οφειλή δεδουλευμένωνπροσβολή προσωπικότηταςΜονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά 337/2025

Περίληψη: Διεκδίκηση δεδουλευμένων αποδοχών, αποζημίωσης για υπερεργασία / υπερωρίες, δαπάνης τηλεργασίας και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω παράνομης βιντεοεπιτήρησης στο χώρο εργασίας. Ο εργαζόμενος προσλήφθηκε ως γραφίστας με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατά τη διάρκεια της σύμβασης άρχισε να εργάζεται με τηλεργασία. Υπήρχε άτυπη συμφωνία για καταβολή μέρους του μισθού εκτός τραπεζικού λογαριασμού. Η εργοδότρια είχε εγκαταστήσει σύστημα βιντεοεπιτήρησης στον χώρο εργασίας χωρίς ενημέρωση των εργαζομένων. Η εγκατάσταση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης στον χώρο εργασίας επιτρέπεται μόνο για την προστασία προσώπων και αγαθών. Ο εργοδότης οφείλει να καλύπτει το κόστος της τηλεργασίας. Το δικαστήριο έκρινε ότι η βιντεοεπιτήρηση των εργαζομένων παραβίαζε την αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Επίσης, αναγνώρισε το δικαίωμα του εργαζομένου σε αποζημίωση για έξοδα τηλεργασίας. Επιδίκασε στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 6.626,15 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ – ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης
337/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Τσάκαλου, Πρωτοδίκη η οποία ορίσθηκε νόμιμα από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρίνα Γρηγοριάδου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………… ………… του …………, κατοίκου ………… Αττικής, οδός …………, αρ. …, με ΑΦΜ …………. που παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΑΜ/ΔΣΑ 29922).
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………» και δ.τ. «…………», που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, επί της οδού ………… αρ, …, με Α.Φ.Μ. …………, που παραστάθηκε στο ακροατήριο διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ουρανίας Φουνταλή (ΑΜ/ΔΣΑ 36017).
Ο ενάγων ζητεί να γίνουν δεκτές: Α) η από 28.12.2023 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/…………/28-12-2023 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 30-1-2024, όταν αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21ης-5-2024, όταν και αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό … και Β) η από 9.4.2024 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/…………/9-4-2024 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 21ης-5-2024, όταν και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό …
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις των εντολέων τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ «Το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων». Η συνεκδίκαση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας, προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς, όμως, να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους (ΑΠ 28/2009, Α’ δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1355/2004 ΕλλΔ/νη 2005, σελ. 1448, ΕφΚρ 114/2009, Α’ δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, εισάγονται προς συζήτηση, κατά τα ως άνω εκτεθέντα, στην ίδια δικάσιμο: Α. η από 28.12.2023 …………/…………/28-12-2023 αγωγή και Β. η από 9.4.2024 και υπ’ αριθ. …………/…………/9-4-2024 έκθεσης κατάθεσης αγωγή, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθόσον αφορούν στο ίδιο επίδικο βιοτικό συμβάν, υπάγονται στην ίδια διαδικασία και στην καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα του ιδίου Δικαστηρίου, από την ένωση δε και συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής, ενώ, παράλληλα, αποφεύγεται ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο προς απόδειξη θέμα (άρθρα 31 παρ. 2, 3, 246, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).
I. Η διάρκεια εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορίζεται από 1/1/1984 σε 40 ώρες (άρθρο 6, ΕΓΣΣΕ 14/2/1984). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005 (οπότε και επαναφέρθηκε ο θεσμός της υπερεργασίας, ο οποίος είχε αντικατασταθεί από 1.4.2001 με το θεσμό της ιδιόρρυθμης υπερωρίας, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 και μάλιστα για τις τρεις (3) πρώτες μόνο, μετά τις σαράντα (40) εβδομαδιαίως, ώρες απασχόλησης του μισθωτού) όπως οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του Ν.3863/2010: «σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%) 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%).» (βλ. ΑΠ 671/2016, ΑΠ 893/2015, ΕφΠειρ 123/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Στ. Βλαστός, «Ατομικό Εργατικό Δίκαιο», 2012, σελ. 242 επ.).
ΙΙ. Με το άρθρο 5 του Ν. 3846/2010 ρυθμίστηκε το πλαίσιο λειτουργίας της τηλεργασίας και ειδικότερα ορίζονται τα εξής:« 1. Ο εργοδότης όταν καταρτίζει σύμβαση εργασίας για Τηλεργασία, υποχρεούται να παραδίδει γραπτώς στον εργαζόμενο, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, το σύνολο των πληροφοριών που αναφέρονται στην εκτέλεση της εργασίας και ειδικότερα ως προς την ιεραρχική σύνδεση με τους προϊσταμένους του στην επιχείρηση, τα λεπτομερή καθήκοντα του, τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, τον τρόπο μέτρησης του χρόνου εργασίας, την αποκατάσταση του κόστους που προκαλείται από την παροχή της (τηλεπικοινωνίες, εξοπλισμός, βλάβες συσκευών κλπ.). Αν στη σύμβαση περιέχεται συμφωνία για τηλε-ετοιμότητα ορίζονται τα χρονικά της όρια και οι προθεσμίες ανταπόκρισης του μισθωτού. 2. Αν κανονική εργασία μετατρέπεται σε Τηλεργασία, καθορίζεται στη συμφωνία αυτή μια περίοδος προσαρμογής τριών (3) μηνών, κατά την οποία οποιοδήποτε από τα μέρη, μετά από τήρηση προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, μπορεί να θέσει τέλος στην Τηλεργασία και ο μισθωτός να επιστρέφει στην εργασία του σε αντίστοιχη θέση με αυτήν που κατείχε. 3. Ο εργοδότης αναλαμβάνει σε κάθε περίπτωση το κόστος που προκαλείται στον μισθωτό από τη μορφή αυτή εργασίας και ειδικότερα των τηλεπικοινωνιών. Παρέχει στον μισθωτό τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής των συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον μισθωτό, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά. Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη της χρησιμοποίησης του οικιακού χώρου εργασίας του μισθωτού. Με συλλογικές συμβάσεις προσδιορίζονται επίσης ειδικότερα πλαίσια για τη ρύθμιση του ίδιου ζητήματος» άρθρο το οποίο ισχύει από τις 11 Μαΐου 2020 ήτοι από τη δημοσίευση του νόμου στο ΦΕΚ Α66/11-5-2020. Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του άρθρου 67 του Ν. 4808/2021 ορίζεται ότι: «Κατά την τηλεργασία, ο εργοδότης αναλαμβάνει το κόστος που προκαλείται στον εργαζόμενο από τη μορφή αυτή εργασίας, ήτοι το κόστος του εξοπλισμού, εκτός εάν συμφωνηθεί να γίνεται χρήση εξοπλισμού του εργαζομένου, των τηλεπικοινωνιών, της συντήρησης του εξοπλισμού και της αποκατάστασης των βλαβών. Παρέχει στον εργαζόμενο τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής το συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεσή της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον εργαζόμενο, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά. Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη του ως άνω κόστους, καθώς και του κόστους, σε μηνιαία βάση, της χρήσης του οικιακού χώρου εργασίας του εργαζομένου. Οι σχετικές δαπάνες δεν αποτελούν αποδοχές αλλά εκπιπτέα δαπάνη για την εργοδοτική επιχείρηση, δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε φόρο ή τέλος ούτε οφείλονται επί αυτών ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη ή εργαζομένου, υπολογίζονται αναλογικώς προς τη συχνότητα και τη διάρκεια της τηλεργασίας, την παροχή ή όχι εξοπλισμού και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο», άρθρο το οποίο ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στο ΦΕΚ στις 19.6.2021. Το προαναφερόμενο κόστος που προκαλείται στον εργαζόμενο από την τηλεργασία ορίστηκε με την υπ’ αρ. 98490/3- 12-2021 Υπουργική απόφαση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 5646/03.12.2021 και ισχύει από 3.12.2021, ορίζοντας το ελάχιστο ποσό σε μηνιαία βάση: «α) για τη χρήση του οικιακού χώρου εργασίας 13 ευρώ, β) για τις επικοινωνίες το ποσό των 10 ευρώ και γ) για τη συντήρηση του εξοπλισμού το ποσό των 5 ευρώ, ενώ τα ποσά β και γ δεν καταβάλλονται εάν ο εργοδότης διαθέτει χωριστή σύμβαση με τον πάροχο διαδικτύου-κινητής και σταθερής τηλεφωνίας και εφόσον παρέχει στον εργαζόμενο τον εξοπλισμό που απαιτείται για την εκτέλεση της εργασίας μέσω τηλεργασίας. Σε περίπτωση που η τηλεργασία παρασχεθεί για λιγότερες από είκοσι δύο (22) ημέρες ανά μήνα, λόγω παροχής της εργασίας στο χώρο του εργοδότη, άδειας, απεργίας κ.λπ., καταβάλλεται το ένα εικοστό δεύτερο (1/22) των δαπανών, που ισχύουν κατά περίπτωση, ανά ημέρα εργασίας».
ΙΙΙ. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης με τη λήψη ή και καταγραφή εικόνας ή και ήχου διά της συλλογής, διατήρησης, αποθήκευσης, πρόσβασης και διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συνιστούν ως επιμέρους πράξεις επεξεργασίας, επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής κατ’ άρθ. 9 Σ., 7 ΧΘΔΕΕ και 8 ΕΣΔΑ καθώς και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ άρθ. 9Α Σ., 8 ΕΣΔΑ και 8 ΧΘΔΕΕ, όπως έκρινε η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων με την υπ’ αριθ. 3/2020 Γνωμοδότησή της. Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές 3/2019 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (εφεξής ΕΣΠΔ), σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω βιντεοσυσκευών5, προκειμένου να κριθεί η νομιμότητα της εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος βιντεοεπιτήρησης πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 6 υπ’ αριθμ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 Προστασίας Δεδομένων (Γενικός κανονισμός προστασίας δεδομένων – εφεξής ΓΚΠΔ) και θα πρέπει σε προηγούμενο χρόνο της εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος να τεκμηριωθεί εσωτερικά η νομιμότητα της επεξεργασίας και μάλιστα κατά τον προσδιορισμό του σκοπού της επεξεργασίας ενδέχεται να χρειαστεί σχετική αξιολόγηση για κάθε κάμερα ξεχωριστά, ανάλογα με το σημείο τοποθέτησής της. Ειδικότερα στις Κατευθυντήριες αυτές Γραμμές ορίζονται τα εξής: «5: Η βιντεοεπιτήρηση δεν είναι εξ ορισμού αναγκαία εφόσον υπάρχουν άλλα μέσα για την επίτευξη του υποκείμενου σκοπού. Στην αντίθετη περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος να μεταβληθούν οι πολιτισμικοί κανόνες και επομένως να εδραιωθεί ως γενική αρχή η έλλειψη της ιδιωτικότητας (…)», «20: Το έννομο συμφέρον πρέπει να υφίσταται πραγματικά και να αφορά παρόν ζήτημα (δηλαδή το συμφέρον δεν πρέπει να είναι πλασματικό ή υποθετικό). Πρέπει να υφίσταται πραγματική κατάσταση κινδύνου -όπως ζημιές ή σοβαρά συμβάντα στο παρελθόν- πριν από την έναρξη της επιτήρησης. (…)» και «24. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι κατάλληλα, συναφή και να περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποίηση των δεδομένων»), βλέπε άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ). Πριν από την εγκατάσταση συστήματος βιντεοεπιτήρησης, ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει πάντα να εξετάζει ενδελεχώς αν αυτό το μέτρο είναι, κατά πρώτον, κατάλληλο για την επίτευξη του επιθυμητού στόχου και, κατά δεύτερον, επαρκές και αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών του. Μέτρα βιντεοεπιτήρησης θα πρέπει να επιλέγονται μόνον εάν ο σκοπός τής επεξεργασίας δεν θα μπορούσε εύλογα να εκπληρωθεί με άλλα μέσα, τα οποία θίγουν σε μικρότερο βαθμό τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων». Σκοπός του ν.4624/2019 (ΦΕΚ 137/29-8-2019), ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη 84 αυτού-όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του ν. 5002/2022- κατήργησε τον ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» , με την επιφύλαξη ορισμένων ρητά μνημονευόμενων διατάξεων, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 2 του ν.2472/1997, στο οποίο δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και κατ’ άρθρο 86 αυτού ισχύει από την 1-9- 2019, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, είναι: α) η αντικατάσταση του νομοθετικού πλαισίου που ρυθμίζει τη συγκρότηση και λειτουργία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) η λήψη μέτρων εφαρμογής του σχετικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και γ) η ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης – πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου [ ΑΠ 714/2022, ΕφΘεσ 1849/2023 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ» ] . Εξυπακούεται ότι ο άνω Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (εφεξής «ΓΚΠΔ»), με βάση τη διάταξη του άρθρου 288 της Σύμβασης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει άμεση ισχύ και είναι υποχρεωτικός, με αποτέλεσμα οι ιδιώτες να μπορούν να τον επικαλεστούν άμεσα ενώπιον των εθνικών τους Δικαστηρίων στις σχέσεις τους με άλλους ιδιώτες αλλά και Κράτη-μέλη. Με βάση, περαιτέρω, το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, οι παρέχουσες προστασία διατάξεις του, εφαρμόζονται στην αυτοματοποιημένη αλλά και στην μη αυτοποιημένη εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης από δημόσιους φορείς ή ιδιωτικούς φορείς-όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 4, εκτός και αν η επεξεργασία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο, στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας. Επιπλέον, στο άρθρο 25 ορίζονται οι προϋποθέσεις επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων από ιδιώτη, και στο άρθρο 38 προβλέπονται οι ποινικές κυρώσεις για όποιον χωρίς δικαίωμα: «1) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη τους αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει..». Παράλληλα, κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001, προς εναρμόνιση προς το Ευρωπαϊκό δίκαιο «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει”. Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ήτοι το δικαίωμα του λεγάμενου «πληροφοριακού αυτοκαθορισμού» ή «αυτοδιάθεσης των πληροφοριών». Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνον εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες. Το άτομο δικαιούται να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις ανεξάρτητες που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα. Σύμφωνα με το άρθρο 27 υπ’ αριθμ. 7 του ν.4624/2019 «Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής εντός των χώρων εργασίας, είτε είναι δημοσίως προσβάσιμοι είτε μη, επιτρέπεται μόνο εάν είναι απαραίτητη για την προστασία προσώπων και αγαθών. Τα δεδομένα που συλλέγονται μέσω κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως κριτήριο για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι ενημερώνονται εγγράφως, είτε σε γραπτή είτε σε ηλεκτρονική μορφή για την εγκατάσταση και λειτουργία κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής εντός των χώρων εργασίας». Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έχει εκδώσει για το ζήτημα της χρήσης συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για το σκοπό της προστασίας προσώπων και αγαθών την υπ’ αριθ. 1/2011 Οδηγία, οι διατάξεις της οποίας πρέπει να εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας έχει ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις λειτουργίας συστημάτων βιντεοεπιτήρησης σε χώρους εργασίας. Το σύστημα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την επιτήρηση των εργαζομένων εντός των χώρων αυτών, εκτός από ειδικές εξαιρετικές περιπτώσεις όπου αυτό δικαιολογείται από τη φύση και τις συνθήκες εργασίας και είναι απαραίτητο για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων ή την προστασία κρίσιμων χώρων εργασίας (π.χ. στρατιωτικά εργοστάσια, τράπεζες, εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου). Επίσης, σε ειδικούς χώρους, όπως χώροι με ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, ο υπεύθυνος βάρδιας ή ο υπεύθυνος ασφαλείας μπορεί να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο τους χειριστές μηχανημάτων υψηλής επικινδυνότητας, με σκοπό να επέμβει άμεσα αν συμβεί κάποιο περιστατικό ασφαλείας [ ΑΠ 714/2022, ΕφΘεσ 1849/2023, ΕφΑνατΚρ (Μον) 53/2024 ΕφΑθ 3672/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας) [ ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 611/2019, ΕφΑθ 751/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψή της (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 611/2019 ό.π, ΑΠ 715/2019, ΑΠ 196/2015, ΑΠ 806/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως ΑΠ 524/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 266/2021, ό.π, ΑΠ 1206/2019, ΕφΑθ (Μον) 2221/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ] και μπορεί αυτή να συνίσταται σε θετική πράξη, με την έννοια της παράβασης του επιβαλλόμενου από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ γενικού καθήκοντος του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως ή σε παράλειψη (ΟλΑΠ 2/2019, ΕφΑθ 3672/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με την από 28-12-2023 αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι, στις 4.10.2016 προσλήφθηκε, προκειμένου να εργαστεί, στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών εκτελωνισμού και διαδικτύου, που διατηρεί η εναγόμενη στον Πειραιά, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος με την ειδικότητα του γραφίστα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, από Δευτέρα έως Παρασκευή και με ημερήσιο οκτάωρο ωράριο εργασίας, από τις 9.00 έως τις 17.00, έναντι μεικτού μηνιαίου μισθού, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή τους και ειδικότερα από την 1-3-2022 και εντεύθεν 2.212,39 ευρώ μεικτά (1.900 ευρώ καθαρές αποδοχές + 312,39 ευρώ εισφορές ασφαλισμένου). Ότι, η εναγόμενη, τον απασχολούσε, κατά τη διάρκεια του πενθημέρου, πέραν του συμφωνηθέντος μεταξύ τους ωραρίου εργασίας, εργαζόμενος επί 10 ώρες την εβδομάδα αντί του οκταώρου ωραρίου, που αναφέρονται στην αγωγή, χωρίς να λαμβάνει την προβλεπόμενη από το νόμο προσαύξηση για τις πλέον του ωραρίου του ώρες εργασίας. Ότι από 16-3-2020 παρέχει τις υπηρεσίες του μέσω τηλεργασίας. Ότι λαμβάνει σε μετρητά μέρος του μισθού του, ότι η εναγόμενη ασφαλίζει τον ενάγοντα πλημμελώς, με υπολειπόμενες των πραγματικών αποδοχών. Ότι από την έναρξη της εργασιακής σύμβασης και μέχρι τον Μάρτιο του 2020, όταν ο ενάγων εργαζόταν στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης, αυτή είχε εγκαταστήσει στο χώρο εργασίας παρανόμως κλειστό κύκλωμα καταγραφής εικόνας και ήχου, το οποίο εστίαζε στη θέση εργασίας του χωρίς να έχει ενημερωθεί σχετικά. Ότι για όλα τα παραπάνω έχει διαμαρτυρηθεί στην εναγόμενη, συνεχίζοντας να παρέχει τις υπηρεσίες του, χωρίς να έχει πράξει η εναγόμενη το παραμικρό για να τα αλλάξει. Ότι για τον μήνα Νοέμβριο του 2023 και για επίδομα Χριστουγέννων του κατέβαλε μειωμένο ποσό. Ότι σε ερώτηση του γιατί καταβλήθηκαν μειωμένα τα ποσά, του απαντήθηκε ότι θα παρακρατείται ένα ποσό κάθε μήνα μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό των 3.245,56 ευρώ, το οποίο εισέπραξε ο ενάγων ως παροχή λόγω μη οικειοθελούς αποχώρησης του από εταιρικό ομαδικό συνταξιοδοτικό/αποταμιευτικό πρόγραμμα και το οποίο η εναγόμενη εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι ανήκει σε αυτήν και όχι στον ίδιο. Ότι ο ενάγων έχει απευθυνθεί στην επιθεώρηση εργασίας για όλα τα ανωτέρω. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει: Ι. για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα Χριστουγέννων: α) 937,54 ευρώ για μισθό Νοεμβρίου 2023 (2.212,39- 1274,85 που έλαβε), β) 976,60 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2023 [2.304,56 (2.212,39Χ 1,04166) – 1.327,96 που έλαβε), νομίμως εντόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από 30-11-2023 για τον μισθό Νοεμβρίου και από 31-12-2023 για το επίδομα Χριστουγέννων, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, II. α) για υπερεργασία: αα) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2018 έως 31/8/2018, ζητά για την αιτία αυτή το ποσό των 835,20 Ευρώ, ββ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/9/2018 έως 29/2/2020, ζητά για την αιτία αυτή το ποσό των 2.500,98 Ευρώ, γγ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/3/2020 έως 28/2/2022, ζητά για την αιτία αυτή το ποσό των 3.942,36 Ευρώ, δδ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/3/2022 έως 28/12/2024 (χρόνος κατάθεσης της αγωγής), ζητά για την αιτία αυτή το ποσό των 6.528,84 Ευρώ, β) Για κατ’ εξαίρεση / παράνομη υπερωριακή απασχόληση: αα) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2018 έως 31/8/2018, ζητά για την αιτία αυτή το ποσό των 1.252,80 Ευρώ (150 ώρες x 4,64 Ευρώ ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση για παροχή κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης = 1.252,80), ββ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/9/2018 έως 29/2/2020, ζητά για την αιτία αυτή το ποσό των 3.751,47 Ευρώ, γγ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/3/2020 έως 18/6/2021, ζητά για την αιτία αυτή το ποσό των 3.963,33 Ευρώ, δδ) Κατά το χρονικό διάστημα από 19/6/2021 έως 28/2/2022, ζητά για την αιτία αυτή το ποσό των 2.383,59 Ευρώ, εε) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/3/2022 έως 28/12/2023, ζητά για την αιτία αυτή το ποσό των 11.969,54 Ευρώ, αφαιρουμένων των διαστημάτων που απουσίαζε λόγω κανονικής ή αναρρωτικής αδείας, όλα τα ανωτέρω ποσά, συνολικώς το ποσό των 37.128,11 ευρώ (835,20+ 2.500,98 +3.942,36 +6.528,84 +1.252,80 +3.751,47 +3.963,33 + 2.383,59 + 11,969,54), νομίμως εντόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τις αντίστοιχες αποδοχές (για την υπερεργασία) και από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση (για την κατ’ εξαίρεση / παράνομη υπερωριακή απασχόληση). III. Για δαπάνη τηλεργασίας: κατόπιν παραδεκτού περιορισμού με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος, η οποία καταγράφηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ζητά το ποσό των 574 ευρώ από το με την αγωγή αρχικώς αιτούμενο ποσό των 1.274 ευρώ, για το διάστημα από 16-3-2020 έως 30-11-2021, νομίμως εντόκως από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση και τέλος IV. Για χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής προσωπικότητας λόγω της παρακολούθησης του χώρου εργασίας του, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 έως 15-3-2020 το ποσό των 3.000 ευρώ, νομίμως εντόκως από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση. Επικουρικώς, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας, ζητά όλα τα ανωτέρω ποσά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ’ άρθρο 904 ΑΚ. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα. Η αγωγή, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 22 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015]. Είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει σαφή και επαρκή έκθεση όλων των αναγκαίων στοιχείων και περιστατικών, που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα μνημονεύεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, η ειδικότητα και ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχόλησής του, με ακριβή καθορισμό των ωρών της ημερήσιας και της εβδομαδιαίας εργασίας του κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 345, 346, 648, 653, 655 ΑΚ, 1, 3 και 5 παρ. 2 ν. 3198/1955, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 103 του ν. 4172/2013, της υποπαρ. ΙΑ. 11.3 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005 όπως οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του Ν.3863/2010 (υπερεργασία/υπερωρίες), των άρθρων 1, 2, 7 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966 και 2 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και εκείνων των 8900/1946 και 25825/1951 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας καθώς και των άρθρων 176, 907, 908, 910 ΚΠολΔ, 57, 59, 71, 914, 932 ΑΚ, 27 παρ.7 Ν. 4624/2019, 67 Ν. 4808/2021, 5 Ν. 3846/2010. Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ενόψει του ότι για έχει προσκομισθεί το με κωδικό παραβόλου 71687352395503310038 δικαστικό ένσημο (μετά της από 1-10-2024 απόδειξης πληρωμής), για το ποσό που υπερβαίνει την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το 14 παρ. 1α του ΚΠολΔ, ενώ για το παραδεκτό της συζήτησης της υπόθεσης προσκομίζεται το από 20-12-2023 έγγραφο ενημέρωσης του ενάγοντος για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση κατά το άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019.
Με την υπό στοιχείο Β. υπ’ αριθμ. ………./………../9-4-2024 έκθεσης κατάθεσης από 9-4-2024 αγωγή, ο ενάγων επαναλαμβάνει το ιστορικό της υπό στοιχείο Α αγωγής και επιπλέον προσθέτει ότι, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της ισχύουσας και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, σύμβασης εργασίας του, η εναγόμενη, από τον Ιανουάριο του 2024 έπαψε να τον απασχολεί καθ’ υπέρβαση του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου του και ότι του οφείλει δεδουλευμένες αποδοχές και δαπάνη για τηλεργασία μέχρι τον Μάρτιο 2024. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά την παραδεκτή με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, παραίτηση από το δεύτερο αίτημα, περί δαπάνης τηλεργασίας ύψους 84 ευρώ (άρθρα 223, 294 επ., 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές από 1-12-2023 και εντεύθεν τα εξής ποσά: α) για αποδοχές Δεκεμβρίου 2023, το ποσό των 881,39 ευρώ, β) για αποδοχές Ιανουαρίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ, γ) για αποδοχές Φεβρουαρίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ και δ) για αποδοχές Μαρτίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 3.694,01 ευρώ, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τον αντίστοιχο μισθό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του ποσού. Επιπλέον, ζητεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ή εκδοθησόμενη απόφαση και να καταδικασθεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα. Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 22, 31 παρ.3 και 2 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015], δεδομένου ότι η υπό στοιχείο Β αγωγή είναι συναφής με την υπό στοιχείο Α, για την οποία υλικά αρμόδιο είναι το παρόν Δικαστήριο και παρά το ότι το αντικείμενο της υπό στοιχείο Β αγωγής, υπολείπεται του ποσού υλικής αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, το τελευταίο είναι αρμόδιο, λόγω συνάφειας των αγωγών, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης της εναγόμενης. Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη (άρθρο 216 αρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της εναγόμενης, εφόσον επαρκώς εκτίθενται τα αναγκαία ιστορικά στοιχεία για το ορισμένο αυτής και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 345, 346, 648, 653, 655 ΑΚ, 1, 3 και 5 παρ. 1, 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 103 του ν. 4172/2013, της υποπαρ. ΙΑ. 11.3 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005 όπως οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του Ν.3863/2010 (υπερεργασία/υπερωρίες), των άρθρων 1, 2, 7 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966 και 2 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και εκείνων των 8900/1946 και 25825/1951 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας καθώς και των άρθρων 176, 907, 908, 910 ΚΠολΔ. Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ενόψει του ότι για το αντικείμενο της δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, καθώς το αιτούμενο ποσό δεν υπερβαίνει την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το 14 παρ. 1α του ΚΠολΔ, ενώ για το παραδεκτό της συζήτησης της υπόθεσης προσκομίζεται το από 5-4-2024 έγγραφο ενημέρωσης του ενάγοντος για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση κατά το άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ’ απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ. 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 909/2017). Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 38/2015). Περαιτέρω, επί αξιώσεων εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν’ ασκήσει τις αξιώσεις αυτές έστω και αν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα(ΑΠ 909/2017, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 1103/2013). Σημειώνεται δε ότι σε κάθε περίπτωση και αν ο ενάγων παραιτήθηκε σιωπηρώς εκ των νόμιμων εργασιακών δικαιωμάτων του, αυτό δεν του στερεί το δικαίωμα όπως διεκδικήσει αυτά μεταγενέστερα με αγωγή, αφού η συμφωνία περί παραιτήσεως του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του, είναι άκυρη είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας είτε μετά από αυτή (ΑΠ 543/2019, ΑΠ 843/2002, ΑΠ 875/2018, ΕφΑιγίου 25/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Η εναγόμενη με τις προτάσεις της και με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ισχυρίζεται ότι η ένδικη υπό στοιχείο Α αγωγή είναι καταχρηστική, καθόσον ο ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προγενέστερα, αίφνης τα έτη 2023-2024 και λίγο πριν την πενταετή παραγραφή των αξιώσεών του, άσκησε την αγωγή και δημιούργησε στην εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει οποιαδήποτε αγωγή, ότι από την αρχή της εργασιακής σχέση του έως το 2023 όταν απευθύνθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, δεν είχε διαμαρτυρηθεί για το οτιδήποτε. Η ένσταση αυτή κρίνεται μη νόμιμη, καθόσον μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας του εργαζόμενου, δεν καθιστά την αγωγή καταχρηστική και δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στην εναγόμενη ότι δεν προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις αυτές έστω και αν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, τυχόν δε δυσμενείς οικονομικές συνέπειες στην επιχείρηση του εργοδότη δεν καθιστούν τις εργατικές αξιώσεις του εργαζόμενου καταχρηστικές.
Από την εκτίμηση της ένορκης εξέτασης της μάρτυρα απόδειξης ………… …………, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_…………, …………, ………… …………/30.09.2024 ένορκες βεβαιώσεις των ………… …………, ………… ………… και ………… ………… ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών Ειρήνης Γραβάνη (AM 41972), τις οποίες νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, οι οποίες ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη (προ τουλάχιστον 2 εργάσιμων ημερών – άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ. ………… /24.09.2024, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), απορριπτομένης της ένστασης της εναγομένης περί μη λήψης της ένορκης βεβαίωσης της ………… ………… υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, επικαλούμενη ότι λήφθηκε ενώπιον αναρμόδιου δικηγόρου, ήτοι Αθηνών και όχι Πειραιά, δεδομένου ότι η ενόρκως βεβαιώσασα είναι κάτοικος Πόρου, καθώς δεν επικαλείται τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής βλάβης της (ΕγΑιγ 71/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και από τις υπ’ αρ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_……….. ………. ………./20.05.2024 ένορκες βεβαιώσεις των ………… …………, ………… ………… και ………… ………… ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών Μαρίας Μπονάτσου (AM 39543), τις οποίες νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη και ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη (προ τουλάχιστον 2 εργάσιμων ημερών – άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ. …………/15.02/2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Θεοδώρου Μούντριχα) και της υπ’ αρ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_………… /8-10-2024 ένορκης βεβαίωσης της ………… …………, ενώπιον της δικηγόρου Μαρίας Μπονάτσου, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη με τις προτάσεις της και ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη (προ τουλάχιστον 2 εργάσιμων ημερών) κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ. …………/2.10.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Θεοδώρου Μούντριχα), προς αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, απορριπτομένης της αντίθετης ένστασης του ενάγοντος, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων οι προσκομιζόμενες από την εναγόμενη φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 § 1 περ. γ’. 448 § 2, 457 § 4 του ΚΠολΔ), τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 139/2009 ΤΝΠ Νόμος), λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § § 3 και 4 του ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………», της οποίας εταίρος και διαχειριστής είναι ο ………… …………, συστάθηκε το 2013 και δραστηριοποιείται στον τομέα του εκτελωνισμού, ως κύρια δραστηριότητα και παράλληλα διατηρεί και δευτερεύουσες δραστηριότητες, όπως η έκδοση λογισμικού εφαρμογών, υπηρεσίες δημιουργίας ιστοσελίδων στο διαδίκτυο, υπηρεσίες σχεδιασμού, υποστήριξης και ολοκλήρωσης συστήματος λογισμικού κλπ., απασχολώντας 10-15 άτομα προσωπικό. Στις 4-10-2016 η εναγόμενη προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου και ειδικότερα ως γραφίστα. Τα καθήκοντα του ενάγοντος, ήταν η δημιουργία περιεχομένου (γραφιστικών, εικόνων, βίντεο) και ο σχεδιασμός ιστοσελίδων για πελάτες της εναγόμενης. Από τις 16 Μαρτίου 2020 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ο ενάγων να παρέχει τις υπηρεσίες του μέσω τηλεργασίας, όπως ισχύει μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, δεδομένου ότι ο ενάγων κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του. Ο ενάγων απασχολείται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης (40 ώρες την εβδομάδα), Δευτέρα έως Παρασκευή με ωράριο 9.00 έως 17.00 και μηνιαίες μεικτές αποδοχές, σύμφωνα με την αρχική σύμβαση εργασίας, σε συνδυασμό με τους από 12/11/2021 και 27/10/2022 πίνακες προσωπικού της εναγόμενης, από τις 4/10/2016 771,86 ευρώ, από την 1/1/2022 795,60 ευρώ από την 1/5/2022 855,60 ευρώ, από την 1/4/2023 1.014 ευρώ και από 1/10/2023 1.274,85 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 1/10/2023 τροποποίηση όρων της ανωτέρω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Ωστόσο, παρά τα όσα δηλώνονταν στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ και στον ΕΦΚΑ, από τα αντίγραφα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ του ενάγοντος και αφενός του εκπροσώπου της εναγόμενης ………. ………., αφετέρου της ………. ………., υπαλλήλου του λογιστηρίου, αποδεικνύεται ότι υπήρχε άλλη άτυπη συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος και τουλάχιστον από 20/5/2019 όταν και γίνεται συζήτηση μεταξύ των ανωτέρω προσώπων και διδόταν ένα μέρος του μισθού του ενάγοντος εκτός του τραπεζικού λογαριασμού όπου κατατίθεντο το ποσό του μισθού του. Από την από 22/4/2022 συζήτηση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που προσκομίζεται μεταξύ της κας ………. και του ενάγοντος αποδεικνύεται ότι είχε συμφωνηθεί τα 900 ευρώ να δίδονται απευθείας στον ενάγοντα σε μετρητά και το υπόλοιπο των 1.000 ευρώ καθαρά καταβάλλονταν στον τραπεζικό λογαριασμό του, όπως αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη αποδείξεις εξόφλησης μισθοδοσίας. Από τις ανωτέρω συνομιλίες ηλεκτρονικών μηνυμάτων αποδεικνύεται ότι η άτυπη συμφωνία ίσχυε παράλληλα με τα όσα δηλώνονταν στους προαναφερόμενους πίνακες προσωπικού. Η ανωτέρω συμφωνία εξυπηρετούσε αμφότερες τις διάδικες πλευρές, ως προς τη φορολόγηση και θα συνέχιζε κανονικά να εφαρμόζεται μεταξύ τους εάν δεν είχε εμφιλοχωρήσει το ακόλουθο περιστατικό με το αποταμιευτικό πρόγραμμα. Ειδικότερα, η εναγομένη συμβ΄’ηθηκε με την ασφαλιστική εταιρεία «……………» σε ένα εταιρικό ομαδικό συνταξιοδοτικό/αποταμιευτικό πρόγραμμα σε ορισμένους εργαζόμενους μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, όπως προκύπτει από το υπ’ αρ. ……/25-5-2017 ομαδικό ασφαλιστήριο με ασφαλίστρια την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, λήπτρια της ασφάλισης την εναγομένη και ασφαλισμένους τους εργαζόμενους που αφορούσε, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Μεταξύ των εργαζομένων, όπως και του ενάγοντος και της εναγόμενης δεν είχε συμφωνηθεί, παρά μόνο ατύπως, ότι το πρόγραμμα αυτό θα ήταν μία επιπλέον παροχή στο μισθό του, αλλά ουσιαστικά η εναγόμενη προέβη στη σύναψη του προγράμματος αυτού, όχι με σκοπό να παρέχει την παροχή αυτή στους εργαζόμενούς της αλλά για να τύχει φοροαπαλλαγής των καταβαλλόμενων εκ μέρους της μηνιαίων δόσεων των ασφαλίστρων. Όταν για δικούς της λόγους η εναγομένη διέκοψε το ανωτέρω πρόγραμμα, σε κάθε εργαζόμενο, μεταξύ αυτών και στον ενάγοντα καταβλήθηκαν τα ποσά που δικαιούταν ως δικαιούχος του ασφαλίσματος. Ο ενάγων έλαβε στις 3 Νοεμβρίου 2023 το ποσό των 3.245,56 ευρώ, ποσό το οποίο η εναγομένη διαμέσου του εκπροσώπου της ……….. ……….. ζήτησε να του επιστραφεί, υπολαμβάνοντας ο τελευταίος ότι το ποσό αυτό οφείλεται από κάθε εργαζόμενο να επιστραφεί στην εναγόμενη. Εξαιτίας αυτής της διαφωνίας των διαδίκων, σταμάτησε εκ μέρους της εναγομένης η καταβολή του μέρους του μισθού του ενάγοντος που καταβαλλόταν σε μετρητά, ενώ μέχρι τον Οκτώβριο του 2023 η μεταξύ τους συμφωνία τηρείτο κανονικά. Σύμφωνα με τη συμφωνία των διαδίκων που αποδεικνύεται όπως αναφέρθηκε, οι καθαρές αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονται σε 1.900 ευρώ και επί αυτού του ποσού πρέπει να υπολογισθούν οι εισφορές και τα δώρα, καθώς από την 1/3/2022 και εντεύθεν, ο μισθός του ενάγοντος ανέρχεται σε 2.212,39 Ευρώ μικτά (1.900,00 Ευρώ «καθαρές» αποδοχές + 312,39 Ευρώ εισφορές ασφαλισμένου [14,12% – μικτά ένσημα ΙΚΑ-ΤΕΑΜ] = 2.212,39 Ευρώ). Συνεπώς, παρά τις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη αποδείξεις εξόφλησης μισθοδοσίας από Νοέμβριο 2023 και έπειτα, η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα τα εξής ποσά: α) 937,54 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου 2023 (2.212,39 μισθός μεικτός-1.274,85 που έλαβε) και β) 976,60 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2023 [2.304,56 (2.212,39Χ 1,04166) – 1.327,96 που έλαβε), νομίμως εντόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από 30-11-2023 για τον μισθό Νοεμβρίου και από 31-12-2023 για το επίδομα Χριστουγέννων, ήτοι συνολικά 1.914,14 ευρώ, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της σχετικής ένστασης εξόφλησης. Περαιτέρω, η εναγόμενη οφείλει για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Δεκεμβρίου 2023 έως και Μαρτίου 2024 τα εξής ποσά: α) για αποδοχές Δεκεμβρίου 2023, το ποσό των 881,39 (1.986,25-1.104,86) ευρώ, καθώς δικαιούται 1.986,25 ευρώ για τον μήνα Δεκέμβριο 2023 [(13 εργάσιμα ημερομίσθια X 88,50 ευρώ έκαστο = 1.150,500 + (132,75 για αποδοχές ασθενείας 3 ημερών {88,50 Χ3Χ50%}) + (796,50 για αποδοχές ασθενείας 9 ημερών {88,50 Χ9}) – 93,50 που έλαβε από τον ΕΦΚΑ ως επίδομα ασθενείας) ενώ έλαβε 1.104,86 ευρώ [που αντιστοιχούν σε 662,92 ευρώ για αποδοχές 13 εργάσιμων ημερών +441,94 για αποδοχές ασθενείας 12 ημερών (535,44 -93,50 που έλαβε από τον ΕΦΚΑ ως επίδομα ασθενείας)], β) για αποδοχές Ιανουαρίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ (2.212,39 ευρώ μεικτά -1.274,85 που έλαβε), γ) για αποδοχές Φεβρουαρίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ (2.212,39 ευρώ μεικτά -1.274,85 που έλαβε) και δ) για αποδοχές Μαρτίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ (2.212,39 ευρώ μεικτά – 1.274,85 που έλαβε), ήτοι το συνολικό ποσό των 3.694,01 ευρώ, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τον αντίστοιχο μισθό, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της σχετικής ένστασης εξόφλησης. Περαιτέρω, από την ένορκη εξέταση της μάρτυρα του ενάγοντος, ……….. ……….., ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι η ίδια εργάστηκε στην εναγόμενη από τον Οκτώβριο του 2016 έως τον Ιανουάριο 2024, ενώ έχει εικόνα για την εργασία του ενάγοντος δια ζώσης για το χρονικό όταν και ο ενάγων ξεκίνησε να εργάζεται μέσω τηλεργασίας και για το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του 2020 τα όσα καταθέτει τα γνωρίζει από τα όσα ο ίδιος ο ενάγων της έχει πει λόγω της φιλικής σχέσης που διατηρούν. Η μάρτυρας του ενάγοντος αρχικά κατέθεσε ότι ο ενάγων εργαζόταν καθημερινά δέκα ώρες την ημέρα, όπως και οι ενόρκως βεβαιώσαντες κ. ……….. και ………… Ωστόσο, εν συνεχεία η ίδια μάρτυρας του ενάγοντος κατέθεσε ότι υπήρχαν περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι είχαν τελειώσει την εργασία τους και επικοινωνούσαν μέσω της πλατφόρμας σκάιπ («SKYPE») για κάτι έκτακτο που μπορεί να προέκυπτε, ενώ ειδικότερα ως προς τον ενάγοντα, κατέθεσε ότι υπήρξαν φορές που απαιτήθηκε κάτι έκτακτο από αυτόν, να εργαστεί εκτός του ωραρίου του και αυτό ήταν περίπου 20 φορές κατά το διάστημα του κορονοϊού, που ήταν το διάστημα με τον μεγαλύτερο όγκο εργασιών της εναγομένης, ήτοι κυρίως από τον Μάρτιο του 2020 και μετά, ενώ το προηγούμενο διάστημα και το επόμενο από το διάστημα του κορονοϊού δεν υπήρχε ανάγκη εκτάκτων περιστατικών. Περαιτέρω, η μάρτυρας του ενάγοντος κατέθεσε ότι στην εναγόμενη εργαζόταν και συνεχίζει να εργάζεται ένας προγραμματιστής και ένας γραφίστας, δηλαδή ο ενάγων σχεδιάζει αυτό που έχει φανταστεί ο πελάτης και πριν δοθεί απάντηση στον πελάτη δοκιμάζεται μέσω κώδικα από τον προγραμματιστή, αν η ιδέα αυτή είναι σε θέση να υλοποιηθεί και ότι το έργο των δύο αυτών εργαζομένων συνδέεται ως εξής: αναλαμβάνοντας η εναγομένη ένα πρότζεκτ, ένα έργο, το οπτικό κομμάτι το αναλαμβάνει ο γραφίστας, δηλαδή ο ενάγων κατασκευάζει την εικόνα και ο προγραμματιστής προγραμματίζει τον κώδικα βάσει του οποίου λειτουργεί το έργο του γραφίστα. Περαιτέρω η μάρτυρας του ενάγοντος κατέθεσε ότι όταν συμβεί κάτι επείγον σε κάποια πλατφόρμα, σε κάποιο ηλεκτρονικό κατάστημα θα επέμβει ο προγραμματιστής για να διορθωθεί ενώ σε περίπτωση που χρειαστεί να αλλαχθεί κάτι εξ αρχής τότε θα πρέπει να συνεργασθούν ο προγραμματιστής και ο γραφίστας ενάγων. Παρά ταύτα, δεν αποδεικνύεται με σαφήνεια ο χρόνος κατά τον οποίο ο ενάγων εργάστηκε εκτός του ωραρίου εργασίας του και δεν αποδεικνύονται οι υπερωρίες του ενάγοντος. Η κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος, σύμφωνα με την οποία τον έβλεπε να εργάζεται υπερωρίες, δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός ότι αυτός υπερέβαινε το νόμιμο ωράριο του και εργαζόταν υπερωριακά. Περαιτέρω προαναφέρθηκε ότι η ίδια μάρτυρας κατέθεσε εν τέλει ότι ο ενάγων εργάστηκε εκτάκτως περί τις 20 φορές μέσα στη διετία 2020-2021, χωρίς να προσδιορίζεται και να αποδεικνύεται ο χρόνος που απαιτήθηκε, ενώ δεν κρίνονται πειστικές ούτε οι λοιπές ένορκες βεβαιώσεις του ενάγοντος ότι ο τελευταίος εργαζόταν καθημερινά 10 ώρες, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η εναγομένη ότι οι ενόρκως βεβαιώσαντες ποτέ δεν είδαν τον ενάγοντα να εργάζεται παραπάνω ώρες, καθώς από τον Μάρτιο του 2020 ο ενάγων εργάζεται με τηλεργασία και συνεπώς θα ήταν αδύνατον να τον έβλεπαν να εργάζεται. Ως εκ των ανωτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις του ενάγοντος και η ένορκη εξέταση της μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο δεν ήταν αρκούντως πειστικές, ώστε να δημιουργήσουν πλήρη δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των ισχυρισμών του ενάγοντος σχετικά με το κονδύλι της υπερεργασίας και της κατ’ εξαίρεση/παράνομης υπερωριακής απασχόλησης. Πιο συγκεκριμένα, η μάρτυρας ………… …………, που κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο με την ιδιότητα της πρώην εργαζόμενης της εναγομένης δεν έχει ιδία αντίληψη για τις συνθήκες εργασίας του ενάγοντος, για το χρόνο μετά την έναρξη της τηλεργασίας, και για τον χρόνο αυτό μέχρι την άσκηση των αγωγών όσα κατέθεσε, τα γνωρίζει από διηγήσεις του ενάγοντος, ενώ η αξιοπιστία της πρέπει να σταθμιστεί διότι βρίσκεται, στην παρούσα φάση, σε αντιδικία, με την εναγόμενη, ενόψει της από 31-3-2024 και με αριθμό κατάθεσης …../……/2024 εκκρεμούσας αγωγής της σε βάρος της εναγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έχει προσδιοριστεί να συζητηθεί στις 17.10.2024. Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις των κυρίων ………… και …………, οι οποίοι εργάζονταν, στο παρελθόν, στην επιχείρηση της εναγομένης, ως προγραμματιστές και η ένορκη βεβαίωση της κας …………, συντρόφου του ενάγοντος, πρώην εργαζόμενης της εναγομένης, δεν κρίνονται πειστικές ως προς την υπέρβαση του ωραρίου εργασίας του ενάγοντος σε καθημερινή βάση. Ως προς τις ένορκες βεβαιώσεις της εναγομένης και ειδικότερα αυτές της ………… ………… και ………… ………… πρέπει να σταθμιστεί ομοίως η αξιοπιστία τους, καθόσον Α) η ………… ………… και ο ………… ………… είναι συνέταιροι σε ποσοστό 60 και 40% ο καθένας αντίστοιχα στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία «…………» με ίδια έδρα με την εναγομένη και ο ………… ………… και Β) ο………… ………… και ο ………… ………… είναι συνέταιροι σε ποσοστό 40 και 60% ο καθένας αντίστοιχα στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία «…………» με ίδια έδρα με την εναγομένη. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι από 16 Μαρτίου 2020 και εντεύθεν ο ενάγων εργάζεται σε καθεστώς τηλεργασίας. Ειδικότερα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2021 εργαζόταν σε αυτό το καθεστώς όπως όλοι οι εργαζόμενοι δεδομένης της πανδημίας του κορονοϊού, ενώ τότε ενάγων ζήτησε λόγω οικογενειακών προβλημάτων υγείας να συνεχίσει να εργάζεται με το ίδιο καθεστώς τηλεργασίας, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό από την εναγομένη. Η τελευταία κατέβαλε στον ενάγοντα μετά την άσκηση της υπό στοιχείο Α αγωγής στις 12 Απριλίου 2024 το ποσό των 700€, ποσό το οποίο καταλογίστηκε από τον ενάγοντα στην οφειλή της εναγόμενης για τη δαπάνη τηλεργασίας από τον Δεκέμβριο 2021 έως και τον Δεκέμβριο 2023 (25 μήνες Χ 28 ευρώ) και ο ενάγων αιτείται από την εναγόμενη το ποσό των 574 ευρώ που αντιστοιχεί σε 20,5 μήνες Χ 28 ευρώ ο καθένας, για το χρονικό διάστημα από 16 Μαρτίου 2020 έως 30 Νοεμβρίου 2021. Μεταξύ των διαδίκων αποδεικνύεται ότι δεν ρυθμίστηκαν οι ειδικότεροι όροι εργασίας που διέπουν τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος υπό το καθεστώς τηλεργασίας, ωστόσο σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική νομική σκέψη και το άρθρο 5 του Ν. 3846/2010, το οποίο ισχύει από 11 Μαΐου 2020, η εναγόμενη ως εργοδότης αναλαμβάνει σε κάθε περίπτωση το κόστος που προκαλείται στον μισθωτό από τη μορφή αυτή εργασίας και ειδικότερα των τηλεπικοινωνιών. Ο ενάγων προσδιορίζει τη μηνιαία δαπάνη τηλεργασίας του για το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 28 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του κόστους για το ίντερνετ, τη σταθερή και κινητή τηλεφωνία και το κόστος συντήρησης του εξοπλισμού του, ήτοι του ηλεκτρονικού υπολογιστή και των περιφερειακών εξαρτημάτων και αποδεικνύεται ότι ουδέν του καταβλήθηκε για αυτή την αιτία για το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι για τον ενάγοντα η δαπάνη τηλεργασίας για το χρονικό διάστημα από 11 Μαΐου 2020 έως 30 Νοεμβρίου 2021, ανέρχεται στο ποσό των 28 ευρώ τον μήνα, ήτοι 14 ευρώ για τον Μάιο του 2020 και 504 ευρώ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα (28 ευρώ για τους επόμενους μήνες) και συνολικά το ποσό των 518 ευρώ, ποσό το οποίο υποχρεούται η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της σχετικής ένστασης εξόφλησης. Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, το σημείο που εδρεύει η εναγόμενη είναι σχετικά επικίνδυνο για την ασφάλεια των εργαζομένων, λαμβανομένων υπόψη των προσκομιζόμενων φωτογραφιών που απεικονίζουν την είσοδο της πολυκατοικίας της έδρας της. Από την από 4/10/2024 βεβαίωση του ………… ………… που διατηρεί κατάστημα εμπορίας και εγκατάστασης ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας, προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε επισκευή του κυκλώματος τηλεόρασης της εναγομένης στην έδρα της, στις 20 Ιουνίου 2024 και δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη μηχανισμού καταγραφής ήχου, κατά το χρόνο αυτό. Ο ενάγων εργάζεται στην εναγόμενη όπως προαναφέρθηκε από τις 4 Οκτωβρίου 2016 και συνέχισε να εργάζεται στην έδρα της μέχρι τις 15 Μαρτίου 2020, όταν και ξεκίνησε η τηλεργασία. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος σε συνδυασμό με τις ένορκες βεβαιώσεις των κυρίων ………… και …………, ότι η εναγόμενη είχε εγκαταστήσει κλειστό κύκλωμα καταγραφής εικόνας όχι στην είσοδο της εταιρείας για τον έλεγχο των εισερχομένων και εξερχομένων στην έδρα της εταιρείας, για την ασφάλεια των εργαζομένων και της έδρας της εναγομένης εν γένει, δεδομένης της τοποθεσίας της έδρας, αλλά στους χώρους εργασίας των εργαζομένων. Όπως αποδείχθηκε η μάρτυρας του ενάγοντος κα …………, εργαζόταν αρχικά στη γραμματειακή υποστήριξη της εναγομένης και είχε πρόσβαση στις κάμερες που είχαν τοποθετηθεί στο χώρο εργασίας στο γραφείο των εργαζομένων μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, στον τρίτο όροφο, ενώ είχε οπτική επαφή της εισόδου της πολυκατοικίας μέσω του θυροτηλεφώνου με κάμερα. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι υπήρχε κάμερα που εστίαζε στη θέση εργασίας του ενάγοντος, ώστε να ελέγχεται η απόδοση του και η αδιάλειπτη και απρόσκοπτη ενασχόληση του με αντικείμενο της εργασίας του στην εναγομένη. Σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη σχετική μείζονα σκέψη, η τοποθέτηση τέτοιου κυκλώματος εφόσον δεν εξυπηρετεί άλλον υπέρτερο σκοπό, δεν είναι απαραίτητη εντός του χώρου εργασίας και παραβιάζει την αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 Γενικού Κανονισμού Προσωπικών Δεδομένων και του άρθρου 27 του Ν. 4624/2019, δεδομένου ότι η τοποθέτηση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης εντός του χώρου εργασίας δεν αποτελεί τρόπο προστασίας των εργαζομένων λόγω της εγκληματικότητας της περιοχής, ούτε θα μπορούσε να αποτρέψει τυχόν εξωγενείς κινδύνους λόγω της επικινδυνότητας της περιοχής, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη. Συνεπώς από την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης δια των προστηθέντων της, προσβάλλεται το δικαίωμα στην προσωπικότητα του ενάγοντος, καθώς χωρίς ουδέποτε να ενημερωθεί και να συναινέσει σε αυτό, καταγράφονταν οι κινήσεις του, με σκοπό την επίβλεψη της εργασίας του από την εναγομένη, κατά το χρόνο που εργαζόταν στο χώρο της έδρας της τελευταίας, για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2018 έως 15 Μαρτίου 2020, όπως αιτείται ο ενάγων με την υπό κρίση υπό στοιχείο Α αγωγή του, δεδομένου ότι έχει παραγραφεί η αξίωση του για το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την προαναφερθείσα από 4 Οκτωβρίου 2024 βεβαίωση του κ. …………, καθώς από αυτή δεν αποδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο έχουν τοποθετηθεί οι κάμερες και που εστιάζουν, ενώ επειδή δεν φέρεται το κύκλωμα να καταγράφει ήχο από τον Ιούνιο του 2024, αυτό δεν αποδεικνύει τι συνέβαινε το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ενώ σε κάθε περίπτωση η μη καταγραφή ήχου δεν επιτρέπει την χωρίς άλλο καταγραφή δεδομένων. Συνεπώς, το σχετικό κονδύλι της ηθικής βλάβης του ενάγοντος από την προσβολή της προσωπικότητας του πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο μέχρι το ποσό των 500 ευρώ και να απορριφθεί για το πέραν αυτού ποσό ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Συνεπώς, η υπό στοιχείο Α. από 28.12.2023 και αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και η εναγόμενη να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 2.932,14 ευρώ ήτοι: Α1) 937,54 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου 2023 και Α2) 976,60 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2023 νομίμως εντόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από 30-11-2023 για τον μισθό Νοεμβρίου και από 31-12-2023 για το επίδομα Χριστουγέννων, Β) το ποσό των 518 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και Γ) το ποσό των 500 ευρώ νομίμως εντόκως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής. Περαιτέρω, η υπό στοιχείο Β. από 9.4.2024 αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν όλω όπως αυτή περιορίστηκε, και η εναγόμενη να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα: α) για αποδοχές Δεκεμβρίου 2023, το ποσό των 881,39 ευρώ, β) για αποδοχές Ιανουαρίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ, γ) για αποδοχές Φεβρουαρίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ και δ) για αποδοχές Μαρτίου 2024, το ποσό των 937,54 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 3.694,01 ευρώ, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τον αντίστοιχο μισθό. Το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό, ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της παρούσας διότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα επιφέρει κατά την κρίση του Δικαστηρίου σημαντική ζημία στον ενάγοντα (άρθρο 908 παρ. 1 εδ. δ και ε’ και 910 ΚΠολΔ). Τέλος, λόγω της μερικής και της εν όλω ήττας της εναγομένης στην υπό στοιχείο Α και Β αγωγή αντίστοιχα, πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της υπό στοιχείο Α αγωγής του ενάγοντος και στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της υπό στοιχείο Β αγωγής του ενάγοντος, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων Α. την από 28.12.2023 αγωγή και την Β. από 9.4.2024 αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την από 28.12.2023 αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα δύο ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών (2.932,14 ευρώ), με το νόμιμο τόκο όπως αναλυτικά καθορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας για καθένα επιμέρους κονδύλιο από αυτά που συναπαρτίζουν το παραπάνω ποσό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την ως άνω καταψηφιστική διάταξη της παρούσας προσωρινά εκτελεστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΟΛΩ την από 9.4. 2023 αγωγή, όπως αυτή περιορίστηκε.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και ενός λεπτού (3.694,01 ευρώ) με το νόμιμο τόκο όπως αναλυτικά καθορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας για καθένα επιμέρους κονδύλιο από αυτά που συναπαρτίζουν το παραπάνω ποσό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την ως άνω καταψηφιστική διάταξη της παρούσας προσωρινά εκτελεστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά στις Ιανουαρίου 2025, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies