Περίληψη: Αν ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, δεν υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, αλλά αποβλέπει στην πραγματοποίηση άσχετων με αυτούς επιδιώξεων και έχει επίμεμπτα κίνητρα (εμπάθεια, εκδικητικότητα κλπ.), τότε υπάρχει κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, η οποία συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας. Κατά το άρθρο 656 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 Ν. 4139/2013, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και τον μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Ορισμένο ένστασης του εργοδότη περί κακόβουλης παράλειψης ανεύρεσης εργασίας. Για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, οφείλει αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος. Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική. Προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει, κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ. Η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικά δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και συνακόλουθα της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων, δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως στην ελληνική οικονομία, στην οποία είναι από μακρόν συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας, ιδίως κάτω από τις κρατούσες συνθήκες ρευστότητας και της διεθνούς οικονομίας. Κρίση ότι έλαβε χώρα μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της επίδικης σύμβασης εργασίας και ότι η εργοδότρια αρνείται μέχρι τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και να καταβάλει τους μηνιαίους μισθούς του. Περαιτέρω ότι δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου ούτε προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας και συνεπώς δεν έχει αρθεί η υπερημερία της. Η εν λόγω συμπεριφορά της εργοδότριας δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος του ενάγοντος, δηλαδή δεν καθιστά από μόνη της καταχρηστική την προσφυγή του τελευταίου στα δικαστήρια και την αξίωση να του καταβληθούν μισθοί υπερημερίας, ακόμα και εάν αυτοί αφορούν μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του. Δεν παρέλειψε από κακοβουλία να βρει αλλού εργασία και ειδικότερα σε θέση ανάλογη αυτής που απασχολούταν στην εργοδότρια, αλλά αντίθετα εξάντλησε κάθε δυνατότητα εύρεσης εργασίας. Αβάσιμος ο ισχυρισμός της εργοδότριας ότι θα είχαν μειωθεί οι αποδοχές του εργαζόμενου. Δέχεται εν όλω την αγωγή. Επιδικάζει στον εργαζόμενο, για μισθούς υπερημερίας, το συνολικό ποσό των 19.453,52 Ευρώ, που αφορά το ένατο και το δέκατο έτος μετά τη μονομερή βλαπτική μεταβολή.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης
Αριθμός απόφασης 777/2024
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ουρανία Ζυγογιάννη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Φωτεινή-Ελένη Μόσχου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος-ενάγοντος: …………….. …………….. του …………….., με Α.Φ.Μ. …………….., κατοίκου …………….., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου του Γεωργίου-Μιχαήλ (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 29922).
Της καθ’ ης η κλήση-εναγομένης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….. Α.Ε.», με Α.Φ.Μ, …………….., νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην ………….. και διατηρεί υποκατάστημα στις …………….. Αττικής (……………..), παραστάθηκε δε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Βασιλικής Μπλάνα του Ιωάννη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 34404).
Ο καλών-ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 4-11-2016 με γενικό αριθμό κατάθεσης …………/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2016 αγωγή του, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 29-5-2017 και μετ’ αναβολή στις 18-9-2017, οπότε ματαιώθηκε και επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 22-3-2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης …………/2022 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2022 κλήση του, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 18-5-2022 και μετ’ αναβολή κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 260 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τελευταία τροποποίησή του με το άρθρο 16 Ν. 4842/2021, με έναρξη ισχύος την 1η-1η-2022 (βλ. άρθρο 120 του νόμου), «1. Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. 2. Στην τακτική διαδικασία και στις δίκες των ειδικών διαδικασιών, αν οι διάδικοι δεν λάβουν κανονικά μέρος στη δίκη ή δεν εμφανιστούν στο ακροατήριο, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώνεται. Αν παρέλθουν ενενήντα (90) ημέρες από τη ματαίωση χωρίς να ζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο από τον γραμματέα με εντολή του διευθύνοντος το δικαστήριο και η δίκη καταργείται». Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β του ίδιου ως άνω Ν. 4842/2021, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν.4871/2021, «στις υποθέσεις που εκδικάζονται με τις ειδικές διαδικασίες, η παρ. 2 του άρθρου 260, όπως τροποποιείται με το άρθρο 16 του παρόντος, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εκτός εάν η συζήτηση της αγωγής έχει ήδη ματαιωθεί, οπότε η προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών αρχίζει από την έναρξη ισχύος του παρόντος». Εν προκειμένω, παραδεκτώς και νομίμως με την από 22-3-2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης………… /2022 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2022 κλήση του, ο καλών-ενάγων επαναφέρει την από 4-11-2016 με γενικό αριθμό κατάθεσης …………/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2016 αγωγή του, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 18-9-2017, εφ’ όσον από την ημερομηνίας θέσης σε ισχύ του νέου άρθρου 260 παρ. 2 ΚΠολΔ έως την κατάθεση της κλήσης στις 22-3-2022 δεν παρήλθε η προαναφερόμενη προθεσμία των 90 ημερών.
Ο εργοδότης, ασκώντας το από το άρθρο 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, στο πλαίσιο της οργάνωσης και διεύθυνσης της επιχείρησής του με βάση τα κριτήρια που ο ίδιος κρίνει ως πλέον αποτελεσματικά. Αν, ωστόσο, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, δεν υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, ήτοι την, κατά το δυνατόν, καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης, αλλά αποβλέπει στην πραγματοποίηση άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη και έχει επίμεμπτα κίνητρα (εμπάθεια, εκδικητικότητα κλπ.), τότε υπάρχει κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία συνιστά τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 216/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 648, 652 παρ. 1, 656 ΑΚ, 7 παρ. 1 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 677/2017, ΑΠ 381/2012, ΑΠ 795/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 Ν. 4139/2013, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο (ΑΠ 359/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε στις 6-3-1997 από την εταιρεία «…………Ο.Ε. – …………» και από τις 19-5-2003 η σύμβασή του μεταβιβάσθηκε στην εναγομένη εταιρεία, στην οποία έκτοτε απασχολείτο στη θέση του Προϊσταμένου του Τμήματος Διανομών, έναντι μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.435,09 ευρώ. Ότι, όπως έχει ήδη κριθεί με ισχύ δεδικασμένου δυνάμει της υπ’ αριθμ. …………/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στις 23-10-2008 η εναγομένη-εργοδότριά του μετέβαλε μονομερώς και βλαπτικά για τον ίδιο τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, μη αποδεχόμενη δε έκτοτε τις προσφερόμενες υπηρεσίες του με τους πριν την μεταβολή όρους, κατέστη υπερήμερη, οφείλοντάς του, μεταξύ άλλων, μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 έως 26-10-2009. Ότι η εναγομένη συνέχισε να τελεί σε κατάσταση υπερημερίας, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να προσφύγει εκ νέου στο δικαστήριο με την άσκηση τριών επιπλέον αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκαν τελεσίδικες αποφάσεις που την υποχρέωσαν να του καταβάλει νέους μισθούς υπερημερίας έως 17-10-2016. Ότι η εναγομένη δεν έχει εισέτι άρει την υπερημερία της, με αποτέλεσμα να του οφείλει μισθούς υπερημερίας και μετά την τελευταία ως άνω ημερομηνία. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά το νόμιμο με τις προτάσεις του (άρθρο 223 ΚΠολΔ) περιορισμό του αιτήματος της αγωγής κατά το ποσό των 20.956,12 ευρώ, το οποίο εισέπραξε από την εργασία του σε άλλο εργοδότη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και το οποίο αφαιρεί από το αρχικώς αιτούμενο με την αγωγή ποσό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 19.453,52 ευρώ που αντιστοιχεί στις μηνιαίες αποδοχές του (μισθούς υπερημερίας), καθώς και στα επιδόματα εορτών και αδείας, του διαστήματος από 18-10-2016 έως 17-10-2018, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019 περί δυνατότητας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς με προσφυγή στη διαμεσολάβηση (βλ. το από 17-3-2022 έντυπο έγγραφης ενημέρωσης του ενάγοντος για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση, που υπογράφεται από τον ίδιο και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του), αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο Ν. 4335/2015) και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 330, 340, 341, 345, 346, 648, 653, 655, 656 ΑΚ και 70, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1, 910 αρ. 4 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί και κατά την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το αντικείμενό της δεν είναι αναγκαία η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, γιατί δεν υπερβαίνει κατά ποσό το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (20.000 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3994/2011.
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται (ΑΠ 868/2018). Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Ειδικότερα, απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ένστασης του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική (ΑΠ 536/2023, ΑΠ 118/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει είναι: α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά. Η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικά δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και συνακόλουθα της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων, δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως στην ελληνική οικονομία, στην οποία είναι από μακρόν συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας, ιδίως κάτω από τις κρατούσες συνθήκες ρευστότητας και της διεθνούς οικονομίας (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 928/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν δε συντρέχει, από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφ’ όσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού. Η διάταξη του άρθρου αυτού, κατά την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», παρέχει στο Δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, ώστε να επιτευχθεί η αναπροσαρμογή της παροχής στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1325/2013, ΑΠ 988/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, η εναγομένη, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο και με σχετική μνεία στις προτάσεις της, πρότεινε την, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης του ενάγοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφυγε να βρει εργασία καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αν και υπήρχαν ευκαιρίες εργασίας σε θέσεις ανάλογες της ειδίκευσης και των προσόντων του. Πρότεινε, επίσης, επικουρικώς, την ένσταση της αναπροσαρμογής του οφειλομένου στον ενάγοντα μισθού στο ποσό των 700 με 800 ευρώ μηνιαίως, επικαλούμενη την απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, άλλως την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, για το λόγο ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, λόγω της οικονομικής κρίσης, επήλθε μεγάλη μείωση στους μισθούς γενικότερα, αλλά και ειδικότερα των υπαλλήλων της επιχείρησής της με παρόμοιο αντικείμενο με αυτό του ενάγοντος, με αποτέλεσμα η εμμονή του τελευταίου στην είσπραξη του μισθού που λάμβανε το 2008 να παρίσταται αντίθετη στην καλή πίστη. Από τις ανωτέρω ενστάσεις, η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, εφ’ όσον, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη σχετική νομική σκέψη, η οικονομική κρίση στη χώρα δεν αρκεί για να θεμελιωθεί απρόοπτη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης, ενώ οι λοιπές είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις που αναφέρθηκαν, θα εξετασθούν και κατ’ ουσίαν.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία χρησιμεύουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπ’ αριθμ. …….., ………/26-1-2010, ……../29-1-2010, ………/20-2-2012 και ………/26-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων και οι οποίες έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ των αυτών διαδίκων), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 6-3-1997 από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «………….. Ο.Ε. – …………», που διατηρούσε ο πατέρας του και οι δύο αδελφοί του, η οποία παρήγε, εισήγε και εμπορευόταν πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη. Τον Ιανουάριο του έτους 2001 η παραπάνω εταιρεία άλλαξε εταιρική μορφή και μετατράπηκε σε Α.Ε με την επωνυμία «……………..», ενώ την 19-5-2003 απορροφήθηκε από την εναγομένη εταιρεία που έτσι υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της απορρροφηθείσης εταιρείας και, συνακόλουθα, στη θέση της εργοδότριας του ενάγοντας. Ο τελευταίος, που είχε προσληφθεί από την αρχική εργοδότριά του ως βοηθός ηλεκτρολόγου, εργαζόμενος στην παραγωγή, από το έτος 2001 και εφεξής απασχολούνταν στο τμήμα διανομών και μάλιστα ως Προϊστάμενος του τμήματος τούτου, τη θέση δε αυτή συνέχισε να κατέχει και μετά τη γενόμενη, κατά τα ανωτέρω, απορρόφηση της «………… Α.Ε.Β.Ε.» από την εναγομένη, έχοντας ως καθήκοντα τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διαδικασία διανομής των εμπορευμάτων, τον προγραμματισμό των συναφών με την παράδοση δρομολογίων των φορτηγών μετά από συνεννόηση με τους πελάτες, την τταραγγελιοληψία δια της επικοινωνίας με όλο το πελατολόγιο της Νοτίου Ελλάδος και τον παράλληλο έλεγχο των αποθεμάτων των προϊόντων στις αποθήκες της εναγόμενης και εισπράττοντας μηνιαίο μισθό ποσού 1.435,09 ευρώ. Πλην όμως το 2008 η εναγόμενη, όλως αιφνιδίως και ενώ ο ενάγων απουσίαζε από την εργασία του έχοντας λάβει κανονική άδεια, τοποθέτησε στη θέση του τον μέχρι τότε υφιστάμενο του ………….. και δια του νομίμου εκπροσώπου της ενημέρωσε στις 27-10-2008 τον ενάγοντα ότι είχε μονομερώς αποφασίσει τη μεταφορά του, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, στη θυγατρική της εταιρεία «………… ΑΒΕΕ», σε θέση εργάτη. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε άμεσα στην εναγόμενη για την προαναφερθείσα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, δηλώνοντάς της ότι δεν την αποδέχεται και εμμένει στην προσφορά των υπηρεσιών του υπό το προ της συντελεσθείσας βλαπτικής μεταβολής καθεστώς εργασίας του. Τα ανωτέρω διαγνώσθηκαν τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. …………/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης από 27-11-2008 αγωγής του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και από την οποία παράγεται, ως προς τα περιστατικά αυτά δεδικασμένο. Με την ίδια, άλλωστε, απόφαση υποχρεώθηκε η εναγομένη, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 έως 26-10-2009. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι η εναγομένη εξακολουθούσε να μη δέχεται να τον απασχολήσει με τους προ της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής όρους, ο ενάγων άσκησε εναντίον της και άλλες αγωγές και με τις υπ’ αριθμ. 1790/2013 και 3642/2014 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου, ήδη κατασθείσες τελεσίδικες μετά την απόρριψη, με τις 968/2015 και 1544/2016 αντίστοιχες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών ,των εφέσεων που άσκησε κατ’ αυτών η εναγομένη, αλλά και με την πρόσφατη …………/2024 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, του επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για το χρόνο έως και τις 17-10-2016. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, ακόμα και μετά την τελευταία ως άνω ημερομηνία, εμμένει να αρνείται να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, καθώς και να του καταβάλλει τους μηνιαίους μισθούς του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να είναι υπερήμερη και να του οφείλει και νέους μισθούς υπερημερίας, που ανέρχονται κατ’ αρχήν για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 18-10-2016 έως 17-10-2018, στο ποσό των 34.412,16 ευρώ (24 X 1.435,09 ευρώ) για μηνιαίους μισθούς, πλέον 472,35 ευρώ (2 X 57,40 X 3,95 X 1.435,09) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2016, 747,44 ευρώ (1.435,09 / 2 X 1,04166) για δώρο Πάσχα 2017, 717,55 ευρώ (1.435,09 / 2) για επίδομα αδείας 2017, 1.494,88 ευρώ (1.435,09 X 1,04166) για δώρο Χριστουγέννων 2017, 747,44 ευρώ (1.435,09 / 2 X 1,04166) για δώρο Πάσχα 2018, 717,55 ευρώ (1.435,09 / 2) για επίδομα αδείας 2018 και 1.070,26 ευρώ (2 X 57,40 X 8,95 X 1,04166) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2018. Από τα ποσά αυτά, ωστόσο, ο ενάγων, κατά περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του, αφαιρεί τα ποσά που εισέπραξε από την εργασία του σε έτερο εργοδότη και προκύπτουν από τον λογαριασμό ασφάλισης στον ΕΦΚΑ που προσκομίζει με επίκληση, ώστε τα ποσά που του οφείλονται να διαμορφώνονται ως εξής: 277,12 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2016 (688,84 – 411,72, 577,34 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Νοεμβρίου 2016 (1.435,09 – 857,75), 510,78 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2016 (1.435,09 – 924,31), 183,55 ευρώ αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2016 (472,35 – 288,80), 896,84 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουάριου 2017 (1.435,09 – 538,25), 753,02 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2017 (1.435,09 – 682,07), 511,57 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2017 (1.435,09 – 923,52), 587,56 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2017 (1.435,09 – 847,53), 282,68 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2017 (747,44 – 464,76), 521,18 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2017 (1.435,09 – 913,91), 508,22 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2017 (1.435,09 – 926,87), 515,93 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2017 (1.435,09 – 919,16), 564,38 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2017 (1.435,09 – 870,71), 445,88 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2017 (1.435,09 – 989,21), 714,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2017 (1.435,09 – 720,10), 827,82 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2017 (1.435,09 – 607,27), 673,40 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2017 (1.435,09 -761,69), 206,13 ευρώ για επίδομα αδείας 2017 (717,55 – 511,42), 659,92 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2017 (1.494,88 – 834,96), 815,03 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουάριου 2018 (1.435,09 – 620,06), 851,12 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2018 (1.435,09 – 583,97), 758,09 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2018 (1.435,09 – 677), 851,12 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2018 (1.435,09 – 583,97), 392,93 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2018 (747,44 – 354,51), 798,03 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2018 (1.435,09 – 637,06), 851,12 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2018 (1.435,09 – 583,97), 852,73 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2018 (1.435,09 – 582,36), 761,62 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2018 (1.435,09 – 673,47), 877,67 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2018 (1.435,09 – 557,42), 411,30 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2018 (75=46,25 – 334,95), 378,67 ευρώ για επίδομα αδείας 2018 (717,55 – 338,88) και 635,78 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018 (1.070,26 – 434,48).Ήτοι συνολικά οφείλεται στον ενάγοντα το ποσό των 19.453,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για τους μισθούς από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν, για τα δώρα Χριστουγέννων και τα επιδόματα αδείας από την επόμενη ημέρα της τελευταίας ημέρας του οικείου έτους, ήτοι από 1η Ιανουάριου, για τα Δώρα Πάσχα από την επομένη ημέρα της 30ης Απριλίου του έτους που αφορούν, ήτοι από την 1η Μαΐου. Όσον αφορά την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, λόγω κακόβουλης μη αναζήτησης εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος, την οποία προέβαλε η εναγομένη, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθ’ όσον δεν αποδείχθηκε καμία δολιότητα του ενάγοντος, ούτε κακόβουλη αποφυγή εκ μέρους του να βρει εργασία κατά τη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος, αλλά αντίθετα, όπως ειπώθηκε, αποδείχθηκε ότι είχε βρει εργασία από το 2014 ως υπάλληλος σούπερ-μάρκετ, με μηνιαίες αποδοχές ποσού 747 ευρώ κατά μέσο όρο. Το γεγονός ότι η νέα του θέση δεν είναι ισότιμη με εκείνη που κατείχε στην εναγομένη ως Προϊστάμενος του τμήματος διανομών της και, συνακόλουθα, δεν του αποφέρει αντίστοιχες μηνιαίες αποδοχές, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα και μάλιστα, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, σε κακοβουλία του, αφού κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, αν του είχε προσφερθεί εργασία ισότιμη με αυτήν που παρείχε προηγουμένως, δεν θα την απέρριπτε, προτιμώντας να εξακολουθήσει τη δικαστική επιδίωξη είσπραξης μισθών υπερημερίας από την εναγομένη. Οι δε αγγελίες εύρεσης εργασίας, που προσκομίζει η εναγομένη, για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι υπήρχε το επίδικο διάστημα στην αγορά εργασίας ζήτηση για υπαλλήλους στο αντικείμενο του ενάγοντος, αφορούν θέσεις εργάτη και υπεύθυνου αποθήκης και δεν συνιστούν ισότιμη η ανάλογη προσφορά εργασίας με αυτήν που παρείχε ο ενάγων στην εναγομένη. Σημειωτέον, προσέτι, ότι, όπως δέχθηκε και η προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. …………/2024 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων δεν «αποχώρησε» το έτος 2008 από την εργασία του στην εναγομένη, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η τελευταία, αλλά αντιθέτως, ως είχε εκ του νόμου δικαίωμα, προσέφερε τις υπηρεσίες του, με τους πριν τη μονομερή βλαπτική μεταβολή όρους υπηρεσίες όμως τις οποίες η εργοδότρια δεν αποδέχθηκε και εξακολουθεί να μην αποδέχεται μη έχοντας όλα αυτά τα χρόνια προβεί σε καμία ενέργεια για να άρει την υπερημερία της, είτε αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του ενάγοντος είτε καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας του. Η εν λόγω συμπεριφορά της εναγομένης δεν δύναται, ωστόσο, να αποβεί σε βάρος του ενάγοντος, δηλαδή δεν καθιστά από μόνη της καταχρηστική την προσφυγή του τελευταίου στα δικαστήρια και την αξίωση να του καταβληθούν μισθοί υπερημερίας, ακόμα και εάν αυτοί αφορούν μεγάλο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα του ύψους των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που εκδηλώθηκε από το έτος 2010, οι μισθοί των εργαζομένων μειωθήκαν και συνεπώς, κατά την καλή πίστη, συντρέχει λόγος αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθού που του οφείλεται. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης, η οικονομική κατάσταση της εναγομένης είχε επιδεινωθεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς από τα προσκομιζόμενα οικονομική στοιχεία προκύπτει ότι βρισκόταν και βρίσκεται και σήμερα σε καλή οικονομική κατάσταση. Όσον αφορά τις αποδοχές των εργαζομένων που η εναγομένη αναφέρει προς σύγκριση με το ενάγοντα, οι μεν ……………. και η …………….. προσλήφθηκαν το 2012 και το 2013, δηλαδή εν μέσω της οικονομικής κρίσης και μάλιστα όχι από την εναγόμενη, αλλά από την θυγατρική της εταιρεία «…………» και δεν εργάζονταν ως Προϊστάμενοι τμημάτων, οι δε λοιποί εργαζόμενοι για τους οποίους γίνεται λόγος (……………. και ……………..) δεν προκύπτει ότι εργάζονται σε θέσεις αντίστοιχες με αυτή του ενάγοντος. Αντίθετα μάλιστα, από την απόδειξη πληρωμής αποδοχών που προσκομίζει η ίδια η εναγόμενη, αποδεικνύεται ότι το 2016 κατέβαλλε στον Διευθυντή Διανομών, ……………., μισθό ύψους 1.470 ευρώ. Επομένως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στην ίδια θέση (Προϊστάμενος του Τμήματος διανομών) θα λάμβανε το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 700-800 ευρώ. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.453,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους κονδύλιο όπως πιο πάνω αναφέρθηκε. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης να προξενηθεί σημαντική ζημία στον ενάγοντα και ότι, επομένως, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις, δεκτού γενόμενου ως βασίμου του σχετικού παρεπόμενου αγωγικού αιτήματος, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων ως εργατικών απαιτήσεων (άρθρα 908 παρ. 1ε, 910 παρ. 4 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στο σύνολό τους σε βάρος της εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, λόγω της ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα τριών ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (19.453,52), με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους κονδύλιο από τους αναφερόμενους στο σκεπτικό χρόνους.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26/9/2024
