απόλυσηεπίσχεση εργασίαςοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 81/2024

Περίληψη: Επίσχεση εργασίας. Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ή όταν ο μισθωτός, για να λάβει τον μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη, παραμένει με την θέλησή του για μακρό χρονικό διάστημα άνεργος και αποφεύγει αδικαιολογήτως και κακοβούλως να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, ενώ μπορεί εύκολα να ανεύρει και να προσφέρει την εργασία του σε άλλον εργοδότη. Στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης ή ότι συνεχίζει την επίσχεση, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας έχει λυθεί από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, με την επίκληση εκ μέρους του εργοδότη της καταχρηστικότητας ή έλλειψης των νομίμων προϋποθέσεων της επίσχεσης εργασίας, πολλώ δε μάλλον εάν ο μισθωτός με δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη του ότι προτίθεται να επιστρέφει στην εργασία του μετά την ολοσχερή εξόφληση των οφειλομένων σε αυτόν καθυστερουμένων αποδοχών, για τις οποίες προέβη στην επίσχεση. Μάλιστα εάν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και εάν λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία. Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά αυτού που καταγγέλλει τη σύμβαση. Σιωπηρή καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία, την οποία προσηκόντως του προσφέρει ο εργαζόμενος, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η βούλησή του για λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού, που δεν είναι υπήκοος κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι κατ’ αρχήν απολύτως άκυρη. Η ύπαρξη της σχετικής άδειας δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, με την οποία ο ενάγων επιδιώκει την πληρωμή των οφειλόμενων από σύμβαση εργασίας διότι η τυχόν έλλειψή της αποτελεί περιεχόμενο αντίστοιχης εργοδοτικής ενστάσεως, την οποία, μάλιστα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικώς αβάσιμης και όχι ως αόριστης. Ένσταση έκπτωσης ωφέλειας. Στοιχεία ορισμένου. Η ωφέλεια πρέπει να είναι πραγματική και να πραγματοποιήθηκε κατά τον ίδιο χρόνο, που θα παρεχόταν η εργασία από τον μισθωτό, αν αυτή δεν είχε αποκρουστεί. Επομένως, από τις οφειλόμενες από τον εργοδότη αποδοχές υπερημερίας, ο τελευταίος έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλ. από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και από την αξιοποίησή του είτε με αυτοαπασχόληση, είτε με παροχή εργασίας σε άλλον εργοδότη, από την οποία αποκόμισε ωφέλεια. Αναγκαία, δηλαδή, κατά νόμο προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η ωφέλεια αυτή να συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι ο εργαζόμενος δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα. Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία του εργοδότη, προερχόμενη από την αξιοποίηση (προϋπάρχουσα ή μη) εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Επίσης, δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία του εργοδότη και δεν εκπίπτουν παροχές, όπως οι συντάξεις γήρατος, το επίδομα ανεργίας κλπ, διότι οι παροχές αυτές δεν συνδέονται με τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας του μισθωτού. Κρίση ότι είναι απορριπτέα η ένσταση έκπτωσης αλλαχού κερδηθέντων, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν προσδιορίζεται ούτε ο εργοδότης στον οποίο παρείχαν την εργασία τους οι ενάγοντες ούτε το ποσό που αποκόμισαν ούτε και το είδος της εργασίας που παρασχέθηκε. Απορρίπτει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επίσχεσης εργασίας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εναγόμενη, που θεώρησε τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων λυθείσες εκ μέρους τους από τη διαρκή απουσία εκ της εργασίας τους, η οποία (απουσία) ήταν δικαιολογημένη λόγω της νόμιμης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, απέκρουσε την προσφορά των υπηρεσιών των τελευταίων και δεν προέβη σε έγκυρη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, καθιστάμενη υπερήμερη εργοδότρια. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 201.253,78 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ – ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης

81/2024

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Γεωργία Κοταδήμου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου, καθώς και τον Γραμματέα Μιχαήλ Μανιαδάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2023 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ……… …, ΑΦΜ ………, 2) ……… του ………, κατοίκου Αθηνών, οδός ……… …, ΑΦΜ ………, 3) ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ……… …, ΑΦΜ ………, 4) ……… του ………, κατοίκου Αθηνών, οδός ……… …, ΑΦΜ ………, 5) ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ……… …, ΑΦΜ ………, 6) ……… του ………, κατοίκου Αθηνών, οδός ……… …, ΑΦΜ ………, 7) ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ……… …, ΑΦΜ ……… και 8) ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ……… …, ΑΦΜ ………, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της εναγομένης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………» και τον διακριτικό τίτλο «……… ΑΕ», που εδρεύει στη ……… Αττικής, οδός ……… …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δέκτη η από …-3-2020 (αριθμ. καταθ. δικογρ. ………/………/2020 αγωγής του, η οποία συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 19-4-2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση μέχρι την έκδοση της υπ’ αριθμ. 13/14-4-2022 απόφασης του Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία παύθηκε από τα καθήκοντά της η δικάσασα την άνω αγωγή δικαστικός λειτουργός. Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. 2042/2023 Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/………/2023 ορίστηκε νέα δικάσιμος για την επανασυζήτηση της ως άνω αγωγής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο, που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Οι άνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην περίπτωση, κατά την οποία δεν εκδοθεί απόφαση από τον δικαστή λόγω παραίτησης αυτού από την υπηρεσία ή λόγω καθυστέρησης στην έκδοση της απόφασης και το δικαστήριο διατάσσει να επαναληφθεί η συζήτηση. Η επαναλαμβανόμενη κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης, καθώς το άρθρο 307 § 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε, ρητώς προβλέπει ότι «οι διάδικοι μπορούν να καταθέτουν συμπληρωματικές προτάσεις στο ακροατήριο, εφόσον είχαν παραστεί στην αρχική συζήτηση. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται». Επομένως, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ (όπως και στην περίπτωση των άρθρων 249, 250 ΚΠολΔ) ο νόμος ορίζει ως προς της επαναφοράς της συζήτησης ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνιστά συνέχεια της προηγούμενης, όπως γινόταν δεκτό πριν τον Ν. 4842/2021 με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 254 ΚΠολΔ. Κατ’ αποτέλεσμα, και στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται κατάθεση νέων προτάσεων κατά τη νέα συζήτηση, οι δε κατατεθείσες εμπροθέσμως προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση θεωρούνται ως εμπροθέσμως κατατεθείσες στην κατά την επανάληψη συζήτηση (ΑΠ 936/2018 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 869/2017 Ισοκράτης, ΑΠ 82/2015 Ισοκράτης, βλ Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ I, άρθρο 245, αριθμ, 4 – Αθ. Πανταζόπουλο, Πρακτικά ζητήματα εφαρμογής του Ν. 4335/2015, ΕΠολΔ 2019.46 – ο ίδιος, Οι μη οριστικές αποφάσεις και ιδίως η διάταξη για διεξαγωγή αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης μετά και τις πρόσφατες τροποποιήσεις του ΚΠολΔ, ΕΠολΔ 2022.13). Εν προκειμένω, νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου με την υπ’ αριθμ. ……/2023 Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών (με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/……../2023) η από 4-3-2020 (αριθμ. καταθ. δικογρ. ………/………/2020 αγωγή, η οποία συζητήθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων στις 19-4-2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση μέχρι την έκδοση της υπ’ αριθμ. 13/14-4-2022 απόφασης του Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία παύθηκε από τα καθήκοντά της η δικάσασα την άνω αγωγή δικαστικός λειτουργός. Από τα από 7-7-2023 και 20-7-2023 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών Δικαστηρίων Κων/νου Ζαρνακούπη και Σπυριδούλας Πεχή αντίστοιχα, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 6-7-2023 κλήσης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και της επισυναπτόμενης σ’ αυτήν υπ’ αριθμ. 2042/2023 Πράξης με πράξη κατάθεσης και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, στους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων. Κατά την εκφώνηση της παρούσας υπόθεσης από το οικείο πινάκιο οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Στην προηγούμενη δε συζήτηση της υπόθεσης άπαντες οι διάδικοι παραστάθηκαν νομότυπα και κατέθεσαν εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις. Συνεπώς, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για τον λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά. Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει επομένως προς ευθεία ικανοποίηση της απαίτησης εκείνου που το ασκεί (εργαζομένου), αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή (εργοδότη) προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ’ αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 836/2019 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 114/2017 Ε7 2017.570, ΑΠ 1342/2014 ΝοΒ 2015.66). Το δικαίωμα επίσχεσης, ως δικαίωμα ατομικό, αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, ασκείται, καταρχήν, ατύπως, και ισχύει αφότου γνωστοποιηθεί στον εργοδότη. Ωστόσο, προς εξασφάλιση της προσήκουσας άσκησης αυτού και προκειμένου να είναι η σχετική δήλωση του εργαζομένου πλήρης και σαφής, ώστε να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της και προς αποφυγή εσφαλμένης ερμηνείας της αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του εργαζομένου ως απλής άρνησης εκτελέσεως της εργασίας του, προκρίνεται ως ασφαλέστερος τρόπος ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, η ρητή και έγγραφη εξώδικη δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη του, κοινοποιούμενης, όχι μόνον προς τον τελευταίο, αλλά και προς τον ΟΑΕΔ. Στην εξώδικη αυτή δήλωση πρέπει να γίνεται σαφής μνεία της ασκήσεως του δικαιώματος επίσχεση, για το μέλλον ως συνέπεια της άρνησης του εργοδότη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, οι οποίες πρέπει να περιγράφονται αναλυτικά, χρονικώς και κατ’ είδος προσδιορισμένες (Μ. Βλαστού, Επίσχεση Εργασίας, Επιχείρηση, 2017.541). Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ή όταν ο μισθωτός, για να λάβει τον μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη, παραμένει με την θέλησή του για μακρό χρονικό διάστημα άνεργος και αποφεύγει αδικαιολογήτως και κακοβούλως να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, ενώ μπορεί εύκολα να ανεύρει και να προσφέρει την εργασία του σε άλλον εργοδότη (ΑΠ 1108/2020 ΕΕργΔ 2021.307, ΑΠ 940/2015 Ε7 2016.413, ΑΠ 1248/2015, ΑΠ 2094/2014 ΝοΒ 2015.758, ΑΠ 1502/2010 ΝοΒ 2011.587, ΑΠ 1153/2009 ΝοΒ 2009.2399). Η κατά τα άνω καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας καθιστά την επίσχεση παράνομη, με συνέπεια να μην παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αυτής, δηλαδή να μην καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη, ο οποίος δεν οφείλει να καταβάλει στον μισθωτό που ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης τις αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 289/2019 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 947/2019 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 766/2018 Αρμ 2018.1329, ΑΠ 114/2017 Ε7 2017.570, ΑΠ 324/2017 ΔΕΝ 2017.506). Εξάλλου, ναι μεν η αδικαιολόγητη άρνηση του μισθωτού να παρέχει τις υπηρεσίες του μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αξιολογηθεί ως συμπεριφορά που, κατ’ αντικειμενική κρίση, εκφράζει την βούληση αυτού να καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 2238/2013 ΝοΒ 2014.1176), πλην όμως στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης ή ότι συνεχίζει την επίσχεση, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας έχει λυθεί από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, με την επίκληση εκ μέρους του εργοδότη της καταχρηστικότητας ή έλλειψης των νομίμων προϋποθέσεων της επίσχεσης εργασίας, πολλώ δε μάλλον εάν ο μισθωτός με δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη του ότι προτίθεται να επιστρέφει στην εργασία του μετά την ολοσχερή εξόφληση των οφειλομένων σε αυτόν καθυστερουμένων αποδοχών, για τις οποίες προέβη στην επίσχεση (ΑΠ 11/2017 δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 1803/1987 ΕΕΔ 48.176, ΑΠ 1412/1986 ΕΕΔ 46.817, ΕφΑθ 812/2023, ΜΕφΑθ 1320/2022 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) ή μετά τη συμμόρφωση του εργοδότη σε άλλες υποχρεώσεις που τον βαρύνουν, εκτός εάν η δήλωση αυτή περί συνέχισης της επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού είναι προσχηματική και υποκρύπτει βούληση αυτού αποχώρησης από την εργασία του. Μάλιστα εάν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και εάν λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία (ΑΠ 1502/2010 ΔΕΝ 2011.406). Κατά πάσα περίπτωση κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητας πρέπει να συναξιολογείται και η παράμετρος ότι κατά κανόνα η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως συνεπάγεται απλώς τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπληρώσεως της αξιώσεως, η οποία κατά τα λοιπά δεν θίγεται ενώ, αντιθέτως, επί της συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος κατά τα ανωτέρω απαλλάσσεται οριστικώς της παροχής της εργασίας (ΑΠ 343/2021 ΔΕΝ 2021.1882, ΑΠ 788/2020 ΔΕΝ 2021.1881, ΑΠ 836/2019 ΗλΤρΝομΠλ “Νόμος”). Εξάλλου η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει: α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη (ΑΠ 324/2017 ΔΕΝ 2017.506, ΜονΕφΑΘ 6667/2019 αδ. στο νομ. τυπ., Χαρ. Γκούτος, Επίσχεση εργασίας, ΔΕΝ 2011.517). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648 και 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 5 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που ο παραλήπτης αυτής, εργαζόμενος, μπορεί να λάβει γνώση αυτής. Η καταγγελία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά αυτού που καταγγέλλει τη σύμβαση. Σιωπηρή καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία, την οποία προσηκόντως του προσφέρει ο εργαζόμενος, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η βούλησή του για λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1096/2018 ΗλΤρΝομΠλΔΣΑ, ΑΠ 1387/2015 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 940/2015 Ε7 2016.413, ΑΠ 2234/2013 ΝοΒ 2014.1175). Στην περίπτωση αυτή η εκ μέρους του εργοδότη σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μεν άκυρη κατά τα άρθ. 174, 180 ΑΚ και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, διότι αυτή δεν έχει λάβει χώρα εγγράφως και δεν έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, πλην όμως η ακυρότητα αυτή είναι σχετική υπέρ του απολυομένου μισθωτού, ο οποίος μπορεί να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής του κύρους αυτής και επομένως και από την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας λόγω της κατά τα άνω ακυρότητας αυτής και συνακόλουθα να ασκήσει την αξίωση αυτού για την καταβολή μόνο της προβλεπομένης αποζημίωσης για έγκυρη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1096/2018 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 811/2006 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ). Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού (ΑΠ 1108/2020 ό.α., ΑΠ 105/2020 ΗλΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 2241/2013 ΝοΒ 2014.1176, ΑΠ 1502/2010, ΕφΑΘ 1448/2022 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι προσλήφθηκαν από την εναγόμενη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό κλάδο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τις ημερομηνίες που αναφέρεται για έκαστο εξ αυτών, προκειμένου να απασχοληθούν ως οικοδόμοι, λαμβάνοντας ο καθένας το αναφερόμενο σ’ αυτήν μικτό ημερομίσθιο. Ότι από το έτος 2014 η εναγόμενη δεν ήταν συνεπής στις συμβατικές της υποχρεώσεις αφού καθυστερούσε συστηματικά να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, γεγονός που τους ανάγκαζε να διαμαρτύρονται τακτικά στον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής. Ότι, τελώντας σε καθεστώς απόγνωσης και οικονομικής ασφυξίας, κάλεσαν με εξώδικες δηλώσεις την εργοδότρια εταιρεία να τους καταβάλει τα οφειλόμενα εντός προθεσμίας 15 ημερών, η οποία (προθεσμία), όμως, παρήλθε άπρακτη, οπότε αυτοί άσκησαν με σχετική εξώδικη δήλωσή τους το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας με αποτέλεσμα η εναγομένη να περιέλθει σε υπερημερία και να τους οφείλει αποδοχές υπερημερίας. Ότι, ενώ η εργοδότρια εταιρεία τελούσε σε υπερημερία, λόγω της επίσχεσης εργασίας, κοινοποίησε στους ενάγοντες εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τους δήλωσε ότι θεωρεί την συμπεριφορά τους ως οικειοθελή αποχώρηση και ότι θα επέλθει η λύση των συμβάσεών τους. Ότι η δήλωση αυτή της εναγομένης αποτελεί άτακτη καταγγελία της εργασιακής τους συμβάσεως και είναι άκυρη και καταχρηστική, επειδή δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, δεν τους καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση και έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπό τους κατά τη διάρκεια της επίσχεσης. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι ενάγοντες (πλην του δεύτερου ενάγοντα ο οποίος, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 19-4-2021 στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου καθώς και με τις έγγραφες προτάσεις του, παραιτήθηκε από τα αγωγικά αιτήματα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, για υποχρέωση της εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και για απόληψη μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας για το χρονικό διάστημα από 14-12-2019 έως 27-6-2021, ποσού 22.011,66 ευρώ) ζητούν: 1) να αναγνωριστεί ότι νομίμως άσκησαν το δικαίωμά τους για επίσχεση εργασίας, 2) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας για τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα εξειδικεύονται για έκαστο στο αγωγικό δικόγραφο, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, 4) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους κατά τους όρους των συμβάσεων εργασίας τους από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί, καταδικάζοντας παράλληλα αυτή σε χρηματική ποινή 500,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί, 5) επικουρικά – σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους έχουν λυθεί ή ήταν άκυρες για οιονδήποτε λόγο – να υποχρεωθεί η εναγομένη: i) να καταβάλει τα μνημονευόμενα για έκαστο εξ αυτών ποσά που αντιστοιχούν στη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης με τον νόμιμο τόκο από την ημεροχρονολογία που καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις εργασίας τους άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής και ii) να τους χορηγήσει κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ πιστοποιητικά εργασίας, στα οποία να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας εκάστου εξ αυτών, καταδικάζοντας αυτήν σε χρηματική ποινή 500,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της συμμορφωθεί στην υποχρέωση αυτήν, 6) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και 7) να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική τους δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου (άρθρα 7, 8, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και δη των εργατικών διαφορών [άρθρα 591, 614 αρ. 3 στοιχ. α’, 621 ΚΠολΔ]. Έχει δε ασκηθεί παραδεκτά: α) εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 όσον αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των ένδικων συμβάσεων εργασίας και στην επιδίκαση μισθών υπερημερίας και β) εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, όσον αφορά στο επικουρικό αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, οι οποίες (αποσβεστικές προθεσμίες), λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (κατ’ άρθρο 280 ΑΚ), όπως τούτο αποδεικνύεται από την από 10-3-2020 σημείωση του δικαστικού επιμελητή Κων/νου Λεράκη επί της πρώτης σελίδας του προσκομιζόμενου από την εναγομένη αντιγράφου της ένδικης αγωγής. Είναι δε αρκούντως ορισμένη αφού διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία, ήτοι αναφορά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, του είδους της εργασίας που έκαστος των εναγόντων παρείχε στην εταιρεία, και του συμφωνηθέντος μικτού ημερομισθίου, η ύπαρξη δε άδειας διαμονής για εργασία δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες επιδιώκουν την πληρωμή των οφειλόμενων από σύμβαση εργασίας διότι η τυχόν έλλειψή της αποτελεί περιεχόμενο αντίστοιχης εργοδοτικής ενστάσεως, την οποία, μάλιστα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικώς αβάσιμης και όχι ως αόριστης (ΕφΑθ 1162/2006 ΔΕΕ 2006.1073, ΕφΑθ 68/2001 ΕΕΡΓΔ 2002.1042), απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 174, 180, 325, 340, 341, 345, 346, 361, 648, 649, 653, 655, 656, 678, 669 ΑΚ, 1, 5 Ν. 3198/1955, 1, 3, 5 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920, 69 παρ. 1 εδ. α’, 70, 218, 219, 106, 176, 191 παρ. 2, 907, 908, 910 περ. 4, 946 ΚΠολΔ, με την αναγκαία επισήμανση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε απευθείας απόληψη από την εναγόμενη επιδομάτων εορτών και άδειας, διότι ως οικοδόμοι, ασφαλισμένοι στον ΕΦΚΑ, καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση του άρθρου 1 ν. 4321/1965, με το οποίο συνεστήθη στο ΙΚΑ (πλέον ΕΦΚΑ) Ειδικός Λογαριασμός για την χορήγηση επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδόματος άδειας σε όλους τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ (πλέον ΕΦΚΑ), που απασχολούνται σε οικοδομικές ή τεχνικές εν γένει εργασίες. Στον Ειδικό αυτό Λογαριασμό υποχρεούνται να συνεισφέρουν όλοι οι εργοδότες που υπόκεινται στην καταβολή υπέρ του ΙΚΑ (πλέον ΕΦΚΑ) ασφαλιστικών εισφορών κατά το άρθρο 40 ν.δ. 2698/1953 και τον Κανονισμό περί του τρόπου ασφαλίσεως στο ΙΚΑ (πλέον ΕΦΚΑ) των απασχολούμενων σε οικοδομικές ή τεχνικές εν γένει εργασίες (άρθρο 3§1 ν. 4321/1963, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρ. 1 ν. 4469/1965). Οι παροχές που καταβάλλονται από τον Ειδικό Λογαριασμό στους δικαιούχους, ισούνται με την αξία των ενσήμων (δωρόσημων και αδειόσημων), που επικολλήθηκαν μέχρι την ημέρα της καταβολής, ενώ οι υπόχρεοι σε καταβολή της εισφοράς υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού δεν υποχρεούνται πλέον σε απευθείας καταβολή επιδομάτων εορτών, αποδοχών και επιδόματος άδειας στους καλυπτόμενους από τον Ειδικό Λογαριασμό (άρθρ. 4 ν. 4321/1963, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4   ν. 4469. βλ σχετικώς και ΑΠ 1049/2008 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 356/1970, ΔΕΝ 1970.659, ΑΠ 880/1989, ΔΕΝ 1990.544), έστω και αν δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους προς το ΙΚΑ (πλέον ΕΦΚΑ) (ΕφΠειρ 421/2005 ΠΕΙΡΝΟΜ 2005.319, ΕφΑΘ 1438/1983 ΔΕΝ 1983.653. βλ. και Βλαστό Ατομ.Εργ.Δικ. (1994) § 751 σ. 952, §1026 σ. 1389). Συνεπώς, το αγωγικό αίτημα επιδίκασης δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας τυγχάνει απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο. Περαιτέρω, το παρεπόμενο αίτημα να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς τα αναγνωριστικά αιτήματα είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι η προσωρινή εκτελεστότητα προϋποθέτει απόφαση που προβαίνει σε καταψήφιση και δεν συμβιβάζεται με απόφαση που αναγνωρίζει απλώς την ύπαρξη δικαιώματος, η ενέργεια της οποίας εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν. Συνεπώς, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η ένδικη αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό αντικείμενό της κατά το μέρος που υπερβαίνει το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 1 στοιχ. α’ ΚΠολΔ), έχουν καταβληθεί τα προσήκοντα δικαστικά ένσημα με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ προσκομ. υπ’ αριθμ. ………, ………, ………, ………, ………, ……… και ……… e-παράβολα με τις συνημμένες σ’ αυτά αποδείξεις συναλλαγής). Σημειωτέον ότι όσον αφορά τον δεύτερο ενάγοντα, μετά τον ως άνω παραδεκτό περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων του, το καταψηφιστικό αντικείμενο της ένδικης αγωγής του υπολείπεται του ορίου της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 1 στοιχ. α’ ΚΠολΔ).

I. Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του άνω Ν. 2910/2001 (αντίστοιχη καταργηθείσα διάταξη 23 παρ. 1 του Ν. 1975/1991), που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου), και ορίζει ότι “Επιτρέπεται η είσοδος αλλοδαπού στην Ελλάδα για απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε συγκεκριμένο εργοδότη και για συγκεκριμένο είδος απασχόλησης, αν του χορηγηθεί άδεια εργασίας από το νομάρχη”, η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού, που δεν είναι υπήκοος κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι κατ’ αρχήν απολύτως άκυρη, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ (ΑΠ 131/2015 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Σημειώνεται ότι η ύπαρξη της σχετικής άδειας δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, με την οποία ο ενάγων επιδιώκει την πληρωμή των οφειλόμενων από σύμβαση εργασίας διότι η τυχόν έλλειψή της αποτελεί περιεχόμενο αντίστοιχης εργοδοτικής ενστάσεως, την οποία, μάλιστα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικώς αβάσιμης και όχι ως αόριστης (ΕφΑθ 1162/2006 ΔΕΕ 2006.1073, ΕφΑθ 68/2001 ΕΕΡΓΔ 2002.1042).

II. Με τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β’ του ΑΚ, ορίζεται ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό καθετί που ο μισθωτός ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να αποκλείσει τον πλουτισμό του εργαζομένου από τη μη παροχή της εργασίας του (ΑΠ 1447/2017 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η ωφέλεια πρέπει να είναι πραγματική και να πραγματοποιήθηκε κατά τον ίδιο χρόνο, που θα παρεχόταν η εργασία από τον μισθωτό, αν αυτή δεν είχε αποκρουστεί. Επομένως, από τις οφειλόμενες από τον εργοδότη αποδοχές υπερημερίας, ο τελευταίος έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλ. από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και από την αξιοποίησή του είτε με αυτοαπασχόληση, είτε με παροχή εργασίας σε άλλον εργοδότη, από την οποία αποκόμισε ωφέλεια. Αναγκαία, δηλαδή, κατά νόμο προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η ωφέλεια αυτή να συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι ο εργαζόμενος δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα (ΑΠ 1539/2011 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία του εργοδότη, προερχόμενη από την αξιοποίηση (προϋπάρχουσα ή μη) εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Επίσης, δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία του εργοδότη και δεν εκπίπτουν παροχές, όπως οι συντάξεις γήρατος, το επίδομα ανεργίας κλπ, διότι οι παροχές αυτές δεν συνδέονται με τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας του μισθωτού (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 302/1984). Για να είναι, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση (έκπτωσης αλλαχού κερδηθέντων) του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε ποιον συγκεκριμένο εργοδότη απασχολήθηκε ο μισθωτός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας του και το ύψος των αποδοχών που είχε από την ενασχόληση του αυτή στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, ως και περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος. Στην περίπτωση δε που ο εργαζόμενος ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα, πρέπει να προσδιορίζονται οι εν λόγω επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 167/2018, 1447/2017, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 363/2015 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 253/2023 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η εναγόμενη αρνείται αιτιολογημένα την ένδικη αγωγή, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι οι ενάγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον στην άσκηση της ένδικης αγωγής τους, αφού η επίσχεση εργασίας έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Και τούτο διότι οι προηγούμενες οφειλές τους, για τις οποίες αυτοί είχαν προχωρήσει σε επίσχεση εργασίας, έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς, το δε έργο, στο οποίο απασχολούνταν, έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και βρίσκεται στο στάδιο παράδοσής του από την ανάδοχο εταιρεία. Περαιτέρω, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 19-4-2021, όπως αυτή καταχωρήθηκε στα τηρηθέντα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και με τις νομοτύπως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, προβάλλει: α) ένσταση ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων εργασίας λόγω έλλειψης αδείας διαμονής για εργασία, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ, 19 παρ. 1 του ν. 2910/2001, 7 παρ. 2 και 28 του ν. 4251/2014, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη, β) ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, διότι η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών τους δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα ή δυστροπία εκ μέρους της (εναγομένης) αλλά σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτήν περιστάσεις που είχαν ως συνέπεια την ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στους ενάγοντες. Η με το ως άνω περιεχόμενο ένσταση φέρει όλα τα στοιχεία του πραγματικού των κανόνων των άρθρων 281 και 325 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 216 και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη. Τέλος, όλως επικουρικά, ισχυρίζεται ότι – σε περίπτωση που ήθελε κριθεί βάσιμη κατ’ ουσίαν η ένδικη αγωγή – θα πρέπει να αφαιρεθεί από τους τυχόν οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας κάθε ποσό που οι ενάγοντες κέρδισαν παρέχοντας την εργασία τους σε άλλον εργοδότη. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί η κατ’ άρθρο 656§2 ΑΚ ένσταση αλλαχού κερδηθέντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον κατά τα εκτιθέμενα και στην υπό στοιχ. II νομική σκέψη της παρούσας, δεν προσδιορίζεται ούτε ο εργοδότης στον οποίο παρείχαν την εργασία τους οι ενάγοντες ούτε το ποσό που αποκόμισαν ούτε και το είδος της εργασίας που παρασχέθηκε. Συνακόλουθα, αλυσιτελώς προβάλλεται από την εναγόμενη το αίτημα προσκόμισης δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φυσικού προσώπου (έντυπο Ε1), εκκαθαριστικά έτους, βεβαίωση ενσήμων από το ΙΚΑ και βεβαίωση χρόνου ασφάλισης από τον ΟΑΕΕ για την περίοδο για την οποία αιτούνται μισθούς υπερημερίας, τα οποία (έγγραφα) – σημειωτέον – δεν επικαλείται ότι κατέχουν οι ενάγοντες.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα τηρηθέντα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού κατά τη δικάσιμο της 19-4-2021, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται και των οποίων γίνεται νόμιμη επίκληση, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από όσα βάσει των προτάσεων των διαδίκων συνομολογούνται (άρθρο 261 ΚΠολΔ), τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), καθώς και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία [εκτός από υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/19/2020, ………/2021, ………/2021 Ανακοινώσεις ΓΕΜΗ και άρθρο με τίτλο «………», δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα ………, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν απαραδέκτως το πρώτον οι ενάγοντες με την προσθήκη, αφού δεν είναι αποδεικτικά μέσα που αφορούν αντίκρουση ισχυρισμών που πρότεινε η εναγόμενη κατά τη συζήτηση (άρθρο 591 παρ. 1 περ. στ’ ΚΠολΔ) ως τοιούτων νοούμενων των αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 471/2021 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ)] αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρεία δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό κλάδο. Κατόπιν διαγωνισμού ανέλαβε η εταιρεία «……… ΑΕ» και κατόπιν απόσχισης του κατασκευαστικού κλάδου η εταιρεία «……… ΑΕ» ως ανάδοχος εργολάβος το έργο «………» από το Ν.Π.Δ.Δ. «………». Το σύνολο του έργου αυτού ανατέθηκε υπεργολαβικά στην εδώ εναγόμενη εταιρεία, η οποία προσέλαβε τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του εργάτη – οικοδόμου και ειδικότερα: Ο πρώτος προσλήφθηκε την 1-8-2014 απασχολούμενος με συμβατικό ημερήσιο ωράριο από 07:30 πμ έως 14:30, επί πενθήμερο, έναντι ημερομισθίου 43,00 ευρώ, ο δεύτερος προσλήφθηκε στις 30-10-2013 με το ίδιο συμβατικό ημερήσιο ωράριο έναντι ημερομισθίου 40,00 ευρώ, ο τρίτος προσλήφθηκε στις 19-11-2013 με το ίδιο συμβατικό ημερήσιο ωράριο έναντι ημερομισθίου 40,00 ευρώ, ο τέταρτος προσλήφθηκε στις 2-1-2015 με το ίδιο συμβατικό ημερήσιο ωράριο έναντι ημερομισθίου 40,00 ευρώ, ο πέμπτος προσλήφθηκε στις 9-5-2016 με το αυτό συμβατικό ημερήσιο ωράριο έναντι ημερομισθίου 44,00 ευρώ, ο έκτος προσλήφθηκε στις 4-12-2014 με το ίδιο συμβατικό ημερήσιο ωράριο έναντι ημερομισθίου 35,00 ευρώ, ο έβδομος προσλήφθηκε στις 11-11-2008 με συμβατικό ημερήσιο οκτάωρο έναντι ημερομισθίου 60,20 ευρώ και, τέλος, ο όγδοος προσλήφθηκε την 1-6-1999 με συμβατικό ημερήσιο οκτάωρο έναντι ημερομισθίου 77,41 ευρώ. Όλες ανεξαιρέτως οι συμβάσεις εργασίας (πλην των έβδομου και όγδοου των εναγόντων) ήταν ευθύς εξαρχής έγκυρες καθόσον: α) οι τέταρτος και έκτος των εναγόντων έχουν πολιτογραφηθεί ως Έλληνες και είναι κάτοχοι των υπ’ αριθμ. ………/27-7-2011 και ………/19-11-2013 αντιστοίχως δελτίων αστυνομικής ταυτότητας και συνεπώς δεν απαιτείται η κατοχή από πλευράς τους αδειών διαμονής, β) για τον πρώτο ενάγοντα έχουν εκδοθεί οι υπ’ αριθμ. ……… (ισχύος από 21-5-2014 έως 7-1-2016) και ……… (ισχύος από 11-1-2016 έως 7-1-2026) άδειες διαμονής, γ) για τον δεύτερο έχει εκδοθεί η υπ’ αριθμ. ……… (ισχύος από 9-2-2012 έως 10-1-2022) άδεια διαμονής, δ) για τον τρίτο ενάγοντα έχουν εκδοθεί οι υπ’ αριθμ. ……… (ισχύος από 12-5-2011 έως 30-1-2021) άδεια διαμονής και ………/1-3-2021 βεβαίωση παράτασης ισχύος έως 30-1-2021 από το Υπουργείο Μετανάστευσης και ε) για τον πέμπτο έχουν εκδοθεί οι υπ’ αριθμ. ……… (ισχύος από 22-12-2014 έως 14-12-2019) άδεια διαμονής και ………/19-12-2019 βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής (ισχύος έως 18-12-2020), η οποία, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 156 του ν. 4764/2020, παρατάθηκε έως τις 18-8-2021. Οι συμβάσεις εργασίας των έβδομου και όγδοου των εναγόντων ήταν αρχικά άκυρες, καθόσον αυτοί δεν είχαν άδεια παραμονής και εργασίας. Ακολούθως για τον έβδομο ενάγοντα εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. ……… (ισχύος από 6-10-2014 έως 19-12-2020) και ……… (ισχύος από 8-9-2019 έως 7-9-2029) άδειες διαμονής ενώ ο όγδοος εξ αυτών πολιτογραφήθηκε ως Έλληνας, οπότε και απέκτησε το υπ’ αριθμ. ………/31-12-2009 δελτίο αστυνομικής ταυτότητας. Μετά την έκδοση των ως άνω νομιμοποιητικών εγγράφων οι εν λόγω εργαζόμενοι εξακολούθησαν να εργάζονται στην εργοδότρια εταιρεία χωρίς εναντίωση της τελευταίας οπότε οι έως τότε άκυρες για τον ως άνω λόγο συμβάσεις εργασίας τους επικυρώθηκαν εξ υπαρχής, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγόμενης. Άπαντες οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους με συνέπεια, ευσυνειδησία, υπευθυνότητα, συμμορφούμενοι στις εκάστοτε οδηγίες και υποδείξεις των ιεραρχικά προϊσταμένων τους και χωρίς να προκύψει ότι διατυπώθηκαν παράπονα και συστάσεις σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους και των ανατεθειμένων σε καθένα από αυτούς καθηκόντων. Παρά ταύτα, από το έτος 2014 και εφεξής η εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και να προβαίνει σε μη καθορισμένα χρονικά διαστήματα σε μερικές καταβολές έναντι των οφειλομένων, ενώ από το έτος 2017 και εντεύθεν οι καθυστερήσεις αυτές έφθαναν στους έξι με εννέα μήνες. Στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης της διαφοράς τους, στις 11-6-2019 οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος των εναγόντων και στις 5-11-2019 οι έβδομος και όγδοος εξ αυτών κοινοποίησαν στην εργοδότρια εταιρεία τις από 10-6-2019 και 3-11-2019 αντιστοίχως εξώδικες δηλώσεις τους, με τις οποίες, αφού διαμαρτυρήθηκαν για τη συμπεριφορά της αυτή, την καλούσαν να τους καταβάλει τα οφειλόμενα έως τότε ποσά (περιόδου από Νοέμβριο 2018 έως Οκτώβριο 2019 όπως ειδικότερα για καθένα εξ αυτών αναλύονται) εντός προθεσμίας 15 ημερών, με τη ρητή μνεία ότι σε περίπτωση παρέλευσης της προθεσμίας αυτής, θα ασκούσαν το δικαίωμα επίσχεσης στην εργασία τους (βλ υπ’ αριθμ. ………/11-6-2019 και ………/5-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κων/νου Λεράκη με τις συνημμένες σ’ αυτές εξώδικες δηλώσεις). Η εναγόμενη δεν εξόφλησε τις δεδουλευμένες αποδοχές των εν λόγω εργαζομένων εντός της ταχθείσης από αυτούς προθεσμίας και για τον λόγο αυτό άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης στην εργασία στις 27-6-2019 οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος των εναγόντων και στις 22-11-2019 οι έβδομος και όγδοος εξ αυτών, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης ταχθείσης προθεσμίας, το οποίο και γνωστοποίησαν στην εργοδότρια με τις από 27-6-2019 και 21-11-2019 εξώδικες διαμαρτυρίες και δηλώσεις, που επιδόθηκαν σ’ αυτήν αυθημερόν, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι με την καταβολή των οφειλομένων θα επιστρέφουν στην εργασία τους (βλ. υπ’ αριθμ. ………/27-6-2019 και ………/11-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή με τις συνημμένες σ’ αυτές εξώδικες δηλώσεις). Σημειωτέον ότι οι ενάγοντες πέτυχαν σε βάρος της εναγομένης την έκδοση των υπ’ αριθμ. 203/2019 και 322/2019 διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας, με την οποία διατάχθηκε αυτή να καταβάλει τα οφειλόμενα σε έκαστο εξ αυτών ποσά για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2018 έως Οκτώβριο 2019 (όπως ειδικότερα τα ποσά αυτά αναλύονται για κάθε εργαζόμενο), ακολούθως δε επέσπευσαν σε βάρος της εταιρείας αναγκαστική εκτέλεση και δη επέβαλαν κατάσχεση εις χείρας τρίτων για την ικανοποίηση των εργατικών τους απαιτήσεων (βλ προσκομ. διαταγές πληρωμής, εκθέσεις επίδοσης των διαταγών με τις κάτωθι αυτών επιταγές προς πληρωμή και των κατασχετηρίων εις χείρας τρίτων). Στις 13-12-2019 όσον αφορά στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εναγόντων, στις 27-1-2020 όσον αφορά στον έβδομο εξ αυτών και στις 23-1-2020 όσον αφορά στον όγδοο ενάγοντα επέδωσε η εναγομένη εξώδικη απάντηση – διαμαρτυρία – δήλωση, με την οποία τους δήλωνε ότι, παρότι αυτοί (εδώ ενάγοντες) γνώριζαν ότι η εταιρεία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ότι το τελευταίο έτος σημειώνονται καθυστερήσεις στην καταβολή της μισθοδοσίας του προσωπικού, οι οποίες (καθυστερήσεις) οφείλονται κατά κύριο λόγο στις σημαντικές καθυστερήσεις εκ μέρους των κυρίων των έργων / εργοδοτών στην είσπραξη των εργολαβικών ανταλλαγμάτων, ότι η εταιρεία κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να εκπληρώσει τις συμβατικές έναντι αυτών υποχρεώσεις της, καταβάλλοντάς τους τακτικά δόσεις έναντι των οφειλομένων, οι τελευταίοι καταχρηστικά προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, συμπεριφορά για την οποία η εταιρεία διαμαρτυρήθηκε έντονα, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι θεωρεί τη καταχρηστική αυτή συμπεριφορά τους ως οικειοθελή αποχώρηση και ότι θα επέλθει η λύση των συμβάσεων εργασίας τους με την αναγγελία της οικειοθελούς αποχωρήσεώς τους στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους των εναγόντων δεν ήταν καταχρηστική, διότι αποδείχθηκε ότι υπήρχε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης της εργοδότριας για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και διότι πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα με καταβολές έναντι των αποδοχών τους, περιστατικά που δεν οφείλονταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της εργοδότριας, δοθέντος ότι, όπως οι μάρτυρες απόδειξης και ανταπόδειξης κατέθεσαν, η εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα ήδη από το έτος 2017 και συνεχώς μέχρι και το έτος 2019, οπότε οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού εκ μέρους των εναγόντων προξένησε στην εναγόμενη δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ενόψει του ότι η εταιρία συνέχισε τη δραστηριότητά της (σ.σ. το έργο, στο οποίο απασχολήθηκαν οι ενάγοντες έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, βλ σχετ. υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/18-3-2021 έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής) ούτε ότι ασκήθηκε για ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ενόψει του ύψους των οφειλομένων αποδοχών, ως προαναφέρθηκε, ώστε να θεωρηθεί ότι η άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων ήταν αντίθετη στις αρχές της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Εξάλλου, υπό την επίκληση της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, όπως εν προκειμένω, δεν μπορεί να αξιωθεί από τους εργαζόμενους να συνεχίσουν να παρέχουν την εργασία τους επί σειρά μηνών, χωρίς να καταβάλλονται σε αυτούς οι αποδοχές αυτών, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αποτελούν τον μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτών και των οικογενειών τους, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος των εργαζομένων. Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης ότι προκειμένου να διατηρήσει τη βιωσιμότητα της και να ρυθμίσει τις οφειλές της κατέθεσε αίτηση υπαγωγής στον Ν. 4469/2017 (ρύθμιση οφειλών διά του εξωδικαστικού μηχανισμού) δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι η κατάθεση της αίτησης αυτής δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, δεν αίρει την υπερημερία του εργοδότη και, συνεπώς, διατηρούνται οι συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, αφού οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων δεν λύονται από τον λόγο αυτό και απαιτείται καταγγελία από τον εργοδότη. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα από την εναγόμενη ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνίες 17-7-2020 και 22-7-2020, τα οποία αφορούσαν αποκλειστικά σε ρύθμιση των οφειλόμενων ποσών, για τα οποία εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες διαταγές πληρωμές και των οποίων η εξόφληση δεν αποδεικνύεται. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες νομίμως άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης στην εργασία και κατ’ επέκταση αξιώνουν αποδοχές υπερημερίας, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος απέχει από την εργασία του ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολύ δε περισσότερο αν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών για τις οποίες προέβη σε επίσχεση, όπως στην προκειμένη περίπτωση που οι ενάγοντες με τις εξώδικες διαμαρτυρίες τους δήλωσαν στην εργοδότριά τους ότι ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης μέχρι την εξόφληση των δεδουλευμένων και αμέσως μετά το γεγονός αυτό προσέφεραν εκ νέου τις υπηρεσίες τους. Εξάλλου, πριν την άσκηση του δικαιώματος αυτού, οι ενάγοντες είχαν οχλήσει επανειλημμένως την εναγόμενη – εργοδότριά της για την εξόφληση των δεδουλευμένων τους, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, χωρίς ωστόσο να υπάρξει συμμόρφωση από την πλευρά της τελευταίας (εργοδότριας). Συνέπεια τούτου, η εναγόμενη, που θεώρησε τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων λυθείσες εκ μέρους τους, κρίση την οποία εσφαλμένα συνήγαγε από τη διαρκή απουσία εκ της εργασίας τους, η οποία (απουσία) ήταν δικαιολογημένη, ως προαναφέρθηκε, λόγω της νόμιμης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, απέκρουσε την προσφορά των υπηρεσιών των τελευταίων και δεν προέβη σε έγκυρη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, τηρουμένων των νόμιμων διατυπώσεων (έγγραφη καταγγελία και ταυτόχρονη καταβολή αποζημίωσης), κατέστη υπερήμερη εργοδότρια. Με τις από 13-12-2019, 27-1-2019 και 23-1-2019 εξώδικες δηλώσεις της περί οικειοθελούς αποχώρησης των εναγόντων η εναγόμενη ενσωμάτωσε την άρνησή της να δεχθεί τις υπηρεσίες τις οποίες προσηκόντως αυτοί προσέφεραν, σκοπούσε δεν στην κατ’ αυτόν τον τρόπο όδευση των πραγμάτων ώστε να απαλλαγεί από αυτούς, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, αφού η οικειοθελής αποχώρησή τους δεν συνεπάγεται τέτοια. Συνεπώς, η εκ μέρους της εργοδότριας σιωπηρή καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων (πλην του δεύτερου ενάγοντα) είναι άκυρη κατά τα άρθρα 174, 180 ΑΚ και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, διότι αυτή δεν έχει λάβει χώρα εγγράφως και δεν έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Επομένως, η εναγόμενη υποχρεούται λόγω της υπερημερίας της να καταβάλει στους ενάγοντες αποδοχές υπερημερίας για το αιτούμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά των υπηρεσιών εκ μέρους των εν λόγω εργαζομένων και δη τα κάτωθι ποσά: α) 26.746,00 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 28-6-2019 έως 27-7-2021 [ήτοι 43,00 για μία ημέρα Ιουνίου 2019 + 25.714,00 για τους μήνες Ιούλιο 2019 έως Μάιο 2021 (1.118,00 (43,00 χ 26 ημερομίσθια) χ 23 μήνες) + 989,00 για Ιούνιο 2021 (23 ημερομίσθια χ 43,00)], β) 5.680,00 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 28 Ιουνίου 2019 έως Δεκέμβριο 2019 [ήτοι 40,00 για μία ημέρα Ιουνίου 2019 + 5.200 για τους μήνες Ιούλιο 2019 έως Νοέμβριο 2019 (1.040,00 (40,00 χ 26 ημερομίσθια) χ 5 μήνες) + 440,00 για Δεκέμβριο 2019 (11 ημερομίσθια χ 43,00)], γ) 24.880,00 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα [ήτοι 40,00 για μία ημέρα Ιουνίου 2019 + 23.920 για τους μήνες Ιούλιο 2019 έως Μάιο 2021 (1.040,00 (40,00 χ 26 ημερομίσθια) χ 23 μήνες) + 920,00 για Ιούνιο 2021 (23 ημερομίσθια χ 40,00)], δ) 24.880,00 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα [ήτοι 40,00 για μία ημέρα Ιουνίου 2019 + 23.920 για τους μήνες Ιούλιο 2019 έως Μάιο 2021 (1.040,00 (40,00 χ 26 ημερομίσθια) χ 23 μήνες) + 920,00 για Ιούνιο 2021 (23 ημερομίσθια χ 40,00)], ε) 27.368,00 ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα [ήτοι 44,00 για μία ημέρα Ιουνίου 2019 + 26.312 για τους μήνες Ιούλιο 2019 έως Μάιο 2021 (1.144,00 (44,00 χ 26 ημερομίσθια) χ 23 μήνες) + 1.012 για Ιούνιο 2021 (23 ημερομίσθια χ 44,00)], στ) 21.770,00 ευρώ στον έκτο ενάγοντα [ήτοι 35,00 για μία ημέρα Ιουνίου 2019 + 20.930 για τους μήνες Ιούλιο 2019 έως Μάιο 2021 (910,00 (35,00 χ 26 ημερομίσθια) χ 23 μήνες) + 805,00 για Ιούνιο 2021 (23 ημερομίσθια χ 35,00)], ζ) 29.979,60 ευρώ στον έβδομο ενάγοντα [ήτοι 421,40 ευρώ για Νοέμβριο 2019 (7 ημερομίσθια χ 60,20) + 28.173,60 για τους μήνες Δεκέμβριο 2019 έως Μάιο 2021 (1.565,20 (60,20 χ 26 ημερομίσθια) χ 18 μήνες) + 1.384,60 για Ιούνιο 2021 (23 ημερομίσθια χ 60,20)] και η) 38.550,18 ευρώ στον όγδοο ενάγοντα [ήτοι 541,87 ευρώ για Νοέμβριο 2019 (7 ημερομίσθια χ 77,41) + 36.227,88 για τους μήνες Δεκέμβριο 2019 έως Μάιο 2021 (2.012,66 (77,41 χ 26 ημερομίσθια) χ 18 μήνες) + 1.780,43 για Ιούνιο 2021 (23 ημερομίσθια χ 77,41)]. Επιπλέον η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η οποία ενόψει της διάρκειας της υπηρεσίας του (από 30-10-2013 έως 13-12-2019), δηλ. 5 έτη συμπληρωμένα, και του καταβαλλόμενου ημερομισθίου (40,00 ευρώ) κατά τον χρόνο της καταγγελίας ανέρχεται στο ποσό των 1.400 ευρώ [ήτοι 1.200 ευρώ (30 ημερομίσθια χ 40,00) + 200 ((1/6 αναλογία επιδομάτων χ 1.200)] δεχόμενου ως βάσιμου κατ’ ουσίαν του σχετικού αγωγικού αιτήματος. Αντιθέτως, απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τυγχάνει το αίτημα της αγωγής περί χορηγήσεως στους ενάγοντες του πιστοποιητικού εργασίας του άρθρου 678 ΑΚ, αφού από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι η εναγόμενη αρνήθηκε να χορηγήσει σ’ αυτούς το εν λόγω πιστοποιητικό.

Συνακόλουθα, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη από ουσιαστική άποψη και ειδικότερα: 1) να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες νομίμως άσκησαν το δικαίωμά τους για επίσχεση εργασίας, 2) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους (πλην του δεύτερου ενάγοντα), 3) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων (πλην του δεύτερου εξ αυτών) κατά τους όρους των συμβάσεων εργασίας τους από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί, καταδικάζοντας παράλληλα αυτή σε χρηματική ποινή 150,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί, 4) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας τα κάτωθι ποσά: 26.746,00 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, 5.680,00 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα, 24.880,00 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα, 24.880,00 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα, 27.368,00 ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα, 21.770,00 ευρώ στον έκτο ενάγοντα, 29.979,60 ευρώ στον έβδομο ενάγοντα και 38.550,18 ευρώ στον όγδοο ενάγοντα, 5) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 1.400 ευρώ για νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο, σύμφωνα με τις ακόλουθες διακρίσεις. Ειδικότερα: (α) όσον αφορά τους μισθούς υπερημερίας με τον νόμιμο τόκο από την επομένη του τέλους κάθε μήνα, κατά τον οποίο καθένας από αυτούς είναι απαιτητός, (β) ως προς την αποζημίωση απόλυσης με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ήτοι από 14-12-2019 μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης. Το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινούς εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσία βάσιμο ως προς την καταψηφιστική διάταξη αποδοχής των υπηρεσιών, υποχρεωτικά εν μέρει δεκτό ως ουσία βάσιμο, κατ’ άρθρο 910 περ. δ’ ΚΠολΔ, ως προς το ποσό των 19.995,00 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, 18.600,00 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα, 18.600,00 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα, 20.460,00 ευρώ για τον πέμπτο ενάγοντα, 16.275,00 ευρώ για τον έκτο ενάγοντα, 27.993,00 ευρώ για τον έβδομο ενάγοντα και 35.995,65 ευρώ για τον όγδοο ενάγοντα (σ.σ. αφορά μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2020 έως Ιούνιο 2021), ενώ όσον αφορά τον δεύτερο ενάγοντα πρέπει να γίνει εν όλω δεκτό ως ουσία βάσιμο καθόσον η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία σ’ αυτόν. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των τελευταίων πρέπει να επιδικασθούν στην εναγομένη κατά το μέρος της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (178 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας κατ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό, τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι οι ενάγοντες νομίμως άσκησαν το δικαίωμά τους για επίσχεση εργασίας.

Αναγνωρίζει την ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων (πλην του δεύτερου ενάγοντα),

Υποχρεώνει την εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων (πλην του δεύτερου εξ αυτών) κατά τους όρους των συμβάσεων εργασίας τους από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί, καταδικάζοντας αυτή σε χρηματική ποινή 150,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί,

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει τα εξής ποσά: α) είκοσι έξι χιλιάδες επτακόσια σαράντα έξι (26.746,00) ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, β) επτά χιλιάδες ογδόντα (7.080,00) ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα, γ) είκοσι τέσσερις χιλιάδες οκτακόσια ογδόντα (24.880,00) ευρώ στον τρίτο ενάγοντα, δ) είκοσι τέσσερις χιλιάδες οκτακόσια ογδόντα (24.880,00) ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα, ε) είκοσι επτά χιλιάδες τριακόσια εξήντα οκτώ (27.368,00) ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα, στ) είκοσι μία χιλιάδες επτακόσια εβδομήντα (21.770,00) ευρώ στον έκτο ενάγοντα, ζ) είκοσι εννέα χιλιάδες εννιακόσια εβδομήντα εννέα ευρώ και εξήντα λεπτά (29.979,60) στον έβδομο ενάγοντα και η) τριάντα οκτώ χιλιάδες πεντακόσια πενήντα ευρώ και δέκα οκτώ λεπτά (38.550,18) ευρώ στον όγδοο ενάγοντα με τον νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερες διακρίσεις στο σκεπτικό.

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις ανωτέρω καταψηφιστικές της διατάξεις αναφορικά με τον δεύτερο ενάγοντα.

Κηρύσσει την απόφαση εν όλω προσωρινά εκτελεστή αναφορικά με τους λοιπούς ενάγοντες ως προς την καταψηφιστική διάταξη αποδοχής των υπηρεσιών τους και κατά τα λοιπά εν μέρει προσωρινά εκτελεστή και δη ως προς το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα πέντε (19.995,00) ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, δέκα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων (18.600,00) ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα, δέκα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων (18.600,00) ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα, είκοσι χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα (20.460,00) ευρώ για τον πέμπτο ενάγοντα, δεκαέξι χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα πέντε (16.275,00) ευρώ για τον έκτο ενάγοντα, είκοσι επτά χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα τριών (27.993,00) ευρώ για τον έβδομο ενάγοντα και τριάντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (35.995,65) για τον όγδοο ενάγοντα.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, τα οποία καθορίζει στο συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα δύο (6.692,00) ευρώ, εκ του οποίου οκτακόσια ογδόντα τρία (883,00) ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, διακόσια είκοσι δύο (222,00) ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα, οκτακόσια εννέα (809,00) ευρώ στον τρίτο ενάγοντα, οκτακόσια εννέα (809,00) ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα, εννιακόσια εννέα (909,00) ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα, εξακόσια ογδόντα δύο (682,00) ευρώ στον έκτο ενάγοντα, χίλια δέκα πέντε (1.015,00) ευρώ στον έβδομο ενάγοντα και χίλια τριακόσια εξήντα τρία (1.363,00) ευρώ στον όγδοο ενάγοντα.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 26-1-24 δίχως την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies