απόλυσηαποφάσειςχρόνος εργασίας - υπερωρίεςΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 275/2024

Περίληψη: Απόλυση κατόπιν υποβολής έγκλησης σε βάρος του εργαζόμενου. Αν η καταγγελία προσβάλλεται και ως καταχρηστική, όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και έτσι ήταν αυτή ψεύτικη και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, η αξίωση για μισθούς υπερημερίας αρχίζει από την άκυρη καταγγελία και όχι από την παρέλευση εύλογου χρόνου από την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης. Απόλυση που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου. Αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους προβλεπόμενους άρθρο 66§1 του ν. 4808/2021 λόγους, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. Ανατροπή του τεκμηρίου. Σε περίπτωση άκυρης απόλυσης, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του – μισθούς υπερημερίας, δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό, τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, σαν η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου (άρθρο 69 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ) μέχρι την άρση της υπερημερίας. Υπερεργασία. Πρόσθετη εργασία επισκευής μηχανημάτων από προϊστάμενο αποθήκης. Κρίση ότι η απόλυση του εργαζόμενου είναι άκυρη επειδή έγινε ως αντίδραση στην ενάσκηση του δικαιώματος του εργαζόμενου να διεκδικήσει την επαναφορά της καταβολής των εξόδων κίνησής του. Δεν κατάφερε ο εργοδότης να ανατρέψει το νόμιμο τεκμήριο. Δέχεται αίτημα απόληψης αμοιβής για υπερεργασία και πρόσθετη εργασία. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 56.819,39 Ευρώ. Υποχρεώνει την εργοδότρια να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και της επιβάλλει χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης

275/2024

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Παναγιώτα Πετροπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αναστασία Καραγγελή.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……… του ………, κατοίκου Αθηνών, οδός ……… αρ. .., με ΑΦΜ ………, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΑΜΔΣΑ 29922).

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………» που εδρεύει στο ……… Αττικής, οδός ……… αρ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Πασσά (ΑΜΔΣΑ 14016).

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 14.12.2022 αγωγή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης ………/2022 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/2022, προσδιορίστηκε προς συζήτηση για την αρχική συνεδρίαση της 2.2.2023 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία συνεδρίασης του Δικαστηρίου και εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό ΚΑ-6.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 1 και 3 ν. 2112/1920 [ΦΕΚ Α. 67], 1, 2 και 5 ν. 3198/1955 [ΦΕΚ Α. 98], 1, 3 και 5 β.δ. της 16.7.1920/18.7.1920, 2 παρ.4, 32 ν. 2556/1997 [ΦΕΚ Α. 270/24.12.1997], 74,76 ν. 3863/2010 [ΦΕΚ Α. 115/15.7.2010], 17 παρ. 5 .α, 19 ν. 3899/2010 [ΦΕΚ Α. 212 /17.12.2010], «πρώτο» υποπαράγραφος (ΙΑ. 12) της παραγράφου (ΙΑ) του ν. 4093/2012 [ΦΕΚ Α. 222/12.11.2012] και 34 ν. 4111/2013 [ΦΕΚ Α. 18/25.1.2013 -διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α. 33/7.2.2013] προκύπτει ότι η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 361, 648, 669, 672 ΑΚ), είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δηλ. δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, ήτοι μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι’ αγγέλου), λύεται, για το μέλλον, η έννομη σχέση είτε αμέσως [απρόθεσμη καταγγελία] είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας. Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ, 180, 174 ΑΚ), απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματός της. Η μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως από τον εργοδότη που κατήγγειλε τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς και η μη τήρηση του έγγραφου τύπου (και) με ιδιωτικό έγγραφο και εγχείρησή του στον εργαζόμενο, προς τον οποίο απευθύνεται ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου του (άρθρα 168, 169, 167 ΑΚ), συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας. Η νόμιμη αποζημίωση πρέπει να καταβάλλεται, άσχετα από το λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιπτώσεις, που αναγράφονται, περιοριστικά, στο νόμο, όπως υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη [άρθρα 5 παράγραφοι 1 και 2 ν. 2112/1920, 6 παρ.1 εδ. (β) του β.δ. της 16.7.1920/18.7.1920, 7 ν. 3198/1 955 ] ή ανώτερη βία [άρθρα 6 παρ.1 εδ. (α) του β.δ. της 16.7.1920/18.7.1920, 6 παρ.2 εδ. (γ) ν. 2112/1920]. Επίσης, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από τον εργοδότη επιφέρει ακυρότητα (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ. 3 Συντάγματος). Τους συγκεκριμένους λόγους [ή το λόγο], εξαιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική, ο εργαζόμενος οφείλει να επικαλεσθεί, σαφώς και ορισμένως, στο δικόγραφο της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και να αποδείξει (άρθρα 216 παρ.1, 111 παρ.2, 106 ΚΠολΔ). Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του [εργοδότη] καταγγελία, να δεχθεί την εργασία του εργαζομένου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου. Υποχρεούται, τότε, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του – μισθούς υπερημερίας (άρθρα 361, 648, 649, 350, 349, 654, 655, 653, 656, 652 ΑΚ) δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό, τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου [άρθρο 69 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ] μέχρι την άρση της υπερημερίας. Ο εργαζόμενος δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας, είτε να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και ειδικότερα: (1).- Αν ο εργαζόμενος εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας, δικαιούται να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας, ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί, στο μέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 105/2020 – 597/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Δημιουργείται, ακόμη, υποχρέωση του εργοδότη, με αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζομένου, αν κριθεί άκυρη η καταγγελία, με δικαστική, έστω και οριστική, απόφαση, να απασχολεί, πραγματικά, τον εργαζόμενο [άρθρο 23 παρ. 2 ν. 1246/1982 (ΦΕΚ Α. 79)] και (2).- Αν ο εργαζόμενος θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία, δικαιούται να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση. Κατά ταύτα, η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ του εργαζόμενου, είναι, συνεπώς, σχετική (ΑΠ105/2020 -1462/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του Νόμου 2112/1920 μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ’ αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μηνύσεως ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει τον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (Παπαευθυμίου «Δικαίωμα αζήμιας απολύσεως μετά αξιόποινη πράξη μισθωτού» εις ΕΕΔ 51. 481, Βλαστός «Καταγγελία σύμβασης εργασίας μετά από μήνυση» εις ΕΕΔ 52. 414, ΑΠ 594/1969 ΔΕΝ 26.144, ΑΠ 963/1977 ΑρχΝ 1978.226, ΑΠ 357/1986 ΕΕΔ 46.88, ΑΠ 680/1987 ΕΕΔ 47.294, ΑΠ 177/1991 ΕΕΔ 50. 1080). Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ’ αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής αποφάσεως, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης. Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Νόμου 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς τον μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 105/2020 – ΑΠ 1230/2018 – ΑΠ 930/2017 – ΑΠ 444/2016 – ΑΠ 991/2015 – ΑΠ 2234/2013 – ΑΠ 965/2013). Αν η καταγγελία προσβάλλεται και ως καταχρηστική, όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και έτσι ήταν αυτή ψεύτικη και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, η αξίωση για μισθούς υπερημερίας αρχίζει από την άκυρη καταγγελία και όχι από την παρέλευση εύλογου χρόνου από την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης (ΑΠ 965/2013 δημοσιευμένη στην ΝΟΜΟΣ). Προσέτι, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης στα πλαίσια ασκήσεως του διευθυντικού του δικαιώματος και προς θεραπεία διαρκών και μονίμων αναγκών του αναθέσει στο μισθωτό κατά τη διάρκεια του κανονικού ωραρίου του (νομίμου ή συμβατικού) εργασία της ειδικότητάς του πέραν από τη συμφωνημένη ή συνηθισμένη (πρόσθετη), η οποία συνεπάγεται την καταβολή περισσότερο εντατικών, σωματικών ή πνευματικών, δυνάμεων ή την ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης και από τη φύση της ή το χρόνο και τον τόπο που παρέχεται, δεν είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αναποσπάστως συνδεδεμένη ή παρεμφερής με τα κύρια καθήκοντά του, οπότε πρόκειται για εργασία, που σιωπηρά συμφωνήθηκε ότι θα παρέχεται στο κανονικό ωράριο χωρίς καταβολή άλλης αμοιβής, τότε ο μισθωτός μπορεί ή να αποκρούσει τη σχετική πρόταση, θεωρώντας την ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας με τις εντεύθεν συνέπειες, ή να την αποδεχθεί ρητά ή σιωπηρά. Στη δεύτερη όμως περίπτωση, εφόσον δεν συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά η μη καταβολή ιδιαίτερης αμοιβής και δεν προσδιορίσθηκε η ιδιαίτερη αμοιβή, δικαιούται να ζητήσει ως τέτοια το συνηθισμένο μισθό, δηλαδή εκείνο που θα έπαιρνε άλλος μισθωτός, ο οποίος παρέχει την ίδια εργασία, στον ίδιο τόπο και χρόνο και κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 639/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ).

Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του εκθέτει ότι την 1.11.2002 προσελήφθη από την εναγόμενη εταιρεία που δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών καθαρισμού, φύλαξης και τεχνικής συντήρησης επαγγελματικών χώρων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις εργασίες του ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του υπεύθυνου προμηθειών και αποθήκης, κατά πλήρες ωράριο 40 ωρών επί πενθήμερο εβδομαδιαίως έναντι μηνιαίου μικτού μισθού ύψους 1.994,49 ευρώ. Ότι παρά το γεγονός ότι ασκούσε με υπευθυνότητα και ευσυνειδησία τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, και μάλιστα καθ’ υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου της εργασίας του, κατά τουλάχιστον ένα δίωρο ημερησίως, εντός του οποίου παρείχε καθημερινώς και την πρόσθετη εργασία της επισκευής βλαβών των εκάστοτε μηχανημάτων των πελατών της εναγομένης, η τελευταία στις 14.9.2022 προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του χωρίς να του καταβάλει τη δικαιούμενη αποζημίωσης απόλυσης, επικαλούμενη την ήδη υποβληθείσα εκ μέρους της εναντίον του από 13.9.2022 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, δια της οποίας κατήγγειλε την εξαπάτησή της από τον ενάγοντα κατά την εκτέλεση της εργασίας του, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή. Ότι η καταγγελία τούτη είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι συνιστά αντίδραση της εναγόμενης στην αμέσως προηγηθείσα ενάσκηση εκ μέρους του του νομίμου δικαιώματος του που απορρέει από τη σύμβαση και το νόμο, να αντιλέξει προφορικώς και εμπράκτως στην αιφνίδια και αναίτια απόφασή της να περικόψει το επίδομα οδοιπορικών εξόδων που του κατέβαλε ανελλιπώς σε μηνιαία βάση για την κάλυψη των εξόδων εκτέλεσης εξωτερικών εργασιών, άλλως επειδή δεν καταβλήθηκε η δικαιούμενη αποζημίωσης απόλυσης, πρακτική την οποία μεθόδευσε η ίδια η εναγόμενη, δια της ψευδούς και προσχηματικής καταμήνυσής του για πράξεις που ουδέποτε τέλεσε. Μετά ταύτα και κατόπιν μερικού περιορισμού του αιτήματος, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, ως προς το σε σωρευτική διάταξη αίτημα περί καταβολής μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης κατά το ήδη καταβληθέν ποσό των 28.851,62 ευρώ και κατά τα επικουρικώς σωρευόμενα αιτήματα περί της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης κατά το αυτό ως άνω καταβληθέν χρηματικό ποσό και εξολοκλήρου ως προς το κονδύλιο της πρόσθετη αποζημίωσης του άρθρου 66 παρ. 3, 4 Ν. 4808/2021 (άρ. 223 εδ. β’ και 591 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ), ο ενάγων ζητά α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του για τους λόγους που αναφέρονται στο ιστορικό, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, να απειληθεί εναντίον της χρηματική ποινή ύψους 50.000,00 ευρώ, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 35.287,83 ευρώ, όπως αναλύεται στα επιμέρους κονδύλια των μισθών υπερημερίας και επιδομάτων εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2023 έως και το Δεκέμβριο του 2024, το ποσό των 42.465,58 ευρώ ως αμοιβή για την υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, το ποσό των 5.034,20 ευρώ για αποδοχές της πρόσθετης εργασίας του τεχνίτη μηχανών καθώς και το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, άπαντα δε τα ανωτέρω κονδύλια με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως επικουρικώς, στην περίπτωση που ήθελε καταφαθεί η ακυρότητα της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, πλην των ανωτέρω κονδυλίων που αντιστοιχούν στις αποδοχές λόγω εργασίας καθ’ υπέρβαση του ωραρίου, πρόσθετης εργασίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 4.503,94 ευρώ που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης, εντόκως από την επομένη της απόλυσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής και να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, απειλούμενης εναντίον της επί μη συμμόρφωσης, χρηματικής ποινής 10.000,00 ευρώ. Τέλος, ζητά να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον (7, 9,14 παρ. 2,16 αριθμ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για να συζητηθεί κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρ. 591, 614 αρ. 3α, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 1 άρθρ. τέταρτο ν. 4335/2015, καθώς η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στις 4-2-2022, βλ. σχετ. και άρθρ. 1 άρθρ. ένατο § 2 ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι ισχύουσες διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες από 01-01-2016 αγωγές]. Έχει δε ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 § 1 του Ν. 3198/1955, λαμβανομένης αυτής αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ, βλ. και ΟλΑΠ 1338/1985 ΕΕργΔ 1986.58), όσον αφορά στην έγερση αξιώσεων συνεπεία της φερόμενης ως άκυρης από 14.9.2022 (κοινοποιηθείσας στις 14.9.2022) καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, καθόσον, με επικαλούμενο τον ανωτέρω χρόνο καταγγελίας και λύσης της σύμβασης, η επίδοση της υπό κρίση αγωγής στην εναγομένη έλαβε χώρα στις 15.12.2022, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. ………/15.12.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη. Επιπλέον, η υπό δίκην αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι διαλαμβάνει όλα τα αξιούμενα από τον νόμο στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση και έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητάς της, περιέχοντας σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένα αιτήματα, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη είναι απορριπτέα. Επίσης, κατά τα κύρια σε αθροιστική διάταξη σωρευόμενα αιτήματά της, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 330, 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 656, 669 παρ. 2, 678, 59, 914, 932 ΑΚ, 66 παρ. 1β και 2 Ν. 4808/2021, 1, 3 και 5 του νόμου 3385/2005, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 74 παρ. 10 του νόμου 3863/2010 (υπερεργασία και νόμιμη προσαύξηση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης), 5, 6 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955, 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 1, 2 και 3, 3 παρ. 1, 6, 10 παρ. 1 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας (επιδόματα εορτών), 2 παρ. 1 του ν. 539/1945, όπως η παρ. 1 είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 άρθρ. 13 του ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε και πάλι με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3302/2004, 2, 5 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και 5 παρ. 5 του ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983 (αποδοχές αδείας), 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 (επίδομα αδείας), 69 παρ. 1 εδ. α’, 70, 176, 191 παρ. 2, 218, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αρ. 4, 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, συμπεριλαμβανομένου και του αγωγικού αιτήματος περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας και για χρονικό διάστημα μετά τη συζήτηση της αγωγής και υπό τον αυτονόητο όρο της μη μέχρι τούδε άρσης της υπερημερίας της εναγομένης (έως την τελεσιδικία της εκδοθησομένης απόφασης), καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την άκυρη καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, όπως ιστορείται ότι συνέβη εν προκειμένω (βλ. ΑΠ 752/2007, ΑΠ 597/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 294/2001 ΕλλΔνη 2001.693). Σημειώνεται ότι το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής είναι νόμιμο μόνο για το καταψηφιστικό αντικείμενο της δίκης και πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο κατά το μέρος που αφορά το αναγνωριστικό (δηλαδή το αίτημα για την αναγνώριση ως μη παράγουσας έννομες συνέπειες της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης), ενόψει του ότι η ενέργεια των αναγνωριστικών αποφάσεων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές και δεν νοείται, βάσει αυτών, διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. ΕφΑθ 628/2003 ΕλλΔνη 2004/1470, ΠΠΑΘ 1302/2015, ΠΠΑΘ 20/2013 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠΘεσ 3324/2012 Αρμ 2013/279, Μ. Μαργαρίτης, «Ερμηνεία ΚΠολΔ», 2012, τ. I, σε άρ. 907, σελ. 532). Συνεπώς, κατά το μέρος που η κρινόμενη αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το υπερβαίνον το ποσό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτημα αυτής, ήτοι για το πλέον του ποσού των 20.000,00 ευρώ κατ’ άρθρο 14 παρ. 1α ΚΠολΔ, έχει καταβληθεί το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου με τις προβλεπόμενες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, δοθέντος ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 του ΕισΝΚΠολΔ, στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά το Ν. ΓπΟΗ/1912 δικαστικό ένσημο για το μέχρι του ποσού της εκάστοτε καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτημα της αγωγής (e-παράβολο με κωδικό αριθμό ……… της Γ.Γ.Π.Σ. μετά της από 6.2.2024 απόδειξης πληρωμής της τράπεζας ………).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά) που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, τις ομολογίες των διαδίκων που εμπεριέχονται στις προτάσεις τους ή συνάγονται από αυτές (άρθρο 261 εδ. β’ σε συνδ. με 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), από την υπ’ αριθμ. 824/2.2.2024 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ……… που ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Κατσίγιαννη, με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου του δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………/24.1.2024 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, από τις υπ’ αριθμ. ……… και ………/5.2.2024 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης ……… και ………, αντίστοιχα, που εδόθησαν με επιμέλεια της εναγομένης ενώπιον του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ευθυμίου Καραβασίλη (ΑΜΔΣΑ 12964) μετά από νομότυπη κλήτευση του ενάγοντος δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………/29.1.2024 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θωμά Βαρελά, από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), πλήρως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων την 1.11.2002 προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία που έχει ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού γραφείων και λοιπές συναφείς εργασίες, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος και υπό την ειδικότητα του υπαλλήλου αποθήκης και εξωτερικών εργασιών. Ως ειδικότερα αναγράφεται στην έγγραφη σύμβαση εργασίας που συνυπέγραψαν τα διάδικα μέρη, τα καθήκοντά του μεταξύ άλλων, περιλάμβαναν την διεκπεραίωση μηνιαίων παραγγελιών προς πελάτες, την παραλαβή υλικών, την πληρωμή λογαριασμών την παράδοση τιμολογίων, την είσπραξη επιταγών κ.α. Το ωράριο της εργασίας του συνομολογήθηκε πλήρους απασχόλησης, ήτοι οκτάωρο ημερησίως, με ευελιξία ως προς την κατανομή του στον ημερήσιο χρόνο, αναλόγως των αναγκών της εταιρείας και κατά την κρίση των προϊσταμένων του. Ο δε μηνιαίος μισθός του κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασής του στις 14.9.2022, είχε ανέλθει στο ποσό των 1.994,49 ευρώ (μικτά). Επιπρόσθετα, δε του μισθού του, ο ενάγων για την κάλυψη των εξόδων της τακτικής μετάβασής του στις εγκαταστάσεις διαφόρων πελατών της εταιρείας με το δικό του όχημα, ελάμβανε για τα έξοδα κίνησης, το ποσό των 100,00 ευρώ μηνιαίως, ως επίδομα οδοιπορικών, το οποίο ήταν καταγεγραμμένο στην μηνιαία ανάλυση της μισθοδοσίας του (την προσκομιζόμενη του μηνός Ιουνίου 2022), ως μη μισθοδοτική παροχή. Και ενώ ούτως είχαν τα πράγματα, αίφνης και εντελώς αναιτιολόγητα, στις 10.8.2022, ο ενάγων ενημερώθηκε για την απόφαση της εναγομένης να προβεί σε άμεση περικοπή του άνωθεν επιδόματος εξόδων κίνησης, μόνον αναφορικά με το πρόσωπό του, ως κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, η μάρτυρας ανταπόδειξης, ………, εργαζόμενη στο τμήμα προσωπικού της εναγομένης, και μάλιστα με αναδρομική εφαρμογή από τον προηγούμενο μήνα (Ιούλιο του 2022), στις δε διαμαρτυρίες του δεν έλαβε σαφή απάντηση για την αιτία και τη διάρκεια της περικοπής (ίδετε σχετική ανάλυση μισθοδοσίας μηνός Ιουλίου). Ως αντίδραση στην παραπάνω μονομερή πρακτική της εναγομένης, αλλά και για πρακτικούς λόγους αδυναμίας κάλυψης με ίδια οικονομικά μέσα των εξόδων της μετάβασής του, ο ενάγων δύο μέρες αργότερα, όταν κλήθηκε από τον προϊστάμενό του να εκτελέσει εργασία εκτός των εγκαταστάσεών της που βρίσκονται στο ……… Αττικής, και δη να μεταβεί στο ………, προς επιδιόρθωση τεχνικής βλάβης εκεί ευρισκόμενου μηχανήματος, ούτος αρνήθηκε κατηγορηματικά να μεταβεί στον προορισμό με ίδια μέσα, μέχρι την ανάληψη εκ μέρους της εναγομένης του κόστους της μετακίνησής του, ως ανελλιπώς έπραττε άλλωστε κατά το παρελθόν. Η παραπάνω ιστορική αλληλουχία των γεγονότων αμφισβητείται από την εναγομένη, η οποία αποδίδει την περικοπή των οδοιπορικών εξόδων του ενάγοντος, στην προηγηθείσα απόφασή του να αρνηθεί αναιτιολόγητα την μετάβασή του στις εγκαταστάσεις του άνω νοσοκομείου προς επιτέλεση της ανατεθείσας εργασίας, διατεινόμενη ότι η περικοπή αποφασίστηκε ως ανταπάντηση στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντος και στην άρνησή του να υπακούσει στις εντολές των ανωτέρω του. Πλην όμως, το περιεχόμενο των καταγεγραμμένων κατά την επίμαχη περίοδο συνομιλιών μεταξύ των μερών την διαψεύδει. Πλέον συγκεκριμένα, η εναγόμενη το πρώτον στις 16.8.2022, δια του Προέδρου του Δ.Σ. αυτής, ………, απέστειλε στον ενάγοντα, την από την αυτή ημεροχρονολογία επιστολή διατυπώνοντας τα ακόλουθα: «Μόλις προχθές (12/8) πληροφορήθηκα από τον ……… ότι αρνήθηκες να επισκευάσεις μία μηχανή της εταιρείας στο ………. Αυτό συνιστά ανυπακοή σε εντολή της Διοίκησης, απείθεια και φυσικά άρνηση εκτέλεσης καθηκόντων σου, με κίνδυνο ζημίας της εταιρείας. Αυτή σου η ενέργεια έρχεται ως συνέχεια της παράνομης και επιζήμιας για την εταιρεία εντολής που έδωσες προ ολίγων ημερών στους μεταφορείς της εταιρείας ……… και ……… να μεταφέρουν διάφορα είδη του σπιτιού σου από την Αθήνα στη θερινή σου κατοικία στο ……… Αττικής (απόσταση περίπου 60 km). Αυτό συνέβη κατ’ επανάληψη όπως και με άλλα είδη που αγόρασες από το ………, όπως μας δήλωσαν τα ανωτέρω πρόσωπα, πλέον βέβαια διάφορες βοηθητικές οικοδομικές εργασίες στο σπίτι σου. Ο κίνδυνος κάποιου ατυχήματος ή του ελέγχου της σύννομης μεταφοράς εκ μέρους της Εφορίας και τις σχετικές συνέπειες για την εταιρεία ουδόλως τις έλαβες υπόψη σου μπροστά στο ίδιο όφελος. Τα γεγονότα όπως αντιλαμβάνεσαι έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό σου και πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε καταλλήλως. Αναφορικά με το καθήκον σου να επισκευάζεις μικρής έκτασης βλάβες στις μηχανές της εταιρείας, προέρχεται από την μακρά αποδοχή σου επ’ αυτού και βέβαια από την υψηλότερη του νομίμου αμοιβή που λαμβάνεις. Έτσι σου τονίζομε κατηγορηματικά ότι δε θα ανεχθούμε άλλη παράνομη ενέργειά σου. Ελπίζω να μην υπάρξει άλλο κακό περιστατικό. Φυσικά επιφυλασσόμεθα κάθε νόμιμου δικαιώματος μας, για κάθε τυχόν ζημία από μη νόμιμη ενέργεια σου». Ως απάντηση, ο ενάγων απέστειλε την από 22.8.2022 επιστολή του στον άνω αποστολέα, με το εξής περιεχόμενο: «Μετά από 20 χρόνια σίγουρα ξέρεις ότι πρέπει να υπάρχει σοβαρός λόγος για μην κάνω κάτι που μου ζητάς. Όπως δεν αρνήθηκα να φτιάξω την πρώτη μηχανή και κατέληξε να γίνει καθήκον μου έτσι και τώρα αν αρχίσω να χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο μου για επισκευές σε χώρους πελατών, δεν θα σταματήσει ποτέ. Όταν η ……… ζητάει 1200 ευρώ να φτιάξει την μηχανή, δεν πρόκειται για μικρή βλάβη αλλά βλάβη η οποία πιθανά θα χρειαστεί παραπάνω από μία επίσκεψη. Και ενώ μέχρι τώρα μου έδινες ένα ποσό οδοιπορικών το οποίο μπορεί να μην κάλυπτε όλα τα έξοδα του αυτοκινήτου μου σε όλα τα δρομολόγια που κάνω για την εταιρεία, τουλάχιστον ήταν μία βοήθεια και έδειχνε ότι εκτιμούσες το έργο μου. Η απότομη διακοπή αυτού του ποσού γιατί δεν είναι το ίδιο με την διακοπή χρήσης του αυτοκινήτου μου για επαγγελματικό σκοπό; Όσο αφορά τις εντολές που έδινα στον ……… και τον ……… νομίζω ότι είναι αστείο να σε κάνουν να πιστεύεις ότι εγώ θα έπαιρνα την ευθύνη να συμβεί κάτι στο φορτηγό χωρίς να το ξέρεις. Πράγματι με βοήθησαν μερικές φορές με μικροθελήματα αλλά μόνο αν ήταν κοντά στο δρομολόγιο τους και οι σπουδαίες οικοδομικές εργασίες ήταν 2 σακούλες σκουπιδιών που δεν χωρούσαν στο αυτοκίνητο μου. Άλλωστε είναι και άλλοι στην εταιρεία που έχουν ζητήσει για χάρη την χρήση του φορτηγού και τους έχει δοθεί. Ξαφνικά θυμούνται όλοι πράγματα από το παρελθόν που με θίγουν ενώ τότε όπως και τώρα είναι συνηθισμένο να κάνουν κάποια μικρή εξυπηρέτηση αφού σχεδόν καθημερινά περνούν από το κέντρο το οποίο όλοι αποφεύγουμε. Ειδικά για το ……… το θεωρώ ντροπή τους να ισχυρίζονται ότι τους έστειλα 60 χιλιόμετρα για χάρη μου όταν γνωρίζουν πολύ καλά ότι έφεραν παραγγελία υλικών σε συνδυασμό με την παραγγελία του ……… στο μπιτς μπαρ που απέχει μόλις 200 μέτρα από το σπίτι μου και είναι ο μόνος λόγος που έτυχε να βρεθούν εκεί…». Εκ της ανωτέρω έντυπης επικοινωνίας των μερών, καθίσταται πέραν του προφανούς η ιστορική διαδοχή των κρίσιμων γεγονότων, ήτοι της περικοπής των εξόδων κίνησης αφενός και της άρνησης του ενάγοντος να υλοποιήσει προγραμματισμένη εξωτερική εργασία που του είχε ανατεθεί αφετέρου, με την πρώτη να προηγείται χρονικά της δεύτερης, σχήμα που αποκλείει την αντίστροφη αιτιώδη διαδρομή. Διότι, υπό την αντίθετη, υποστηριζόμενη από την εναγομένη εκδοχή, δεν εξηγείται με βάση την κοινή λογική η εναρκτήρια διατύπωση στην από 16.8.2022 επιστολή της περί της το πρώτον εκείνες τις ημέρες πληροφόρησής της για την αδικαιολόγητη αποχή του ενάγοντος από την εργασία του. Καθώς, εάν ούτως είχαν τα πράγματα, η λήψη απόφασης για την αναδρομική περικοπή του επιδόματος, για την οποία ο εναγών κάνει αμέσως λόγο στην απαντητική από 22.8.2022 επιστολή του, έδει όπως έπεται χρονικά της τοιαύτης ενημέρωσης, ενώ είναι προφανές ότι στην πραγματικότητα προηγείται, αφού είναι ήδη σε γνώση του διαμαρτυρούμενου περί τούτου ενάγοντος. Ώστε η από 24.8.2022 δήλωση του ως άνω εκπροσώπου της εναγόμενης ότι «τα οδοιπορικά κόπηκαν άμεσα από τη στιγμή που όλως παράνομα και αντίθετα με τις συμβατικές υποχρεώσεις σου δήλωσες άρνηση να πας να διαπιστώσεις το είδος της βλάβης σε μηχανή του ………» δεν επαληθεύεται, παρά αποτελεί μια προειλημμένη απόφαση της εναγομένης η οποία δεν είχε έρεισμα σε παράβαση των επαγγελματικών υποχρεώσεων του ενάγοντος. Τούτο για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η επίμαχη περικοπή εφαρμόστηκε το πρώτον στις αποδοχές του μηνός Ιουλίου που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, καταβλήθηκαν και αποτυπώθηκαν στις ενημερώσεις των πρώτων ημερών του Αυγούστου και πάντως όχι μετά τα μέσα του ίδιου μηνός. Συνεπώς επρόκειτο για απόφαση που ελήφθη πριν από το περιστατικό της 12.8.2022, ήτοι της ανυπακοής του ενάγοντος σε εντολή εκτέλεσης συγκεκριμένης εξωτερικής εργασίας. Ο ενάγων διατείνεται ότι για το γεγονός της περικοπής του επιδόματος οδοιπορικών προσέφυγε άμεσα στην Επιθεώρηση Εργασίας, πλην όμως τέτοια ενέργεια δεν αποδεικνύεται από το υλικό της δικογραφίας, και πάντως δεν αποδεικνύεται ότι περιήλθε τέτοιο γεγονός εις γνώση της εναγομένης πριν από την απόλυση του ενάγοντος. Εφεξής, οι σχέσεις των μερών περιήλθαν βαθμιαία σε εντεινόμενη ρήξη, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ανταλλαγέντων μηνυμάτων, τα οποία γρήγορα κατέληξαν στην αυθημερόν επίδοση της από 14.9.2022 εξώδικης δήλωσης της εναγομένης που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………/14.9.2022 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Μαλλίδη, με την οποία η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει την δικαιούμενη αποζημίωση απόλυσης, για το λόγο ότι είχε ήδη υποβάλλει εναντίον του την από 13.9.2022 και με ΑΒΜ ……… έγκληση για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσας κατά την εκτέλεση των επαγγελματικών του καθηκόντων. Πλέον συγκεκριμένα, με την απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών εν θέματι έγκλησή της, η εναγομένη κατηγορεί τον ενάγοντα ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2019 έως τον Ιούλιο του 2022 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος τη ζημίωσε κατά το ισόποσο των αποδοχών του το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με την υποχρέωση πίστης που απορρέει από την εργασιακή του σύμβαση όφειλε να παρέχει την εργασιακή του δύναμη καθ’ όλο το χρόνο ημερήσιας εργασίας του για την εκτέλεση και μόνο των εργασιών που του είχαν ανατεθεί, εν αγνοία της και ενώ με την παρουσία του στην εναγομένη την έπειθε ότι εργάζεται για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, εκείνος εξυπηρετούσε ίδια συμφέροντα, χρησιμοποιώντας, κατά κατάχρηση της θέσεώς του ως αποθηκάριου τον εργαζόμενο ………, οδηγό της εναγομένης, και τον υπάλληλο αποθήκης ……… καθώς και το εταιρικό όχημα, η χρήση του οποίου είναι αποκλειστική για τις επαγγελματικές ανάγκες της εταιρείας. Η εν λόγω έγκληση απορρίφθηκε τελεσίδικα για ουσιαστικούς λόγους, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ΠΡΦ23-381/22.1.24 Διατάξεως της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η υπ’ αριθμ. ………/19.9.2023 προσφυγή της εναγομένης κατά της υπ’ αριθμ. 2363/2023 Διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε εν συνόλω ως ουσία αβάσιμη η παραπάνω από 13.9.2022 έγκληση της νυν εναγομένης. Κατόπιν των ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο ενάγων ανταποκρίθηκε στις δικές του δικονομικές υποχρεώσεις, να εκθέσει και να αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυσή του έλαβε χώρα ως αντίδραση στην ενάσκηση του νομίμου δικαιώματος του να διεκδικήσει την επαναφορά της καταβολής των εξόδων κίνησής του με ίδια μέσα εκτός της έδρας της επαγγελματικής εγκατάστασης της εναγομένης, όπου παρείχε την εργασία του κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη, πρακτική την οποία η εναγομένη εφάρμοζε αδιατάρακτα επί μακράν και τερμάτισε αιφνιδιαστικά και αναιτιολόγητα. Μετά ταύτα, μετατίθεται στην εναγομένη εργοδότρια το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για το λόγο αυτό, επικαλούμενη εν προκειμένω αιτιολογημένη άρνηση επί τη βάσει της εισαγωγής στην αποδεικτική διαδικασία ενός πρόσθετου πιθανού κινήτρου που σχετίζεται με την τέλεση εκ μέρους του ενάγοντος αξιόποινων πράξεων σε βάρος της περιουσίας της. Εντούτοις, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εναγομένη απέτυχε στη διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης στο Δικαστήριο για την επίδραση των καταγγελλομένων γεγονότων, στην επικαλούμενη πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ενάγοντος και εν τέλει στην διαμόρφωση της βούλησής της να τερματίσει την επαγγελματική τους συνεργασία. Η εναγομένη στις προτάσεις της τονίζει εμφατικά και επανειλημμένα, το χρονικό σημείο της το πρώτον ενημέρωσής της για την παράνομη εξακολουθητική συμπεριφορά του ενάγοντος, το οποίο εντοπίζει συγκεκριμένα στις 22.8.2022 (κατά λέξη σελ. 7 των προτάσεων της εναγομένης: «Όλα τα ανωτέρω τα μάθαμε για πρώτη φορά όταν μας πληροφόρησε ο υπάλληλος αποθήκης της εταιρείας μας ……… με την από 22.8.2022 επιστολή του»). Προς επίρρωση προσκομίζεται η από 22.8.2022 χειρόγραφη επιστολή του ………, απευθυνόμενη προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της εναγομένης ………, με την οποία ο αποστολέας σε ιδιαιτέρως φιλικό ύφος, υπό την προσφώνηση «αγαπητέ φίλε ………» και την αποφώνηση «Με μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό ο φίλος σου ………» φέρεται να γνωστοποιεί στον αποδέκτη της, περιληπτικά τα εξής σε βάρος του ενάγοντος: «Σε πληροφορώ λοιπόν ότι το φορτηγό εάν έχει προγραμματίσει 6 με 7 δουλειές κάθε ημέρα, οι 2 δουλειές ήταν της εταιρείας και οι υπόλοιπες για τον ………. Σκέψου ότι πολλές φορές για να γλιτώσει 2 έως 3 ευρώ, είχε φτάσει το φορτηγό να ξεκινάει από το …………. με δύο ανθρώπους και να ψάχνει να βρει κάποιο e-shop που είχε βρει στο internet σε κάποια δρομάκια στον ……………., στο ……………., στην ……………., στο ……………., στο ……………., στην ……………. καθώς και σε πολλά άλλα μέρη της Αττικής. Υπήρχαν ημέρες που το φορτηγό βρισκόταν στο κέντρο και τηλεφωνούσε τον ……… και του έλεγε πήγαινε στη Λεωφ. ……… (……..), να μου πάρεις ένα μάρμαρο από το μαρμαράδικο του εξαδέλφου μου και άλλες φορές που είχαμε δρομολόγιο προς ……………., ……………., ……………., ……………., ……………., να του τηλεφωνεί και να του λέει να πάει στην οδό ……………. στο κέντρο της Αθήνας, για να αγοράσει γλυκά σιροπιαστά… Το 2021 προς την άνοιξη, ξεκίνησε και νέο σκηνικό με τον γυιό του, ο οποίος πήγαινε σε κάποιο σχολείο της περιοχής και έπρεπε να τον πάρουμε όταν σχολούσε για τον φέρουμε στην εταιρεία, για να φύγουν μαζί για το ………. Υπήρξαν ημέρες που περιμέναμε 1 έως 1,5 ώρα στο δρόμο για να έλθει από το σχολείο… ………: Πράγματι μας έστελνε 150 χλμ χωρίς να υπάρχει παραγγελία αεροδρομίου ή του BEACH BAR γιατί τις περισσότερες φορές το φορτηγό ήταν μέχρι επάνω γεμάτο με ογκώδη πράγματα που δεν ήταν δυνατό να χωρέσει και άλλα. Όταν τύχαινε να είμαι παρών στη συζήτηση για ………, πάντα έλεγε ότι έχει ενημερώσει τον ………..». Καταρχάς, η αλήθεια της καταγγελλόμενης συμπεριφοράς του ενάγοντος, δοκιμάζεται εύλογα από την δικαιολογημένη απορία που γεννάται στον αναγνώστη της επιστολής αναφορικά με την αιτία της μακρόχρονης σιωπής που ο συντάκτης της τήρησε επί τρία χρόνια ενάντια στα δίκαια συμφέροντα του φίλου και εργοδότη του, τα οποία φέρεται τώρα αιφνιδίως και άνευ αφορμής να επιλέγει να προασπίσει καταγγέλλοντας μια αδικία για την οποία επί έτη προτίμησε να τηρήσει απόλυτη σιγή. Εντούτοις, η ειλικρίνεια των καταγγελλομένων περιστατικών, την οποία τείνει να ενισχύσει αποδεικτικά και ο έτερος και άμεσα συνεχόμενος προς την υπόθεση συνεργάτης του ενάγοντος, ………, οδηγός της εναγομένης και υφιστάμενος του ενάγοντος, στην ένορκη βεβαίωσή του, ομοίως σιωπών για ανεξήγητους λόγους και δη με τον κίνδυνο της απόδοσης της μομφής της συγκάλυψης του ενάγοντος, δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης που να ενδιαφέρει την προκείμενη διαδικασία. Τούτο παρά το γεγονός ότι ο ενάγων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είχε πράγματι υποπέσει σε εξακολουθητικές παραβάσεις του προγράμματος εργασίας για την επίτευξη προσωπικών διευκολύνσεων κατά την εκτέλεση της εργασίας του, τις οποίες άλλωστε ο ίδιος ρητώς συνομολογεί χαρακτηρίζοντας αυτές ως «μικροθελήματα», δίχως να υπαινίσσεται ρητή συναίνεση, συγκατάθεση ή έστω έγκριση εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας και των εκπροσώπων της, ως επιχειρεί την σήμερον με τις προτάσεις του, (σχετ. η από 22.8.2022 επιστολή του όπου προτάσσει την απαξία των διευκολύνσεων που αιτήθηκε και όχι τη συγκατάθεση της εναγομένης). Εντούτοις, κρίνεται ότι ο βασικός άξονας των πλημμελειών στις οποίες ούτος υπέπεσε και πάντως ο χαρακτήρας του με ροπή προς την εξυπηρέτηση ιδίων μικροσυμφερόντων κατά παράκαμψη της προγραμματισμένης πορείας των δρομολογίων, είχε περιέλθει σε πλήρη γνώση της εργοδοτικής πλευράς ήδη πολύ νωρίτερα από τη λήψη της απόφασης περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Τούτο προκύπτει εναργώς από το περιεχόμενο της ως άνω επί λέξει παρατεθείσας από 16.8.2022 επιστολής του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, όπου ρητώς συνομολογεί τη θετική και κατηγορηματική γνώση του για τις αυτόβουλες προσωπικές εξυπηρετήσεις του ενάγοντος μέσω των φορτηγών οχημάτων της εναγομένης, τονίζοντας μάλιστα ότι η άρνηση επισκευής της μηχανής στο ……… αποτελεί την κατακλείδα σειράς προϋφιστάμενων και επαναλαμβανόμενων τέτοιων εξυπηρετήσεων, ήτοι αποδίδοντας στην ερευνώμενη παράβαση ιστορικότητα και εκτεταμένη διάρκεια και πάντως ουχί μοναδικότητα και εξαιρετική εμφάνιση. Συνεπώς, η τοιαύτη χρονική απόσταση των γεγονότων (της γνώσης της εναγομένης επί της παραβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντος και της συντέλεσης της απόλυσης) καθώς και το γεγονός της απραξίας της εναγομένης παρά τη γνώση αυτή, απομακρύνει σημαντικά το ενδεχόμενο η απόλυση του ενάγοντος να συνιστά το αιτιατό της προηγηθείσας αντισυμβατικής συμπεριφοράς του. Εξάλλου, παρίσταται ανεδαφική η προϋπόθεση ότι ο ενάγων συστηματικά επέβαλε στους συναδέλφους του και μεταφορείς της εναγόμενης την σημαντική παρέκκλιση από τα προγραμματισμένα δρομολόγιά τους, προκειμένου να εξυπηρετεί τα ίδια συμφέροντά του, στην εντατική έκταση που καταγγέλλεται (από τα 6 -7 ημερήσια δρομολόγια, μόλις τα 2 να αφορούν την εταιρεία και τα υπόλοιπα το προσωπικό όφελος του ενάγοντος), δεδομένου ότι η επιτυχημένη και μακρά εφαρμογή μιας τέτοιας αντισυμβατικής πρακτικής προϋποθέτει αναγκαίως το μεν την συγκατάβαση και σύμπραξη των συναδέλφων του με πρόδηλο κίνδυνο την εξαπόλυση μομφών εναντίον τους εκ της εργοδοσίας, το δε την περιέλευση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης σε πλήρη αδράνεια και απραξία, ήτοι όρους δυσχερώς συντρέχοντες. Τουναντίον πιθανότερη παρίσταται η εκδοχή να επρόκειτο για την εξυπηρέτηση ίδιων εργασιών που επέβαλαν περιορισμένη απόκλιση από το ημερήσιο πρόγραμμα δρομολογίων, από την άποψη της τοπικής και χρονικής εγγύτητάς τους ως προς αυτό. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, δεν αποδεικνύεται και δη πέραν πάσης αμφιβολίας ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η απόλυση δεν έγινε για τον επικαλούμενο από τον ενάγοντα λόγο, αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ότι η ίδια προσχηματικά επικαλείται ως λόγο απόλυσης την εν γένει πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων του ενάγοντος. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 66 §§1β και 2 ν. 4808/2021, ήτοι ως καταχρηστική, υπαγορευθείσα από ταπεινά ελατήρια και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγόμενης προς καταγγελία της σύμβασης, και ως εκ τούτου, είναι άκυρη και επί τη βάσει των άρθρων 174, 180 και 281 ταυ ΑΚ [ΑΠ 752/2007 ΕλΔ 48(2007).807, ΑΠ 538/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 868/2018 ΝΟΜΟΣ)], απορριπτόμενης ως αβάσιμης κατ’ ουσίαν της αντίστοιχης ένστασης της εναγομένης, ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο, αλλά για τον ανωτέρω εκτιθέμενο. Περαιτέρω από την, κατά τα προεκτεθέντα, ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η εναγομένη καθίσταται εκ μόνου του λόγου αυτού υπερήμερη, ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και ως προς την καταβολή των αποδοχών του και πρέπει να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες σε αυτήν υπηρεσίες, συμφώνως προς τη σύμβαση και κατά τους όρους που παρείχε την εργασία του (μισθολογικούς, εργασιακούς) πριν την καταγγελία, και να καταβάλει σ’ αυτόν τις αποδοχές, τις οποίες θα λάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή του σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση της εναγομένης να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του [ΑΠ 1165/2007 ΕΕργΔ 67(2008).626] και εφόσον οι αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας του μισθωτού [ΑΠ 752/2007 ΕλΔ 48(2007).807, ΑΠ 538/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 868/2018 ΝΟΜΟΣ], χωρίς να απαιτείται πραγματική, εκ μέρους του ενάγοντος προσφορά των υπηρεσιών του, τις οποίες ήδη η εναγομένη απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 350, 349 και 656 του ΑΚ, από τις 14.9.2022 και για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα και για όσο χρόνο θα εξακολουθεί η εναγομένη να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, ύψους 1.994,49 ευρώ μηνιαίως και ουχί αθροιστικά και πάντως κατ’ απώτατο χρονικό σημείο μέχρι τις 31.12.2024. Αναλυτικά, του οφείλονται αποδοχές υπερημερίας συνολικού ποσού 64.139,45 ευρώ που προκύπτει από τη συνάθροιση των εξής κονδυλίων: 1.116,92 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2022 [14 εργάσιμα ημερομίσθια από 15/9/2022 έως 30/9/2022 εκ 79,78 Ευρώ έκαστο {1.994,49 / 25}] + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2022 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2022 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2022 + 944,06 Ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2022 [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 15/9/2022 έως 31/12/2022 x 79,78 Ευρώ έκαστο: 2 x 79,78 x 5,68 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166} = 944,06] + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2023 + 1.038,79 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2023 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.994,49 / 2 x 1,4166 = 1.038,79] + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2023 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2023 + 997,25 Ευρώ για επίδομα αδείας 2023 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.994,49 / 2 = 997,25] + 2.077,58 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2023 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.994,49 x 1,04166 = 2.077,58] + 1.994,49 για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2024 + 1.038,79 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2024 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.994,49 / 2 x 1,04166 = 1.038,79] + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2024 + 1.994,49 Ευρώ      για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου  2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2024 + 997,25 Ευρώ για επίδομα αδείας 2024 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.994,49 / 2 = 997,25] + 2.077,58 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2024 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.994,49 x 1,04166 = 2.077,58). Από το ποσό δε αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των που καταβλήθηκε μετά την άσκηση της αγωγή στον ενάγοντα καταλογιζόμενο πρώτα στις αρχαιότερες ως άνω οφειλές, αφού άλλως δεν ορίστηκε κατά την καταβολή (ΑΚ 422), απομένοντος συνεπώς ανεξόφλητου υπολοίπου ύψους 35.287,83 ευρώ, το οποίο αντιστοιχίζεται στις εξής οφειλές εκ των ανωτέρω: 176,52 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2023 + 1.994,49 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2023 + 1.994,49 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2023 + 997,25 Ευρώ για επίδομα αδείας 2023 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.994,49 / 2 = 997,25] + 2.077,58 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2023 (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.994,49 x 1,04166 = 2.077,58] + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2024 + 1.038,79 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2024 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.994,49 / 2 x 1,4166 = 1.038,79] + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2024 + 1.994,49 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2024 + 997,25 Ευρώ για επίδομα αδείας 2024 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.994,49 / 2 = 997,251 + 2.077,58 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2024 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.994,49 x 1,04166 = 2.077,58]. Επιπρόσθετα, ως προεκτέθηκε, το συμφωνημένο ωράριο της καθημερινής εργασίας του ενάγοντος ήταν από τις 8.30 π.μ. έως τις 17.00 μ.μ. (με ενδιάμεσο διάλειμμα μισής ώρας). Πλην όμως, το άνω συμφωνηθέν ωράριο δεν τηρούνταν, καθώς η εναγομένη μετέθετε συστηματικά την λήξη της βάρδιας του ενάγοντος κατά μία ώρα αργότερα, με αποτέλεσμα το ωράριο εργασίας του να μην υπολείπεται σε καμία περίπτωση ημερησίως των 9 ωρών συνολικής εργασίας. Πλέον συγκεκριμένα, ο ενάγων ήταν επιφορτισμένος με τα καθήκοντα του υπευθύνου προμηθειών και αποθήκης, στα οποία περιλαμβάνονταν η έρευνα αγοράς των προϊόντων για την εκτέλεση των εργασιών της εναγομένης (αναλώσιμα, χαρτικά, μηχανήματα πλύσης δαπέδων και χαλιών, πιεστικά, ηλεκτρικές σκούπες κ.α.) και η κατάρτιση των συμβάσεων αγοράς αυτών για λογαριασμό της, η μέριμνα για την προμήθεια των άνωθεν προϊόντων απευθείας προς διάθεση στους εκάστοτε πελάτες της εναγομένης και η παρακολούθηση της άρτιας εξέλιξης των παραγγελιών μέχρι τον τελικό προορισμό τους. Ως εκ της φύσεως των καθηκόντων του, κατ’ ανάγκην παρέμενε στις εγκαταστάσεις της εταιρείας μέχρι την οριστική παύση της λειτουργίας της αποθήκης, η οποία κατά τη μάρτυρα ανταπόδειξης, τερματιζόταν περί ώρα 6η απογευματινή. Παραμονή του ενάγοντος στην εργασία του και μετά την παρέλευση της ώρας τούτης δεν αποδείχθηκε από το υπάρχον υλικό της δικογραφίας, καθώς δεν στηρίζεται αποδεικτικά ούτε από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, ………, συναδέλφου του ενάγοντος στη γραμματεία της διοίκησης της εναγομένης, της οποίας η μαρτυρία συγκλίνει ομοίως προς την άνω παραδοχή της ωριαίας υπέρβασης (σχετ. κατάθεση μάρτυρα, πρακτικά σελ. 5: «σίγουρα τουλάχιστον επί καθημερινής βάσης θα έμενε και μια και μιάμιση και δύο ώρες»), ενώ αναιρείται από την έλλειψη αντικειμένου προς εργασία κατά τις μετέπειτα ώρες. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν μόνον ως υπεύθυνος αποθήκης, αλλά πραγματοποιούσε παράλληλα με την κύρια εργασία του σταθερά, μόνιμα και καθημερινά τεχνικές εργασίες τακτικής συντήρησης και επιδιόρθωσης βλαβών μικρής βαρύτητας των μηχανημάτων, για την πώληση των οποίων προς ιδιώτες είχε μεσολαβήσει η εναγομένη εταιρεία κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα με διάρκεια μιας ώρας ημερησίως. Προς την επιτέλεση και των εργασιών αυτών εκ μέρους του, παρά το γεγονός της έλλειψης εξειδικευμένων τεχνικών γνώσεων, συντάχθηκε η μάρτυρας ανταπόδειξης, απομειώνοντας εντούτοις την κρισιμότητά τους με το χαρακτηρισμό ως «μικροβλάβες». Η παροχή της διακριτής αυτής εργασίας δεν είχε ρητά συμφωνηθεί, ούτε στην γνωστοποίηση αρμοδίως των όρων της σύμβασης εργασίας του περιλήφθηκε ειδικότερος όρος περί πρόσθετης εργασίας, ούτε συμπεριλαμβανόταν στα καθήκοντα του ως υπεύθυνου αποθήκης, ούτε συμφωνήθηκε για την εργασία αυτή ιδιαίτερη αμοιβή, ούτε ότι θα εκτελείται χωρίς αμοιβή, και επομένως δικαιούνταν για την εργασία αυτή πρόσθετη αμοιβή ως τέτοια δε πρέπει να του επιδικασθεί: Α) Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 31.1.2019, οπότε ο νόμιμος μηνιαίος μισθός για τον εργατοτεχνίτη άνω των 25 ετών, ορίζεται σε 586,08 ευρώ (Π.Υ.Σ. 6/2012 ΦΕΚ Α’ 38/28.2.2012) και το ωρομίσθιο σε 3,52 ευρώ (586,08/25 x 6/40=), ο ενάγων εκτελούσε πρόσθετη εργασία, ως εξειδικεύεται ανωτέρω, επί 1 ώρα ημερησίως, ήτοι επί (98 εβδομάδες x 5 ημέρες x 1 ώρα ημερησίως), 490 ώρες, και συνεπώς δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των (490 χ 3,52=) 1.724,80 ευρώ. Β) Για το χρονικό διάστημα από 1.2.2019 έως 31.12.2021, οπότε ο κατώτατος μισθός αυξάνεται (από την 1η Φεβρουαρίου) στα 650,00 ευρώ ανά μήνα μεικτά (αύξηση 11%) και το ωρομίσθιο στο ποσό των (650/25 x 6/40=) 3,90 ευρώ, ο ενάγων εκτελούσε πρόσθετη εργασία ως τεχνικός επισκευών βλαβών και συντήρησης ως ανωτέρω επί μία ώρα ημερησίως, ήτοι επί (137 εβδομάδες x 5 ημέρες x 1 ώρα ημερησίως) 685 ώρες και δικαιούται το ποσό των (685 x 3,90 =) 2.671,50 ευρώ. Γ) Για το χρονικό διάστημα από 1/1/2022 έως 30/4/2022, οπότε το νόμιμο ωρομίσθιο υπαλλήλου, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, διαμορφώθηκε, κατόπιν της Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27-12-2021), στο ποσό των 3,98 Ευρώ (663,00 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 x 6 / 40 = 3,98), ο ενάγων εργάστηκε ως τεχνικός επί 85 ώρες (17 εβδομάδες x 5 ημέρες x 1 ώρα ημερησίως) και δικαιούται το ποσό των 338,30 Ευρώ (85 ώρες x 3,98 Ευρώ) και Δ) Για το χρονικό διάστημα από 1/5/2022 έως 14/9/2022, οπότε το νόμιμο ωρομίσθιο υπαλλήλου, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, διαμορφώθηκε, κατόπιν της Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/21-4-2022), στο ποσό των 4,28 Ευρώ (713,00 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 x 6 / 40 = 4,28), ο ενάγων εργάστηκε ως τεχνικός επί 70 ώρες (14 εβδομάδες x 5 ημέρες x 1 ώρα ημερησίως) και δικαιούται το ποσό εναγόμενη μου οφείλει το ποσό των 299,60 Ευρώ (70 ώρες x 4,28 Ευρώ). Επισημαίνεται ότι η εναγομένη δεν αντιλέγει ως προς το ύψος της πρόσθετης αμοιβής, ούτε και προέβαλε ισχυρισμό για διαφορετικό υπολογισμό της. Ήτοι για τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 5.034,20 ευρώ. Εξάλλου, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.1.2017 έως 14.9.2022, ο ενάγων εργαζόταν τακτικά και πλέον του ωραρίου του, χωρίς να λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή. Η εναγομένη, όμως, ως προεκτέθηκε, δεν τηρούσε το ωράριο αυτό, υποχρεώνοντας τον ενάγοντα, να απασχολείται, συχνά, πέραν του συμβατικού και του νόμιμου ωραρίου του, συμπληρώνοντας εργασία 9 ωρών ημερησίως. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο ενάγων δεν εκτελούσε υπερεργασιακή εργασία, ελέγχεται, ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων εργάστηκε πέραν του ωραρίου του ως εξής, εκτελώντας υπερεργασία ως εξής: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2017 έως 31/12/2017, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ήταν 9,70 Ευρώ (1.616,00 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 x 6 / 40 = 9,70), απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45, συνολικά επί 235 ώρες (47 εβδομάδες x 5 ώρες = 235 ώρες), οπότε δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 2.735,40 Ευρώ (235 ώρες x 9,70 Ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης για κάθε ώρα από την 41η έως την 45η = 2.735,40). β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2018 έως 31/12/2019, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ήταν 9,78 Ευρώ (1.630,68 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 x 6 / 40= 9,78), απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45, συνολικά επί 470 ώρες (94 εβδομάδες x 5 ώρες = 470 ώρες), οπότε δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 5.515,92 Ευρώ (470 ώρες x 9,78 Ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης για κάθε ώρα από την 41η έως την 45η = 5.515,92). γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2020 έως 31/12/2021, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ήταν 10,75 Ευρώ (1.791,68 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 x 6 / 40 =10,75), απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45, συνολικά επί 470 ώρες (94 εβδομάδες x 5 ώρες 470 ώρες), οπότε δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 6.063,00 Ευρώ (470 ώρες x 10,75 Ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης για κάθε ώρα από την 41η έως την 45η = 6.063,00). δ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2022 έως 14/9/2022, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ήταν 11,37 Ευρώ (1.894,49 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 x 6 / 40 = 11,37, απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45, συνολικά επί 160 ώρες (32 εβδομάδες x 5 ώρες = 160 ώρες), οπότε δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 2.183,04 Ευρώ (160 ώρες x 11,37 Ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης για κάθε ώρα από την 41η έως την 45η = 2.183,04). Γίνεται μνεία ότι από τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα ετήσιας διάρκειας τουλάχιστον, έχουν αφαιρεθεί, για τον υπολογισμό των ημερών και ωρών εργασίας, πέντε (5) εβδομάδες ετησίως, κατά τις οποίες ο ενάγων απουσίαζε με κανονική άδεια. Συνεπώς, για την ανωτέρω αιτία ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 16.497,36 ευρώ. Το κονδύλιο για την εκτέλεση παράνομης υπερωριακής εργασίας ελέγχεται καθ’ ολοκληρίαν απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθώς δεν αποδείχθηκε η συντέλεση της εργασιακής απασχόλησης του ενάγοντος υπερωριακά. Προσέτι, η απόλυση του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε ότι συντελέστηκε υπό συνθήκες ιδιαζόντως απαξιωτικές και μειωτικές για την προσωπικότητά του, ανεξάρτητα από την ταπεινότητα του κινήτρου για την υποκίνησή της, η οποία αξιολογήθηκε ήδη στο πλαίσιο της διερεύνησης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Άλλωστε μόνη η ακυρότητα της καταγγελίας, παρά τις αδιαμφισβήτητα δυσμενείς επιπτώσεις για τη διαβίωση του ενάγοντος και δη ως γονέα ανηλίκου τέκνου, δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας. Περαιτέρω περιστάσεις που να συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος δεν αποδείχθηκαν, καθώς η διαφωνία των μερών περιορίστηκε σε αυστηρώς προσωπικό επίπεδο, δεν δημοσιοποιήθηκε, ούτε εξωτερικεύθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση των λοιπών συναδέλφων του ή του οικογενειακού και φιλικού περίγυρου του ενάγοντος. Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, η υποβληθείσα εναντίον του έγκληση εκ μέρους της εναγομένης, παρά την ως άνω παρατεθείσα διαδικαστική της εξέλιξη, δεν ήταν εντελώς ψευδής, ούτε έγινε με δόλο ή βαριά αμέλεια προκειμένου να διωχθεί ο ενάγων, αν και παντελώς αμέτοχος προς την καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη. Το γεγονός δε ότι κρίθηκε πως η εναγομένη τελούσε σε γνώση των παράνομων συμπεριφορών του ενάγοντος, ως κρίθηκε με τις απορριπτικές εισαγγελικές διατάξεις, αφορά την υποκειμενική ενδιάθετη βούληση της πρώτης απέναντι στην πάντως συντελεσθείσα αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος και δεν αποδείχθηκε ότι τα καταγγελλόμενα περιστατικά δεν συντελέστηκαν, ούτε ότι παραμορφώθηκαν δια της έγκλησης δολίως τα πράγματα. Μετά ταύτα, μη συντρέχουσας περίπτωσης προσβολής της προσωπικότητάς του ενάγοντος, το κονδύλιο για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ελέγχεται απορριπτέο κατ’ ουσίαν. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας του, απειλώντας σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 300,00 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την υποχρέωσή της αυτή (βλ. ΑΠ 1291/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, περί του ότι το Δικαστήριο μπορεί, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 946 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να προσδιορίσει τη χρηματική ποινή για κάθε ημέρα ή εβδομάδα ή άλλη χρονική μονάδα παράβασης της υποχρέωσης εκτέλεσης της επιτασσόμενης πράξης), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (περί του ότι ο μη προσδιορισμός του νόμιμου εκπροσώπου δεν παρεμποδίζει την επιβολή χρηματικής ποινής, κατ’ άρθρο 946 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αφού η τελευταία βαρύνει την περιουσία του νομικού προσώπου, όπως το εναγόμενο, και επομένως νομίμως απαγγέλλεται κατ’ αυτού, βλ. ΑΠ 1618/1998, ΕλλΔνη 2001/115), γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα α. το ποσό των 35.287,83 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2023 έως και το Δεκέμβριο του 2024, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, το ποσό των 16.497,36 ευρώ για την αμοιβή λόγω της υπερεργασίας και το ποσό των 5.034,20 ευρώ για την αμοιβή της πρόσθετης εργασίας του τεχνίτη, ήτοι συνολικά το ποσό των (35.287,83 + 16.497,36 + 5.034,20=) 56.819,39 ευρώ. Τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο, ως ακολούθως: α) αναφορικά με το ποσό των μισθών υπερημερίας, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά εκάστη αξίωση, είτε ήδη ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, είτε μελλοντική (άρθρα 655, 341 παρ.1, 345 εδαφ. α’ ΚΠολΔ), β) ως προς τα ποσά που αφορούν στα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, από την επομένη της 30ης Απριλίου και της 31ης Δεκεμβρίου, αντίστοιχα, κάθε έτους, για το οποίο αυτά οφείλονται, ως προς τα ποσά που αφορούν στα επιδόματα αδείας από την τελευταία ημέρα του οικείου έτους αντίστοιχα και γ) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε νόμιμες προσαυξήσεις λόγω υπερεργασίας και σε αμοιβή για την παροχή πρόσθετης εργασίας τεχνίτη μηχανημάτων, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, διότι πρόκειται για παροχές για τις οποίες δεν τάσσεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής, οπότε τοκοφορούν από την όχληση της εναγομένης που επέρχεται με την επίδοση αγωγής και όχι από προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 653/2000 ΕλλΔνη 2001.125, ΑΠ 1244/2001 ΕλλΔνη 2002.166, ΑΠ 360/2002 ΕΕργΔ 2003.1030, ΕφΛαρ 49/2013 ΝΟΜΟΣ), ενώ ειδικά ως προς την πρόσθετη εργασία που εκτελείται στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης και κατά τη διάρκεια του νόμιμου ωραρίου εργασίας, αφορά τις προσαυξήσεις του μισθού που η καταβολή τους συνδέεται με ειδικές περιστάσεις που δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σε κάθε μισθολογική περίοδο (ίδετε ΑΠ 1002/2017). Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό και δη κατά την επαναπασχόληση του ενάγοντος υπό το αυτό εργασιακό καθεστώς ως και πριν την καταγγελία καθώς και την επιδίκαση του ποσού των 13.223,80 ευρώ για τις αποδοχές υπερημερίας που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2023 έως και τον Μάρτιο του 2024 (μισθοδοσία, επίδομα αδείας 2023 και επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2023), διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907, 908 παρ.1 περ. ε’, 910 αρ. 4 ΚΠολΔ) και διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι και η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, ο οποίος απασχολούμενος συνεχώς από το 2002 στις υπηρεσίες της εναγομένης είχε δομήσει τον οικογενειακό του προϋπολογισμό και με βάση τις αποδοχές από τη συγκεκριμένη εργασία του για την κάλυψη των αναγκών και εν γένει εξόδων διαβίωσής του. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, αναλόγως της έκτασης της νίκης και της ήττας του και κατόπιν υποβολής σχετικού εκ μέρους του τελευταίου αιτήματος (άρθρα 106, 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τα ως απορριπτέα στο σκεπτικό κριθέντα.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος που έγινε στις 14.9.2022, είναι άκυρη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, επιβάλλοντας σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους τριακοσίων (300,00) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την υποχρέωσή της αυτή.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την αμέσως ως άνω διάταξη προσωρινά εκτελεστή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πενήντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων δεκαεννέα ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών του ευρώ (56.819,39 ευρώ), με το νόμιμο τόκο κάθε μερικότερου κονδυλίου, κατά τις διακρίσεις που γίνονται στο σκεπτικό έως την εξόφληση κάθε επιμέρους ποσού.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη κατά το ποσό των δεκατριών χιλιάδων διακοσίων είκοσι τριών ευρώ και ογδόντα λεπτών του ευρώ (13.223,80 ευρώ).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στις 22-3-2024, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies