Περίληψη: Ορισμένο αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών από τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, περιλαμβανόμενων των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών για τη παροχή υπερεργασίας, εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές ή τη μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό). Υπολογισμός υπερβάσεων ωραρίου και της σχετικής αμοιβής / αποζημίωσης. Εργασία κατά τις Κυριακές χωρίς να χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Άκυρη μη καταβολής ολόκληρης της νόμιμης αποζημίωσης. Υπερημερία εργοδότη. Η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αίρεται από το γεγονός ότι ο εργοδότης κατέβαλε σε δεύτερο χρόνο το υπόλοιπο της αποζημίωσης απόλυσης. Πρόσθετη αποζημίωση. Πιστοποιητικό εργασίας. Αποδεικτικά μέσα. Ψηφιακές φωτογραφίες οθόνης κινητού που απεικονίζουν ηλεκτρονικά μηνύματα μέσω SMS. Πρόκειται για ηλεκτρονική αλληλογραφία μέσω sms μεταξύ των διαδίκων – συνομιλούντων που παραδεκτώς προσκομίζεται στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης και δεν συνιστα παράνομο αποδεικτικό μέσο, αφού δεν πρόκειται για συνομιλία με τρίτους που καλύπτεται με το απόρρητο επικοινωνίας, όπως αντιστοίχως επί παραδοσιακών επιστολών. Υπασφάλιση. Αναγνωρίζει την ακυρότητα της απόλυσης του εργαζόμενου επειδή έλαβε αποζημίωση υπολογισμένη μόνο επί των εμφανών αποδοχών και όχι επί του συνόλου. Παραίτηση ενάγοντος από αίτημα που άσκησε με την αγωγή. Συνέπειες. Ένσταση «κλειστού μισθού». Απορριπτέα επειδή το επιπλέον ποσό ήταν κάθε μήνα το ίδιο, χωρίς να διαφοροποιείται ούτε κατά το ελάχιστο. Ένσταση συμψηφισμού. Απορριπτέα επειδή ο εργοδότης δεν επικαλείται σχετική συμφωνία περί κάλυψης των αμοιβών. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 38.225,80 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 960/2024
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από την Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χρυσάνθη Παπαστάμου, Πρωτοδίκη Ειδικής Επετηρίδας, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της Γραμματέως Καλλιρόης Καραγιάννη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 24η Σεπτεμβρίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος ………. του …………., κατοίκου …………, οδός …….. αρ. ……., με Α.Φ.Μ. …………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου, συμπαρισταμένης και της ασκούμενης δικηγόρου Παναγιώτας Δήμητρας Γουργιώτη.
Του εναγόμενου ……….. του …………, κατοίκου ……………… ή …….., οδός ………………. αρ…….., με Α.Φ.Μ………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δήμου Παπαδήμου.
Ο ενάγων με την από 29/3/2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……../2023 αγωγή του ζητά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Για την αγωγή αυτή με την από …………./2023 πράξη του Πρωτοδικείου Αθηνών ορίσθηκε ημέρα συζήτησης η 15.05.2023 και, κατόπιν νόμιμων αναβολών, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της, σε αυτό, οι διάδικοι παραστάθηκαν ως ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής) πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών από τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, περιλαμβανόμενων των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών για τη παροχή υπερεργασίας ή τη μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους του ενάγοντος παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις νόμιμος μισθός του μισθωτού, ήτοι ο βασικός μισθός και τα επιδόματα που αντιστοιχούσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, η χρονική διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης του μισθωτού με αναφορά στις ημέρες απασχόλησης αυτού, από όπου προκύπτει ο αριθμός των ωρών υπερεργασίας και ο αριθμός των ημερών αναπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 900/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα, μεταξύ άλλων, και την καταβολή αποδοχών για εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς ημερομηνίες, αφού οι μεν Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο, οι δε αργίες καθορίζονται από το νόμο, ενώ δεν απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ’ ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας, αλλά αρκεί η αναφορά των ωρών αυτής (ΑΠ 525/2018, ΑΠ 984/2013, ΑΠ 1108/2009, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λ.π.. Δεδομένου ότι τα ποσά αυτά περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό, αλλά δεν είναι καταβλητέα στον μισθωτό, διότι πρέπει να παρακρατηθούν από τον εργοδότη και να αποδοθούν προς τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ή τους τρίτους δικαιούχους, στη δίκη που ανοίγεται για την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, αντικείμενο είναι ο εν λόγω ακαθάριστος μισθός, ενώ οι επ’ αυτού κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών ή και άλλων τρίτων, τις οποίες εκ του νόμου υποχρεούται να διενεργήσει ο εργοδότης, δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 332/2008, 1678/2007, 302/2001, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, για να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, δεν χρειάζεται να αναφέρονται σ’ αυτήν οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών, ενώ, πλέον τούτου, δεν χρειάζεται να αναφέρονται τα σχετικώς στον ίδιο τον ενάγοντα καταβληθέντα έναντι των αξιώσεών του χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 ΑΚ) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση.
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2874/2000, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021, «1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)». Η ως άνω διάταξη τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021, με έναρξη ισχύος από την 19.06.2021, ως εξής: «Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Γrα όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση, διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακώς δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας, έως τρεις (3) ώρες ημερησίως και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν πενήντα (150) ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής παράνομη υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%). 6. Με αποφάσεις του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών, επιπλέον των επιτρεπόμενων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης ετησίως της παρ. 3, σε περιπτώσεις επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη και δεν επιδέχεται αναβολή. Για την κατά τα ανωτέρω υπερωριακή απασχόληση, οι μισθωτοί δικαιούνται αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (και οκτώ ώρες υπό το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας) και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (και πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 48 ωρών υπό το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης. Αντίστοιχα, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέρα των εννέα ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και η πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται έξι ημέρες την εβδομάδα. Επισημαίνεται ότι για τη συνδρομή υπερεργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να ενδιαφέρει η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου (βλ. ΑΠ 1602/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1454/2000 ΔΕΕ 2000.1272, ΕφΑθ 2979/1999 ΕΕργΔ 1999.989, ΕφΑθ 4445/1998 ΕλλΔνη 1998.1366, ΕφΘεσ 1326/1999 ΔΕΝ 2000.29). Αντιθέτως, για να υπάρχει υπερεργασία, πρέπει να υπάρχει υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου και δεν ενδιαφέρει η μεμονωμένη υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου (ΑΠ 615/2008, ΑΠ 338/2008, ΑΠ 101/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 804/2003 ΕλλΔνη 45.141, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162 ΕφΠειρ 933/2003 ΕλλΔνη 45,544). Η αμοιβή της υπερεργασίας υπολογίζεται βάσει των καταβαλλόμενων αποδοχών κατά την ημέρα της απασχόλησης και όχι βάσει των νομίμων, σαν επαύξηση δε του μισθού θεωρούνται, πλην των οικειοθελών παροχών, που δίδονται από τον εργοδότη στους εργαζόμενους καθ’ όλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης συνεχώς, τακτικά και ανεπιφύλακτα, και η αξία της υποχρεωτικά χορηγούμενης τροφής, καθώς και η παροχή κατοικίας στους μισθωτούς, τακτικά και αδιαλείπτως, σαν συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους, παροχές οι οποίες συνυπολογίζονται για την εξεύρεση του ωρομισθίου της υπερεργασίας (ΑΠ 493/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η αποζημίωση για την παράνομη υπερωρία απορρέει εκ του νόμου, χωρίς να χρειάζεται η επίκληση των προϋποθέσεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 10 του β.δ. 748/1966, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 4504/1966, σε συνδυασμό με εκείνες της ΑΥ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946, όπως ερμηνεύτηκε με την με αριθμό 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών και του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, συνάγεται ότι, εάν ο μισθωτός απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την ημέρα της Κυριακής (ως Κυριακή θεωρείται το χρονικό διάστημα που αρχίζει από τις 24:00 του Σαββάτου και λήγει στις 24:00 της Κυριακής), δικαιούται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας για την απασχόληση αυτή, να λάβει για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου και, εάν η απασχόλησή του αυτή υπερέβη τις πέντε ώρες, δικαιούται αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας είκοσι τεσσάρων (24) συνεχών ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί. Έτσι, η αμοιβή του μισθωτού για την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Την ως άνω αποζημίωση δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθεί η ως άνω παροχή, αλλά και οι απασχολούμενοι με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 983/2000, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο, ανεξάρτητα αν τύχουν ή όχι αναπληρωματικής ανάπαυσης, δικαιούνται για την απασχόλησή τους κατά την Κυριακή, εκτός από την προσαύξηση 75%, και ανάλογη αμοιβή ίση με τόσα ωρομίσθια όσες και οι ώρες απασχόλησής τους. Οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης, δεν δικαιούνται, εκτός από την προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους κατά την Κυριακή, αφού το ημερομίσθιό τους, ούτως ή άλλως, συμπεριλαμβάνεται στο μηνιαίο μισθό που λαμβάνουν. Αν, όμως, ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει και τις έξι εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά τη μία (1) ημέρα των εργάσιμων αυτών έξι (6) ημερών είναι παράνομη, ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη (άρθρο 10 β.δ. 748/1966), και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του (βλ. ΑΠ 680/2018, ΑΠ 1117/2017, ΑΠ 1419/2015, ΑΠ 1317/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Λαναρά, Εργατική και Ασφαλιστική Νομοθεσία, έκδ. 2016, σελ. 554 επ.). Αν η κατ’ εξαίρεση υπερωριακή εργασία πραγματοποιήθηκε Κυριακή, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξάνεται με την αντίστοιχη προσαύξηση 75%, η οποία υπολογίζεται στο νόμιμο ωρομίσθιο (ΑΠ 1027/2000 ΕΑΕΔ 2002.219, ΑΠ 1652/2000 ΕΑΕΔ 2002.518, Λ. Ντάσιος Εργατικό δικονομικό δίκαιο – τομ. ΑΙ 1999 σελ. 595 , Ζερδελής «Ατομικές εργασιακές σχέσεις» 1999 σελ. 497).
ΙV. Κατά το άρθρο 655 ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση, γίνεται απαιτητός ο μισθός που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Μισθός, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 ΑΚ, κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επιμέρους αυτές εργασίες, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδαφ. α’ του ΑΚ. Αντίθετα, δεν αποτελούν μισθό ούτε εν ευρεία έννοια οι αποζημιώσεις κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και οι προσαυξήσεις (αστικές ποινές) που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης στο μισθωτό για παράνομη εργασία, ήτοι για παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία παρά το νόμο τις Κυριακές, κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται εργασία, και κατά τις ημέρες που ο μισθωτός δικαιούται εβδομαδιαίας ανάπαυσης λόγω νόμιμης εργασίας του κατά τις Κυριακές κλπ, αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία (ΑΠ 233/2004, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Συνεπώς, όλες οι απαιτήσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ανεξάρτητα από τη ειδικότερη μορφή τους και ανεξάρτητα αν πηγάζουν από παροχή ή μη, θεμελιώνονται σε τρία στοιχεία: α) σε περιουσιακή μετακίνηση από μια περιουσία σε άλλη, β) σε συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση αυτή και γ) σε ανυπαρξία ή ελάττωμα της αιτίας αυτής που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη. Αν λείπει το τρίτο εκ των ανωτέρω στοιχείων, ήτοι αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από νόμιμη αιτία. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που η καταρτιζόμενη σύμβαση εργασίας είναι άκυρη για οποιονδήποτε λόγο, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνον στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (αρ. 904 επ. ΑΚ). Αν η εν λόγω άκυρη σύμβαση αφορά σε παροχή εργασίας, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να αποδώσει στον εργαζόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την ωφέλεια, την οποία αποκόμισε από τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για τη λήψη των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 1492/2017 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1213/2015 ΝοΒ 2016.604, ΑΠ 766/2014 ΔΕΕ 2014.621). Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή με την οποία ο ενάγων αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγόμενου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, και τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης συνιστούν το λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη είναι μη νόμιμη. Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου θα έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο της δίκης, με αποτέλεσμα να πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στην δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης. Άλλωστε, δεν είναι εύλογο να αξιωθεί από τον ενάγοντα να διαλάβει οιουσδήποτε λόγους απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής του (ΟλΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 2003,1261, ΟλΑΠ 23/2003 ΝοΒ 2004.1179 και ΧρΙΔ 2004.177, ΑΠ 348/2017, ΑΠ 1157/2017, ΑΠ 170/2016 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 766/2014 ΔΕΕ 2014.621). Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων κατ’ αυτών από σχέση εργασίας που δημιουργείται σε περίπτωση ακυρότητας για οποιοδήποτε λόγο της σύμβασης εργασίας, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας και, συνεπώς, ο εργαζόμενος για την εργασία που προσέφερε δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (βλ. ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 278/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014 ό.π), εκτός από τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου και συνδέονται με αυτήν, όπως είναι τα επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ., εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου ν’ απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού (ΑΠ 950/2014 ΝΟΜΟΣ, βλ. και Κων, Δ. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εφαρμογή – Νομολογία – Ερμηνεία, έκδ. 2014, σελ. 25).
VΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο, είναι αναιτιώδης και, συνεπώς, το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, θεωρείται δε έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρης η νόμιμη αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 892/2003, ΑΠ 1435/1991, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), υπολογίζεται δε βάσει των τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δηλαδή του μισθού και κάθε άλλης παροχής, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 790/2017, ΑΠ 1254/2013, ΑΠ 194/2011, ΑΠ 1033/2008, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 3 του ν. 3863/2010, «όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση». Η διάταξη αυτή τάσσει δήλη ήμερα για την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης, κατά το άρθρο 341 ΑΚ, που είναι η ημέρα λύσης της σχέσης εργασίας για μέρος της αποζημίωσης ίσο προς τις αποδοχές δύο μηνών και έκτοτε η επομένη της συμπλήρωσης διμήνου, αρχής γενομένης από την απόλυση για κάθε μέρος της αποζημίωσης ίσο προς τις αποδοχές δύο μηνών, μόνη δε η άπρακτη παρέλευση της δήλης μέρας συνεπάγεται την υποχρέωση του εργοδότη σε τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ. α’ ΑΚ (ΑΠ 813/2001, ΕφΑθ 5053/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
VII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται, μέχρις ότου άρει την υπερημερία του, να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον της υπηρεσίες του απολυθέντος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον. Συνεπώς με βάση τη διάταξη αυτή μπορούν να ζητηθούν από τον εργοδότη που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του μισθωτού αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή τους (ΑΠ 538/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, με το άρθρο 66 παρ. 3 του ν. 4808/2021 για πρώτη φορά προβλέφθηκε η μερική δυνατότητα κάλυψης της ακυρότητας και ακόμη η υποκατάσταση της υπερημερίας με την καταβολή αποζημίωσης με εναλλακτικές λύσεις. Ειδικότερα, η νέα ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 3 του ν. 4808/2021, η οποία είναι και η σημαντικότερη που εισφέρεται στο δίκαιο της καταγγελίας, προβλέπει τα εξής: «Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους της παρ. 1, το δικαστήριο, αντί οποιοσδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη». Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο, όταν η καταγγελία δεν πάσχει από κάποιον από τους σοβαρούς λόγους ακυρότητας της παρ. 1 (δυσμενείς διακρίσεις, αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, παραβίαση ειδικών διατάξεων νόμου), αλλά για κάποιο άλλο λόγο, αντί όποιας άλλης έννομης συνέπειας, να ζητήσουν την επιδίκαση πρόσθετης αποζημίωσης, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών μισθών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Πρακτικά, η εν λόγω διάταξη αφορά τις περιπτώσεις ακυρότητας που οφείλεται είτε σε κάποια τυπική παράλειψη ως προς το έγγραφο και την καταβολή της αποζημίωσης ή και σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας για λόγο διαφορετικό από τους αναφερόμενους στις παραγράφους 1 και 1α του άρθρου 66 του ν. 4808/2021 [με χαρακτηριστικότερες τις περιπτώσεις των απολύσεων για οικονομικοτεχνικούς λόγους, που γίνονται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ (μη ορθή επιλογή του απολυτέου, μη εξάντληση του ηπιότερου μέσου), την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την απόλυση εργαζομένου σε περίπτωση διάπραξης πειθαρχικού αδικήματος, την παραβίαση συμβατικού όρου που έχει τεθεί επί ποινής ακυρότητας της καταγγελίας, καθώς και όλες τις λοιπές περιπτώσεις κατά τις οποίες μία καταγγελία θα κρινόταν, μέχρι πρότινος, ως αντίθετη στο άρθρο 281 ΑΚ, όπως η καταγγελία λόγω εμπάθειας ή άλλου είδους κακοβουλίας ή επιλήψιμων κινήτρων εκ μέρους του εργοδότη]. Η πρωτοβουλία, με την οποία, μετά την έναρξη της δίκης, εισάγεται στο Δικαστήριο το αίτημα για πρόσθετη αποζημίωση μπορεί, όπως προαναφέρθηκε, να ανήκει είτε στον ίδιο τον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο εργοδότη. Είναι προφανές ότι η μεταγενέστερη υποβολή του αιτήματος αυτού εκ μέρους του ενάγοντος εργαζόμενου συνιστά κατ’ ουσία μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, που ειδικά ο νόμος επιτρέπει, αντίθετα με όσα επιτάσσει το άρθρο 223 ΚΠολΔ. Εξάλλου, στην περίπτωση που το αίτημα περί επιδίκασης πρόσθετης αποζημίωσης εισάγεται στο Δικαστήριο από την πλευρά του εργοδότη, δημιουργείται μία δικονομική πρωτοτυπία, δεδομένου ότι η αίτηση αυτή αποβλέπει να μεταβληθεί το αγωγικό αίτημα, με πρωτοβουλία του εναγόμενου, αντίθετα προς τη βούληση του ενάγοντα μισθωτού. Η υποβολή του αιτήματος περί επιδίκασης πρόσθετης αποζημίωσης, είναι δεσμευτική για το δικαστή και δεν εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια αν θα το δεχθεί ή όχι (Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, σελ 1528). Ο δικαστής διαθέτει μόνο τη διακριτική ευχέρεια να καθορίσει το ύψος της πρόσθετης αυτής αποζημίωσης εντός του εύρους, που προβλέπει η διάταξη, με κριτήρια την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Η διάταξη αναφέρεται ρητώς σε ποσό που συναρτάται με τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και επομένως δεν μπορεί να επιδικαστεί ποσό μεγαλύτερο του διπλάσιου αυτής, ακόμη κι αν η καταβληθείσα αποζημίωση είναι υψηλότερη από τη νόμιμη λόγω ύπαρξης σχετικής ατομικής ή συλλογικής συμφωνίας (ΜονΠρωτΠατ 538/2024, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επισημαίνεται ότι κατά την άποψη που ακολουθεί το παρόν Δικαστήριο, στην έννοια της «οποιοσδήποτε άλλης συνέπειας» αντί της οποίας ζητείται η επιδίκαση της εν λόγω πρόσθετης αποζημίωσης, δεν περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, καθώς η αξίωση αυτή δεν «πηγάζει εξ σκύρου καταγγελίας», δεν προϋποθέτει δηλαδή την ακυρότητά της, ώστε να συναρτάται με τις συνέπειες αυτής, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη, αλλά στηρίζεται σε συνθήκες και πραγματικά περιστατικά που συνοδεύουν μια όχι κατ’ ανάγκην άκυρη καταγγελία και θεμελιώνουν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (Κ. Ρίζος, Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σελ. 79). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, «4. Ο εργαζόμενος που επικαλείται ελάττωμα της καταγγελίας κατά τις παρ. 1 «και 1α» δικαιούται να ζητήσει, αντί για την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των συνεπειών της ακυρότητας, την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης της παρ. 3».
VIII. Σύμφωνα με το άρθρο 678 ΑΚ, κατά τη λήξη της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του. Μόνο αν το ζητήσει ειδικά ο εργαζόμενος, βεβαιώνεται και η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του. Σκοπός της υποχρέωσης του εργοδότη για χορήγηση στον εργαζόμενο πιστοποιητικού εργασίας είναι η διευκόλυνση του τελευταίου να βρει άλλη εργασία και γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί εκδήλωση των παρεπόμενων υποχρεώσεων προστασίας που πηγάζουν από την εργασιακή σχέση. Η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 678 ΑΚ εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Το πιστοποιητικό εργασίας μπορεί να ζητηθεί με τη λήξη της εργασιακής σύμβασης, ήτοι είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου είτε με καταγγελία οποιοσδήποτε μορφής. Εκτός, όμως, από την περίπτωση αυτή, η προστατευτική τελολογία του άρθρου 678 ΑΚ επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση παροχής του πιστοποιητικού, ανεξάρτητα από τη λήξη της εργασιακής σύμβασης (ενδιάμεσο πιστοποιητικό), εφόσον ο εργαζόμενος έχει έννομο συμφέρον να το αξιώσει. Η υποχρέωση για έκδοση του πιστοποιητικού βαρύνει είτε τον εργοδότη αυτοπροσώπως είτε το νόμιμο εκπρόσωπό του. Η έκδοση του πιστοποιητικού προϋποθέτει την σχετική, γραπτή ή προφορική, αίτηση του εργαζόμενου. Για την έκδοση του πιστοποιητικού του εδαφίου β’ του άρθρου 678 ΑΚ (λεπτομερές πιστοποιητικό) απαιτείται ειδική αίτηση του εργαζόμενου. Το πιστοποιητικό μπορεί να ζητηθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήξη της εργασιακής συμβάσεως. Ο δικαστικός έλεγχος είναι δυνατός όχι μόνο στην περίπτωση άρνησης χορήγησης του πιστοποιητικού, αλλά και όταν αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου του (ΕφΑθ 1138/1984, ΕΕργΔ 1985.403). Αν ο εργοδότης αρνηθεί να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας (απλό ή λεπτομερές) που του ζητήθηκε, ο εργαζόμενος μπορεί, μεταξύ άλλων, να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή την καταδίκη του εργοδότη στη σύνταξη και παράδοση του πιστοποιητικού εργασίας, απειλώντας χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ (ΜονΕφΑθ 2484/2021, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαίωμα αυτό του εργαζομένου ασκείται κατ’ αρχήν εξωδίκως έναντι του εργοδότη. Είναι όμως και δικαστικώς επιδιώξιμο σε δύο περιπτώσεις: Πρώτον, όταν ο εργαζόμενος έχει ζητήσει ήδη από τον εργοδότη τη χορήγηση του πιστοποιητικού, αλλά ο τελευταίος δεν το χορηγεί και, δεύτερον, όταν ο εργαζόμενος διαφωνεί με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού που χορήγησε ο εργοδότης, αμφισβητεί δηλαδή την ακρίβεια των πληροφοριών ή αξιολογήσεων που περιέχονται σε αυτό (βλ. ΑΠ 635/2020, ΔΕΝ 2021, 20). Πάντως, η άσκηση αγωγής για την εκπλήρωση της σχετικής εργοδοτικής υποχρέωσης προϋποθέτει την προηγούμενη υποβολή σχετικού αιτήματος του εργαζομένου προς τον εργοδότη, το οποίο δεν ικανοποιήθηκε. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται δεκτό ότι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής είναι ακριβώς η επίκληση αφενός της υποβολής του αιτήματος αυτού προς τον εργοδότη για χορήγηση του πιστοποιητικού και αφετέρου της άρνησης του τελευταίου να το χορηγήσει (ΜονΠρΑΘ 159/2023, ΜονΠρΑΘ 867/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απόδειξη των ίδιων αυτών στοιχείων συνιστά επίσης προϋπόθεση και για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (ΜονΕφΑθ 2484/2021, ΜονΕφΑθ 6443/2020, ΜονΠρΑΘ 338/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
ΙΧ. Για την ύπαρξη αδικοπραξίας κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται, εκτός άλλων όρων, παράνομη συμπεριφορά (θετική πράξη ή παράλειψη) προσώπου. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλού συμφέροντος του, προστατευομένου από τη διάταξη νόμου η οποία παραβιάζεται (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1284/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση ατόμου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με αυτό (άρθρο 2 παρ.1 Συντάγματος), προστατεύεται, σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται υπάρχον δικαίωμα καταχρηστικώς (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ. 3 Συντάγματος). Αγαθά που προστατεύονται από την προσωπικότητα είναι και η τιμή και η επαγγελματική αξία του ατόμου. Η τιμή του ατόμου, ειδικότερα, αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση, απέναντι του, των άλλων και προστατεύεται, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος). Αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας είναι και η αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής βλάβης του προσβαλλόμενου. Για την αξίωση αποζημιώσεως προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης, συνισταμένη και σε πληρωμή εύλογου χρηματικού ποσού, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας (άρθρα 57 παρ. 2, 59, 914, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ). Οι όροι δηλαδή αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημιώσεως (προσβολή, παράνομη συμπεριφορά, που προκάλεσε την προσβολή, αιτιώδης σύνδεσμος της προσβολής με την παράνομη συμπεριφορά και υπαιτιότητα εκείνου, που προσβάλλει). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 57 παρ. 2, 59, 281, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 669, 672, 361 ΑΚ και 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, μειωτική προς την προσωπικότητα του εργαζόμενου, κατά τις εκφάνσεις της τιμής, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του, όπως όταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του μισθωτού, ήτοι μείωσης της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση ή, όταν αυτή (καταγγελία) συνιστά αδικοπραξία – περίπτωση που συντρέχει επί καταχρηστικής καταγγελίας, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται, κατ’ εύλογη κρίση, από το Δικαστήριο (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 22/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δέον να σημειωθεί ότι η αξίωση αυτή, η οποία στηρίζεται στις προαναφερθείσες διατάξεις, δεν έχει σχέση με τις αξιώσεις από το άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 εδ. α’ ν. 3198/1955 και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στις αποσβεστικές προθεσμίες του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 2 εδ. α’ ν. 3198/1955. Στο δικόγραφο της αγωγής με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη πρέπει να εκτίθεται ότι ο εργαζόμενος υπέστη ηθική βλάβη για συγκεκριμένους λόγους (ή λόγο) από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, που πρέπει ο εργαζόμενος και να αποδεικνύει (ΑΠ 105/2020, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι σκοπός της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μίας δίκαιης και επαρκούς ανακούφισης και παρηγοριάς, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα, αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου», εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και, κυρίως, του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο, από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγιο αδικοπραξίας, που περιέχονται στον Αστικό Κώδικα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας όσον αφορά στο ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, η γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο και αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας, είναι έννοια αυστηρότερη του «ευλόγου» και, συνακόλουθα, το «εύλογο» εμπεριέχεται αναγκαίως στο «ανάλογο». Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του (Ολ. ΑΠ 9/2015, ΑΠ 265/2020, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 2/2020, ΑΠ 132/2019, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 276/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Χ. Με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε την 01.07.2020 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος – οδηγός αυτοκινήτου στην ατομική επιχείρηση του εναγόμενου, που δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής μεταφορικών υπηρεσιών, και απασχολήθηκε σε αυτόν με σύστημα εξαήμερης εργασίας και με πλήρες ωράριο έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών ύψους 1.164,42 ευρώ (καθαρές αποδοχές: 1.000 ευρώ). Ότι από την 19.04.2021 ανέλαβε χρέη υπεύθυνου εποπτείας των συνεργαζόμενων καταστημάτων, οι δε μικτές αποδοχές του ανήλθαν από την 01.7.2022 στο ποσό των 1.280,86 ευρώ (καθαρές αποδοχές: 1.100,00 ευρώ). Ότι από την έναρξη της απασχόλησης του απασχολήθηκε επί δωδεκάωρο ημερησίως, χωρίς να αμείβεται για την υπερεργασία του, τις υπερωρίες του και χωρίς να λαμβάνει τις νόμιμες προσαυξήσεις για την απασχόληση του νυκτερινές ώρες και Κυριακές, καθώς και αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης για εργασία του τις Κυριακές. Ότι την 08.12.2022 ο εναγόμενος του ανακοίνωσε ότι είχε σκοπό να τον υποβιβάσει εκ νέου σε οδηγό, αφαιρώντας του τα καθήκοντα του υπεύθυνου εποπτείας, μεταβολή στην οποία ο ίδιος αντέδρασε προσφεύγοντας στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Ότι, κατόπιν της ως άνω ενέργειας του και, ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε κανονική άδεια, την 02.01.2023 ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του μειωμένη αποζημίωση ποσού 1.798,72 ευρώ, αντί της νόμιμης ποσού 2.776,05 ευρώ. Ότι η ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του πάσχει ακυρότητας πρωτίστως επειδή δεν του καταβλήθηκε ολόκληρη η νόμιμη αποζημίωση και, επιπλέον, διότι έλαβε χώρα εκδικητικά ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του, ήτοι στην προσφυγή του στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, και κατά τη διάρκεια της κανονικής του αδείας, άλλως και όλως επικουρικώς λόγω καταχρηστικότητας. Ότι ο εναγόμενος, εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας και της άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας. Ότι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασής του, προσέβαλαν την προσωπικότητά του, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητά, κατά την σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία και, επικουρικά, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 02.01.2023 καταγγελίας της σύμβασής εργασίας του, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης που τον συνδέει με αυτόν, και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του να καταδικαστεί, κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 50.000 €, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 108.569,56 ευρώ, ήτοι: α) 48.795,98 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση/παράνομη υπερωριακή απασχόληση, β) 1.160,21 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, γ) 117,27 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις νύχτες, δ) 53.496,23 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και ε) 5.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα τα ανωτέρω με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε επί μέρους αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής του μέχρι την εξόφληση, επικουρικώς δε, και στην περίπτωση κριθεί ότι η σύμβασή του εργασίας με τον εναγόμενο έχει λυθεί ή ότι είναι – για οποιονδήποτε λόγο – άκυρη, να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει, πέραν των αιτούμενων πάσης φύσεως δεδουλευμένων αποδοχών και προσαυξήσεων, τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (διαφορά) εκ 977,33 Ευρώ και πρόσθετη αποζημίωση ύψους 7.685,16 ευρώ, νομίμως εντόκως από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας (02.01.2023), άλλως από την επίδοση της αγωγής του μέχρι την εξόφληση, και να του χορηγήσει, κατ’ άρθρ. 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή του, να καταδικαστεί, κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 10.000,00 ευρώ. Τέλος, ζητά να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική του δαπάνη. Ήδη πριν την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης ο ενάγων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του και στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής από τα κύρια αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, περί υποχρέωσης της εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, καθώς και από το επικουρικό αίτημα καταβολής του υπολοίπου της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ως προς τα οποία, επομένως, η αγωγή θεωρείται ως ουδέποτε ασκηθείσα, εμμένοντας στα λοιπά αιτήματα της αγωγής του. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, που σχετικά με το αίτημα για την καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, καθώς, με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας την 02.01.2023, η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 29.3.2023 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 31.03.2023 (βλ. τη με αριθμό ………/31.03.2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου Καλλιόπης Ψαρομπά), παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής, 25 παρ. 2, 614 ΚΠολΔ), προκειμένου να συζητηθεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015), απορριπτομένης ως μη νόμιμης της ένστασης του εναγόμενου περί απαραδέκτου λόγω μη προσβολής εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και της επικουρικής καταγγελίας, καθώς οι ένδικες αξιώσεις που αφορούν την από 02.01.2023 αρχική καταγγελία της σύμβασης εργασίας και είναι ως προς αυτήν εμπρόθεσμες. Επισημαίνεται ότι είναι απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβληθείσα και η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 6 του ν. 4808/2021 ένσταση απαραδέκτου του εναγόμενου, καθώς ο ενάγων παραιτήθηκε από τα αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης και περί επέλευσης των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, οπότε ως προς αυτά η αγωγή θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα. Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη τόσο ως προς τα ένδικα κονδύλια περί υπερεργασίας, υπερωριών, προσαυξήσεων λόγω απασχόλησης νυκτερινές ώρες και Κυριακές, δεδομένου ότι για το ορισμένο της αγωγής, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη υπό (I) αναλυτικά εκτίθενται, πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα εργασίας (ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1548/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), έστω και κατά μέσο όρο (ΑΠ 1371/2003, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο, όσο και ως προς τις αξιώσεις που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εξαιρουμένης της νομικής βάσης της αγωγής περί καταχρηστικότητας της απόλυσης βάσει της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθώς δεν αναφέρονται στην αγωγή τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την ως άνω καταχρηστικότητα και συνιστούν υπέρβαση των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Επιπλέον, απορριτπέο ως αόριστο είναι και το αίτημα της αγωγής περί χορήγησης πιστοποιητικού εργασίας, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (VIII) αναφέρονται, καθώς ο ενάγων δεν επικαλείται ότι ζήτησε τη χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας από τον εναγόμενο κι εκείνος αρνήθηκε να του το χορηγήσει (βλ. ΑΠ 667/2012, ΕφΠειρ. 595/2018, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 (ως προς την ακυρότητα λόγω μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης), σε συνδυασμό με τα άρθρα 174, 180 ΑΚ, των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 656, 659, 669 παρ. 2, 678, 904 επ. ΑΚ, του άρθρου 2 ν.δ.3755/1957, της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει τας Κυριακάς και εορτάς», όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια και το άρθρο 2 του Ν. 435/1976 (προσαύξηση Κυριακές/αργίες), καθώς και του άρθρου 4 του ν. 2874/2000, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010, για τις αξιώσεις υπερεργασίας και υπερωριών, και όπως το εν λόγω άρθρο 74 του Ν. 3863/20,10 ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4808/2021 και, σύμφωνα με το άρθρο 58 αυτού (120% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου), των άρθρων 66 παρ. 1, 3 του Ν. 4808/2021, 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914, 932 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 176,191 παρ. 2, 218, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 αρ. 4 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί έναρξης της τοκοφορίας από πρότερο της επίδοσης της αγωγής χρονικό σημείο, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (IV) εκτίθενται, α) για τα ποσά που δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας (όπως οι νόμιμες και όχι οι παράνομες υπερωρίες/απασχόληση – ΟλΑΠ 40/2002, ΕΕργΔ 2002.1478, ΕφΑθ 236/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ήτοι στην προκειμένη περίπτωση για την προσαύξηση της κατ’ εξαίρεση παράνομης υπερωρίας τις καθημερινές, την προσαύξηση για εργασία τις Κυριακές (ΜΠρΑΘ 1860/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και την αποζημίωση για μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, ως προς τα οποία επιδίκαση του νόμιμου τόκου υπερημερίας γίνεται από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, η οποία συνιστά όχληση (ΑΚ 346), αφού οι αποζημιώσεις αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία και, συνεπώς, δεν ορίζεται από τον νόμο δήλη ημέρα καταβολής τους και, ως εκ τούτου, οι τόκοι για τις απαιτήσεις αυτές αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής (ΜΠρΑΘ 17/2019, ΜΠρΑΘ 481/2016, ΜΠρΑμαλ 132/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και β) για τα κονδύλια της πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 708/99, ΕλλΔνη 2000.448 – ΕφΑθ 7832/99, ΔΕΕ 2000.179). Ειδικά όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής σύμφωνα με στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη επικουρική βάση σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα, ήτοι υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας, οπότε, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (V)‘ αναφέρονται, δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η κρινόμενη να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη συζήτησης (βλ. το με κωδικό ………… e-παράβολο και την από 24.09.2024 εξοφλητική απόδειξη αυτού) και έχει προσκομιστεί το από 02.03.2023 ενημερωτικό έγγραφο για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, κατ’ άρθρο 3 §2 ν. 4640/2019.
ΧΙ. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του, από την με αρ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_………./19.09.2024 ένορκη βεβαίωση του ………… ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών Ειρήνης Γράβαρη την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, με επιμέλεια του οποίου λήφθηκε, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου (βλ. την με αριθμό …../13.09.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σύρου Δημητρίου Καλλιόπης Ψαρομπά), από τις με αριθμούς ……../23.09.2024 και ………../23.09.2024 ένορκες βεβαιώσεις της …………. και του ………….. αντίστοιχα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Αθανασίου, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, με επιμέλεια του οποίου λήφθηκαν, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την με αριθμό …../18.09.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Παναγιώτας Γεωργαντά), από την με αρ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_………./30.09.2024 ένορκη βεβαίωση του ……………ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών Ειρήνης Γράβαρη, η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγόμενης με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του, και δόθηκε νομότυπα προς αντίκρουση των ισχυρισμών του εναγόμενου, κατ’ άρθρο 591 παρ. 1 στ’ ΚΠολΔ, απορριπτομένου ως μη νόμιμου του ισχυρισμού του εναγόμενου περί μη λήψης υπόψη της ως άνω βεβαίωσης λόγω μη έγγραφης κλήσης της εναγόμενης, καθώς νομίμως γίνεται η κλήση και με δήλωση στο ακροατήριο, εφόσον σε αυτήν εμπεριέχονται όλα τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία (ΜονΕφΑθ 6469/2020, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και από την με αριθμό …./01.10.2024 ένορκη βεβαίωση του ……… ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Πανταζοπούλου, η οποία ελήφθη κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την με αριθμό ……/26.09.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετειου Πειραιά Αριστείδη Στεφανή), και εδόθη νομότυπα προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ενάγοντος, επίσης κατ’ άρθρο 591 παρ. 1 στ’ ΚΠολΔ, από το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραλειφθεί για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, κατ’ αρ. 340 παρ.1 ΚΠολΔ, και χρησιμεύουν και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, λαμβανομένων υπόψη και των προσκομιζόμενων ψηφιακών φωτογραφιών οθόνης κινητού που απεικονίζουν ηλεκτρονικά μηνύματα μέσω SMS, καθώς πρόκειται για ηλεκτρονική αλληλογραφία μέσω sms μεταξύ των διαδίκων – συνομιλούντων που παραδεκτώς προσκομίζεται στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης και μη συνιστούσα παράνομο αποδεικτικό μέσο κατ’ άρθρο 3 ΠΔ 47/2005, αφού δεν πρόκειται για συνομιλία με τρίτους που καλύπτεται με το απόρρητο επικοινωνίας, όπως αντιστοίχως επί παραδοσιακών επιστολών (ΜΠρΗρ 1085/2018, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη, κατά τα αρ. 336 παρ.4 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές διαλαμβάνονται στα δικόγραφά τους και εκτίθενται κατωτέρω (άρθρα 261 παρ. 1 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά: Ο εναγόμενος διατηρεί ατομική επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην παροχή μεταφορικών υπηρεσιών και ιδίως στην εξυπηρέτηση διαδικτυακών παραγγελιών των πελατών του. Για τις ανάγκες του αυτές προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 2.1.2023 προκειμένου αυτός να παρέχει την εργασία του ως οδηγός αυτοκινήτου μεταφορών, απασχολούμενος επί έξι ημέρες εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως Σάββατο) και επί έξι ώρες και σαράντα λεπτά ημερησίως (ήτοι επί 40 ώρες εβδομαδιαίως) από τις 11.30 π.μ. έως τις 18.10, μέχρι την 02.01.2023, οπότε ο εναγόμενος κατήγγειλε την ένδικη σύμβασή εργασίας. Ο δηλωθείς μικτός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 830,44 ευρώ (οπότε το μικτό ημερομίσθιό του ανερχόταν σε 31,94 ευρώ και το μικτό ωρομίσθιό του σε 4,79 ευρώ). Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο ενάγων για την εργασία του λάμβανε από τον εναγόμενο το ποσό των 1.165,00 ευρώ μηνιαίως (ήτοι καθαρές αποδοχές ύψους 1.000,00 ευρώ), το οποίο συνιστούσε τον πραγματικό μικτό μηνιαίο μισθό του, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εναγόμενου ότι το ποσό που υπερέβαινε τον συμφωνηθέντα μισθό ύψους 830,44 ευρώ αφορούσε την εκάστοτε για κάθε μήνα αμοιβή του ενάγοντος για υπερεργασία και υπερωρίες ή την αμοιβή για την εργασία του τις Κυριακές, αφού το ποσό αυτό ήταν κάθε μήνα το ίδιο, χωρίς να διαφοροποιείται ούτε κατά το ελάχιστο, γεγονός που συνομολογεί και ο ίδιος ο εναγόμενος με τις προτάσεις του. Περαιτέρω, την 19.04.2021 ο ενάγων ανέλαβε χρέη Επιθεωρητή Καταστημάτων, βάσει δε της διεύρυνσης των καθηκόντων του, απασχολούταν πλέον όχι μόνο ως οδηγός, αλλά και ως επόπτης των λοιπών οδηγών που του υποδείκνυε ο εναγόμενος. Ειδικότερα, όλοι οι οδηγοί που ανήκαν στον ανατεθειμένο σε αυτόν τομέα για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε κατά τη διάρκεια της βάρδιάς τους είτε αφορούσε τις διανομές είτε τα οχήματα του εναγόμενου αναφέρονταν στον ενάγοντα, ο οποίος και τους αναπλήρωνε, αν προέκυπτε οποιοδήποτε κώλυμα. Όπως δε κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος, οι οδηγοί στην πραγματικότητα δεν έρχονταν ποτέ σε επαφή με τον εργοδότη, αλλά επικοινωνούσαν πάντοτε και για όλα τα ζητήματα με τον επόπτη τους. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, προκειμένου να ανταποκριθεί στις αρμοδιότητες του ως επιθεωρητής καταστημάτων, κατά το χρονικό διάστημα από την 19.04.2021 έως την 31.12.2022 ο ενάγων εργαζόταν κατά μέσο όρο 12 ώρες ημερησίως, ήτοι από τις 8:00 το πρωί έως τις 20:00 το απόγευμα, γεγονός που επιβεβαιώνεται τόσο από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος όσο και από την με αρ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_……./19.09.2024 ένορκη βεβαίωση του ……………, που αμφότεροι κατέθεσαν ότι εργάζονταν ως οδηγοί σε εταιρία συμφερόντων του εναγόμενου και ότι εντολές και οδηγίες έπαιρναν μόνο από τον ενάγοντα, στον οποίο απευθύνονταν όλες τις ώρες της ημέρας για οποιοδήποτε ζήτημα ανέκυπτε. Επισημαίνεται δε ότι από την προσκομισθείσα αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων προκύπτει ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν μόνο στις περιοχές του νοτίου και δυτικού τομέα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αλλά επανειλημμένα είχε εργασθεί και σε άλλες περιοχές τόσο των βορείων προαστίων όσο και των λοιπών περιοχών της Αττικής, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι ως άνω μάρτυρες γνώριζαν πράγματι τον ενάγοντα, ανεξαρτήτως της περιοχής στην οποία εργάζονταν. Η ως άνω κρίση αυτή περί της εργασίας του ενάγοντος για δώδεκα ώρες ημερησίως δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι παραγγελίες που παρέδιδε ο ενάγων, όπως αυτές εκτίθενται στις προσκομισθείσες ηλεκτρονικές επιστολές, ήταν πολύ λίγες για τον επικαλούμενο αριθμό ωρών εργασίας, καθώς, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, από την 19.04.2021 τα καθήκοντά του δεν περιορίζονταν στη διανομή παραγγελιών, όφειλε δε ως επιθεωρητής να είναι διαθέσιμος για όλα τα ζητήματα που ανέκυπταν καθ’ όλη τη διάρκεια των τρίωρων βαρδιών των οδηγών, που ξεκινούσαν στις 08.30 το πρωί και έληγαν στις 20.30 το απόγευμα. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν πέρα από το ωράριό του και για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της σύμβασης εργασίας μέχρι την 19.04.2021, ήτοι για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργαζόταν αποκλειστικά ως οδηγός – διανομέας, ούτε ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανήλθαν από την 01.07.2022 στο ποσό των 1.280,86 ευρώ (ήτοι καθαρές αποδοχές ύψους 1.100,00 ευρώ). Ως εκ τούτου, για το χρονικό διάστημα από την 19.04.2021 έως την 31.12.2022 ο ενάγων απασχολήθηκε για 72 ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι 32 ώρες περισσότερο από το νόμιμο και το συμβατικά καθορισμένο ωράριό του, εκ των οποίων οι 8 ώρες συνιστούν υπερεργασία, που αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20,00%, και οι 24 ώρες συνιστούν κατ’ εξαίρεση υπερωρία (αφού δεν είχαν τηρηθεί οι τασσόμενες από το νόμο προϋποθέσεις), που για το χρονικό διάστημα μέχρι την 18.06.2021 αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80,00% και για το χρονικό διάστημα από την 19.06.2021, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του ν. 4808/2021, με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 120,00%. Επομένως λαμβανομένου υπόψη του ωρομισθίου του ενάγοντος ύψους (1.165,00 / 25 X 6/40 =) 6,99 ευρώ, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για υπερεργασία κατά το χρονικό διάστημα από 19.04.2021 έως 31.12.2022, πλην των χρονικών διαστημάτων πέντε εβδομάδων για καθένα από τα έτη 2021 και 2022 (κατά τις οποίες ο ενάγων έλαβε την άδεια του αναψυχής), ήτοι για απασχόληση επί (89 – 10 =) 79 εβδομάδες πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως εντός του συμβατικού εξαημέρου, συνολικά επί 8 ώρες ανά εβδομάδα, ήτοι επί (79 X 8 = ) 632 ώρες, το ποσό των [632 X (6,99 + 6,99 X 20,00% = ) 8,39 = ] 5.302,48 ευρώ για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της παρόδου του χρονικού διαστήματος (μηνός) το οποίο αφορούν. Αντίστοιχα για κατ’ εξαίρεση υπερωρία ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από την 19.04.2021 έως την 18.06.2021, ήτοι για (24 ώρες X 9 εβδομάδες = ) 216 ώρες το ποσό των [216 X (6,99 + 6,99 X 80,00% = ) 12,58 = ] 2.717,28 ευρώ, και για το χρονικό διάστημα από την 19.06.2021 έως την 31.12.2022, ήτοι για (24 ώρες X 70 εβδομάδες = ) 1.680 ώρες, το ποσό των [1.680 X (6,99 + 6,99 X 120,00% = ) 15,38 = ] 25.838,40 ευρώ, όλα τα ανωτέρω με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στον εναγόμενο εργάσθηκε δεκατρείς Κυριακές και συγκεκριμένα την 20.12.2020, την 27.12.2020, την 25.04.2021, την 11.07.2021, την 7.11.2021 την 12.12.2021, την 19.12.202.1, την 16.01.2022, την 10.04.2022, την 8.5.2022 την 06.11.2022, την 11.12.2022, την 18.12.2022, γεγονός που συνομολογεί και ο εναγόμενος, χωρίς να λάβει την προβλεπόμενη από τον νόμο προσαύξηση για την εργασία την Κυριακή και χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου άνω των 25 ετών, όπως ο ενάγων, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, διαμορφώθηκε για το χρονικό διάστημα από 01.07.2020 έως 31.12.2021, δυνάμει της Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019), στο ποσό των (650,00 ευρώ μηνιαίος μισθός/25=) 26,00 ευρώ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο στο ποσό των (650,00 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 χ 6 /40 =) 3,90 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 30.4.2022 δυνάμει της Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27-12-2021), στο ποσό των (663,00 ευρώ μηνιαίος μισθός/25=) 26,52 ευρώ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο στο ποσό των (663,00 ευρώ μηνιαίος μισθός/25 X 6/40 =) 3,98 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την 01.05.2022 έως την 31.12.2022, δυνάμει της Υ.Α. 38866/2022 (ΦΕΚ Β’ 2030/21.04.2022), στο ποσό των (713,00 ευρώ μηνιαίος μισθός/25=) 28,52 ευρώ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο στο ποσό των (713,00 ευρώ μηνιαίος μισθός/25 X 6/40 =) 4,28 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, για την (παράνομη) εργασία την Κυριακή ο ενάγων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δικαιούται α) για το χρονικό διάστημα από την 01.07.2020 έως την 31.12.2021, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 7 Κυριακές για προσαύξηση εργασίας την Κυριακή το ποσό των [7 X (26,00 X 75,00% = ) 19,50 = ] 136,50 ευρώ και για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό του ανερχόταν σε (1.165 / 25 = ) 46,60 ευρώ, το ποσό των (7 X 46,60 = ) 326,20 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 30.04.2022, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 2 Κυριακές για προσαύξηση εργασίας την Κυριακή το ποσό των [2 X (26,52 X 75,00% = ) 19,89 = ] 39,78 ευρώ και για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό του ανερχόταν σε (1.165 / 25 -) 46,60 ευρώ, το ποσό των (2 X 46,60 = ) 93,20 ευρώ, γ) για το χρονικό διάστημα από την 01.05.2022 έως την 31.12.2022, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 4 Κυριακές το ποσό των [4 X (28,52 X 75,00% = ) 21,39 = ] 85,56 ευρώ και για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό του ανερχόταν σε (1.165 / 25 = ) 46,60 ευρώ, το ποσό των (4 X 46,60 = ) 186,40 ευρώ, όλα τα ανωτέρω με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επισημαίνεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε κατά τις Κυριακές πέραν του ωραρίου των 8 ωρών ούτε ότι απασχολήθηκε κατά τις νυχτερινές ώρες για μία ώρα εβδομαδιαίως και, ως εκ τούτου, τα αντίστοιχα αιτούμενα με την αγωγή κονδύλια περί αποζημίωσης για την εκτέλεση παράνομης υπερωριακής εργασίας την Κυριακή και για νυκτερινή εργασία ελέγχονται καθ’ ολοκληρίαν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ο εναγόμενος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του και στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, πρότεινε ένσταση (μερικής) εξόφλησης των ως άνω ποσών με το ποσό των (1.165,00 – 830,44 = ) 334,56 ευρώ που κατά τους ειδικότερα στις προτάσεις του αναφερόμενους μήνες κατέβαλε στον ενάγοντα επιπλέον του συμφωνηθέντος μισθού του. Η ως άνω ένσταση είναι παραδεκτή και νόμιμη, πλην όμως, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, αφού, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι το ποσό των 1.165,00 ευρώ αντιστοιχούσε στον πραγματικά συμφωνηθέντα μισθό του ενάγοντος, ο εναγόμενος δε δεν επικαλείται σχετική συμφωνία περί κάλυψης των αμοιβών για υπερεργασία, υπερωρίες και απασχόληση την Κυριακή από τις υπέρτερες των νόμιμων καταβαλλόμενες αποδοχές, τέτοια δε συμφωνία θα ήταν σε κάθε περίπτωση άκυρη όσον αφορά την αμοιβή για υπερεργασία και υπερωρίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 4020/1959 (βλ. Δ. Ζερδελή. Εγχειρίδιο Ατομικού Εργατικού Δικαίου, 8η έκδοση, 2023, σελ. 609 – 610). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος περί τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2022 ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι επρόκειτο να του αφαιρέσει τα καθήκοντα του επιθεωρητή, συνεχίζοντας στο εξής να τον απασχολεί αποκλειστικά ως οδηγό – διανομέα παραγγελιών. Κατόπιν της ανωτέρω ανακοίνωσης, ο ενάγων προσέφυγε την 08.12.2022 στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, το οποίο κοινοποίησε στον εναγόμενο την από 24.01.2023 πρόσκληση για παράσταση στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς την 13.02.2023. Ωστόσο, ήδη την 02.01.2023 ο εναγόμενος κοινοποίησε στον ενάγοντα την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, καταβάλλοντάς του και το ποσό των 1.798,92 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Πλην, όμως, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η από 2.1.2023 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, εκείνος είχε συμπληρώσει στον εναγόμενο προϋπηρεσία δύο ετών και ο μικτός μηνιαίος μισθός του υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την απόλυσή του ανερχόταν στο ποσό των 1.165,00 ευρώ, η αποζημίωση απόλυσης που δικαιούται για την άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του βάσει των τακτικών αποδοχών του ανέρχεται σε [(1.165,00 X 2 =) 2.330,00 + (2.330,00 X 1/6 = ) 388,33 = ] 2.718,33 ευρώ. Ως εκ τούτου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του ισχυρισμού του εναγόμενου περί εύλογης αμφιβολίας ως προς τη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης λόγω της πρόσληψης του ενάγοντος ως εργατοτεχνίτη, καθώς αποδείχθηκε αφενός ότι το ημερομίσθιο του εναγόμενου ήταν 46,60 ευρώ (και όχι 35,04 ευρώ, όπως υποστηρίζει ο εναγόμενος) και αφετέρου ότι ο εναγόμενος αμειβόταν ήδη με μισθό, οπότε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 3 του ν. 4808/2021, η αποζημίωση απόλυσης υπολογίζεται με βάση τον μισθό του και όχι με βάση τα 22 ημερομίσθια. Η ακυρότητα δε της καταγγελίας δεν αίρεται από το γεγονός ότι την 05.04.2023 ο εναγόμενος προέβη στην κοινοποίηση στον ενάγοντα επικουρικής καταγγελίας και στην καταβολή και του υπολειπόμενου ποσού της αποζημίωσης απόλυσης, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 4 του ν. 4808/2021, η εκ των υστέρων πλήρωση της συγκεκριμένης τυπικής έλλειψης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν την ισχυροποιεί αναδρομικά. Επισημαίνεται ότι υπό τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί περί ακυρότητας της καταγγελίας κατά το μέρος που ερείδονται στο ότι αυτή έλαβε χώρα λόγω εκδικητικότητας ως αντίδραση στην ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του ενάγοντος και, συγκεκριμένα στην εκ μέρους του ενάγοντος προσφυγή στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, και σε χρόνο κατά τον οποίο ο ενάγων τελούσε σε άδεια αναψυχής. Ειδικότερα, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, κατά το χρόνο που ο εναγόμενος προέβη στην καταγγελία στης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ήτοι την 02.01.2023, δεν είχε λάβει γνώση της ως άνω προσφυγής του ενάγοντος, καθώς η πρόσκληση από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας για την επίλυση της διαφοράς χρονολογείται την 24.01.2023, δεν αποδείχθηκε δε (ούτε σε βαθμό πιθανολόγησης) ότι ο εναγόμενος είχε με άλλο τρόπο πληροφορηθεί περί της προσφυγής, δεδομένου ότι και ο μάρτυρας του ενάγοντος δεν είχε ιδία γνώση σχετικά με το ζήτημα αυτό και κατέθεσε ότι τον Ιανουάριο πληροφορήθηκε από τον ενάγοντα ότι ο τελευταίος είχε ενημερώσει τον εναγόμενο περί της προσφυγής, χωρίς, ωστόσο, να διευκρινίζει πότε έλαβε χώρα η ενημέρωση αυτή. Εξάλλου, την 02.01.2023 οπότε κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα η καταγγελία της σύμβασης του, δεν τελούσε ο ίδιος σε κανονική άδεια, αλλά τελούσε σε αργία η ίδια η επιχείρηση του εναγόμενου, λόγω της ετήσιας απογραφής των καταστημάτων στα οποία αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του. Συνακόλουθα, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος είναι άκυρη μόνο για το λόγο της μη καταβολής σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Πλην, όμως, με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων αιτείται, αντί της αναγνώρισης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της επέλευσης των συνεπειών αυτής, να του επιδικαστεί πρόσθετη αποζημίωση κατά το άρθρο 66 παρ. 3 του Ν. 4808/2021 ύψους 7.685,16 ευρώ. Συνέπεια των ανωτέρω, κατ’ αποδοχή του παραδεκτά υποβληθέντος, δυνάμει του άρθρου 66 παρ. 3 του ν. 4808/2021, και δεσμευτικού για το Δικαστήριο [βλ. τα αναλυτικά στη μείζονα σκέψη υπό (VII) εκτιθέμενα] αιτήματος του ενάγοντος, πρέπει το παρόν δικαστήριο, αντί της διάγνωσης της ακυρότητας της καταγγελίας και της επιδίκασης υπέρ του ενάγοντος μισθών υπερημερίας, να επιδικάσει υπέρ αυτού πρόσθετη αποζημίωση. Ο καθορισμός του ύψους της εν λόγω πρόσθετης αποζημίωσης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται προς τούτο από το ποσό που καθόρισε ο ενάγων με το ως άνω υποβληθέν αίτημά του, αλλά πρέπει να λάβει χώρα εντός των ορίων που χαράσσει η προαναφερόμενη διάταξη, με ελάχιστο ποσό που μπορεί να επιδικαστεί αυτό των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών και μέγιστο ποσό το διπλάσιο της κατά νόμο αποζημίωσης λόγω (άτακτης) καταγγελίας κατά τον χρόνο της απόλυσης της ενάγουσας, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το αιτούμενο με την αγωγή ποσό. Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποζημίωση απόλυσης που δικαιούταν ο ενάγων ανερχόταν σε 2.718,33 ευρώ, τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασής του, αλλά και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πρέπει η πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης να καθοριστεί στο ποσό των 3,500 ευρώ, το οποίο οφείλει να καταβάλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα νομιμοτόκως αϊτό την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, απορριπτομένης ως απαράδεκτης της ένστασης του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1δ’ ΚΠολΔ, καθώς η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε προφορικά, αλλά μόνο με τις έγγραφες προτάσεις του εναγόμενου. Τέλος, η απόλυση του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε ότι συντελέστηκε υπό συνθήκες ιδιαζόντως απαξιωτικές και μειωτικές για την προσωπικότητά του. Άλλωστε μόνη η ακυρότητα της καταγγελίας, ακόμα και αν οφείλεται σε εκδικητικότητα ή άλλα ταπεινά κίνητρα του εργοδότη, παρά τις αδιαμφισβήτητα δυσμενείς επιπτώσεις για τη διαβίωση του ενάγοντος, δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας. Περαιτέρω περιστάσεις που να συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος δεν αποδείχθηκαν, καθώς η διαφωνία των μερών περιορίστηκε σε αυστηρώς προσωπικό επίπεδο, δεν δημοσιοποιήθηκε ούτε εξωτερικεύθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση των λοιπών συναδέλφων του ή του οικογενειακού και φιλικού περίγυρου του ενάγοντος. Μετά ταύτα, μη συντρέχουσας περίπτωσης προσβολής της προσωπικότητάς του ενάγοντος, το κονδύλιο για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ελέγχεται απορριπτέο κατ’ ουσίαν.
ΧΙΙ. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των 5.302,48 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας για το χρονικό διάστημα από την 19.04.2021 έως την 31.12.2022, νομιμοτόκως από το τέλος του μήνα τον οποίο έκαστο κονδύλι αφορούσε και κατά τον οποίο ήταν καταβλητέο και μέχρι την πλήρη εξόφληση, β) το ποσό των 28.555,68 ευρώ ως αμοιβή για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, γ) το ποσό των 261,84 ευρώ ως προσαύξηση για εργασία την Κυριακή, νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δ) το ποσό των 605,80 ευρώ ως αποζημίωση για την στέρηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης λόγω εργασίας κατά την Κυριακή, νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ε) το ποσό των 3.500,00 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης, με βάση το άρθρο 66 παρ. 3 του ν. 4808/2021, νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω, η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, κατά παραδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος του ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμού, καθ’ όσον το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι οποίοι συνίστανται στην καθυστέρηση ικανοποίησης του νικητή διαδίκου για μεγάλο χρονικό διάστημα, λόγω και της φύσης άλλωστε του επιδικαζόμενου κονδυλίου ως εργατικής απαιτήσεως (άρθρα 907 και 908 παρ.1 εδ. ε’ ΚΠολΔ). Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος πρέπει να επιδικαστούν σε βάρος του εναγόμενου, κατά το λόγο της ήττας του στην παρούσα δίκη (ΚΠολΔ 178 παρ. 1), σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (5.302,48 + 28.555,68 + 261,84 + 605,80 + 3.500,00 = ) 38.225,80 ευρώ (τριάντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και ογδόντα λεπτών), νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα για έκαστο κονδύλι στο σκεπτικό της παρούσας εκτιθέμενα.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των 15.000,00 ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 2η.12.2024.
