Τελευταία ενημέρωση: 13 Οκτωβρίου 2024
Περίληψη: Άρση αυτοτέλειας νομικού προσώπου. Διαχωρισμός εταιρικής περιουσίας από την περιουσία των μελών του νομικού προσώπου. Ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου. Τυχόν χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Περιπτώσεις που δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά. Κρίση ότι η επίκληση εκ μέρους της εναγομένης της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας της οποίας είναι μοναδική μέτοχος, συνιστά προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και είναι, συνεπώς, καταχρηστική, ενόψει της επιδειχθείσας δόλιας συμπεριφοράς της, που είχε ως σκοπό να καταστήσει την εταιρία πρόσωπο αφερέγγυο και εντεύθεν αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησης των εναγόντων κατά της εταιρίας αυτής, προκαλώντας σε αυτούς ισόποση ζημία. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της αδικοπραξίας. Καταφάσκεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η άρση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 50.918,53 Ευρώ και απαγγέλλει προσωπική κράτηση έως δύο μήνες σε βάρος της εναγόμενης.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 53/2024
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ουρανία Ζυγογιάννη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αργυρώ Πάνου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2023, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εναγόντων: 1) ……… του ………, με Α.Φ.Μ. ………, κατοίκου ……… Αττικής (οδός ……… αρ. …) και 2) ……… του ………, με Α.Φ.Μ. ………, κατοίκου ……… (οδός ……… αρ. …), οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου του Γεωργίου-Μιχαήλ (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 29922), κατοίκου Αθηνών (οδός 28ης Οκτωβρίου αρ. 95).
Της εναγόμενης: ……… του ………, με Α.Φ.Μ. ………, κατοίκου ……… Αττικής (οδός ……… αρ. …), η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ευτυχίας Γεωργακοπούλου του (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 43063), κατοίκου Γλυφάδας Αττικής (οδός Γ. Γεννηματά αρ. 37).
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 24-4-2023 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ………/2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ………/2023 και προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 18-9-2023 και μετ’ αναβολή κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της παραπάνω υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του σχετικού θεσμού. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δε ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε.), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν οι περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρία. Συνεπώς, δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρίας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Επιπλέον, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ’ αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα, πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 406/2021, ΑΠ 1031/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κάμψη της νομικής προσωπικότητας μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως το έσχατο μέσο, αξιολογώντας τα ανωτέρω κριτήρια και ιδίως την υποκεφαλαιοδότηση της εταιρείας, τη σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας και τη χρησιμοποίηση του νομικού προσώπου της εταιρείας για αποφυγή εκπλήρωσης αναληφθεισών υποχρεώσεων και πρόκληση ζημίας σε τρίτο (ΑΠ 1090/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (ΑΠ 2/2013, ΑΠ 406/2021, ΑΠ 1031/2018 ό.π.).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι, δυνάμει συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκαν από την εταιρεία «……… Α.Β.Ε.Ε.», με τις ειδικότητες και κατά τα χρονικά διαστήματα που έκαστος αναφέρει. Ότι, ενόσω οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν εν ισχύ, η εργοδότριά τους μεταβίβασε τη επιχείρησή της ως σύνολο στην εταιρεία «……… Α.Ε.», η οποία έτσι κατέστη διάδοχος εργοδότριά. Ότι αμφότερες οι ανωτέρω εταιρείες έχουν υποχρεωθεί, με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα για έκαστο των εναγόντων ποσά, που αφορούν ανεξόφλητες δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, πλην όμως ουδέν έως τώρα ποσό τους έχει καταβληθεί. Ότι, περαιτέρω, η εναγομένη, ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της πρώτης εταιρείας, ασκούσε εν τοις πράγμασι από το έτος 2013 και εφεξής τη διοίκηση αυτής, από κοινού δε με τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, πατέρα της, αφαίρεσε από τα ταμεία της εταιρείας μεγάλα χρηματικά ποσά, καθιστώντας την αναξιόχρεη και ματαιώνοντας δολίως την ικανοποίηση των δανειστών της. Ότι, ακολούθως, ίδρυσε τη δεύτερη εταιρεία «……….Α.Ε.», την οποία χρησιμοποίησε ως προκάλυμμα προκειμένου να ασκήσει εν τοις πράγμασι ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, καθ’ όσον αφ’ ενός μεν έχει στα χέρια της αποκλειστικά τη διοίκηση της εταιρείας, χωρίς καμία συμμετοχή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ο ρόλος των οποίων είναι απλώς τυπικός, αφ’ ετέρου δε ενεργεί συγχέοντας την εταιρική με την ατομική της περιουσία, αποσπώντας τα εταιρικά έσοδα για να τα χρησιμοποιήσει σε ατομικούς σκοπούς, και, αντιστρόφως, προβαίνοντας στην κάλυψη εταιρικών υποχρεώσεων με καταβολή ποσών από την ατομική της περιουσία. Ότι, επιπλέον, ως μοναδική μέτοχος, σκοπίμως υποχρηματοδότησε την ανωτέρω εταιρεία, εξαντλώντας τα ταμειακά της διαθέσιμα και μεθοδεύοντας σε βάρος της εικονικές κατασχέσεις, ώστε να αποτρέψει την ικανοποίηση των εναντίον της απαιτήσεων, προς βλάβη των εναγόντων εταιρικών δανειστών. Ότι, εν όψει όλων των παραπάνω, η εναγόμενη χρησιμοποίησε τις εταιρείες που διοικούσε κατά κατάχρηση του θεσμού της ανώνυμης εταιρείας, με αποτέλεσμα να ευθύνεται για την καταβολή των οφειλομένων στους ενάγοντες ποσών, εις ολόκληρον με αυτές, αλλά και για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της. Με βάση αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες ζητούν: 1) να αρθεί η αυτοτέλεια των νομικών προσώπων τόσο της «……… Α.Β.Ε.Ε.», όσο και της «……… Α.Ε.», ώστε να θεμελιωθεί εις ολόκληρον ευθύνη της εναγομένης για τις οφειλές τους προς τους ενάγοντες, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας στον πρώτο το ποσό των 15.030,01 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 30.888,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους κονδύλιο από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση των προηγούμενων αγωγών τους με την ίδια ιστορική και νομική βάση και τα ίδια αιτήματα, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ σε έκαστο ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση των προηγούμενων αγωγών τους με την ίδια ιστορική και νομική βάση και τα ίδια αιτήματα, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, 4) να επιβληθεί στην εναγομένη, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, προσωπική κράτηση διάρκειας έως 1 έτους, 5) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και 6) να καταδικασθεί η εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων. Με τα παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019 περί δυνατότητας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς με προσφυγή στη διαμεσολάβηση (βλ. τις από 2-4-2023 σχετικές έγγραφες ενημερώσεις για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση που υπογράφονται από τους ενάγοντες και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους), αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 16 αρ. 2, 22 ΚΠολΔ) κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο Ν. 4335/2015). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να προβεί στην εξέτασή της από το δεδικασμένο της τελεσίδικης υπ’ αριθμ. 5354/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως αόριστη (δηλαδή για μη ουσιαστικό λόγο) την από 27-12-2017 με αρ. κατ. ……/……/2017 αγωγή του δεύτερου ενάγοντος κατά της εναγομένης, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της τελευταίας. Συγκεκριμένα, ως προς τον πιο πάνω ενάγοντα, η νέα υπό κρίση αγωγή περιέχει διάφορη ιστορική βάση, που την καθιστά ορισμένη και θεραπεύει το απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής του, όπως ειδικότερα θα αναφερθεί κατωτέρω, ενώ ως προς τον πρώτο, αυτός ουδόλως δεσμεύεται από το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης, καθώς εκδόθηκε επί αγωγής άλλου προσώπου και άρα δεν συντρέχει το απαιτούμενο στοιχείο της ταυτότητας των διαδίκων. Είναι δε η αγωγή επαρκώς ορισμένη, αφού διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική της θεμελίωση και τη δικαστική της εκτίμηση και, συγκεκριμένα, για τη θεμελίωση του αιτήματος της άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της «……… Α.Β.Ε.Ε.» αναφέρει τα γεγονότα της εν τοις πράγμασι διοίκησης της εταιρείας από την εναγομένη, σε συνδυασμό με την υπαίτια, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αφαίρεση χρημάτων από τα ταμεία της, ώστε να καταστεί αφερέγγυα, ενώ όσον αφορά την «……… Α.Ε.», η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία της εναγομένης, η χρήση από την τελευταία της εταιρικής περιουσίας για ατομικούς σκοπούς, η υποκεφαλαιοδότηση της εταιρείας και η καταχρηστική περιέλευση αυτής σε οικονομική αδυναμία εκτίθενται με την επίκληση συγκεκριμένων γεγονότων, όπως ενδεικτικά την λήψη από την εναγομένη του τιμήματος της σύμβασης έργου που είχε συνάψει η εταιρεία με το «………» και αντίστροφα την καταβολή της μισθοδοσίας του προσωπικού της εταιρείας με δικά της χρήματα, τη μεθόδευση εικονικών κατασχέσεων σε βάρος της «……… Α.Ε.» από εταιρείες που εκπροσωπεί πρόσωπο του στενού της περιβάλλοντος και τη μεταφορά εν τέλει της δραστηριότητας της «……… Α.Ε.» σε τρίτη εταιρεία συμφερόντων της. Επίσης, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 288, 297, 298, 330, 340, 341, 345, 346, 481, 648, 653, 655, 914, 926, 932 ΑΚ, 70, 907, 908 παρ. 1, 1047 παρ. 1, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις διευκρινήσεις ότι το παρεπόμενο αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης είναι νόμιμο μόνον όσον αφορά τον δεύτερο ενάγοντα, αφού δεν επιτρέπεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη από 30.000 ευρώ, ενώ το αίτημα καταβολής τόκων είναι νόμιμο μόνο για τον χρόνο μετά την επίδοση προηγούμενων αγωγών των εναγόντων, από την πρώτη των οποίων χώρησε παραίτηση και η δεύτερη απορρίφθηκε για λόγο μη ουσιαστικό και επανεγέρθηκαν εντός εξαμήνου (άρθρο 263 ΑΚ), δεδομένου ότι η νομική βάση επί της οποίας θεμελιώνονται όλες οι αγωγικές αξιώσεις έναντι της εναγομένης είναι αυτή της αδικοπραξίας. Επομένως, πρέπει η αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, αφού για τα καταψηφιστικά αιτήματά της έχει καταβληθεί από έκαστο των εναγόντων το αναλογούν παράβολο δικαστικού ενσήμου (βλ. τα ηλεκτρονικά παράβολα με κωδικούς ……… και ……… και τις συνημμένες σε αυτά αποδείξεις πληρωμής).
Από τις υπ’ αριθμ. ……… και ………/26-1-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ……… και ………, αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, με πρωτοβουλία των οποίων ελήφθησαν, μετά από νόμιμη πριν από 2 εργάσιμες ημέρες κλήτευση της αντιδίκου τους κατ’ άρθρο 422 ΚΠολΔ (βλ. τις υπ’ αριθμ. ……… και ……… /28-12-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες, οι οποίοι απασχολήθηκαν στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……… ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ………» και το διακριτικό τίτλο «……… Α.Β.Ε.Ε.» ο μεν πρώτος ως βοηθός ηλεκτροτεχνίτη από τις 6-6-2011 έως τις 29-3-2013, ο δε δεύτερος ως ηλεκτρολόγος από τις 15-4-1999 έως τις 11-7-2013, διατηρούν τόσο κατά της ως άνω εργοδότριάς τους, όσο και κατά της διαδόχου της, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «……… Α.Ε.», αξιώσεις για δεδουλευμένες αποδοχές και για αποδοχές υπερημερίας λόγω άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης και λόγω άκυρης απόλυσης. Οι εν λόγω αξιώσεις τους τους έχουν επιδικασθεί τελεσίδικα με τις υπ’ αριθμ. 219/2022 και 551/2017 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες δέχθηκαν ότι η καταγγελία των συμβάσεων των εναγόντων ήταν καταχρηστική και συνεπώς άκυρη και ότι η δεύτερη εταιρεία («……… Α.Ε.») κατέστη διάδοχος εργοδότρια λόγω μεταβίβασης σε αυτήν του συνόλου της επιχείρησης της πρώτης («……… Α.Β.Ε.Ε.»), ενώ υποχρέωσαν την «……… Α.Ε.», να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα για δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας έως το Δεκέμβριο του 2015 το ποσό των 15.030,01 ευρώ, καθώς και το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εις ολόκληρον με την «……… Α.Β.Ε.Ε.» και στον δεύτερο ενάγοντα για δεδουλευμένους μισθούς, μισθούς υπερημερίας έως τον Απρίλιο του 2015 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 47.888,52 ευρώ, μέρος δε αυτού, ποσού 19.348,12 ευρώ, εις ολόκληρον με την «……… Α.Β.Ε.Ε.». Σημειωτέον ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ’ αριθμ. 5400/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ότι δεν έχει λάβει χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης της «……… Α.Β.Ε.Ε.» προς την «……… Α.Ε.» δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η εναγομένη, αφού παρήχθη από δίκη μεταξύ της τελευταίας ως άνω εταιρείας και άλλου εργαζομένου της και δεν καλύπτει κατά τα υποκειμενικά του όρια τους εδώ ενάγοντες. Τα ως άνω επιδικασθέντα ποσά, ωστόσο, παραμένουν μέχρι και σήμερα ανεξόφλητα (πλην του ποσού των 15.000 ευρώ που εισέπραξε ο δεύτερος ενάγων με κατάσχεση εις χείρας τρίτων εναντίον της «……… Μ.Α.Ε.»), καθώς η αναγκαστική εκτέλεση που επιχείρησαν οι ενάγοντες σε βάρος των δύο εταιρειών δεν έχει ευδοκιμήσει, ελλείψει περιουσιακών στοιχείων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η «……… Α.Β.Ε.Ε.», έχοντας ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, προμηθευτές και εργαζομένους, υπέβαλε αίτηση πτώχευσης, πλην όμως αυτή απορρίφθηκε, διότι κρίθηκε ότι η περιέλευση της εταιρείας σε κατάσταση παύσης πληρωμών οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στις απολήψεις ποσού 2.610.850,10 ευρώ, στις οποίες προέβησαν το 2011 τα μέλη της διοίκησής της, αλλά και στη μεθόδευση ίδρυσης το 2013 νέας εταιρείας με όμοιο αντικείμενο, της «……… Α.Ε.», η οποία ανέλαβε τα έργα και την εν γένει επιχειρηματική δραστηριότητά της (βλ. το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 49/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Ήδη με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη, που υπήρξε μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της «……… Α.Β.Ε.Ε.» έως τις 12-11-2013, ασκούσε αποκλειστικά τη διοίκησή της και εισέπραξε τουλάχιστον μέρος των χρημάτων που, κατά τα προαναφερόμενα, λήφθηκαν από τα εταιρικά ταμεία. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη, η οποία με βάση τα προσκομισθέντα δημοσιευμένα καταστατικά της «……… Α.Β.Ε.Ε.» δεν είχε καμία διαχειριστική ή εκπροσωπευτική εξουσία, διοικούσε, και μάλιστα αποκλειστικά, την ανωτέρω εταιρεία, ασκώντας εν τοις πράγμασι ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο πατέρας της ………, ιδρυτής και βασικός της μέτοχος, ο οποίος, μέχρι την απόσυρσή του για λόγους υγείας το 2013, ασκούσε όλες τις πράξεις διοίκησής της. Προσέτι, όσον αφορά την επικαλούμενη απόληψη του ποσού 2.610.850,10 ευρώ, ουδόλως αποδείχθηκε ότι έστω μέρος των χρημάτων αυτών ενσωμάτωσε στην ατομική της περιουσία η ίδια η εναγομένη, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι χρησιμοποίησε την εταιρική περιουσία για ατομικούς σκοπούς, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, ………, που είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και μηχανικός Η/Υ, κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού τίτλου, σύστησε το 2013, μετά την κατάρρευση της εταιρείας του πατέρα της, μια μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία, την «……… Α.Ε.», της οποίας είναι μοναδική μέτοχος και η οποία, έχοντας το ίδιο αντικείμενο με την «……… Α.Β.Ε.Ε.», ήτοι ιδίως την ανάπτυξη, μελέτη, κατασκευή, επεξεργασία κλπ. κάθε είδους ηλεκτρολογικού, ηλεκτροβιομηχανικού, ηλεκτρονικού και επικοινωνιακού υλικού και εξοπλισμού, την ανάληψη και εκτέλεση έργων από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς στα ανωτέρω αντικείμενα και τη διενέργεια διανομών, εισαγωγών και εξαγωγών των ανωτέρω ειδών, συνέχισε επί της ουσίας τη δραστηριότητά της, με το ίδιο πελατολόγιο και προσωπικό και κάνοντας χρήση του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεών της. Στη νέα αυτή εταιρεία, η εναγομένη, μεταφέροντας την τεχνογνωσία που είχε αποκτήσει από την απασχόλησή της στην «……… Α.Β.Ε.Ε.», ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη διοίκηση και το βάρος λήψης των επιχειρηματικών αποφάσεων, καθώς και την εκπροσώπηση ενώπιον τρίτων, κατέχοντας από τη σύσταση της εταιρείας έως τις 25-5-2016 τη θέση της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου, αλλά και μετά το χρόνο αυτό, όταν η εκπροσώπηση της εταιρείας ανατέθηκε στη θεία της, ………, ηλικίας τότε περίπου 71 ετών. Περαιτέρω, όπως έχει συνομολογήσει σε δικόγραφά της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, χρηματοδοτούσε την εταιρεία και με προσωπικά της χρήματα, εξοφλώντας απ’ ευθείας εταιρικές υποχρεώσεις (βλ. και τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες αποδεικτικά καταθέσεων ποσών έναντι μισθοδοσίας προς τον εργαζόμενο της «……… Α.Ε.» ……… από τον ατομικό της λογαριασμό στην τράπεζα «………»). Αποδείχθηκε, επιπλέον, ότι η νέα εταιρεία, αμέσως μετά την ίδρυσή της, υπεισήλθε στη θέση της προκατόχου της «……… Α.Β.Ε.Ε.» σε δημόσια έργα και σύντομα ανέλαβε και πλήθος άλλων έργων με φορείς του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, όπως ενδεικτικά το έργο αντικατάστασης του πεδίου μεταγωγής και χειριστηρίων γεννητριών του «………», δαπάνης 21.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., το έργο προμήθειας και εγκατάστασης ηλεκτροπαραγωγικού ζεύγους στο ……… κτίριο της Πανεπιστημιακής Μονάδας ……… του Πανεπιστημίου ………, δαπάνης 16.181 ευρώ, το έργο της τοποθέτησης τοπικού συστήματος αδιαλλείπτου λειτουργίας (UPS) για την ομαλή λειτουργία του αξονικού τομογράφου του ………, δαπάνης 22.755 ευρώ, το έργο της προμήθειας και εγκατάστασης νέου Η/Ζ για τις ανάγκες του Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Υδροβιολογίας του ……… Πανεπιστημίου ………, δαπάνης 23.886,60 ευρώ, το έργο της αναβάθμισης της υποδομής ισχύος το Data Center του ………, δαπάνης 23.088,33 ευρώ κ.ά.. Ωστόσο, παρά το μεγάλο κύκλο εργασιών της, που έφτανε το ένα εκατομμύριο ευρώ το 18μηνο, όπως έχει δηλώσει η ίδια η εναγόμενη, καταθέτοντας ανωμοτί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (βλ. τα υπ’ αριθμ. …/2016 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης), η «……… Α.Ε.» δεν έχει κανένα εμφανές περιουσιακό στοιχείο, ενώ, παρά τις προσπάθειες των δανειστών της για επιβολή κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, δεν έχει καταστεί δυνατόν να βρεθούν χρήματα στους τραπεζικούς της λογαριασμούς. Έτσι, ούτε οι ενάγοντες, ούτε άλλοι δανειστές της, πρώην εργαζόμενοι της «……… Α.Β.Ε.Ε.», που διατηρούν, όπως οι ενάγοντες, απαιτήσεις εναντίον της από δεδουλευμένα και μισθούς υπερημερίας, έχουν μπορέσει να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους. Μάλιστα, φαίνεται ότι από τις αρχές του 2016, η δραστηριότητα της «……… Α.Ε.» μεταφέρθηκε, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, σε τρίτη εταιρεία, την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……… ΕΤΑΙΡΕΙΑ ……… ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και το διακριτικό τίτλο «………», διαχειριστής της οποίας είναι ο ………, πρόσωπο του στενού περιβάλλοντος της εναγομένης. Ενδεικτικό είναι ότι εν λόγω εταιρεία κατήρτισε το έτος 2016 συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρολογικού υλικού και εκτέλεσης ηλεκτρολογικών εργασιών με δημόσιους φορείς, όπως την ………, το Νοσοκομείο «………» και το ……… (………), ενώ το ίδιο έτος, όπως αποδεικνύεται από τον προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες πίνακα προσωπικού, όλο το προσωπικό της απαρτιζόταν από έμπειρους πρώην εργαζομένους της «……… Α.Ε.» και της «……… Α.Ε.Β.Ε.» (εργάτες, αποθηκάριους, ηλεκτρολόγους, ηλεκτροτεχνίτες και υπαλλήλους γραφείου). Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι η εναγομένη, με μανδύα τη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία «……… Α.Ε.», ασκούσε στην πραγματικότητα ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, χρησιμοποίησε δε τον εταιρικό τύπο κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, προκειμένου να μεταφέρει τους επιχειρηματικούς κινδύνους της δραστηριότητάς της στους εταιρικούς δανειστές, επιτυγχάνοντας, λόγω της ανυπαρξίας εταιρικών περιουσιακών στοιχείων, την έως τώρα αποφυγή καταβολής των οφειλών της εταιρείας προς τους ενάγοντες εργαζομένους. Η χρήση με τέτοιον τρόπο του θεσμού της κεφαλαιουχικής εταιρείας, ήτοι για σκοπούς αποδοκιμαζόμενους από την έννομη τάξη, συνιστά, σύμφωνα με όλα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καταχρηστική συμπεριφορά (άρθρο 281 ΑΚ). Για το λόγο αυτό πρέπει να υποχωρήσει η αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα την εις ολόκληρον με αυτό προσωπική ευθύνη της εναγομένης για την καταβολή των απαιτήσεων των εναγόντων που τους επιδικάσθηκαν με τις εκδοθείσες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, αφαιρουμένων, όσον αφορά τον δεύτερο ενάγοντα, του ποσού που ήδη εισέπραξε με αναγκαστική εκτέλεση. Με βάση αυτά, η εναγόμενη, εις ολόκληρον με την «……… Α.Ε.», οφείλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 15.030,01 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 30.888,52 ευρώ, που συνιστούν τη ζημία τους από την προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της. Τους οφείλει, επιπλέον, και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ποσού 2.500 ευρώ για έκαστο ενάγοντα, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την επίπονη, χρονοβόρα και κοστοβόρα προσπάθειά τους να εισπράξουν τα δεδουλευμένα και τις αποδοχές υπερημερίας που τους οφείλονται, η οποία έχει καταστεί ατελέσφορη εξ αιτίας της καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης, γεγονός που τους έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αναστάτωση και ψυχικό άλγος. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και, αφού αρθεί η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της εταιρείας με την επωνυμία «………ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «……… Μ.Α.Ε.», να υποχρεωθεί η εναγόμενη, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την εταιρεία αυτή, να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 15.030,01 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 30.888,52 ευρώ, επιπλέον δε το ποσό των 2.500 ευρώ σε έκαστο, με το νόμιμο τόκο για όλα τα κονδύλια από την επομένη της επίδοσης της από 27-12-2017 με αρ. κατ. ……/…… /2017 αγωγής όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα και της από 27-12-2017 με αρ. κατ. ……/……/2017 αγωγής όσον αφορά τον δεύτερο, εν όψει του ότι οι πιο πάνω αγωγές, περιέχουσες όμοια με την κρινόμενη αγωγή ιστορική βάση και αιτήματα, από τη μεν πρώτη χώρησε νομίμως παραίτηση, η δε δεύτερη απορρίφθηκε ως αόριστη και επαναφέρθηκαν εντός της προθεσμίας του άρθρου 263 εδ. β ΑΚ. Περαιτέρω, η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, καθώς η καθυστέρηση στην εκτέλεσή της μπορεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να επιφέρει σημαντική ζημία στους ενάγοντες (άρθρο 908 παρ. 1δ ΚΠολΔ). Επίσης, ως προς το επιδικαζόμενο στον δεύτερο ενάγοντα ποσό, λαμβανομένων υπ’ όψιν της βαρύτητας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, του πταίσματος που τη βαρύνει, της φερεγγυότητάς της, του ύψους των απαιτήσεων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (ΑΠ 1846/2007, ΑΠ 1031/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να διαταχθεί ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης η προσωπική κράτηση της εναγομένης, η διάρκεια της οποίας πρέπει να ορισθεί έως δύο (2) μήνες (άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας κάθε διαδίκου (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό, τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη, κατόπιν άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «……… Μ.Α.Ε.», να καταβάλει, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενη με την ανωτέρω εταιρεία, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων τριάντα ευρώ και ενός λεπτού (15.030,01) και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των τριάντα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (30.888,52), με το νόμιμο τόκο όπως αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την αμέσως παραπάνω καταψηφιστική διάταξη προσωρινά εκτελεστή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, με το νόμιμο τόκο όπως αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ κατά της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας έως δύο (2) μήνες, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης καθ’ ο μέρος αφορά τον δεύτερο ενάγοντα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18-01-2024.
