίνακες προσωπικού της πρώτης εναγομένης των ετών 2015 – 2019 ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην ατομική επιχείρησή της υπό καθεστώς πενθήμερης πλήρους απασχόλησης από Δευτέρα έως Παρασκευή με ωράριο από ώρα 8.00 π.μ. έως ώρα 16.00 μ.μ. για δε την παρεχόμενη εργασία του έχουν καταβληθεί οι δεδουλευμένες αποδοχές του, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις αντίστοιχες τραπεζικές καταβολές, που αφορούν στο επίδικο χρονικό διάστημα. Ο ισχυρισμός του ότι εργαζόταν από τον Ιανουάριο του 2015 έως την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από Δευτέρα έως Παρασκευή τρεις ώρες επιπλέον σε καθημερινή βάση από ώρα 16.00 μ.μ. έως ώρα 19.00 μ.μ. καθώς και κάθε Σάββατο με ωράριο εργασίας από ώρα 8.00 π.μ. έως ώρα 14.30 μ.μ. χωρίς να λαμβάνει συμπληρωματική αμοιβή για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και υπερεργασία καθώς και για εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Το γεγονός ότι κάποιες ενδεικτικά ημέρες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα απασχόλησής του η επιχείρηση της εναγομένης λειτουργούσε δεν δύναται να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του περί πρόσθετης απασχόλησης καθ’ υπέρβαση του συμφωνηθέντος ωραρίου και τούτο, διότι ο πατέρας της πρώτης εναγόμενης ως γνώστης του αντικειμένου, όταν παρουσιαζόταν ανάγκη προέβαινε ο ίδιος καθ’ υπέρβαση του ωραρίου λειτουργίας της ανωτέρω επιχείρησης στην αντικατάσταση των ελαστικών των πελατών της, αφού η οικία του βρισκόταν πλησίον της επιχείρησης. Εξάλλου και η μάρτυρας ανταπόδειξης – λογίστρια της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, μετά λόγου γνώσεως καταθέτει ότι ο ενάγων δεν παρείχε πρόσθετη εργασία. Ακολούθως ο ενάγων, που κατά τους ισχυρισμούς του παρείχε πρόσθετη εργασία από το έτος 2015, ουδέποτε στο παρελθόν διαμαρτυρήθηκε στην εργοδότριά του ή άσκησε δικαίωμα επίσχεσης λόγω μη καταβολής αμοιβής για πρόσθετη απασχόληση, παρά μόνο μετά τη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, όταν προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Η δε κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης δεν άγει το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, καθόσον ο εν λόγω μάρτυρας λόγω της απασχόλησής του ως οδηγός τραμ με κυλιόμενο ωράριο δεν επισκεπτόταν την επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης συχνά, ώστε να έχει ιδίαν αντίληψη περί των συνθηκών εργασίας του ενάγοντος και ειδικότερα του ωραρίου του. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο ενάγων με τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχ. Γ’ έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα βιβλία αδειών της πρώτης εναγομένης των ετών 2015 έως 2019 με τα αντίστοιχα έντυπα γνωστοποίησης στοιχείων ετήσιας κανονικής άδειας (Ε11) των ανωτέρω ετών, που αφορούν στον ενάγοντα, ο ενάγων λάμβανε ετησίως κανονική άδεια τριάντα ημερών και του καταβαλλόταν πλήρως οι αποδοχές του, όπως τούτο προκύπτει από τις αντίστοιχες τραπεζικές καταβολές, από τον τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης στον με αρ. ΙΒΑΝ …… τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρεί ο ενάγων στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, οι οποίες αφορούν στο επίδικο χρονικό διάστημα. Το ανωτέρω γεγονός ενισχύεται και από την κατάθεση της μάρτυρος της πρώτης εναγόμενης, η οποία επιβεβαίωσε ότι ο ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε είτε προφορικώς είτε γραπτώς μέσω εξώδικης δήλωσης ή ενώπιον των αρμοδίων αρχών για τη μη χορήγηση της αδείας του. Άλλωστε ο μάρτυρας απόδειξης ουδέν κατέθεσε αναφορικώς με το γεγονός αυτό. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι κατά τα έτη 2015 έως και 2019 δεν χορηγήθηκε πλήρως η νόμιμη άδεια στον ενάγοντα υπολειπομένων 10 ημερών αδείας ετησίως και του επιδίκασε συνολικά ως αποδοχές αδείας των ανωτέρω ετών το συνολικό ποσό των 2.075 ευρώ έσφαλλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως οι αιτιάσεις της πρώτης εναγομένης εκκαλούσας της υπό στοιχ. Α’ έφεσης με τον πέμπτο λόγο αυτής πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσία βάσιμες, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης. Συνακόλουθα τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγων με τον τέταρτο λόγο της υπό στοιχ. Γ’ έφεσής του, ήτοι ότι εσφαλμένως με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε το κονδύλιο της, επί των αποδοχών αδείας των ετών 2015 -2019, προσαύξησης 100%, ως αστικής κύρωσης, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και σχετικός λόγος έφεσης, καθόσον, όπως προειπώθηκε, ο ενάγων έλαβε πλήρως την κανονική άδεια, που δικαιούταν ετησίως κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη έπαυσε την άσκηση της δραστηριότητάς της στο επί της οδού …… αρ. … στον …… Αττικής συνεργείο της – βουλκανιζατέρ, που είχε αποκτήσει φήμη και πελατεία, περί τον Οκτώβριο του 2020, όπως τούτο αποδεικνύεται από τη βεβαίωση του Τμήματος Διοικητικής και Μηχανογραφικής Υποστήριξης της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με ημερομηνία διακοπής των εργασιών την 1-10-2020. Η πρώτη εναγόμενη ενόψει της διακοπής άσκησης της ανωτέρω δραστηριότητας με την από 1-10-2020 έγγραφη καταγγελία, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 5-10-2020 προέβη στη λύση της σύμβασης εργασίας του. Ο ενάγων υπέγραψε το σχετικό έγγραφο καταγγελίας με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος του και την επόμενη ημέρα κατόπιν της από 6-10-2020 προσφυγής του σε βάρος της εργοδότριάς του – πρώτης εναγομένης προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας με περιεχόμενο την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, αφενός μεν λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και αφετέρου λόγω παράβασης του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 178/2002, τη διεκδίκηση της συμπληρωτικής αμοιβής του για την παροχή πρόσθετης εργασίας και την καταβολή αποζημίωσης λόγω μη χορηγηθείσας αδείας. Στην Επιθεώρηση Εργασίας, αφού προσήλθαν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης και ο προσφεύγων ανέπτυξαν συνοπτικά τους ισχυρισμούς τους. Μάλιστα ο προσφεύγων – ενάγων δήλωσε ότι επιθυμεί την επαναπρόσληψή του στη νέα επιχείρηση από τον νέο εργοδότη και διεκδικεί την ακυρότητα της απόλυσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης εναγομένης αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος εμμένοντας στις θέσεις της πρώτης εναγομένης, ήτοι ότι η ιδιότητα του ενάγοντος στη επιχείρησή της ήταν αυτή του εργατοτεχνίτη και όχι του υπαλλήλου, της πλήρους χορήγησης της ετήσιας άδειας, που δικαιούταν και της μη παροχής πρόσθετης εργασίας καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του. Σύμφωνα δε με το με αρ. …/6-10-2020 δελτίο εργατικής διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας συστήθηκε στα εμπλεκόμενα μέρη περαιτέρω διαβούλευση για την εξεύρεση εξώδικης επίλυσης της μεταξύ τους εργατικής διαφοράς, αφού ληφθούν υπόψιν τυχόν περαιτέρω εργασίες που προσέφερε ο προσφεύγων – ενάγων στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης ως τεχνικός ασφαλείας κ.λ.π. βάση μαρτυριών, οι οποίες δύνανται να δικαιολογήσουν την υπαλληλική ιδιότητα του προσφεύγοντος. Την επομένη ημέρα της κοινοποίησης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ήτοι στις 6-10-2020 η επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης συνέχισε τη λειτουργία της από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος, συνέχισε να ασκεί σ’ αυτή την ίδια δραστηριότητα, που ασκούσε εκείνη, προβαίνοντας στη χρήση του υλικοτεχνικού εξοπλισμού της, που βρισκόταν στο ως άνω κατάστημα, όπου στεγαζόταν μέχρι τότε η επιχείρηση της τελευταίας, κάνοντας χρήση των παγίων του χώρου και των μηχανημάτων της. Παράλληλα εκτός από τον χώρο, τον οποίο, ο δεύτερος εναγόμενος δεν παρέλαβε κενό αλλά εξοπλισμένο, απέκτησε το σύνολο σχεδόν των άυλων αγαθών της ανωτέρω επιχείρησης και ειδικότερα τη φήμη και την πελατεία της, καθόσον η εν λόγω επιχείρηση λειτουργούσε ανελλιπώς από το 1986 με σταθερή πελατεία εξαιτίας της φήμης της. Το γεγονός εξάλλου ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης βρισκόταν σε συνεχή και πλήρη λειτουργία την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και τέσσερις μόλις ημέρες μετά τη δήλωση διακοπής των εργασιών της πρώτης εναγομένης συνιστά σοβαρή ένδειξη ότι ο δεύτερος εναγόμενος υπεισήλθε στο σύνολο των υλικών και άυλων στοιχείων της ανωτέρω επιχείρησης, που συνδέονταν άρρηκτα μεταξύ τους σε μία ενιαία οργανωτική οικονομική μονάδα, που την είχε συνθέσει η εργοδότρια του ενάγοντος – πρώτη εναγόμενη. Έτσι ο δεύτερος εναγόμενος υπεισήλθε στην επιχείρηση ως ζώντα οργανισμό και αναλαμβάνοντας τα στοιχεία, που συνέθεταν την επιχείρηση, στις 6-10-2020 συνέχισε αμέσως τη λειτουργία της επιχείρησης, που ασκούσε η πρώτη εναγόμενη. Δηλαδή η επιχείρηση διατήρησε την ταυτότητά της και μετά τη μεταβίβαση στον δεύτερο εναγόμενο χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η μεταβίβαση του με αριθμ. κυκλ. …… IX φορτηγού αυτοκίνητου της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης μάρκας …… στον αδερφό της ……, καθόσον η κυριότητα του ανωτέρω αυτοκίνητου συνιστά επουσιώδες περιουσιακό στοιχείο και δεν επηρεάζει τη μεταβίβαση του μεγαλύτερου τμήματος των περιουσιακών στοιχείων αυτής (επιχείρησης) στον δεύτερο εναγόμενο. Από τα παραπάνω στοιχεία, εκτιμώμενα στο πλαίσιο μιας συνολικής αξιολόγησης, συνάγεται ότι επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης της εργοδότριας του ενάγοντος – πρώτης εναγομένης στον δεύτερο εναγόμενο, με την προεκτεθείσα στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ, 1, 4 παρ. 1 και 2 του π.δ. 178/2002, η οποία (επιχείρηση) διατήρησε την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της, δηλαδή το δεύτερο εναγόμενο. Οι ανωτέρω παραδοχές ως προς την ύπαρξη «μεταβίβασης επιχείρησης» υπό την έννοια του π.δ. 178/2002, δεν αναιρούνται εκ του γεγονότος ότι ο δεύτερος εναγόμενος διατηρούσε ήδη από το 1995 επιχείρηση χονδρικού εμπορίου μερών και εξαρτημάτων μηχανοκίνητων οχημάτων με έδρα στον …… επί της οδού …… αρ. …, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω εναγόμενος, ως νέος φορέας είχε τη βούληση να καταστεί διάδοχος της πρώτης εναγομένης, προς τούτο ανέλαβε την οργάνωση εργασίας, που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα και ήταν ικανά να πραγματοποιήσουν τον σκοπό αυτόν, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η ανωτέρω επιχείρηση λειτουργούσε πλέον με την άδεια ασκήσεως του ιδίου, αφού για τη λειτουργία της απαιτούνταν η έκδοση σχετικής άδειας. Ούτε ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ορισμένα στοιχεία δεν μεταβιβάστηκαν στην ανωτέρω επιχείρηση, όπως το ότι η εργασιακή σχέση του μοναδικού εργαζομένου της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης δεν μεταβιβάστηκε στον διάδοχο εργοδότη, ο οποίος προέβη σε μετακίνηση των υπαλλήλων του από την ατομική του επιχείρηση στο νέο υποκατάστημα ή ότι ο διακριτικός τίτλος «……» υπό τον οποίο λειτουργούσε η επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης αντικαταστάθηκε από τον διακριτικό τίτλο της επιχείρησης του δευτέρου εναγομένου «……», αφού τα στοιχεία της επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης, που μεταβιβάσθηκαν τελικώς στον δεύτερο εναγόμενο, συγκροτούν οργανική ενότητα, που προσδιορίζει την ταυτότητα και τη συνέχιση της επιχειρήσεώς της και υπό τον νέο φορέα της. Συνεπώς, λόγω της ως άνω μεταβίβασης, ο διάδοχος δεύτερος εναγόμενος υποκατέστησε αυτοδικαίως την αρχική εργοδότρια – πρώτη εναγόμενη, με συνέπεια ο ενάγων να συνδέεται με τον δεύτερο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την αρχική εργοδότρια του ήταν λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως, άκυρη (άρθρο 180 ΑΚ) και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι έλαβε χώρα λόγω της επικείμενης μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στον δεύτερο εναγόμενο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 του π.δ. 178/2002, προκειμένου η απόκτησή της ανωτέρω επιχείρησης να είναι ποιο συμφέρουσα για τον δεύτερο εναγόμενο. Το δικαστήριο καταλήγει στην ανωτέρω κρίση λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος η πρώτη εναγόμενη δεν τελούσε σε γνώση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος θεωρώντας εσφαλμένως ότι είχε την ιδιότητα του εργάτη, η δε μεταβίβαση της επιχείρησής της θα ήταν ποιο συμφέρουσα από οικονομική άποψη για τον δεύτερο εναγόμενο αν δεν μεταβιβαζόταν και η εργασιακή σχέση του ενάγοντος και απλώς μετακινούσε ο δεύτερος το προσωπικό, που ήδη διέθετε από το κύριο κατάστημά του στο νέο υποκατάστημα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως, έστω με συνοπτική αιτιολογία, που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και αξιολόγησε τις αποδείξεις και τα όσα υποστηρίζουν περί του αντιθέτου η εκκαλούσα της υπό στοιχ. Α’ έφεσης με τον τρίτο λόγο αυτής και ο εκκαλών της υπό στοιχ. Β’ έφεσης με τον δεύτερο λόγο αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και οι σχετικοί λόγοι έφεσης. Ακολούθως απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός τόσο της πρώτης εναγομένης όσο και του δευτέρου εναγομένου ότι προτάθηκε στον ενάγοντα να συνεχίσει την εργασιακή του σχέση υπό τους ίδιους όρους εργασίας με τον δεύτερο εναγόμενο την οποία δεν αποδέχθηκε ο ίδιος, καθόσον αναιρείται από τη στάση, που ο ίδιος (ενάγων) τήρησε μετά τη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, όταν προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας εμμένοντας στη θέση του να συνεχιστεί η εργασιακή σχέση του με το νέο φορέα της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης. Αντιθέτως οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης σχετικά με το γεγονός αυτό δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον αντίκεινται στους κανόνες της λογικής και στα διδάγματα της κοινής πείρας η απόρριψη εκ μέρους του ενάγοντος της πρότασης των εναγομένων να συνεχίσει την εργασία του υπό τους ίδιους όρους με τον νέο εργοδότη και η επιλογή της λύσης της σύμβασης εργασίας του ώστε με αβέβαιο το επαγγελματικό του μέλλον να βρεθεί στη δυσχερή θέση της αναζήτησης εργασίας. Επομένως το παράπονο του δευτέρου εναγομένου, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχ. Β’ έφεσής του επικουρικώς, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον ο ενάγων αντιτάχθηκε (δεν αποδέχθηκε) στη μεταβίβαση της εργασιακής του σχέσης στον δεύτερο εναγόμενο με αποτέλεσμα παρά τη μεταβίβαση της εν λόγω επιχείρησης κατά τις διατάξεις του π.δ. 178/2002 να μην έχει επέλθει διαδοχή ως προς το πρόσωπο του εργοδότη κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος η πρώτη εναγόμενη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του, η δε υπερημερία της άρχισε την προηγούμενη ημέρα της μεταβίβασης της επιχείρησής της στον δεύτερο εναγόμενο με αποτέλεσμα σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη να μην ενέχεται εις ολόκληρον με τον δεύτερο εναγόμενο για τα χρέη της επιχείρησής της – συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος – που προέκυψαν μετά τη μεταβίβαση και να μην νομιμοποιείται παθητικά για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας για το διάστημα μετά τη συντέλεση της μεταβίβασης της επιχείρησή της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση την υποχρέωσε να καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το μετά τη μεταβίβαση χρονικό διάστημα έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο προβληθείς τέταρτος λόγος της υπό στοιχ. Α’ έφεσής της πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Στο σημείο τούτο πρέπει να επισημανθεί ότι μετά την απόρριψη των κονδυλίων της πρόσθετης αμοιβής για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρία, εργασία κατά τα Σάββατα, αποζημίωσης λόγω μη ληφθείσας αδείας, προσαύξησης 100% επί των αποδοχών αδείας και αποδοχών υπερημερίας, παρέλκει η έρευνα της νομίμως προταθείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από την πρώτη εναγόμενη – εκκαλούσα της υπό στοιχ. Α’ έφεσης ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής την οποία επαναπροβάλει ως υπεράσπιση κατά της υπό στοιχ. Γ’ έφεσης του ενάγοντος – εκκαλούντος. Αντιθέτως, ο διάδοχος – δεύτερος εναγόμενος, που υποκατέστησε αυτοδίκαια την εργοδότρια – πρώτη εναγόμενη βαρύνεται με τις αξιώσεις του ενάγοντος, που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότριά του και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της αρχικής εργοδότριας συνεχίστηκε στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους του ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτόν (ΕφΑΘ 5789/2019, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, γ’ έκδ, 2014, σελ. 1293-4, Σ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 135). Έτσι περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος από το χρόνο της μεταβίβασης και υποχρεούται να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος και να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας. Ειδικότερα ως προς αίτημα της πραγματικής απασχόλησης του ενάγοντος λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 61 του Ν. 4139/2013 σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε κρατούντα, σε περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας υπό ορισμένη έννομη σχέση, όπως είναι η δικαστικώς αναγνωρισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του μισθωτού στη θέση αυτή, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω αιτήματος και ειδικότερα ν’ αξιώσει την προβολή πρόσθετων περιστατικών, τα οποία στη συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν την άρνηση του εργοδότη ν’ αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καταχρηστική ή προσβλητική της προσωπικότητας του μισθωτού (ΑΠ 271/2023, ΑΠ 1323/2017 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση διέταξε την πραγματική απασχόληση του ενάγοντος από τον δεύτερο εναγόμενο, εφόσον είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα, χωρίς να αξιώσει για τη θεμελίωσή του την προβολή πρόσθετων στοιχείων (όπως την καταχρηστική ή προσβλητική για την προσωπικότητα του μισθωτού άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του) ορθώς εφάρμοσε το νόμο και οι αιτιάσεις του δευτέρου εναγομένου με τον πέμπτο λόγο της υπό στοιχ. Β’ έφεσης περί του αντιθέτου κρίνονται απορριπτέες ως νομικά αβάσιμες, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης. Ακολούθως και το αίτημα της επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας πρέπει να γίνει δεκτό, αφού ο ενάγων δικαιούται αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τις 6-10-2020 έως και τις 31-12-2022 (όπως αιτείται με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής), ήτοι και για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα διότι, αφενός μεν δεν αποδείχθηκε ότι έχει αρθεί η υπερημερία του δευτέρου εναγομένου με κάποιο νόμιμο τρόπο, αφετέρου οι αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω άκυρη καταγγελία (ΑΠ 524/2018 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτό το ανωτέρω κονδύλιο για το χρονικό διάστημα από τις 6-10-2020 έως το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής, ήτοι τις 31-10-2022 απορρίπτοντάς τον σιωπηρώς για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (ήτοι των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2022) έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς ο τρίτος λόγος της υπό στοιχ. Γ’ έφεσης του ενάγοντος – εκκαλούντος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον δεν προέκυψε ότι η υπερημερία του δευτέρου εναγόμενου έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ο δεύτερος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τους μισθούς (αποδοχές) υπερημερίας των μηνών Οκτωβρίου 2020 έως και Δεκεμβρίου 2022 ποσού 1.037,50 ευρώ έκαστος, πλην της διαφοράς του μηνός Οκτωβρίου 2020 ποσού 954,50 ευρώ (23 ημερομίσθια X 41,50 ευρώ έκαστο), τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων 2021 και 2022, ποσού 1.080,72 ευρώ για έκαστο επίδομα Χριστουγέννων (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας), ποσού 540,36 ευρώ για έκαστο επίδομα Πάσχα (ήμισυ μηνιαίου μισθού προσαυξημένου κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας), την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2020 ποσού 395,98 ευρώ και το επίδομα αδείας των ετών 2021 και 2022 ποσού 518,75 ευρώ έκαστο (ήμισυ μηνιαίου μισθού) και συνολικά το ποσό των 32.605,14 ευρώ. Ο ενάγων καθ’ υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής αφαιρεί από τις ανωτέρω αξιώσεις του το ποσό των 4.841,67 ευρώ, που του καταβλήθηκε από την πρώτη εναγόμενη στις 5-10-2020 ως αποζημίωση απόλυσης και μετά τον καταλογισμό του ανωτέρω ποσού στα αρχαιότερα χρέη (άρθρο 422 ΑΚ) έχουν ήδη αποσβεσθεί λόγω καταβολής οι αποδοχές υπερημερίας των μηνών Οκτωβρίου (διαφοράς), Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2020, αναλογία επιδόματος δώρου Χριστουγέννων 2020, Ιανουαρίου 2021 και μέρος του Φεβρουάριο 2021 ποσού 378,69 με αποτέλεσμα να του οφείλεται συνολικά το ποσό των 27.763,47 ευρώ. Επιπροσθέτους ο ενάγων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του περιόρισε το αίτημα των μισθών (αποδοχών) υπερημερίας κατά το ποσό των 7.776,40 ευρώ, που αφορά στην ωφέλεια, που αποκόμισε από την εργασία του σε νέο εργοδότη στον οποίο απασχολήθηκε υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Ειδικότερα μετά την αφαίρεση του ανωτέρω ποσού απομένει υπόλοιπο 19.986,99 ευρώ, που επιμερίζεται στα ακόλουθα ποσά : 658,81 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2021, 1.037,50 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2021, 1.004,51 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2021 (1.037,50 – 32,99), 536,78 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2021 (540,36 – 3,58), 689,02 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2021 (1.037,50 – 348,48), 950,38 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2021 (1.037,50 – 87,12), 1.037,50 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2021,1.037,50 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2021, 1.037,50 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2021, 863,30 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2021 (1.037,50 – 174,20), 584,58 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2021 (1.037,50 – 452,92), 584,58 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2021 (1.037,50-452,92), 887,15 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2021 (1.080,72— 193,57), 397,04 ευρώ για επίδομα αδείας 2021 (518,75 – 87,12), 525,30 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2022 (1.037,50 – 512,20), 525,30 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2022 (1.037,50 – 512,20), 525,30 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2022 (1.037,50 – 512,20), 525,30 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2022 (1.037,50 – 512,20), 232,55 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2022 (540,36 – 307,81), 490,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2022 (1.037,50 – 546,52), 490,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2022 (1.037,50 – 546,52), 490,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2022 (1.037,50 – 546,52), 490,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2022 (1.037,50 – 546,52), 490,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2022 (1.037,50 – 546,52), 490,98 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2022 (1.037,50 – 546,52), 1.037,50 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2022, 1.037,50 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μήνα Δεκεμβρίου 2022, 1.080,72 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2022 και 245,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2022 (518,75-273,26). Επομένως ο δεύτερος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας το συνολικό ποσό των 19.986,99 ευρώ. Ο δεύτερος εναγόμενος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αναλύθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρόβαλε την ένσταση έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων την οποία επαναφέρει και με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό στοιχ. Β’ έφεσής του ισχυριζόμενος ότι από το αιτηθέν με την ένδικη αγωγή ποσό των αποδοχών υπερημερίας πρέπει να εκπέσει καθετί, που ο ενάγων ωφελήθηκε από την παροχή της εργασίας του αλλού και εν προκειμένω από την απασχόλησή του κατά το χρονικό διάστημα από τις 20-10-2021 έως και τη συζήτηση της αγωγής στην ατομική επιχείρηση του ……, στην οποία απασχολήθηκε ως εργάτης με την ειδικότητα του μηχανικού και εφαρμοστή Αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης με μικτό ωρομίσθιο 5,26 ευρώ και μικτό μηναίο μισθό 546,62 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε σιωπηρώς την προταθείσα νομίμως κατ’ άρθρο 656 ΑΚ ένσταση ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, διότι ο ενάγων, με τον εν μέρει περιορισμό του αιτήματος της ένδικης αγωγής έχει ήδη αφαιρέσει την ωφέλεια, που αποκόμισε από την παροχή της εργασίας του στον νέο εργοδότη του και επομένως η ανωτέρω ένσταση αλυσιτελώς προβάλλεται. Επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως ο δεύτερος εναγόμενος με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό στοιχ. Β’ έφεσης προσάπτει στην εκκαλούμενη απόφαση την πλημμέλεια της σιωπηρής απόρριψης του αιτήματος επίδειξης των ακόλουθων εγγράφων: α) αναλυτικού λογαριασμού ενσήμων του ΕΦΚΑ από τις 5-10-2020 και έκτοτε, β) βεβαίωσης του ΟΑΕΔ και γ) φορολογικών δηλώσεων και εκκαθαριστικών σημειωμάτων των ετών 2020, 2021 και 2022. Το αίτημα του δευτέρου εναγομένου – εκκαλούντος της υπό στοιχ. Β’ έφεσης περί επίδειξης από τον ενάγοντα των φορολογικών δηλώσεων για τα οικονομικά έτη 2020, 2021 και 2022 προκειμένου να αποδειχθεί ότι μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την πρώτη εναγόμενη έως τις 19-10-2021 απασχολούταν και σε άλλον εργοδότη, αλυσιτελώς προβάλλεται, λόγω του προαναφερόμενου περιορισμού του αγωγικού αιτήματος. Πέραν τούτου, το αίτημα επίδειξης των φορολογικών δηλώσεων και του αναλυτικού λογαριασμού του ΙΚΑ (ήδη ΕΦΚΑ) είναι μη νόμιμο, διότι το φορολογικό απόρρητο και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αν δεν συντρέχει προβλεπόμενος στο νόμο λόγος, υπέρβασής τους, συνιστούν νόμιμο λόγο άρνησης επίδειξής τους και κάμπτει το έννομο συμφέρον για την επίδειξή τους (Μον ΕφΑιγ 25/2020, ΕφΛαμ 8/2013 ΤΝΠ Νόμος) και ως εκ τούτου δεν μπορεί να διαταχθεί η επίδειξή τους, ακόμη και αν ο ως άνω διάδικος είχε έννομο συμφέρον για την επίδειξη αυτή. Ακολούθως απορριπτέο ως μη νόμιμο είναι και το αίτημα προσκόμισης βεβαίωσης του ΟΑΕΔ, για τυχόν ληφθέν από τον ενάγοντα κατά το επίδικο διάστημα επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, διότι το επίδομα ανεργίας δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του εργοδότη και δεν αφαιρείται ως ωφέλεια, ώστε να γίνει δεκτή επί υπερημερίας του εργοδότη κατ’ άρθρο 656 εδαφ. β’ ΑΚ η ένσταση έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων (ΕφΑθ 2007/2021 ΤΝΠ Νόμος, Εφ.Θεσ. 42/2009, Τρ. Νομ. Πλ. ΔΣΑ, ΕφΙωαν. 450/2005). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε σιωπηρώς το σχετικό αίτημα δεν έσφαλε κατά αποτέλεσμα ως προς την εφαρμογή του νόμου και αφού συμπληρωθεί η ελλιπής αιτιολογία από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο δεύτερος εναγόμενος με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της υπό στοιχ. Β’ έφεσης πρόβαλε παραδεκτώς κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ το πρώτον ένταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για λήψη αποδοχών υπερημερίας, επικαλούμενος ότι ο ενάγων κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, παρέμεινε θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014). Ειδικότερα απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ένστασης του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών, που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας, που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε τον χρόνο, που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 223/2014), στοιχεία τα οποία δεν εκθέτει ο εναγόμενος με αποτέλεσμα η προταθείσα ένσταση να είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη και ο σχετικός λόγος έφεσης απορριπτέος ως αβάσιμος. Επιπροσθέτως ο εναγόμενος με το δεύτερο σκέλος της τέταρτου λόγου της υπό στοιχ. Β’ έφεσης επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για μισθούς υπερημερίας ισχυριζόμενος ότι η εργασιακή σχέση του ενάγοντος με τη πρώτη εναγόμενη έχει λυθεί νόμιμα πριν τη μεταβίβαση της επιχείρησής της σε αυτόν με αποτέλεσμα η αξίωση του ενάγοντος σε βάρος του για την καταβολή μισθών υπερημερίας να καθίσταται καταχρηστική. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, συνιστά άρνηση της εναντίον του αγωγής, εφόσον με αυτόν βάλλει ουσιαστικά κατά των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν κατά νόμο την ιστορική της βάση αρνούμενος την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος την οποία θεωρεί έγκυρη και τη μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντος. Τα ανωτέρω περιστατικά ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι αληθή, εμποδίζουν τη γέννηση της σχετικής αξίωσης και συνεπώς δεν αποτελεί ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση τον απέρριψε σιωπηρώς δεν έσφαλλε κατ’ αποτέλεσμα και αφού συμπληρωθεί η ελλιπής αιτιολογία από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) ο σχετικός λόγος έφεσης ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009 ΤΝΠ Νόμος). Τέλος, ο ενάγων – εκκαλών της υπό στοιχ. Γ’ έφεσης βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του, διότι, παρότι υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, απήγγειλε σε βάρος του χρηματική ποινή ύψους 100 ευρώ και προσωπική κράτηση 10 ημερών για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του με την ανωτέρω διάταξη εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ αντί της διάταξης του άρθρου 946 ΚΠολΔ, που αιτούταν με την ένδικη αγωγή. Ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, διότι για την εκτέλεση απόφασης, που υποχρεώνει τον εργοδότη να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο, όταν η απόλυση του τελευταίου είναι άκυρη δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει υποχρέωση παράλειψης ή ανοχής πράξης εκ μέρους του οφειλέτη, όπως, εσφαλμένως έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση, αλλά το άρθρο 946 ΚΠολΔ, το οποίο, όμως, προβλέπει καταδίκη του εργοδότη – εναγομένου για την περίπτωση άρνησης να απασχολήσει τον εργαζόμενο σε εφάπαξ χρηματική ποινή έως 50.000 ευρώ υπέρ του τελευταίου και όχι σε χρηματική ποινή για κάθε ημέρα άρνησης, όπως, αντίθετα, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 946 ΚΠολΔ η χρηματική ποινή απαγγέλλεται και δεν απειλείται, όπως προβλέπει, αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ, οπότε απαιτείται δεύτερη απόφαση περί βεβαίωσης της παράβασης και καταδίκης του εναγομένου σε καταβολή της χρηματικής ποινής (ΑΠ 1167/1999, ΕφΑΘ 315/2019 ΤΝΠ Νόμος). Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτές κατ’ ουσίαν οι υπό στοιχ. Α’ και Γ’ εφέσεις κατά παραδοχή των τετάρτου και πέμπτου λόγων της υπό στοιχ. Α’ έφεσης και τρίτου και πέμπτου λόγων της υπό στοιχ. Γ’ έφεσης να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, στο σύνολό της, κατ’ άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις της, που δεν ανατρέπονται με την παρούσα, χάριν της ενότητας της εκτέλεσης (ΕφΠειρ 711/2015, ΕφΑνατΚρ 79/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1404/2014 Αρμ 2015.288), η οποία θα επιτευχθεί μόνο με την εκτέλεση της παρούσας αποφάσεως (ΕφΑνΚρ 79/2014, ό.π, ΕφΠειρ (Μον) (Ναυτ) 619/2014 ΤΝΠ Νόμος), αναγκαίως δε και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της, που θα καθορισθεί από την αρχή (ΕφΑνΚρ 79/2014, ΕφΑΘ 1404/2014, ό.π). Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η ένδικη αγωγή (άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η από 5-10-2020 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, ότι την 6η Οκτωβρίου 2020 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την αρχική εργοδότρια – πρώτη εναγόμενη στον δεύτερο εναγόμενο και, συνακόλουθα, ότι ο ενάγων συνδέεται με τον δεύτερο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να αποδέχεται την συμφωνηθείσα εργασία του ενάγοντος, κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, να καταδικαστεί ο ανωτέρω εναγόμενος σε χρηματική ποινή 2.000 ευρώ (εφάπαξ) σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με την ανωτέρω διάταξη, να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (19.986,99 ευρώ), που αφορά στους μισθούς υπερημερίας της ένδικης περιόδου, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2021-2022, με τον νόμιμο τόκο κάθε μερικότερου κονδυλίου, σύμφωνα με το αιτητικό της αγωγής. Ειδικότερα οι μισθοί (υπερημερίας), που επιδικάζονται τοκοφορούν από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον, που αφορούν (άρθρο 655 του ΑΚ, ΑΠ 1244/2001 ΕλλΔ/νη 2002. 167, ΑΠ 1682/2000 ΕΕργΔ 2001. 456, ΔΕΝ 2001. 1361, ΕλλΔ/νη 2001.1308). Τα επιδόματα αδείας από την 31η Δεκεμβρίου του έτους, που το καθένα από αυτά όφειλε να καταβληθεί (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕΕργΔ 2002.1482 και 1478, αντίστοιχα). Το επίδομα του δώρου εορτών Πάσχα οφείλεται από την πρώτη του μηνός Μαΐου του έτους, που αφορά και το επίδομα του δώρου εορτών Χριστουγέννων από την πρώτη Ιανουάριου του επόμενου έτους (ΟλΑΠ 39-40/2002, ΑΠ 945/2001, ΕΕργΔ 2002.168, ΑΠ 1682/2000, ΕΕργΔ 2001.456, ΔΕΝ 2001.1361, ΕλλΔ/νη 2001.1308). Περαιτέρω θα πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η υπό στοιχ. Β’ έφεση, αφού οι λόγοι της κρίθηκαν κατά τα ανωτέρω ως αβάσιμοι. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 176 ,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 10-3-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Α’ έφεση, β) την από 2-3-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Β’ έφεση και γ) την από 8-2-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Γ’ έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 2-3-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Β’ έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 10-3-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Α’ έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 8-2-2023 (αρ. κατ. ……/……/2023) υπό στοιχ. Γ’ έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ τη με αριθμό 5/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 21-12-2020 (αρ. κατ. ……/……/2020) αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 5-1-2020 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο ενάγων συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τον δεύτερο εναγόμενο λόγω της από 6-10-2020 μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στον δεύτερο εναγόμενο.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον δεύτερο εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας του.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον δεύτερο εναγόμενο σε χρηματική ποινή ποσού δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την ανωτέρω διάταξη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (19.986,99 ευρώ), που αφορά στους μισθούς υπερημερίας της ένδικης περιόδου, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2021-2022, με τον νόμιμο τόκο κάθε μερικότερου κονδυλίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20-12-2023 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
