απόλυσηαποφάσειςχρόνος εργασίας - υπερωρίεςΜονομελές Εφετείο Αθηνών 5383/2024

Περίληψη: Απόλυση κατόπιν υποβολής έγκλησης σε βάρος του εργαζόμενου. Απόλυση που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου. Υπερεργασία. Ορισμένο του αγωγικού αιτήματος. Τοκοφορία της σχετικής αξίωσης. Πρόσθετη εργασία επισκευής μηχανημάτων από προϊστάμενο αποθήκης. Κρίση ότι η απόλυση του εργαζόμενου είναι άκυρη επειδή έγινε ως αντίδραση στην ενάσκηση του δικαιώματος του εργαζόμενου να διεκδικήσει την επαναφορά παροχής που περικόπηκε. Δέχεται αίτημα απόληψης αμοιβής για υπερεργασία. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 51.785,19 Ευρώ. Υποχρεώνει την εργοδότρια να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός Απόφασης
5383/2024
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 3°

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαγδαληνή Φαχουρίδου, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Νικόλαο Καλαντζή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2024 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …….. του ………., κατοίκου Αθηνών, οδός ……… αριθμ. …, ΑΦΜ: ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ- ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…….» που εδρεύει στο ………. Αττικής, οδός ……… αριθμ. …, ΑΦΜ:………., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο ΠΑΣΣΑ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-12-2022 (με αυξ.αριθμ,εκθ.καταθ. ……/…../2022) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’αριθμ. 275/2024 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ουσίαν.
Ο ενάγων, με την από 18-6-2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ……/……/2024) έφεσή του και η εναγομένη, με την από 3-7-2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ……../………/2024) έφεσή της, που προσδιορίστηκαν για να συζητηθούν, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκαν στο πινάκιο, προσέβαλαν την παραπάνω απόφαση.
Κατά τη δικάσιμο αυτή οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων.
Κατά τη συζήτησή τους στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 18-6-2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. …../…../2024) και 3-7-2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ……./……/2024) αντίθετες εφέσεις του ενάγοντος και της εναγόμενης, αντίστοιχα, κατά της υπ’ αρ. …./2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την αγωγή του πρώτου, εφαρμόζοντας την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614 περ. 3 επ. ΚΠολΔ), έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμες, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και δεν έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της (22-3-2024) μέχρι την κατάθεση των εφέσεων στη γραμματεία του πρωτόδικου δικαστηρίου (18-6-2024 και 4-7-2024 αντίστοιχα, βλ. τη σχετική επισημείωση της γραμματέως του δικαστηρίου εκείνου, επί των αντιγράφων των εφέσεων, άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511,513 παρ. 1β, 516 παρ. 1,517 και 518 παρ. 2 του Κ.ΠολΔ) φέρονται δε παραδεκτώς προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος αρμοδίου δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, με την οποία εκδόθηκε και η πρωτοβάθμια απόφαση (άρθρ. 533 παρ.1 του ίδιου κώδικα), αφού ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και για οικονομία χρόνου και εξόδων (άρθρα 31 και 246 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 του ΑΚ και 216 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών ή άλλων παροχών που οφείλονται από σύμβαση εργασίας, πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτήν, μεταξύ άλλων, ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης, ο συμφωνηθείς ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται (ΑΠ 75/2016, ΑΠ 311/2010 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικά για το ορισμένο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, πρέπει να αναφέρονται σε αυτή η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και, συνακόλουθα, οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας, ενώ είναι δυνατόν να προσδιορίζονται αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή τον μήνα (ΑΠ 132/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1977/2013 ΕΕργΔ 2014, 949, ΑΠ 2168/2007 ΔΕΝ 2008, 597). Πρέπει, επίσης, να αναφέρονται οι νόμιμες ή οι καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογιστεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 1371/2003, ΑΠ 840/2003, ΑΠ 1235/2003). Δεν απαιτείται, δε, να αναφέρονται ο χρόνος έναρξης και λήξης της παρεχόμενης υπερωριακής εργασίας κατά ημέρα και, γενικότερα, της ημερήσιας εργασίας, αφού η υπερωριακή απασχόληση δεν κρίνεται από το πότε αρχίζει και πότε λήγει ωρολογιακά η απασχόληση του εργαζομένου, αλλά από το εάν η διάρκεια της απασχόλησης υπερβαίνει το νόμιμο ωράριο των εργαζομένων της κατηγορίας του (ΑΠ 534/2014, ΑΠ 441/2014, ΑΠ 2011/2013, ΑΠ 1223/2013, ΑΠ 1468/2012, ΑΠ 792/2011, Δ. Ζερδελής, Εργατ. Δίκαιο-Ατομ. Εργ. Σχέσεις, έκδ. 2015 σελ. 852), ούτε αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής ότι ο ενάγων υποχρεώθηκε να παράσχει υπερεργασία και υπερωριακή εργασία από τον εργοδότη (ΑΠ 1116/2013 ΤΝΠ Νόμος).
Με την από 14-12-2022 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ………./ ………./2022) αγωγή του, στρεφομένης κατά της αντιδίκου του και απευθυνόμενης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε στις 1-11-2002 από την εναγόμενη εταιρία που δραστηριοποιείται στον τομέα παροχής υπηρεσιών καθαρισμού δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, υπηρεσιών οικιακών βοηθών, λειτουργίας κουζίνας και διαχείρισης καντίνας καθώς και υποστήριξης γραφείου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως υπάλληλος προμηθειών-αποθήκης, με καθεστώς πενθήμερης εργασίας, και επί 40 συνολικά ώρες εβδομαδιαίως, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών 1994,49 ευρώ. Ότι παρότι πρόσφερε τις υπηρεσίες του με υπευθυνότητα, καθ’ υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου του, επί δέκα ώρες ημερησίως, κατά μέσο όρο, παρέχοντας και πρόσθετη εργασία τεχνικού, χωρίς να λαμβάνει αντίστοιχη αμοιβή, η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, επικαλούμενη την από 13-9-2022 υποβληθείσα σε βάρος του μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, για το αδίκημα της απάτης κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι υπαγορεύθηκε από ταπεινά κίνητρα, λόγω μη αρεστής προηγούμενης συμπεριφοράς του από την εναγόμενη, και δη διότι αντέδρασε στην αιφνίδια απόφαση της να του περικόψει το επίδομα οδοιπορικών εξόδων που του κατέβαλε σε μηνιαία βάση για την κάλυψη των εξόδων εκτέλεσης εξωτερικών εργασιών, άλλως επειδή δεν καταβλήθηκε η δικαιούμενη αποζημίωσης απόλυσης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, συνεπεία της οποίας η εναγόμενη έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και υποχρεούται να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την επομένη ημερομηνία καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης μέχρι τις 31-12-2024 (πιθανολογούμενη ημεροχρονολογία συζήτησης της αγωγής). Ότι περαιτέρω από τις εν λόγω συνθήκες που έλαβε χώρα η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προκλήθηκε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, ως ατόμου που του επέφερε ηθική και επαγγελματική μείωσή, για την αποκατάσταση της οποίας, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από μερικό περιορισμό του αιτήματος, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρωτοβάθμια πρακτικά και επαναλήφθηκε στις κατατεθείσες προτάσεις του, ως προς το ποσό των 28.851,62 ευρώ που του καταβλήθηκε μετά την άσκηση της αγωγής, ο ενάγων ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, για τους λόγους που προεκτέθηκαν β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, να απειληθεί εναντίον της χρηματική ποινή ύψους 50.000,00 ευρώ, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 35.287,83 ευρώ, όπως αναλύεται στα επιμέρους κονδύλια των μισθών υπερημερίας και επιδομάτων εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2023 έως και το Δεκέμβριο του 2024, το ποσό των 42.465,58 ευρώ ως αμοιβή για την παρασχεθείσα υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, το ποσό των 5.034,20 ευρώ ως αποδοχές της πρόσθετης εργασίας του τεχνίτη μηχανών καθώς και το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, όλα δε τα ανωτέρω κονδύλια με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως επικουρικώς, στην περίπτωση που κριθεί ότι λύθηκε η σύμβαση εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, πλην των ανωτέρω κονδυλίων που αντιστοιχούν στις αποδοχές υπερεργασίας, κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, πρόσθετης εργασίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 4.503,94 ευρώ ως υπόλοιπο καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής και να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, απειλουμένης εναντίον της επί μη συμμόρφωσης, χρηματικής ποινής 10.000,00 ευρώ. Τέλος ζήτησε να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία αφού έκρινε ότι η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, και νόμιμη, τη δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη, και ειδικότερα: α) αναγνώρισε την ακυρότητα της, από 14 Σεπτεμβρίου 2022, καταγγελίας της σύμβασής εργασίας του ενάγοντος, β) υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, με απειλή 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της προς την ως άνω διάταξη, γ) υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 56.819,39 Ευρώ ( ήτοι 35.287,83 για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2023 έως και το Δεκέμβριο του 2024, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, ποσό 16.497,36 ευρώ για αμοιβή λόγω υπερεργασίας και ποσό 5.034,20 ευρώ για αμοιβή πρόσθετης εργασίας τεχνίτη), νομιμοτόκως ως ακολούθως: α) τους μισθούς υπερημερίας, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά εκάστη αξίωση, είτε ήδη ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, είτε μελλοντική (άρθρα 655, 341 παρ. 1, 345 εδαφ. α’ ΚΠολΔ), β) τα ποσά που αφορούν στα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, από την επομένη της 30ης Απριλίου και της 31ης Δεκεμβρίου, αντίστοιχα, κάθε έτους, για το οποίο αυτά οφείλονται, ως προς τα ποσά που αφορούν στα επιδόματα αδείας από την τελευταία ημέρα του οικείου έτους αντίστοιχα και γ) τις επιδικασθείσες αξιώσεις αμοιβής λόγω υπερεργασίας και πρόσθετης εργασίας τεχνίτη μηχανημάτων από την επίδοση της αγωγής, κήρυξε εαυτή προσωρινά εκτελεστή, ως προς την διάταξη περί αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος και εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, για το ποσό των 13.223,80 Ευρώ και τέλος επέβαλε σε βάρος της εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, που όρισε σε 2200 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ενάγων και η εναγόμενη με τις κρινόμενες εφέσεις τους για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους, που συνιστούν αιτιάσεις, αναγομένες, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν, μετά την τυπική και κατ’ουσίαν παραδοχή τους, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, και ο μεν ενάγων να γίνει δεκτή στο σύνολο της η αγωγή του, ενώ η εναγόμενη αντίστοιχα να απορριφθεί η σε βάρος της αγωγή. Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, ως προς τα ειδικότερα κονδύλια της για αμοιβή λόγω υπερεργασίας και παροχής πρόσθετης εργασίας, διότι περιέχεται σε αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σαφής έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης, ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ιδίως δε εκτίθεται η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της επιχείρησης που ασκούσε η εναγομένη Α.Ε. και η ακριβής ιδιότητα του ενάγοντος, καθώς και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται τα αγωγικά κονδύλια. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και δεν έσφαλε, τα δε αντίθετα από την εναγομένη υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της από 3-7-2024 έφεσης της, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
I. Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του Νόμου 2112/1920 μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ’ αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μηνύσεως ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει τον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ’ αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής αποφάσεως, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης. Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Νόμου 3198/1955 ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς τον μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 1230/2018, ΑΠ 930/2017, ΑΠ 444/2016, ΑΠ 991/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 965/2013).
ΙI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 Α.Κ. συνάγεται ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, ρητά ή σιωπηρά, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νόμιμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στο μισθωτό το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (Α.Π. 18/2011, ΑΠ 1953/2007). Όμως η πρόσθετη αμοιβή δεν οφείλεται αν έχει συμφωνηθεί (άρθρο 361 Α.Κ.) μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας είτε μεταγενέστερα, να παρέχει ο μισθωτός την πρόσθετη εργασία χωρίς αμοιβή ή η τελευταία να καλύπτεται από το μισθό της κύριας απασχόλησής του (Ολ. Α.Π. 861 και 862/1984, ΑΠ 65/2020, 271/2017, ΝΟΜΟΣ).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την υπ’ αριθμ. ……./2.2.2024 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος απόδειξης …………… που ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Κατσίγιαννη, με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου του (βλ. την υπ’ αριθμ. ………24.1.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), τις υπ’ αριθμ. ……. και ……../5.2.2024 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης ……………. και ……………, αντίστοιχα, που δόθηκαν με επιμέλεια της εναγομένης ενώπιον του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ευθυμίου Καραβασίλη (ΑΜΔΣΑ 12964) μετά από νομότυπη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ. ………..29.1.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θωμά Βαρελά) και από όλη τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρεία με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, την παροχή υπηρεσιών οικιακών βοηθών, την παροχή υπηρεσιών λειτουργίας κουζίνας και διαχείρισης καντίνας, υποστήριξης γραφείου κ.λ.π. Με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε από αυτή στις 1-11-2002 προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος αποθήκης-εξωτερικών εργασιών, με καθεστώς πενθήμερης εργασίας, επί 40 συνολικά ώρες εβδομαδιαίως, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών που κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης του ανέρχονταν σε 1994,49 ευρώ (1894,49 ευρώ σε χρήμα πλέον 100 ευρώ σε είδος μέσω προπληρωμένης κάρτας για την αγορά αγαθών από το σούπερ μάρκετ …………). Τα ειδικότερα καθήκοντα του, περιελάμβαναν, όπως αναφέρεται στην έγγραφη σύμβαση εργασίας που υπογράφηκε σχετικώς, μεταξύ άλλων, τη διεκπεραίωση μηνιαίων παραγγελιών προς πελάτες, την παραλαβή υλικών, την πληρωμή λογαριασμών, την παράδοση τιμολογίων, την είσπραξη επιταγών κ.α. Το ωράριο της εργασίας του συμφωνήθηκε να ανέρχεται σε οκτάωρο ημερησίως, με μικρή απόκλιση ως προς την έναρξη και λήξη της εργασίας του, ανάλογα με τις ανάγκες της εναγόμενης. Πέραν των ως άνω καθηκόντων του, ο ενάγων ήταν επιφορτισμένος με τον προγραμματισμό των δρομολογίων του φορτηγού οχήματος της εναγόμενης στις εγκαταστάσεις των πελάτων της για τον εφοδιασμό τους με τα υλικά και το σχετικό εξοπλισμού καθαρισμού, την επικοινωνία του με τους προμηθευτές των ως άνω υλικών καθαρισμού και μηχανημάτων, προκειμένου να καταρτίσει τις συμφερότερες οικονομικά συμφωνίες για την εναγόμενη. Τέλος αποδείχθηκε ότι μεταξύ των μερών, άτυπα, συμφωνήθηκε όπως ο ενάγων παρέχει εργασία τεχνικού, ήτοι να επισκευάζει βλάβες σε μηχανήματα καθαρισμού που χρησιμοποιούνταν για τον καθαρισμό των εγκαταστάσεων των πελατών της εναγόμενης, είτε στις δικές της εγκαταστάσεις, είτε σε αυτές των πελατών της. Για την απασχόληση του αυτή συμφωνήθηκε ότι δε θα λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή, καθώς αυτή συμπεριλαμβάνονταν στις μηνιαίες αποδοχές του που υπερέβαιναν τις νόμιμες όπως προβλέπονταν στη ΔΑ 51/2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Για την κάλυψη των εξόδων της μετάβασης του ενάγοντος στις εγκαταστάσεις των πελατών της εναγόμενης, για το σκοπό που προεκτέθηκε, με το δικό του όχημα, ελάμβανε ως έξοδα κίνησης το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως, ως επίδομα οδοιπορικών, το οποίο αναφέρονταν στη μηνιαία ανάλυση της μισθοδοσίας του ως μη μισθοδοτική παροχή (βλ. προσκομιζόμενη κατάσταση μισθοδοσίας Ιουνίου 2022). Στις 10 Αύγουστου του 2022 ο ενάγων διαπίστωσε στη ανάλυση της μισθοδοσίας του ότι η εναγόμενη αιφνίδια προέβη σε μονομερή περικοπή του ως άνω επιδόματος εξόδων κίνησης, με αναδρομική εφαρμογή από τον προηγούμενο μήνα (Ιούλιος 2022), χωρίς να του αιτιολογήσει την απόφαση της αυτή, παρά την έντονη διαμαρτυρία του. Λόγω της οικονομικής του αδυναμίας να καλύπτει πλέον εξ ιδίων δαπανών το κόστος μετάβασης του σε πελάτες, δύο μέρες αργότερα, αρνήθηκε να μεταβεί με ιδία δαπάνη (δικό του όχημα και δικά του έξοδα) στις εγκαταστάσεις πελάτη της εναγόμενης στο ………. Αττικής, στο ………. προκειμένου να επισκευάσει τη βλάβη μίας μηχανής, μέχρις ότου αναλάβει η εναγόμενη το κόστος της μετακίνησής του, όπως γινόταν και στο παρελθόν. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι προηγήθηκε χρονικά η αδικαιολόγητη άρνηση του ενάγοντος να εκτελέσει την ως άνω εντολή του Προϊσταμένου της και ακολούθησε η περικοπή του επιδόματος κίνησης, πλην όμως τούτο δεν αποδείχθηκε. Και τούτο προκύπτει από τη χρονική αλληλουχία των συνομιλιών μεταξύ των διαδίκων, ειδικότερα στην από 16-8-2022 επιστολή της εναγόμενης που υπογράφει ο Πρόεδρος του Δ.Σ αυτής ………. που απέστειλε στον ενάγοντα, μετά την άρνηση του αυτή, όπου αναφέρονται τα εξής: «Μόλις προχθές (12/8) πληροφορήθηκα από τον …….. ότι αρνήθηκες να επισκευάσεις μία μηχανή της εταιρείας στο ………… Αυτό συνιστά ανυπακοή σε εντολή της Διοίκησης, απείθεια και φυσικά άρνηση εκτέλεσης καθηκόντων σου, με κίνδυνο ζημίας της εταιρείας». Σε απάντηση αυτής ο ενάγων κοινοποίησε στην εναγόμενη μέσω e-mail την από 22-8-2022 επιστολή του που αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «Μετά από 20 χρόνια σίγουρα ξέρεις ότι πρέπει να υπάρχει σοβαρός λόγος για μην κάνω κάτι που μου ζητάς. Όπως δεν αρνήθηκα να φτιάξω την πρώτη μηχανή και κατέληξε να γίνει καθήκον μου έτσι και τώρα αν αρχίσω να χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο μου για επισκευές σε χώρους πελατών, δεν θα σταματήσει ποτέ. Όταν η ……… ζητάει 1200 ευρώ να φτιάξει την μηχανή, δεν πρόκειται για μικρή βλάβη αλλά βλάβη η οποία πιθανά θα χρειαστεί παραπάνω από μία επίσκεψη. Και ενώ μέχρι τώρα μου έδινες ένα ποσό οδοιπορικών το οποίο μπορεί να μην κάλυπτε όλο τα έξοδα του αυτοκινήτου μου σε όλα τα δρομολόγια που κάνω για την εταιρεία, τουλάχιστον ήταν μία βοήθεια και έδειχνε ότι εκτιμούσες το έργο μου. Η απότομη διακοπή αυτού του ποσού γιατί δεν είναι το ίδιο με την διακοπή χρήσης του αυτοκινήτου μου για επαγγελματικό σκοπό;». Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η περικοπή των εξόδων κίνησης προηγήθηκε χρονικά της άρνησης του ενάγοντος να εκτελέσει την προγραμματισμένη εξωτερική εργασία που του είχε ανατεθεί, εφόσον ο τελευταίος αρνήθηκε να μεταβεί στο ……….. στις 10-8-2022, ενώ η εναγόμενη είχε ήδη αποφασίσει την περικοπή του εν λόγω επιδόματος του, ποσού 100 ευρώ, αφού δεν το συμπεριέλαβε το πρώτον στη μισθοδοσία του μηνός Ιουλίου 2022, κάτι που περιλαμβανόταν σταθερά στις προηγούμενες, όπως τούτο αποτυπώνεται στις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας του προηγουμένων μηνών. Μετά την εξέλιξη αυτή οι σχέσεις των διαδίκων εντάθηκαν και τελικώς με την από 14-9-2022 εξώδικη δήλωση-καταγγελία που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα αυθημερόν, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ……./14.9.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Μαλλίδη), η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει την δικαιούμενη αποζημίωση απόλυσης, επικαλούμενη την από 13.9.2022 και με ΑΒΜ ……-…… έγκληση που υπέβαλε σε βάρος του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση, που διατείνονταν ότι τέλεσε κατά την άσκηση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων. Με την εν λόγω έγκληση η εναγομένη ειδικότερα ισχυριζόταν ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2019 έως τον Ιούλιο του 2022 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος τη ζημίωσε κατά το ισόποσο των αποδοχών που έλαβε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, για το λόγο ότι ενώ όφειλε να παρέχει την εργασιακή του δύναμη για την εκτέλεση των εργασιών που του είχαν ανατεθεί, κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης που του επέβαλε η εργασιακή του σύμβαση και εν αγνοία της εναγόμενης, την έπειθε ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της, ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε τα δικά του συμφέροντα, χρησιμοποιώντας τους υφιστάμενους του, ήτοι τον εργαζόμενο ………….. ως οδηγό και τον …………., ως υπάλληλο αποθήκης καθώς και το εταιρικό όχημα, η χρήση του οποίου είναι αποκλειστική για τις επαγγελματικές ανάγκες της εναγόμενης. Η εν λόγω έγκληση απορρίφθηκε τελεσίδικα για ουσιαστικούς λόγους, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………../22.1.24 Διατάξεως της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η υπ’ αριθμ. ……/19.9.2023 προσφυγή της εναγομένης κατά της υπ’ αριθμ. ……/2023 Διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ως άνω από 13.9.2022 έγκληση της εναγομένης. Όπως αποδείχθηκε από την αποδεικτική διαδικασία (βλ. τις από 5-1-2024 ένορκες βεβαιώσεις των ως άνω εργαζομένων της εναγόμενης ……… και ……… που κατέθεσαν ως μάρτυρες ανταπόδειξης) πράγματι ο ενάγων κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, κατά παράκαμψη της προγραμματισμένης πορείας των δρομολογίων του φορτηγού αυτοκινήτου της εναγόμενης, κάποιες φορές, έδινε εντολή στους ανωτέρω να εκτελέσουν εργασίες μεταφορών πραγμάτων άσχετες με το αντικείμενο της εναγόμενης, προς δική του εξυπηρέτηση, όπως π.χ το Δεκέμβριο του 2019 έδωσε εντολή στον οδηγό ……… να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό ένα κρεβάτι από την ………….. στην κατοικία φιλικού προσώπου του στο ………….., από τον Ιούνιο του 2020 έως το Νοέμβριο του 2021 να μεταφέρει διάφορα είδη πρώτης ανάγκης σε φιλικό του πρόσωπο που διέμενε σε οίκο ευγηρίας, μία φορά ζήτησε από τον εν λόγω οδηγό να μεταφέρει τον υιό του από το κέντρο της Αθήνας στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης στο ………….., τον Απρίλιο του 2022 να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό μία πλάκα μαρμάρου διαστάσεων 30X30 εκ. από επιχείρηση μαρμάρου στο ………….. στην εξοχική του κατοικία στο ………….., ενώ τον Ιούνιο του 2022 ζήτησε από τον ως άνω οδηγό να μεταφέρει οικιακό εξοπλισμό και οικοδομικά υλικά στην ως άνω εξοχική του κατοικία κ.λ.π. Όμως καταρχήν δεν αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω προσωπικές εξυπηρετήσεις του ενάγοντος, τις οποίες σημειωτέον πραγματοποιούσαν και άλλοι υπάλληλοι της εναγόμενης, ελάμβαναν χώρα εν αγνοία της τελευταίας, ούτε ότι ήταν τέτοιας συχνότητας που επέβαλαν σημαντική παρέκκλιση από τα δρομολόγια του εταιρικού φορτηγού σε βάρος των συμφερόντων της εναγόμενης. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι εξυπηρετήσεις αυτές, ελάμβαναν χώρα υπό τη συναίνεση της διοίκησης της εναγόμενης, η οποία το επέτρεπε, καθώς τελούσαν σε χρονική και τοπική εγγύτητα ως προς το ημερήσιο πρόγραμμα των δρομολογίων. Να σημειωθεί ότι, η εναγόμενη προκειμένου να καλύψει τις μεταφορές των προϊόντων της στα πλαίσια εμπορίας τους τελούσε πολυάριθμα καθημερινά δρομολόγια (8 με 10 ημερησίως) από τις εγκαταστάσεις της προς τις εγκαταστάσεις των πελατών της, μεταφέροντας σε συχνή βάση χαλασμένες μηχανές καθαρισμού και αναλαμβάνοντας πολλούς τακτικούς και έκτακτους γενικούς καθαρισμούς κτιρίων, γεγονός που δεν επέτρεπε τη σημαντική και πολύωρη παρέκκλιση από το πρόγραμμα της, στην περίπτωση δε που τούτο συνέβαινε, ασφαλώς θα υπέπεπτε στην αντίληψη της, λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που ελάμβανε χώρα (περίπου επί τρία έτη) η χρησιμοποίηση του φορτηγού της για τις προσωπικές ανάγκες του ενάγοντος, πέραν της δεδομένης άρνησης του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου και του συνοδηγού να συνδράμουν σε αυτό, καθώς τούτο, ενείχε τον κίνδυνο απόλυσης τους σε περίπτωση αποκάλυψης του. Η μάρτυς απόδειξης ……….. που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, βεβαίωσε, έχοντας ιδία γνώση ως ιδιαιτέρα γραμματέας του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης ………… ότι ο τελευταίος ελάμβανε γνώση και επέτρεπε τη χρήση του φορτηγού αυτοκινήτου για προσωπικές εξυπηρετήσεις τόσο του ενάγοντος όσο και συναδέλφων του, εφόσον ήταν παρούσα στις σχετικές συναντήσεις τους. Κατόπιν τούτων συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος από την εναγόμενη, είναι άκυρη καθόσον έγινε ως αντίδραση στην νόμιμη άρνηση του ενάγοντος να μεταβεί με δικό του όχημα και δικά του έξοδα στις 12-8-2022 στο ………….. Αθηνών (απόσταση …. χιλιομέτρων από την έδρα της εναγόμενης) προκειμένου να επισκευάσει βλάβη σε μηχάνημα πελάτη της, εφόσον είχε προηγηθεί η περικοπή των οδοιπορικών του, όπως διαπίστωσε στη μισθοδοσία μηνός Ιουλίου 2022 η οποία δεν περιελάμβανε το σχετικό ποσό των 100 ευρώ (άρθρ. 66 § § 1 β και 2 ν. 4808/2021), οπότε έκτοτε η εναγόμενη εργοδότρια περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος με συνέπεια ο τελευταίος να δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα που αξιώνεται με την αγωγή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την ίδια αιτιολογία, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 14-9-2022 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και του επιδίκασε το συνολικό ποσό των 64.139,45 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας, το ύψος του οποίου δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγόμενη με το δεύτερο και τρίτο λόγους της από 3-7-2024 έφεσης της, που συνέχονται νοηματικά, διώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το ως άνω σκέλος της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προκειμένου να ανταπεξέλθει στον όγκο των συμβατικών του υποχρεώσεων, παρίστατο ανάγκη να εργασθεί και πέραν του συμβατικού του ωραρίου ημερησίως. Ειδικότερα, όπως κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης ……….. στην με αριθμ. …../2-2-2024 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Κατσιγιάννη, το ωράριο εργασίας του ανέρχονταν ημερησίως σε 9 ώρες, λόγω της φύσεως των καθηκόντων του, ως υπευθύνου προμηθειών και αποθήκης, που περιελάμβαναν την εν γένει παρακολούθηση της εξέλιξης των παραγγελιών μέχρι τον τελικό προορισμό τους, οπότε κατ’ ανάγκη παρέμενε στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης μέχρι την παύση της λειτουργίας της αποθήκης, που ελάμβανε χώρα στις 6 το απόγευμα. Όμως εργασία του ενάγοντος μετά την παρέλευση της ώρας αυτής δεν αποδείχθηκε, εξάλλου ούτε η μάρτυρα απόδειξης, ……….., γραμματείας της διοίκησης της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, βεβαίωσε κάτι τέτοιο, ενώ μετά το κλείσιμο της αποθήκης δεν υπήρχε πλέον αντικείμενο προς εργασία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε κατά το διάστημα που διήρκησε η σύμβαση εργασίας του επί 9 ώρες ημερησίως, ήτοι επί μία (1) ώρα υπερεργασία ημερησίως, και του επιδίκασε για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 16.497,36 ευρώ, ως προς το ύψος του οποίου δεν αντέλεξε η εναγόμενη με αυτοτελή λόγο έφεσης, ενώ απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο για αμοιβή λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγόμενη με τον τέταρτο λόγο της από 3-7-2024 έφεσης της, καθώς και ο ενάγων με τον πρώτο λόγο της από 18-6-2024 έφεσης του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α’ του ΑΚ. Για την αμοιβή δε της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες (Ολ ΑΠ 39/2002 ΝΟΜΟΣ). Όμως η εκκαλουμένη ως προς την κρίση της ότι πρέπει να επιδικασθεί το κονδύλιο υπερεργασίας με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, διότι πρόκειται για παροχή για την οποία δεν τάσσεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής, οπότε τοκοφορεί από την όχληση της εναγομένης που επέρχεται με την επίδοση της αγωγής, έσφαλε σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, οπότε πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός τρίτος λόγος της από 18-6-2024 έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αυτό, να δικασθεί η από 4- 12-2022 αγωγή ως προς το αίτημα τοκογονίας αμοιβής λόγω υπερεργασίας και να επιδικασθεί το ποσό των 16.497,36 ευρώ για την αιτία αυτή, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση. Με την κρινόμενη αγωγή του περαιτέρω ο ενάγων αξιώνει το ποσό των 5034,20 ευρώ, ως αμοιβή για την πρόσθετη εργασία που πραγματοποιούσε παράλληλα με την κύρια και αφορούσε τη συντήρηση και επιδιόρθωση των βλαβών μικρής βαρύτητας των μηχανημάτων που είχε πωλήσει η εναγομένη, διάρκειας μιας ώρας ημερησίως εντός του νόμιμου ωραρίου του, η παροχή της οποίας δεν είχε ρητά συμφωνηθεί, ούτε περιλήφθηκε ως ειδικότερος όρος στη έγγραφη σύμβαση εργασίας του. Όμως όπως αποδείχθηκε μεταξύ των μερών συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων για την απασχόληση του αυτή δε θα ελάμβανε πρόσθετη αμοιβή, και ότι αυτή θα συμπεριλαμβάνονταν στις μηνιαίες αποδοχές του που υπερέβαιναν τις νόμιμες όπως προβλέπονταν στη ΔΑ 51/2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ύψους 970 ευρώ (για έγγαμο). Σαφής είναι στο σημείο αυτό η κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης που βεβαίωσε λόγω της ιδιότητας της ως απασχολούμενης στον τομέα προσωπικού της εναγόμενης, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ( βλ. σελ. 20 πρακτικών πρωτοβάθμιας δίκης όπου αναφέρει : «……πληρώνονταν μέσα στο μισθό του, όταν ο μισθός του θα έπρεπε να ήταν 1060 με 1070 ευρώ και έπαιρνε σχεδόν 2000 ευρώ ήταν και κάποιες έξτρα εργασίες που έκανε…..»). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε διαφορετικά, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε τον νόμο, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πέμπτο λόγο της από 3-7-2024 έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αυτό, να δικασθεί η από 4-12-2022 αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης πρόσθετης αμοιβής και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η εναγόμενη κατά τη διαχείριση της προκείμενης διαφοράς της με τον ενάγοντα -εργαζόμενό της, ήτοι με όσα διέλαβε στην από 31-8-2022 επιστολή της και στην από 13-9-2022 μήνυση που υπέβαλε σε βάρος του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειδικών Αθηνών και τους ισχυρισμούς της που περιέχονταν σε αυτήν μπορεί να θεωρηθεί κατ’ αντικειμενική κρίση ότι συνιστά από μόνη της παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, με την έννοια της μειωτικής της προσωπικότητας του ενάγοντος εργαζομένου της κατά τις εκφάνσεις της τιμής και της επαγγελματικής του οντότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε η αναλήθεια όσων διαλαμβάνονται ότι δηλ. ο ενάγων κατά παρέκκλιση του προγράμματος του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, έδινε σε αυτόν εντολή να εκτελεί δρομολόγια για προσωπική του εξυπηρέτηση, καθώς η αναφορά των ισχυρισμών αυτών έλαβε χώρα στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης, προς προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων, χωρίς πρόθεση προσβολή του ενάγοντος. Εξάλλου στη με αριθμ. ………. διάταξη της Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών αναφέρεται ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος δεν συνιστά μεν ποινικά κολάσιμη πράξη, εμπίπτουσα στην έννοια της απάτης, αλλά αντισυμβατική και ενάντια στην καλή πίστη, για την οποία η εταιρία δύναται να στραφεί κατά του εγκαλούμενου διεκδικώντας τυχόν αστικές της αξιώσεις. Συνεπώς δεν γεννάται αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης για αποκατάσταση ηθικής βλάβης με καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης και πρέπει το σχετικό κονδύλιο της αγωγής να απορριφθεί ως αβάσιμο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με την ίδια αιτιολογία η οποία σε κάθε περίπτωση συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ) ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με το δεύτερο λόγο της από 18-6-2024 έφεσής του, διώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και κατά το εν λόγω απορριπτικό σκέλος της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτές οι από 18-6-2024 και 3-7-2024 εφέσεις, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο της αμοιβής λόγω πρόσθετης εργασίας και τοκογονίας της αμοιβής λόγω υπερεργασίας και για την ενότητα του εκτελεστού τίτλου να εξαφανισθεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση, (δηλ. και ως προς τις διατάξεις και τα κεφάλαια που δεν μεταρρυθμίστηκαν ούτε εκκαλούνται, αλλά θα περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως) και αφού κρατηθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτή εν μέρει η από 14-12-2022 αγωγή και: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της, από 14 Σεπτεμβρίου 2022, καταγγελίας της σύμβασής εργασίας του ενάγοντος, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, με απειλή 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της προς την ως άνω διάταξη, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 51.785,19 Ευρώ ( ήτοι 35.287,83 για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2023 έως και το Δεκέμβριο του 2024, και το ποσό 16.497,36 ευρώ για αμοιβή λόγω υπερεργασίας), νομιμοτόκως, αμφότερα τα εν λόγω ποσά, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά εκάστη μηνιαία αξίωση.
Η εκκαλούσα της από 3-7-2024 έφεσης με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επικαλείται την εκούσια συμμόρφωση της προς το διατακτικό της εκκαλουμένης, κατά την διάταξή αυτής με την οποία κηρύχτηκε προσωρινώς εκτελεστή και υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 ΚΠολΔ, ειδικότερα να υποχρεωθεί ο ενάγων να της αποδώσει το καταβληθέν ποσό των 13.223,80 ευρώ. Η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και νόμιμη, ωστόσο, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο καθώς το ποσό που υποχρεούται βάσει της προκείμενης απόφασης να καταβάλει η ως άνω εκκαλούσα στον εφεσίβλητο ανέρχεται σε 51.785,19 ευρώ, ήτοι τυγχάνει μεγαλύτερο του ήδη καταβληθέντος μέσω της ως άνω διαδικασίας. Τέλος, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων και μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος – εκκαλούντος, κατόπιν σχετικού αιτήματος του με την αγωγή, την έφεση και τις προτάσεις του (άρθρο 106 ΚΠολΔ), για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης-εφεσίβλητης, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός (άρθρα 178 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 18-6-2024 (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ……/……/2024) και την 3-7-2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ……../……../2024) έφεση , αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν τις κρινόμενες εφέσεις.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθμό 275/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών.
Κρατεί και δικάζει την από 14-12-2022 αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η από 14-9-2022 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη.
Υποχρεώνει την εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος με τους ίδιους όρους εργασίας, με απειλή χρηματικής ποινής τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της προς την υποχρέωση της αυτή.
Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πενήντα ενός χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και δεκαεννέα λεπτών (51.785,19) νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα την 18/12/2024 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies