Περίληψη:
Υπόθεση: Αγωγή εργαζόμενου κατά της εργοδότριας εταιρίας για αναγνώριση ακυρότητας απόλυσης, καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβής υπερεργασίας και προσαυξήσεων για εργασία σε Κυριακές και αργίες. Ανταγωγή της εργοδότριας για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε αρχικά από την εταιρία Α ως διανομέας με μερική απασχόληση. Στη συνέχεια συστάθηκε η εναγόμενη εταιρία, η οποία ανέλαβε τη δραστηριότητα της προηγούμενης εταιρίας, διατηρώντας την οικονομική και λειτουργική ταυτότητά της. Ο ενάγων συνέχισε να εργάζεται στη νέα εταιρία, αρχικά ως διανομέας με μερική απασχόληση και στη συνέχεια ως ιχθυοπώλης με πλήρη απασχόληση. Λάμβανε αποδοχές εν μέρει αδήλως (μαύρα). Έλαβε χώρα επεισόδιο λεκτικής και σωματικής βίας μεταξύ του ενάγοντος, του υπευθύνου της εταιρίας και άλλου εργαζόμενου, με αποτέλεσμα ο ενάγων να τραυματιστεί στο κεφάλι και να προκληθεί ζημιά σε εξοπλισμό του καταστήματος. Η εργοδότρια απέλυσε τον άλλον εργαζόμενο και ανέθεσε στον ενάγοντα καθήκοντα παραγγελιοληψίας. Έναν μήνα αργότερα η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, καταβάλλοντάς του αποζημίωση υπολειπόμενη της νόμιμης και μάλιστα όχι κατά τον χρόνο της απόλυσης αλλά αργότερα.
Ζητήματα: 1. Αν υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης από την αρχική εργοδότρια στην εναγόμενη και αν η εναγόμενη υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότριας. 2. Αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη λόγω καταβολής μικρότερης αποζημίωσης απόλυσης από τη νόμιμη. 3. Αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη επειδή έγινε ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου, σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 4808/2021. 4. Αν οφείλονται στον ενάγοντα δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή υπερεργασίας και προσαυξήσεις για εργασία σε Κυριακές και αργίες. 5. Αν η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. 6. Αν η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του. 7. Αν ο ενάγων οφείλει να καταβάλει στην εναγόμενη αποζημίωση για τη ζημιά που προκλήθηκε σε εξοπλισμό του καταστήματος και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της επαγγελματικής της φήμης.
Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: 1) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002, με τη μεταβίβαση της επιχείρησης και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. 2) Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη αν δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. 3) Κατά το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 4808/2021, η καταγγελία είναι άκυρη όταν γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου. 4) Σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ, σε περίπτωση άκυρης καταγγελίας, ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Η κρίση του δικαστηρίου: Το δικαστήριο έκρινε ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την αρχική εργοδότρια στην εναγόμενη, καθώς διατηρήθηκε η οικονομική και λειτουργική ταυτότητα της επιχείρησης. Συνεπώς, η εναγόμενη υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότριας. Ο ενάγων δικαιούταν αποζημίωση απόλυσης υπολογιζόμενη βάσει των πραγματικών αποδοχών του και της προϋπηρεσίας του. Η εναγόμενη κατέβαλε χαμηλότερη αποζημίωση, επομένως η καταγγελία είναι άκυρη. Δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία έγινε ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του ενάγοντος. Το δικαστήριο υποχρέωσε την εργοδότρια να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος με χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης. Το δικαστήριο δέχθηκε εν πολλοίς τις αξιώσεις του ενάγοντος για δεδουλευμένες αποδοχές, υπερεργασία και προσαυξήσεις για εργασία σε Κυριακές και αργίες, αφού αποδείχθηκε ότι εργαζόταν 8 ώρες ημερησίως αντί των συμβατικά καθορισμένων, καθώς και τις Κυριακές και αργίες χωρίς να λαμβάνει τις νόμιμες προσαυξήσεις. Απέρριψε την ανταγωγή της εργοδότριας. Επιδίκασε στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 30.634,46 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε:  Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 120/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Χρυσάνθη Παπαστάμου, Πρωτοδίκη Ειδικής Επετηρίδας, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της Γραμματέως Ηλέκτρας Κοντογιάννη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 26η Νοεμβρίου 2024 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Του ενάγοντος του ……………, κατοίκου …………… Αττικής, οδός …………… αρ. …… , με Α.Φ.Μ. ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου, συμπαρισταμένης και της ασκούμενης δικηγόρου Παναγιώτας – Δήμητρας Γουργιώτη.
Της εναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………… ΕΕ» και τον διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στη …………… Αττικής, Λεωφ. …………… αρ. …., και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ……………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Χριστοφοράτου.
Ο ενάγων με την από 08.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……………/……………/2022 αγωγή του ζητά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Για την αγωγή αυτή με την από 09.10.2022 πράξη του Πρωτοδικείου Αθηνών ορίσθηκε ημέρα συζήτησης η 29.11.2022 και, κατόπιν νόμιμων αναβολών, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, οι διάδικοι παραστάθηκαν ως ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
Β. Της αντενάγουσας ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………… ΕΕ» και τον διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στη …………… Αττικής, Λεωφ. …………… αρ. …., και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ……………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Χριστοφοράτου.
Του αντεναγόμενου …………… του ……………, κατοίκου …………… Αττικής, οδός …………… αρ. ….., με Α.Φ.Μ. ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου, συμπαρισταμένης και της ασκούμενης δικηγόρου Παναγιώτας-Δήμητρας Γουργιώτη.
Η αντενάγουσα με την από 03.11.2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……………/……………/2023 αγωγή της ζητά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Για την αγωγή αυτή με την από 03.11.2023 πράξη του Πρωτοδικείου Αθηνών ορίσθηκε ημέρα συζήτησης η 17.11.2023 και, κατόπιν νόμιμης αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, οι διάδικοι παραστάθηκαν ως ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής) πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών από τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, και αποδοχών για τη παροχή υπερεργασίας ή τη μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους του ενάγοντος παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις νόμιμος μισθός του μισθωτού, ήτοι ο βασικός μισθός και τα επιδόματα που αντιστοιχούσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, η χρονική διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης του μισθωτού με αναφορά στις ημέρες απασχόλησης αυτού, από όπου προκύπτει ο αριθμός των ωρών υπερεργασίας και ο αριθμός των ημερών αναπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 900/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα, μεταξύ άλλων, και την καταβολή αποδοχών για εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς ημερομηνίες, αφού οι μεν Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο, οι δε αργίες καθορίζονται από το νόμο, ενώ δεν απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ’ ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας, αλλά αρκεί η αναφορά των ωρών αυτής (ΑΠ 525/2018, ΑΠ 984/2013, ΑΠ 1108/2009, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λ.π.. Δεδομένου ότι τα ποσά αυτά περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό, αλλά δεν είναι καταβλητέα στον μισθωτό, διότι πρέπει να παρακρατηθούν από τον εργοδότη και να αποδοθούν προς τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ή τους τρίτους δικαιούχους, στη δίκη που ανοίγεται για την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, αντικείμενο είναι ο εν λόγω ακαθάριστος μισθός, ενώ οι επ’ αυτού κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών ή και άλλων τρίτων, τις οποίες εκ του νόμου υποχρεούται να διενεργήσει ο εργοδότης, δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 332/2008, 1678/2007, 302/2001, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εφόσον, λοιπόν, διεκδικούνται δικαστικώς δεδουλευμένες αποδοχές, έναντι των οποίων ουδέν έχει καταβληθεί, μετά τον προσδιορισμό τους σε μικτές αποδοχές, ο εργοδότης θα υποχρεωθεί μεν να καταβάλει το ποσό που προκύπτει, αλλά κατά την εκτέλεση, αφού παρακρατήσει τις ως άνω επιβαρύνσεις, θα καταβάλει στο δικαιούχο τις καθαρές αποδοχές και θα απαλλαγεί. Αν όμως, έναντι των δεδουλευμένων μικτών αποδοχών έχουν γίνει μερικότερες καταβολές καθαρών αποδοχών, για την εξεύρεση του οφειλόμενου υπολοίπου το δικαστήριο της ουσίας πρέπει είτε να αναγάγει τις εισέτι οφειλόμενες μικτές αποδοχές σε καθαρές και κατόπιν να αφαιρέσει τις ήδη καταβληθείσες, είτε να αναγάγει τις καταβληθείσες καθαρές αποδοχές σε μικτές και κατόπιν να τις αφαιρέσει από τις οφειλόμενες (ΑΠ 1749/2022, δημ. στην ιστοσελίδα www.areiospagos.gr). Για να είναι δε ορισμένη η σχετική αγωγή, δεν χρειάζεται να αναφέρονται σ’ αυτήν οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών, ενώ, πλέον τούτου, δεν χρειάζεται να αναφέρονται τα σχετικώς στον ίδιο τον ενάγοντα καταβληθέντα έναντι των αξιώσεών του χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 ΑΚ) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18.7.1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας». Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50 αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ’ αυτή εκδόθηκε το π.δ. 178/2002. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 2 του ως άνω π.δ., οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και, συνεπώς, δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 π.δ. 572/1988 και π.δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) και να είναι ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, όπως τον επεδίωκε ο προηγούμενος φορέας (ΑΠ 48/2020, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 1850/2006, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος πρόσθεσε και νέα στοιχεία σε όσα μεταβιβάζονται (νέα μηχανήματα ή νέες εγκαταστάσεις, πρόσληψη νέου προσωπικού ή τροποποίηση μερικώς του σκοπού, με την επέκταση εργασιών ή με την παραγωγή νέων προϊόντων). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας, και, συνεπώς, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης ή τμημάτων της, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης εγκαταστάσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης κρίσιμα – καθοριστικά στοιχεία είναι: 1) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων, όπως κτιρίων, μηχανημάτων ή εξοπλισμού, 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών, όπως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, διακριτικών τίτλων καθώς και η αξία τους, 3) η απασχόληση – πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της επιχειρήσεως που μεταβιβάζεται στο νέο επιχειρηματία, 4) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, 5) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί σε καθένα από αυτά τα κρίσιμα στοιχεία, στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως και αξιολογήσεως, εξαρτάται από το είδος της επιχειρήσεως και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Εντούτοις, η συνδρομή όλων ή ορισμένων από τα κρίσιμα στοιχεία δεν αποκλείει, στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως και αξιολογήσεως, τη λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της ίδιας οργανωτικής δομής από τον νέο εργοδότη και η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως με τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως που μεταβιβάζεται. Αυτό επειδή τέτοια στοιχεία, αν και μη κρίσιμα, συνιστούν επιπλέον ενδείξεις της διατηρήσεως της ταυτότητας της επιχειρήσεως που μεταβιβάζεται. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002, με τη μεταβίβαση της επιχείρησης και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα, ενώ δεν είναι απαραίτητο οι εργαζόμενοι να συναινέσουν στη μεταβίβαση με οποιονδήποτε τρόπο, αν και πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτό προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό.
III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2874/2000, όπως ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, «1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα)». Συνακόλουθα, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (και οκτώ ώρες υπό το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας) και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (και πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 48 ωρών υπό το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης. Επισημαίνεται ότι για τη συνδρομή υπερεργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να ενδιαφέρει η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου (βλ. ΑΠ 1602/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1454/2000 ΔΕΕ 2000.1272, ΕφΑθ 2979/1999 ΕΕργΔ 1999.989, ΕφΑθ 4445/1998 ΕλλΔνη 1998.1366, ΕφΘεσ 1326/1999 ΔΕΝ 2000.29). Η αμοιβή της υπερεργασίας υπολογίζεται βάσει των καταβαλλόμενων αποδοχών κατά την ημέρα της απασχόλησης και όχι βάσει των νομίμων, σαν επαύξηση δε του μισθού θεωρούνται, πλην των οικειοθελών παροχών, που δίδονται από τον εργοδότη στους εργαζόμενους καθ’ όλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης συνεχώς, τακτικά και ανεπιφύλακτα, και η αξία της υποχρεωτικά χορηγούμενης τροφής, καθώς και η παροχή κατοικίας στους μισθωτούς, τακτικά και αδιαλείπτως, σαν συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους, παροχές οι οποίες συνυπολογίζονται για την εξεύρεση του ωρομισθίου της υπερεργασίας (ΑΠ 493/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IV. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 10 του β.δ. 748/1966, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 4504/1966, σε συνδυασμό με εκείνες της ΑΥ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946, όπως ερμηνεύτηκε με την με αριθμό 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών και του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, συνάγεται ότι, εάν ο μισθωτός απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την ημέρα της Κυριακής (ως Κυριακή θεωρείται το χρονικό διάστημα που αρχίζει από τις 24:00 του Σαββάτου και λήγει στις 24:00 της Κυριακής) ή άλλης αργίας, δικαιούται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας για την απασχόληση αυτή, να λάβει για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου. Ειδικά για την απασχόληση κατά την αργία της Κυριακής, εάν αυτή υπερέβη τις πέντε (5) ώρες, ο εργαζόμενος δικαιούται αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας είκοσι τεσσάρων (24) συνεχών ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί. Έτσι, η αμοιβή του μισθωτού για την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Την ως άνω αποζημίωση δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθεί η ως άνω παροχή, αλλά και οι απασχολούμενοι με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 983/2000, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο, ανεξάρτητα αν τύχουν ή όχι αναπληρωματικής ανάπαυσης, δικαιούνται για την απασχόλησή τους κατά την Κυριακή, εκτός από την προσαύξηση 75%, και ανάλογη αμοιβή ίση με τόσα ωρομίσθια όσες και οι ώρες απασχόλησής τους. Οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης, δεν δικαιούνται, εκτός από την προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους κατά την Κυριακή, αφού το ημερομίσθιό τους, ούτως ή άλλως, συμπεριλαμβάνεται στο μηνιαίο μισθό που λαμβάνουν. Αν, όμως, ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει και τις έξι (6) εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά τη μία (1) ημέρα των εργάσιμων αυτών έξι (6) ημερών είναι παράνομη, ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη (άρθρο 10 β.δ. 748/1966), και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του (βλ. ΑΠ 680/2018, ΑΠ 1117/2017, ΑΠ 1419/2015, ΑΠ 1317/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Λαναρά, Εργατική και Ασφαλιστική Νομοθεσία, έκδ. 2016, σελ. 554 επ.). Αν η κατ’ εξαίρεση υπερωριακή εργασία πραγματοποιήθηκε Κυριακή, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξάνεται με την αντίστοιχη προσαύξηση 75%, η οποία υπολογίζεται στο νόμιμο ωρομίσθιο (ΑΠ 1027/2000 ΕΑΕΔ 2002.219, ΑΠ 1652/2000 ΕΑΕΔ 2002.518, Λ. Ντάσιος Εργατικό δικονομικό δίκαιο – τομ. ΑΙ 1999 σελ. 595 , Ζερδελής «Ατομικές εργασιακές σχέσεις» 1999 σελ. 497).
V. Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, ορίζεται ότι «Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεούμενου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δεύτερου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ’ έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από της 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της άδειας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ’ αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν, έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού». Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 παρ.1 και 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως η τελευταία συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ/τος 3755/1957, 1 παρ.1 στοιχ. ε’ της υπ’ αριθμ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως «Περί κανονικών κατ’ έτος αδειών μετ’ αποδοχών», η οποία κυρώθηκε με το ν. 2081/1952, 7 του π.δ/τος 88/1999 (ΦΕΚ A 94), με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η με αριθμό 93/104 Οδηγία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία στο άρθρο 7 αυτής επιτάσσει την λήψη μέτρων από τα κράτη – μέλη για παροχή ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων στους εργαζομένους, ρύθμιση που επαναλήφθηκε στην ταυτάριθμη διάταξη της νεώτερης με αριθμό 2003/88 Οδηγίας που κωδικοποίησε τις σχετικές ρυθμίσεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εργαζομένων, και ενόψει του επιδιωκομένου από τις πιο πάνω ρυθμίσεις σκοπού να εξασφαλισθεί με τη χορήγηση της ετήσιας άδειας η περιοδική ανάπαυση και η ανανέωση των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων του εργαζομένου για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής του υγείας, προκύπτει σαφώς ότι δεν επιτρέπεται ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη (άκυρη) κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης, ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σε αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας και μάλιστα με προσαύξηση κατά 100% σε περίπτωση υπαιτιότητάς του, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ’ αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και τον συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο ήδη συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν (ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 1683/2012, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β’ του α.ν. 539/1945, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ/τος 3755/1955 ορίζεται ότι «επιφυλασσόμενων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ’ ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%». Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και εκείνης του άρθρου 330 ΑΚ προκύπτει ότι ναι μεν για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής) κατά τα ήδη προαναφερθέντα, όμως, για τη θεμελίωση της αξίωσης του μισθωτού προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης, που έχει τον χαρακτήρα αστικής ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε (ΑΠ 1174/2014, ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 434/2011, ΑΠ 455/2010, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
VI. Κατά το άρθρο 655 ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση, γίνεται απαιτητός ο μισθός που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Μισθός, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επιμέρους αυτές εργασίες, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδαφ. α’ του ΑΚ. Αντίθετα, δεν αποτελούν μισθό ούτε εν ευρεία έννοια οι αποζημιώσεις κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και οι προσαυξήσεις (αστικές ποινές) που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης στο μισθωτό για παράνομη εργασία, ήτοι για παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία παρά το νόμο τις Κυριακές, κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται εργασία, και κατά τις ημέρες που ο μισθωτός δικαιούται εβδομαδιαίας ανάπαυσης λόγω νόμιμης εργασίας του κατά τις Κυριακές κλπ, αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία (ΑΠ 233/2004, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, ασχέτως του άρθρου 655 ΑΚ, για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν.4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου και η λήξη το αργότερο του οικείου έτους αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.
VII. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο, είναι αναιτιώδης και, συνεπώς, το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, θεωρείται δε έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρης η νόμιμη αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 892/2003, ΑΠ 1435/1991, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), υπολογίζεται δε βάσει των τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δηλαδή του μισθού και κάθε άλλης παροχής, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 790/2017, ΑΠ 1254/2013, ΑΠ 194/2011, ΑΠ 1033/2008, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 3 του ν. 3863/2010, «όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση». Η διάταξη αυτή τάσσει δήλη ήμερα για την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης, κατά το άρθρο 341 ΑΚ, που είναι η ημέρα λύσης της σχέσης εργασίας∙ για μέρος της αποζημίωσης ίσο προς τις αποδοχές δύο μηνών και έκτοτε η επομένη της συμπλήρωσης διμήνου, αρχής γενομένης από την απόλυση για κάθε μέρος της αποζημίωσης ίσο προς τις αποδοχές δύο μηνών, μόνη δε η άπρακτη παρέλευση της δήλης μέρας συνεπάγεται την υποχρέωση του εργοδότη σε τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ. α’ ΑΚ (ΑΠ 813/2001, ΕφΑθ 5053/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται, μέχρις ότου άρει την υπερημερία του, να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον της υπηρεσίες του απολυθέντος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον. Συνεπώς, με βάση τη διάταξη αυτή, μπορούν να ζητηθούν από τον εργοδότη που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του μισθωτού αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή της (ΑΠ 538/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
VIII. Η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ (βλ. ΑΠ 987/2013, ΑΠ 247/2012, ΑΠ 1267/2011, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 84/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπέρβαση των ορίων αυτών ενέχει, εκτός των άλλων, η καταγγελία που έγινε από τον εργοδότη από κακότητα, εμπάθεια, μίσος, έχθρα ή διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπο του μισθωτού, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη ή, όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στον νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησής του ενέργειας και, γενικά, από λόγο που ανάγεται στο πρόσωπο του εργοδότη και δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής του (ΑΠ 167/2013 ΔΕΕ 2014.408, ΑΠ 247/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 84/2011 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1539/2001 ΔΕΕ 2002.618, ΑΠ 1318/2000 ΕλλΔνη 2002.413, ΑΠ 1107/2000 ΕΕργΔ 2002.78, ΑΠ 380/2000 ΔΕΝ 2001.15). Αντίθετα, το δικαίωμα του εργοδότη να προβεί στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του μισθωτού δεν ασκείται καταχρηστικά, όταν αυτή οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους, ικανούς να δικαιολογήσουν, με γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, τη λήξη αυτής. Η αρχή του άρθρου 281 ΑΚ επιβάλλει την αναζήτηση αντικειμενικών λόγων, που δικαιολογούν τη συγκεκριμένη κάθε φορά απόλυση, δηλαδή λόγων που έχουν σχέση με την εξυπηρέτηση των αντικειμενικών συμφερόντων της επιχείρησης και δεν οφείλονται σε κακοβουλία ή αισθήματα εκδίκησης του εργοδότη απέναντι στον εργαζόμενό του. Η καταγγελία η οποία γίνεται από λόγους εκδίκησης ή ακαίρως ή κατά τρόπο σκληρό και άκαμπτο από πλευράς του εργοδότη είναι άκυρη (ΑΠ 108/2022, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν είναι, επομένως, καταχρηστική η καταγγελία που οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην παράβαση εκ μέρους του εργαζομένου κύριων ή παρεπόμενων συμβατικών υποχρεώσεών του, στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του μισθωτού, σε ανεπαρκή απόδοση αυτού, σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, στην παράβαση οδηγιών του εργοδότη που δόθηκαν στο πλαίσιο νόμιμης άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος κλπ. (βλ. ΑΠ 167/2013 ΔΕΕ 2014.408, ΑΠ 904/2012, ΑΠ 247/2012, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1102/2001 ΕΕργΔ 2002.801, ΑΠ 1107/2000 ΕΕργΔ 2002.78, ΑΠ 688/1999 ΕλλΔνη 2000.727, ΕφΘεσ 359/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 7187/2001 ΕλλΔνη 2002.48). Και στην περίπτωση, όμως, που ένας εργαζόμενος παραβιάζει τις υποχρεώσεις του, αυτός μπορεί συνήθως να απολυθεί, μόνο εάν έχει προηγηθεί (και αγνοηθεί) σχετική προειδοποίηση, χωρίς απαραίτητα η προειδοποίηση αυτή να επισημαίνει ότι θα επακολουθήσει καταγγελία, αν ο εργαζόμενος δεν μεταβάλει τη συμπεριφορά του. Μόνο εάν πρόκειται για σοβαρό παράπτωμα, μπορεί η σύμβαση εργασίας να λυθεί και χωρίς προειδοποίηση, καθώς ο εργοδότης μπορεί να έχει πλέον, για το λόγο αυτό, απωλέσει την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπο του εργαζόμενου (Κ. Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 533). Επίσης, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη.
IX. Πέραν όμως της γενικής διάταξης του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ, προβλέπονται πλέον συγκεκριμένοι λόγοι που κατά τον νόμο καθιστούν την καταγγελία άνευ ετέρου παράνομη, όπως οι λόγοι ακυρότητας που καταγράφονται και ομαδοποιούνται στην παρ. 1 του άρθρου 66 του ν. 4808/2021. Στην ως άνω διάταξη ορίζεται ότι «Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον: α) … , β) γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου, γ) αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση: γα) … , γβ) που οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 13, …». Με το άρθρο 66 παρ. 1β δεν θεσπίζεται απόλυτος λόγος καταγγελίας που οδηγεί στην κατάγνωση της ακυρότητας χωρίς στάθμιση. Η απόλυση θα ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 66 παρ.1β ν. 4808/2021 μόνο όταν έρχεται ως απάντηση στην προηγηθείσα συμπεριφορά του εργαζομένου και δεν συνδέεται η ίδια με κάποιο θεμιτό συμφέρον του εργοδότη που θα μπορούσε επί της αρχής να την εξηγήσει ως επιχειρηματική απόφαση. Τέτοιο θεμιτό συμφέρον είναι το λεγόμενο «καλώς νοούμενο (αντικειμενικό) επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη», δηλαδή, είναι πάντοτε κρίσιμο το ζήτημα αν συντρέχουν άλλοι λόγοι που αφαιρούν από την απόλυση το στίγμα των ταπεινών ελατηρίων. Ένας βασικός τέτοιος λόγος είναι ο κλονισμός της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του μισθωτού και η κατ’ αντικειμενική εκτίμηση αδυναμία συνέχισης της συνεργασίας (ακόμη και ως αποτέλεσμα της ενάσκησης δικαιώματος από το μισθωτό). Τα διαμορφωμένα κριτήρια και οι σταθμίσεις που γίνονταν στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου με βάση την ΑΚ 281 θα χρησιμοποιηθούν και για την οριοθέτηση της έννοιας της «αντίδρασης» κατά την εφαρμογή του άρθρου 66 παρ.1β ν. 4808/2021. Ούτε όμως αυτά σημαίνουν, από την άλλη πλευρά, ότι η απόλυση για την οποία ο εργοδότης επικαλείται και τεκμηριώνει κάποιο θεμιτό συμφέρον θα είναι αυτόχρημα δικαιολογημένη. Αλλά η τυχόν ελαττωματικότητά της θα εξετασθεί μάλλον υπό το πρίσμα της παρ. 3, ως ζήτημα στάθμισης συμφερόντων, παρά της παρ.1β (ΜονΠρ Αθ 195/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 ν. 4808/2021 «Απαγορεύεται και είναι άκυρη η καταγγελία ή η με οποιονδήποτε τρόπο λύση της έννομης σχέσης στην οποία στηρίζεται η απασχόληση, καθώς και κάθε άλλη δυσμενής μεταχείριση προσώπου του άρθρου 3, εφόσον συνιστά εκδικητική συμπεριφορά ή αντίμετρο κατά την έννοια του άρθρου 14 του ν. 3896/2010 (Α’ 207) για περιστατικό βίας και παρενόχλησης του άρθρου 4», ενώ κατά το άρθρο 14 ν. 3896/2010: «Απαγορεύεται η καταγγελία ή η με οποιονδήποτε τρόπο λύση της σχέσεως εργασίας και της υπαλληλικής σχέσεως, καθώς και κάθε άλλη δυσμενής μεταχείριση: α) για λόγους φύλου ή οικογενειακής κατάστασης, β) όταν συνιστά εκδικητική συμπεριφορά του εργοδότη, λόγω μη ενδοτικότητας του εργαζομένου σε σεξουαλική ή άλλη παρενόχληση σε βάρος του, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 2, γ) όταν γίνεται ως αντίδραση του εργοδότη ή υπεύθυνου για επαγγελματική κατάρτιση, σε διαμαρτυρία, καταγγελία, μαρτυρία ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια προσώπου εργαζομένου επαγγελματικά καταρτιζόμενου, ή εκπροσώπου του, στο χώρο της επιχείρησης ή επαγγελματικής κατάρτισης, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής, η οποία είναι σχετική με την εφαρμογή του παρόντος νόμου». Οι αναφορές του νόμου σε «εκδικητική συμπεριφορά», «αντίδραση» και «αντίμετρο» έχουν την έννοια ότι για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων δεν αρκεί η άσκηση, από τον εργαζόμενο, των δικαιωμάτων που του απονέμει ο νόμος, αλλά θα πρέπει παράλληλα να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω ενάσκησης και της απόλυσης του.
X. Εξάλλου, το άρθρο 66 παρ. 2 ν. 4808/2021 δημιουργεί νέα δικονομικά δεδομένα στη δίκη για το κύρος (ή, πλέον, για την ελαττωματικότητα) της καταγγελίας. Η διάταξη προβλέπει ότι, αν ο εργαζόμενος (επικαλεστεί και) αποδείξει πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους λόγους της παρ.1, «εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο». Η ως άνω διάταξη τυγχάνει ειδικότερη της γενικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς απαριθμεί ενδεικτικά περιπτώσεις στις οποίες η καταγγελία είναι άνευ ετέρου άκυρη, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα ο έλεγχος της υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (ΜΕφΑθ 955/2023, ΜΠρΙωανν 66/2024, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Παπαδημητρίου, Οι συνέπειες της παράνομης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατά το άρθρο 66 ν. 4808/2021, ΔΕΝ 2022.209). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4808/2021, «Γίνεται ενδεικτική αναφορά όσων απαγορεύονται με ρητή νομοθετική διάταξη ήδη πριν την ισχύ του παρόντος νόμου, αλλά προστίθενται και λόγοι που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος νόμου (απόλυση για ενάσκηση δικαιώματος αποσύνδεσης, συμφιλίωσης της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής κ.λπ.). Πιο σημαντική, όμως, και πρωτοποριακή είναι η γενική πρόβλεψη ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε απόλυση που γίνεται ως αντίδραση για την άσκηση οποιουδήποτε νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου. Η προστασία των εργαζομένων ενισχύεται και από την πρόβλεψη της παρ. 2, σύμφωνα με την οποία, εάν κατ’ αρχήν αποδειχθούν πραγματικά περιστατικά που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η απόλυση είναι απαγορευμένη, ο εργοδότης φέρει το βάρος να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο. Με βάση τις διατάξεις αυτές είναι πλέον πολύ δύσκολο για τον εργοδότη να απειλήσει, αμέσως ή εμμέσως, τον εργαζόμενο με απόλυση, σε περίπτωση που ο εργαζόμενος ασκήσει νόμιμο δικαίωμά του καθώς, πλέον, όχι μόνον προβλέπεται ρητή ακυρότητα σε μία τέτοια περίπτωση (και δεν απαιτείται η πολύ λιγότερο βέβαιη κρίση μέσω του άρθρου 281 ΑΚ, στην οποία μπορεί να υπεισέρχονται και άλλα κριτήρια που μπορεί να καταλήξουν εις βάρος του εργαζομένου), αλλά και προβλέπεται ρητά η αντιστροφή του βάρους αποδείξεως υπέρ του εργαζομένου». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η εκ πρώτης όψεως (prima facie) απόδειξη για τις προβλεπόμενες κατά τα ανωτέρω περιπτώσεις απαγορευμένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Πιο συγκεκριμένα, ο εργαζόμενος έχει το βάρος της επίκλησης και της πιθανολόγησης των μη επιτρεπόμενων λόγων της καταγγελίας και, αν ανταποκριθεί σε αυτό, ο εργοδότης έχει πλέον το βάρος της απόδειξης ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν πραγματοποιήθηκε για έναν από τους λόγους της παρ. 1 του άρθρου 66. Δεν επηρεάζεται έτσι ο αναιτιώδης χαρακτήρας της καταγγελίας και, ταυτόχρονα, διευκολύνεται η συναγωγή της δικανικής κρίσης ως προς την αιτιώδη σχέση ανάμεσα στα ιστορούμενα από τον εργαζόμενο πραγματικά περιστατικά και του λόγου της καταγγελίας. Η κατά τα ανωτέρω δικονομική βελτίωση της θέσης του εργαζόμενου, η αναγκαιότητα της οποίας είχε ήδη από ετών επισημανθεί από τη θεωρία, αποσκοπεί στην πραγμάτωση της προστασίας του και από πλευράς δικονομικού δικαίου, ενόψει των αντικειμενικών δυσχερειών που απαντώνται αναφορικά με την απόδειξη των επιλήψιμων κινήτρων του εργοδότη, γεγονότων δηλαδή του εσωτερικού του κόσμου, αλλά και αρνητικών γεγονότων, της έλλειψης δηλαδή αντικειμενικών λόγων που να δικαιολογούν επαρκώς της καταγγελία, αφού ως προς αυτά ο εργαζόμενος δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να παράσχει πλήρη απόδειξη (ΜονΕφΑθ 955/2023, ΜονΠρΑθ 1189/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 66 απαλλάσσει τον εργαζόμενο από την υποχρέωση να αποδείξει πλήρως τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του και της καταγγελίας, που είναι το αδύναμο αποδεικτικά σημείο, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ότι έως τώρα σε τέτοιες περιπτώσεις – που εξετάζονταν υπό το πρίσμα της ΑΚ 281 – ερευνάτο αν η απόλυση ήταν αποτέλεσμα εμπάθειας του εργοδότη λόγω της προηγηθείσας συμπεριφοράς του εργαζομένου, αλλά και, έτι μάλλον, αν το μη αρεστό της συμπεριφοράς του εργαζομένου στον εργοδότη ήταν το αποφασιστικό κίνητρο και όχι κάποιος άλλος αντικειμενικός λόγος που πιθανώς παράλληλα συνέτρεχε. Ο νομοθέτης με τη ρύθμιση αυτή, η οποία αποτελεί «σφήνα» στο παραδοσιακό σύστημα της αναιτιώδους καταγγελίας, επιδιώκει να ενισχύσει υπέρ του ενάγοντος – εργαζομένου την πρακτική αποτελεσματικότητα της ουσιαστικής προστασίας, διευκολύνοντας αφενός τη συναγωγή δικανικού συμπεράσματος ως προς την αιτιώδη σχέση μεταξύ του εκάστοτε ιστορικού και του λόγου της καταγγελίας και αφετέρου μετακυλύοντας – και αυτό είναι το τελικώς κρίσιμο – το βάρος απόδειξης περί του αντιθέτου στον εργοδότη. Δημιουργούνται έτσι δύο διακριτές φάσεις της αποδεικτικής διαδικασίας, λειτουργικά αλληλένδετες. Η δίκη για το κύρος της καταγγελίας διατρέχει αναγκαία και τις δύο, αποκτώντας έτσι, σε επίπεδο αποδείξεων, δομή δύο επιπέδων. Με το άρθρο 66 παρ. 2 θεσπίζεται ένας δικονομικός κανόνας που κατανέμει ισότιμα μεταξύ των διαδίκων τις αποδεικτικές υποχρεώσεις ως προς τα πραγματικά γεγονότα, αλλά ειδικά ως προς το στοιχείο της αιτιότητας παρέχει στον εργαζόμενο κρίσιμο προτέρημα, μειώνοντας κατά τούτο το μέτρο και ακολούθως μετακυλύοντας στον εργοδότη το βάρος του non liquet περί του αντιθέτου. Έτσι, ο ενάγων δεν αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι στο πρόσωπό του συντρέχει προστατευόμενη κατάσταση ή ιδιότητα (εκτός αν αυτό αρκεί εξ αντικειμένου για την απαγόρευση της καταγγελίας, π.χ. κατά τη διάρκεια της άδειας ή λόγω συνδικαλιστικής ιδιότητας και υπαρχούσης γνώσης περί αυτού του εργοδότη) ή ότι άσκησε συγκεκριμένο δικαίωμα- θα πρέπει να επικαλεστεί και περιστατικά (ενδείξεις) που καθιστούν ως μάλλον πιθανό το συμπέρασμα ότι τα ανωτέρω συνδέονται, ως μόνο ή κρίσιμο κινήσαν αίτιο, με την απόλυση. Εφόσον ο εργαζόμενος ανταποκριθεί στις δικές του δικονομικές υποχρεώσεις, κατά τα άνω, μετατίθεται στον εργοδότη το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει δημιουργώντας πλήρη δικανική πεποίθηση ότι η απόλυση δεν έγινε για το λόγο αυτό. Η αποδεικτική διαδικασία περνάει έτσι στη δεύτερη φάση. Κατά το γράμμα του άρθρου 66 παρ.2, ο εργοδότης καλείται να αποδείξει αρνητικά τη μη ύπαρξη του λόγου καταγγελίας που επικαλείται ο εργαζόμενος και όχι θετικά κάποιο νόμιμο λόγο καταγγελίας. Τούτο είναι συστηματικά συνεπές. Το αντίθετο θα ήταν δυσχερώς συμβιβάσιμο με το σύστημα της αναιτιώδους καταγγελίας που, τύποις έστω, διατηρείται. Στις περιπτώσεις αυτές θα έχει ήδη πιθανολογηθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του εργαζομένου και της απόλυσης, άρα η ύπαρξη επιλήψιμου υποκειμενικού κινήτρου θα θεωρείται κατ’ αρχήν δεδομένη, ο εργοδότης είναι εν τοις πράγμασι αναγκασμένος να πάει αποδεικτικώς «παραπέρα», ώστε να απεμπλακεί από το συγκεκριμένο ιστορικό. Θα πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή άλλων περιστατικών που καθιστούν την απόλυση αντικειμενικά δικαιολογημένη. Αντικειμενικά δικαιολογημένος είναι ο λόγος όταν είναι, κατ’ αρχήν, αληθής και μη προσχηματικός (Μπακόπουλος, Η ελαττωματική καταγγελία και οι συνέπειες της, 2022, σελ. 95 επ).
XI. Σύμφωνα με το άρθρο 678 ΑΚ, κατά τη λήξη της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του. Μόνο αν το ζητήσει ειδικά ο εργαζόμενος, βεβαιώνεται και η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του. Σκοπός της υποχρέωσης του εργοδότη για χορήγηση στον εργαζόμενο πιστοποιητικού εργασίας είναι η διευκόλυνση του τελευταίου να βρει άλλη εργασία και γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί εκδήλωση των παρεπόμενων υποχρεώσεων προστασίας που πηγάζουν από την εργασιακή σχέση. Η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 678 ΑΚ εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Το πιστοποιητικό εργασίας μπορεί να ζητηθεί με τη λήξη της εργασιακής σύμβασης, ήτοι είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου είτε με καταγγελία οποιοσδήποτε μορφής. Εκτός, όμως, από την περίπτωση αυτή, η προστατευτική τελολογία του άρθρου 678 ΑΚ επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση παροχής του πιστοποιητικού, ανεξάρτητα από τη λήξη της εργασιακής σύμβασης (ενδιάμεσο πιστοποιητικό), εφόσον ο εργαζόμενος έχει έννομο συμφέρον να το αξιώσει. Η υποχρέωση για έκδοση του πιστοποιητικού βαρύνει είτε τον εργοδότη αυτοπροσώπως είτε το νόμιμο εκπρόσωπό του. Η έκδοση του πιστοποιητικού προϋποθέτει την σχετική, γραπτή ή προφορική, αίτηση του εργαζόμενου. Για την έκδοση του πιστοποιητικού του εδαφίου β’ του άρθρου 678 ΑΚ (λεπτομερές πιστοποιητικό) απαιτείται ειδική αίτηση του εργαζόμενου. Το πιστοποιητικό μπορεί να ζητηθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήξη της εργασιακής συμβάσεως. Ο δικαστικός έλεγχος είναι δυνατός όχι μόνο στην περίπτωση άρνησης χορήγησης του πιστοποιητικού, αλλά και όταν αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου του (ΕφΑθ 1138/1984, ΕΕργΔ 1985.403). Αν ο εργοδότης αρνηθεί να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας (απλό ή λεπτομερές) που του ζητήθηκε, ο εργαζόμενος μπορεί, μεταξύ άλλων, να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή την καταδίκη του εργοδότη στη σύνταξη και παράδοση του πιστοποιητικού εργασίας, απειλώντας χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ (ΜονΕφΑθ 2484/2021, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαίωμα αυτό του εργαζομένου ασκείται κατ’ αρχήν εξωδίκως έναντι του εργοδότη. Είναι όμως και δικαστικώς επιδιώξιμο σε δύο περιπτώσεις: Πρώτον, όταν ο εργαζόμενος έχει ζητήσει ήδη από τον εργοδότη τη χορήγηση του πιστοποιητικού, αλλά ο τελευταίος δεν το χορηγεί- και, δεύτερον, όταν ο εργαζόμενος διαφωνεί με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού που χορήγησε ο εργοδότης, αμφισβητεί δηλαδή την ακρίβεια των πληροφοριών ή αξιολογήσεων που περιέχονται σε αυτό (βλ. ΑΠ 635/2020, ΔΕΝ 2021, 20). Πάντως, η άσκηση αγωγής για την εκπλήρωση της σχετικής εργοδοτικής υποχρέωσης προϋποθέτει την προηγούμενη υποβολή σχετικού αιτήματος του εργαζομένου προς τον εργοδότη, το οποίο δεν ικανοποιήθηκε. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται δεκτό ότι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής είναι ακριβώς η επίκληση αφενός της υποβολής του αιτήματος αυτού προς τον εργοδότη για χορήγηση του πιστοποιητικού και αφετέρου της άρνησης του τελευταίου να το χορηγήσει (ΜονΠρΑθ 159/2023, ΜονΠρΑθ 867/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απόδειξη των ίδιων αυτών στοιχείων συνιστά επίσης προϋπόθεση και για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (ΜονΕφΑθ 2484/2021, ΜονΕφΑθ 6443/2020, ΜονΠρΑθ 338/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
XII. Για την ύπαρξη αδικοπραξίας κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται, εκτός άλλων όρων, παράνομη συμπεριφορά (Θετική πράξη ή παράλειψη) προσώπου. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλού συμφέροντος του, προστατευομένου από τη διάταξη νόμου η οποία παραβιάζεται (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1284/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση ατόμου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με αυτό (άρθρο 2 παρ.1 Συντάγματος), προστατεύεται, σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται υπάρχον δικαίωμα καταχρηστικώς (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ. 3 Συντάγματος). Αγαθά που προστατεύονται από την προσωπικότητα είναι και η τιμή και η επαγγελματική αξία του ατόμου. Η τιμή του ατόμου, ειδικότερα, αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση, απέναντι του, των άλλων και προστατεύεται, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος). Αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας είναι και η αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής βλάβης του προσβαλλόμενου. Για την αξίωση αποζημιώσεως προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης, συνισταμένη και σε πληρωμή εύλογου χρηματικού ποσού, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας (άρθρα 57 παρ. 2, 59, 914, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ). Οι όροι δηλαδή αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημιώσεως (προσβολή, παράνομη συμπεριφορά, που προκάλεσε την προσβολή, αιτιώδης σύνδεσμος της προσβολής με την παράνομη συμπεριφορά και υπαιτιότητα εκείνου, που προσβάλλει). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 57 παρ. 2, 59, 281, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 669, 672, 361 ΑΚ και 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι επί παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εργοδότη, μειωτικής προς την προσωπικότητα του εργαζομένου, κατά τις εκφάνσεις της τιμής, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του, όπως όταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του μισθωτού, ήτοι μείωσης της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση ή, όταν αυτή (καταγγελία) συνιστά αδικοπραξία – περίπτωση που συντρέχει επί καταχρηστικής καταγγελίας, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται, κατ’ εύλογη κρίση, από το Δικαστήριο (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 22/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να είναι και νομικά πρόσωπα, γιατί και αυτά είναι φορείς εννόμων αγαθών, εφόσον βέβαια επικαλεστούν και αποδείξουν μια συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση. Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα, αν με την σε βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους φήμη και υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 932/2019, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 730/2015, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, τα προσβαλλόμενα νομικά πρόσωπα πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να αναφέρουν ορισμένα ότι με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον, προσβολές από τις οποίες τους προκλήθηκε συγκεκριμένη υλική ζημία, την οποία πρέπει να επικαλούνται και να αποδεικνύουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μια συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 876/2022 δημ. στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 932/2019, ΕφΑθ 4911/2022, ΕφΑθ 152/2022, ΕφΑθ 6645/2019, ΕφΠειρ 33/2021, ΕφΠειρ 644/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
XIII. Α. Με την κρινόμενη υπό (Α) αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε την 22.07.2017 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου μερικής απασχόλησης από την προκάτοχο της εναγομένης ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………… Ε.Ε.», προκειμένου να εργαστεί ως διανομέας με δίκυκλο στο κατάστημα αυτής. Ότι την 04.07.2018 έλαβε χώρα η μεταβίβαση της επιχείρησης από την ως άνω εταιρία στην εναγόμενη, ο δε ενάγων, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού της μεταβιβασθείσας επιχείρησης, εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στο νέο εργοδότη του, ήτοι στην εναγόμενη, με τους ίδιους ακριβώς όρους, ήτοι για 24 ώρες και επί εξαήμερο εβδομαδιαίως έναντι μικτού ωρομισθίου ύψους 4,76 ευρώ (ήτοι καθαρού ωρομισθίου ύψους 4,00 ευρώ). Ότι από την 01.01.2019 ανέλαβε χρέη υπεύθυνου διανομής πλήρους απασχόλησης και για έξι ημέρες εβδομαδιαίως, οι δε μικτές αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 1.190,48 ευρώ (1.000,00 ευρώ καθαρά). Ότι η εναγόμενη κατά το χρόνο καταβολής των επιδομάτων εορτών και αδείας του κατέβαλλε πάντοτε μειωμένες τις μηνιαίες αποδοχές του και μάλιστα κατά το ποσό που αναλογούσε στα αντίστοιχα επιδόματα ενώ, μολονότι ο ίδιος το αιτήθηκε, δεν του χορήγησε 12 ημέρες κανονικής άδειας για έκαστο από τα έτη 2019 και 2020. Ότι από την 01.01.2019, οπότε τοποθετήθηκε στη θέση του υπεύθυνου διανομής, και μέχρι τη λύση της σύμβασης εργασίας του, απασχολήθηκε επί οκτάωρο ημερησίως, πλην του χρονικού διαστήματος από την 01.01.2019 έως την 30.09.2019, κατά το οποίο απασχολήθηκε επί επτάωρο ημερησίως, χωρίς να αμείβεται για την υπερεργασία του και χωρίς να λαμβάνει τις νόμιμες προσαυξήσεις για την απασχόληση του τις Κυριακές και τις αργίες. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του υπέστη σοβαρή εργασιακή παρενόχληση, ιδίως δε την 08.07.2022 υπήρξε θύμα λεκτικής και σωματικής βίας από τον υπεύθυνο του καταστήματος και από έτερο εργαζόμενο της επιχείρησης, ως απόρροια της οποίας υπέστη κάκωση κεφαλής και θλαστικό τραύμα μετώπου. Ότι, κατόπιν της διαμαρτυρίας του για το περιστατικό στον νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης και της αναγγελίας εκ μέρους του ενάγοντος του περιστατικού στην αστυνομία, η εναγόμενη τον υποβίβασε στη θέση του πωλητή και λήπτη τηλεφωνικών παραγγελιών και εν τέλει την 08.07.2022 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του μειωμένη αποζημίωση ποσού 2.632,68 ευρώ, αντί της νόμιμης ποσού 4.166,68 ευρώ. Ότι η ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του πάσχει ακυρότητας πρωτίστως επειδή δεν του καταβλήθηκε ολόκληρη η νόμιμη αποζημίωση και, επιπλέον, διότι έλαβε χώρα εκδικητικά ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του, ήτοι στη διαμαρτυρία του προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης για το περιστατικό βίας που είχε λάβει χώρα, άλλως και όλως επικουρικώς λόγω καταχρηστικότητας. Ότι η εναγόμενη, εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας και της άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας. Ότι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασής του, προσέβαλαν την προσωπικότητά του, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητά, κατά την σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία και, επικουρικά, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 08.07.2022 καταγγελίας της σύμβασής εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης που τον συνδέει με αυτήν, και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της να καταδικαστεί, κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 50.000 €, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 54.068,96 ευρώ, ήτοι: α) 8.073,44 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς, β) 2.742,91 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, γ) 11.840,98 ευρώ για αμοιβή για υπερεργασία, δ) 2.946,88 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, γ) 352,56 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις αργίες, δ) 25.112,20 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και ε) 3.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα τα ανωτέρω με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε επί μέρους αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής του μέχρι την εξόφληση, επικουρικώς δε, και στην περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβασή του εργασίας με την εναγόμενη έχει λυθεί ή ότι είναι – για οποιονδήποτε λόγο – άκυρη, να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει, πέραν των αιτούμενων πάσης φύσεως δεδουλευμένων αποδοχών και προσαυξήσεων, τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (διαφορά) εκ 1.534,00 ευρώ, πρόσθετη αποζημίωση ύψους 14.285,76 ευρώ και επίδομα αδείας για το έτος 2022 ύψους 571,44 ευρώ, νομίμως εντόκως από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας (08.07.2022), άλλως από την επίδοση της αγωγής του μέχρι την εξόφληση, και να του χορηγήσει, κατ’ άρθρ. 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με την ως άνω διαγνωσθησόμενη υποχρέωσή του, να καταδικαστεί, κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 10.000,00 ευρώ. Τέλος, ζητά να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη. Ήδη πριν την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης ο ενάγων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του και στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, διόρθωσε το αίτημά του για δεδουλευμένες αποδοχές στο ποσό των 7.924,64 ευρώ, περιόρισε την απαίτησή του για αποδοχές υπερημερίας στο ποσό των 19.720,99 ευρώ, αφαιρώντας το ποσό που έλαβε από την εργασία του σε άλλους εργοδότες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, και παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής από το επικουρικό αίτημα καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης, ως προς το οποίο, επομένως, η αγωγή θεωρείται ως ουδέποτε ασκηθείσα, εμμένοντας στα λοιπά αιτήματα της αγωγής του. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, που σχετικά με το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, καθώς, με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας την 08.07.2022, η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 09.10.2022 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 10.10.2022, ημέρα Δευτέρα, (βλ. τη με αριθμό ……………/10.10.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής, 25 παρ. 2, 614 ΚΠολΔ), προκειμένου να συζητηθεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015). Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη τόσο ως προς τα ένδικα κονδύλια περί υπερεργασίας, προσαυξήσεων λόγω απασχόλησης σε Κυριακές και αργίες, δεδομένου ότι για το ορισμένο της αγωγής, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη υπό (I) αναλυτικά εκτίθενται, πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα εργασίας (ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1548/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), έστω και κατά μέσο όρο (ΑΠ 1371/2003, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο, όσο και ως προς τις αξιώσεις που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, πλην του αιτήματος περί χορήγησης πιστοποιητικού εργασίας, το οποίο, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (XI) αναφέρονται, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθώς ο ενάγων δεν επικαλείται ότι ζήτησε τη χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας από την εναγόμενη κι εκείνη αρνήθηκε να του το χορηγήσει (βλ. ΑΠ 667/2012, ΕφΠειρ. 595/2018, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4 παρ. 1 και 5 του α.ν. 539/1945, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 (ως προς την ακυρότητα λόγω μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης), σε συνδυασμό με τα άρθρα 174, 180 ΑΚ, των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 656, 659, 669 παρ. 2, 678, 904 επ. ΑΚ, του άρθρου 2 ν.δ.3755/1957, της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει τας Κυριακάς και εορτάς», όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια και το άρθρο 2 του Ν. 435/1976 (προσαύξηση Κυριακές/αργίες), καθώς και του άρθρου 4 του ν. 2874/2000, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010, για τις αξιώσεις υπερεργασίας, και όπως το εν λόγω άρθρο 74 του Ν. 3863/2010 ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4808/2021, των άρθρων 66 παρ. 1, 3 του Ν. 4808/2021, 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914, 932 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 176,191 παρ. 2, 218, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 αρ. 4 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί έναρξης της τοκοφορίας από πρότερο της επίδοσης της αγωγής χρονικό σημείο, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (VI) εκτίθενται, α) για τα ποσά που δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας (όπως οι νόμιμες και όχι οι παράνομες υπερωρίες/απασχόληση – ΟλΑΠ 40/2002, ΕΕργΔ 2002.1478, ΕφΑθ 236/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ήτοι στην προκειμένη περίπτωση για την προσαύξηση για εργασία τις αργίες (ΜΠρΑθ 1860/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ως προς τα οποία επιδίκαση του νόμιμου τόκου υπερημερίας γίνεται από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, η οποία συνιστά όχληση (ΑΚ 346), αφού οι αποζημιώσεις αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία και, συνεπώς, δεν ορίζεται από τον νόμο δήλη ημέρα καταβολής τους και, ως εκ τούτου, οι τόκοι για τις απαιτήσεις αυτές αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής (ΜΠρΑθ 17/2019, ΜΠρΑθ 481/2016, ΜΠρΑμαλ 132/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και β) για το κονδύλι της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 708/99, ΕλλΔνη 2000.448 – ΕφΑθ 7832/99, ΔΕΕ 2000.179). Ειδικά όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη επικουρική βάση σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα, ήτοι υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας, οπότε δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η κρινόμενη να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη συζήτησης (βλ. το με κωδικό …………… e-παράβολο και την από 26.11.2024 εξοφλητική απόδειξη αυτού) και έχει προσκομιστεί το από 01.10.2022 ενημερωτικό έγγραφο για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, κατ’ άρθρο 3 §2 ν. 4640/2019.
XIV. Β. Με την κρινόμενη υπό (Β) ανταγωγή η αντενάγουσα εκθέτει ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας ψαριών, οστρακοειδών και μαλακίων, στο πλαίσιο δε της δραστηριότητάς της με την από 04.07.2018 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης προσέλαβε τον αντεναγόμενο ως διανομέα με δίκυκλο. Ότι, δυνάμει της ως άνω σύμβασης, συμφωνήθηκε ο αντεναγόμενος να εργάζεται για έξι ημέρες την εβδομάδα, με ημέρα ανάπαυσης την Πέμπτη, και για τέσσερις ώρες ημερησίως, ήτοι από τις 13:00 έως τις 17:00. Ότι ο εναγόμενος ήταν πάντοτε εριστικός και προκλητικός και την 08.06.2022 απρόκλητα επιτέθηκε στον υπεύθυνο του καταστήματος ……………. Ότι η επίθεση αυτή είχε ως συνέπεια να εκδηλωθεί λεκτική και σωματική βία από αμφότερες τις πλευρές, ενώ στο συμβάν αναμείχθηκε και έτερος εργαζόμενος της επιχείρησής, ήτοι ο ……………, ο οποίος αποπειράθηκε να χτυπήσει τον αντεναγόμενο. Ότι ο αντεναγόμενος με τις βίαιες κινήσεις του έσπασε το γυάλινο πάσο του καταστήματος αξίας 1.500,00 ευρώ. Ότι η αντενάγουσα προέβη την αμέσως επόμενη ημέρα στην απόλυση του …………….. …………………………., όχι όμως και του αντεναγόμενου, του οποίου μετέβαλε τα καθήκοντα, ώστε να απομακρυνθεί από τους λοιπούς διανομείς και να διασφαλιστεί η εργασιακή ειρήνη, και του ανέθεσε τη λήψη των τηλεφωνικών κλήσεων και την καταγραφή των τηλεφωνικών παραγγελιών. Ότι, ωστόσο, ο αντεναγόμενος εξακολούθησε να εκδηλώνει προκλητική συμπεριφορά έναντι των λοιπών εργαζομένων στο κατάστημα, ενώ έκανε και λάθη κατά την προώθηση των παραγγελιών, με αποτέλεσμα η αντενάγουσα να προβεί την 07.07.2022 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ότι, ως απόρροια της ως άνω παράνομης και δυσφημιστικής συμπεριφοράς του αντεναγόμενου, η οποία έλαβε χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο το κατάστημα λειτουργούσε και βρίσκονταν σε αυτό πελάτες, προσβλήθηκε η εμπορική φήμη και υπόληψή της, προς αποκατάσταση δε της προσβολής αυτής δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με βάση το ως άνω ιστορικό και κατόπιν μερικού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, ο οποίος έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του και στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, η αντενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 1.500,00 ευρώ για την καταστροφή του γυάλινου πάσο και το ποσό των 50.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα τα ανωτέρω νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητά να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί ο αντεναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην (κατά τα αρ. 9, 14 παρ.1 ΚπολΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής) και κατά τόπον (άρθρο 22 ΚΠολΔ) αρμόδιο, προκειμένου να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 621 επ. ΚΠολΔ, απορριπτομένης της ένστασης τους αντεναγόμενου περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αντενάγουσας πρωτίστως ως απαράδεκτως προσβληθείσας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 στ. δ’ ΚΠολΔ, καθώς δεν προτάθηκε και προφορικά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και δευτερευόντως ως ουσία αβάσιμης, καθώς στην αγωγή εκτίθενται τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης της αιτούσας που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον της αντενάγουσας προς άσκηση της παρούσας αγωγής, σύμφωνα δε με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (XII) αναφέρονται, νομιμοποιείται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε περίπτωση προσβολής της επαγγελματικής της πίστης. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, πλην του αιτήματος που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως προς το οποίο η ανταγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, γενομένης δεκτής ως προς αυτό της ένστασης αοριστίας του αντεναγόμενου, καθώς η αντενάγουσα στην αγωγή επικαλείται μεν την εκ της συμπεριφοράς του αντεναγόμενου προσβολή της επαγγελματικής της φήμης και υπόληψης, πλην όμως δεν επικαλείται, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (XII) αναφέρονται, συγκεκριμένη υλική ζημία προκληθείσα από την ως άνω προσβολή. Ειδικότερα, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ανταγωγής προκύπτει ότι αυτή αναφέρεται αόριστα σε προσβολή της φήμης της αντενάγουσας, ως συνέπεια της περιγραφόμενης σ’ αυτή συμπεριφοράς του αντεναγόμενου, χωρίς όμως να προσδιορίζεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ο αντίκτυπος που είχε αυτή στα οικονομικά μεγέθη της εταιρίας, ούτε το μέγεθος απομείωσης αυτών. Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι απαραίτητα για το ορισμένο του υπόψη αιτήματος λόγω της ιδιομορφίας που παρουσιάζει η ηθική βλάβη επί νομικών προσώπων, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για επίδραση όποιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αντεναγόμενου στον συναισθηματικό ή ψυχικό κόσμο του νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα να απαιτείται αντίκτυπος στην οικονομική κατάσταση αυτού προκειμένου να θεμελιωθεί η σχετική αξίωση χρηματικής ικανοποίησης. Περαιτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή, η ανταγωγή είναι και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 648, 652 ΑΚ, 907, 908, 179 ΚΠολΔ, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη συζήτησης (βλ. το με αριθμό …………… e-παράβολο και την από 25.11.2024 απόδειξη είσπραξης αυτού), και έχει προσκομιστεί το από 25.10.2023 ενημερωτικό έγγραφο για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, κατ’ άρθρο 3 §2 ν. 4640/2019.
XIV. Οι προαναφερόμενες αγωγές πρέπει λόγω συνάφειας να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, αφού κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου επέρχεται έτσι διευκόλυνση και συντομία διεξαγωγής της δίκης, συγχρόνως δε και μείωση των εξόδων. Επομένως, εφόσον κρίθηκαν νόμιμες, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.
XV. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του, από τις με αριθμούς ………/14.11.2023 και ………/14.11.2023 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Κατσιγιάννη, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων – αντεναγόμενος, με επιμέλεια του οποίου λήφθηκαν προκειμένου να προσκομισθούν κατά την δικάσιμο της 17.11.2023, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την με αριθμό ………/03.11.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), από την με αριθμό………/14.11.2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γαβριέλη και την με αρ. πρωτ. ΔΣΝΑΞ_Ε_Β_……………_2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Δικηγόρου Νάξου Παγώνας – Μαρίας Ρεκαΐτη, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη – αντεναγόμενη, με επιμέλεια της οποίας λήφθηκαν, προκειμένου να προσκομισθούν κατά τη δικάσιμο της 17.11.2023, από το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραλειφθεί για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, κατ’ αρ. 340 παρ.1 ΚΠολΔ, και χρησιμεύουν και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη, κατά τα αρ. 336 παρ.4 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές διαλαμβάνονται στα δικόγραφά τους και εκτίθενται κατωτέρω (άρθρα 261 παρ. 1 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά: Δυνάμει της από 21.07.2017 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο εναγόμενος προσλήφθηκε από την εταιρία με την επωνυμία «…………… Ο.Ε.», προκειμένου να εργαστεί σε αυτήν ως διανομέας με καθεστώς μερικής απασχόλησης, ήτοι κάθε Σάββατο και για τέσσερις ώρες έναντι (μικτού) ημερομισθίου ύψους 58,66 ευρώ. Η ως άνω εταιρία, της οποίας διαχειριστής ήταν ο εκ των εταίρων της ……………, είχε συσταθεί ως ομόρρυθμη την 08.02.2017 τροποποιήθηκε σε ετερόρρυθμη την 16.03.2018 και λύθηκε την 19.11.2018 έχοντας ήδη από 25.06.2018 διακόψει τη λειτουργία της. Περαιτέρω, την 22.06.2018 συστάθηκε η εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………… ΕΕ» και τον διακριτικό τίτλο «……………», εταίροι της οποίας ήταν σε ποσοστό 20,00% ο ……………, που ήταν εταίρος και της προαναφερθείσας εταιρίας με την επωνυμία «…………… Ο.Ε.», και σε ποσοστό 80,00% ο ……………, και της οποίας η δραστηριότητα, συνιστάμενη στο εμπόριο ψαριών, οστρακοειδών και μαλακίων και στην παροχή υπηρεσιών παροχής γευμάτων, ταυτιζόταν πλήρως με την δραστηριότητα της πρώτης, που τελικά διέκοψε τη λειτουργία της την 25.06.2018. Εξάλλου, η έδρα της εναγόμενης εταιρίας επί της Λεωφ. …………… αρ. …. στη ………….. απείχε ελάχιστα από την έδρα της εταιρίας με την επωνυμία «…………… ΟΕ», που έδρευε επί της Λεωφ. ………….. αρ. …., ενώ στη νέα εταιρία μεταβιβάσθηκε το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού της λυθείσας εταιρίας και προσλήφθηκε και το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού της, συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντος, ο οποίος, κατόπιν προτροπής της εργοδότριάς του, προέβη την 05.07.2018 σε δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης και εν συνεχεία προσλήφθηκε από την εναγόμενη. Επισημαίνεται ότι η παροχή των υπηρεσιών του υπήρξε αδιάλειπτη και χωρίς διακοπή ούτε καν κατά την ημέρα της λύσης της σύμβασής του με την αρχική εργοδότρια, η οποία (λύση) αναδεικνύεται έτσι σε μια τυπική γραφειοκρατική διαδικασία, στο πλαίσιο της εξουσίας των διοικούντων προσώπων να οργανώνουν και να διευθύνουν την επιχείρησή τους με βάση τα κριτήρια που αυτοί καθόριζαν ως πλέον αποτελεσματικά για τα επιχειρηματικά και τα οικονομικά τους συμφέροντα. Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα στοιχεία που μεταβιβάσθηκαν από την αρχική εργοδότρια του ενάγοντος στην εναγομένη διατήρησαν την οργανική ενότητά τους στην τελευταία και παρέμειναν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού που επιδίωκε η προαναφερόμενη εταιρία. Η διατήρηση της οικονομικής και λειτουργικής ταυτότητας της προαναφερόμενης εταιρίας από την εναγομένη, όπως αυτή προδήλως καταδεικνύεται με βάση τα ως άνω επιμέρους καθοριστικά στοιχεία και περιστατικά, συνιστάμενα στο ότι η εναγομένη συνέχισε να ασκεί όμοια δραστηριότητα και σε κατάστημα που βρισκόταν σε ιδιαίτερη τοπική εγγύτητα με το κατάστημα της προηγούμενης εταιρίας, να απασχολεί το ίδιο προσωπικό ή, έστω, σημαντικό μέρος αυτού και να απευθύνεται στο ίδιο εν γένει καταναλωτικό κοινό, ενισχύεται από το γεγονός ότι η εναγόμενη συνέχισε να λειτουργεί με τον ίδιο περίπου διακριτικό τίτλο, το ίδιο σήμα και τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό όπως και προηγουμένως, ενώ η προκάτοχος εταιρία είχε ήδη από 24.06.2018 ανακοινώσει στο διαδίκτυο τη διακοπή των εργασιών της την 25.06.2018 και την επανέναρξη αυτών στη νέα διεύθυνση την 04.07.2018. Συνεχίστηκε, λοιπόν, μετά τη διακοπή εργασιών της πρώτης εργοδότριάς εταιρίας η ίδια ακριβώς οικονομική δραστηριότητα και, επομένως, διατηρήθηκε η ταυτότητα της οικονομικής μονάδας από τη διάδοχο εναγόμενη, χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος της μεταβίβασης, αφού αρκεί το πραγματικό αποδεδειγμένο γεγονός ότι η αρχική εργοδότρια του ενάγοντος έπαυσε να λειτουργεί, οπότε ουσιαστικά απώλεσε την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης, την οποία απέκτησε μόνο η εναγομένη. Ο ισχυρισμός δε της εναγόμενης ότι η εταιρία της αγόρασε νέο εξοπλισμό δεν μπορεί να μεταβάλει τον νομικό χαρακτήρα των πραγματικών γεγονότων της μεταβίβασης επιχείρησης, δεδομένου ότι, όπως ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (II) αναφέρεται, παρά τις όποιες μεταβολές, διατηρήθηκε τόσο η εμπορική δραστηριότητα, όσο και η ταυτότητα της επιχειρήσεως της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, ενώ η ενέργεια της αγοράς εξοπλισμού αξιολογείται ως μεμονωμένη και θα αποκτούσε μεγαλύτερη, ενδεχομένως, αποδεικτική βαρύτητα και κύρος, αν συνδυαζόταν με τυχόν υπάρχοντα επίσημα παραστατικά αγοράς νέου υλικοτεχνικού εξοπλισμού εργασίας εκ μέρους της εναγομένης από τρίτους άσχετους πωλητές, δοθέντος ότι είναι αδιαμφισβήτητη η αναγκαιότητά τους για την εύρυθμη λειτουργία της. Αυτή δε η διατήρηση αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό στοιχείο για να θεμελιωθεί η μεταβίβαση της επιχείρησης, χωρίς να ενδιαφέρει αν η εν λόγω μεταβίβαση επήλθε είτε με συμβολαιογραφική πράξη και τήρηση νομίμων τύπων. Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω γεγονότα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του π.δ. 178/2002, από την 22.06.2018 οπότε συστάθηκε η εναγόμενη, δρομολογήθηκε η διαδικασία της διαδοχής εργοδότη, καθώς μεταβιβάστηκε η επιχείρηση της αρχικής εργοδότριας, ως οργανωτικής οντότητας, προς την εναγόμενη που, ως νέος φορέας, είχε τη βούληση να καταστεί διάδοχος της αρχικής εργοδότριας εταιρείας, προς τούτο δε ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του αυτού οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, υλικών και άυλων αγαθών. Η επέλευση της προπεριγραφείσας μεταβίβασης επιχείρησης είχε ως συνέπεια ότι η εργασιακή σχέση του ενάγοντος με την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή υπό τους ίδιους όρους και συνθήκες από τη νέα εργοδότριά του, ήτοι την εναγομένη, η οποία, έχοντας υποκατασταθεί στην επίδικη εργασιακή σχέση, υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότριας εταιρίας, όπως αυτά πήγαζαν από την ανωτέρω από 21.07.2017 αρχική σύμβαση εργασίας. Εξάλλου, η εναγόμενη προέβη την 04.07.2018 στην αναγγελία πρόσληψης του ενάγοντος, τροποποιώντας ουσιαστικά τους όρους εργασίας του, προκειμένου ο τελευταίος να απασχολείται με την ίδια ειδικότητα (διανομέας αντικειμένων με δίκυκλο) και με καθεστώς μερικής απασχόλησης, αλλά για έξι ημέρες την εβδομάδα, με ημέρα ανάπαυσης την Πέμπτη, και για 24 ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι για τέσσερις ώρες ημερησίως και, συγκεκριμένα, από τις 13:00 έως τις 17:00, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 386,82 ευρώ, οι οποίες ανήλθαν (κατόπιν νέας τροποποίησης) τον Φεβρουάριο του 2019 σε 429,00 ευρώ μηνιαίως. Εν συνεχεία, τροποποιήθηκαν εκ νέου οι όροι εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος απασχολήθηκε από την 20.09.2019 ως ιχθυοπώλης – υπάλληλος και με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί εξαήμερο και για 40 ώρες εβδομαδιαίως, οι δε δηλωθείσες μικτές αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 715,00 ευρώ από την 20.09.2019 και αναπροσαρμόσθηκαν στο ποσό των 795,60 ευρώ από την 01.01.2022 και στο ποσό των 855,60 ευρώ από την 01.05.2022. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο ενάγων από τον Ιανουάριο του έτους 2022 λάμβανε από την εναγόμενη ως καθαρές αποδοχές το ποσό 1.000,00 ευρώ, ήτοι μικτές αποδοχές ύψους 1.190,48 ευρώ, που συνιστούσαν τον πραγματικό μικτό μηνιαίο μισθό του μέχρι την λύση της σύμβασής του λόγω καταγγελίας εκ μέρους της ενάγουσας την 08.07.2022 όπως προκύπτει από τις εμφαινόμενες στο τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος καταβολές για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Μάιο του έτους 2022, αλλά και από τον προσκομισθέντα από την ίδια την εναγόμενη πίνακα καταβολών. Επισημαίνεται ότι κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 1.000,00 ευρώ ήδη από την 01.01.2019, καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι πράγματι λάμβανε το ανωτέρω ποσό πριν την 01.01.2022. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγόμενη έναντι των καθαρών αποδοχών του α) για τον Απρίλιο του έτους 2019 το ποσό των 178,00 ευρώ την 25.04.2019 για δώρο Πάσχα και το ποσό των 272,00 ευρώ την 17.04.2019 έναντι των μηνιαίων αποδοχών του ύψους 362,50 ευρώ, β) για τον Αύγουστο του έτους 2019 το ποσό των 400,00 ευρώ την 12.08.2019 και το ποσό των 38,00 ευρώ την 04.09.2019 ήτοι το συνολικό ποσό των 438,00 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 181,25 ευρώ αντιστοιχούσε στο επίδομα αδείας και ποσό (438,00 – 181,25 = ) 256,75 ευρώ του καταβλήθηκε έναντι των μηνιαίων αποδοχών του ύψους 362,50 ευρώ (σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την εναγόμενη απόδειξη πληρωμής), γ) για τον Δεκέμβριο του έτους 2019 το ποσό των 396,00 ευρώ την 05.12.2019 (βλ. καταβολή συνολικού ποσού 650,00 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 254,00 ευρώ αντιστοιχούσε την εξόφληση της μισθοδοσίας του Νοεμβρίου), το ποσό των 400,00 ευρώ την 20.12.2019 και το ποσό των 370,00 ευρώ την 08.01.2019, ήτοι συνολικά το ποσό των (396,00 + 400,00 + 370,00 = ) 1.166,00 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 597,81 ευρώ αντιστοιχούσε στο δώρο Χριστουγέννων και ποσό (1.166,00 – 597,81 =) 568,19 ευρώ του καταβλήθηκε έναντι των μηνιαίων αποδοχών του ύψους 604,17 ευρώ (σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την εναγόμενη απόδειξη πληρωμής), δ) για τον Απρίλιο του έτους 2020 το ποσό των 314,00 ευρώ την 15.04.2020 για δώρο Πάσχα και το ποσό 507,50 ευρώ την 04.05.2020 για τις μηνιαίες αποδοχές του, ε) για τον Αύγουστο του έτους 2020 το ποσό των 300,00 ευρώ την 14.08.2020 για επίδομα αδείας και το ποσό των 308,00 ευρώ την 03.09.2020 έναντι των μηνιαίων αποδοχών του ύψους 607,18 ευρώ (σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την εναγόμενη απόδειξη πληρωμής), στ) για τον Δεκέμβριο του έτους 2020 το ποσό των 617,00 ευρώ την 22.12.2020 για δώρο Χριστουγέννων και το ποσό των 383,00 ευρώ έναντι των μηνιαίων αποδοχών του ύψους 607,18 ευρώ (σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την εναγόμενη απόδειξη πληρωμής), ζ) για τον Απρίλιο του έτους 2021 το ποσό των 324,04 ευρώ την 19.04.2021 για δώρο Πάσχα, το ποσό των (400,00 – 324,04 = ) 75,96 την 19.04.2021 και το ποσό των 540,00 ευρώ την 05.05.2021 ήτοι συνολικά το ποσό των 615,96 ευρώ για τις μηνιαίες αποδοχές του, η) για τον Αύγουστο του έτους 2021 το ποσό των 350,00 ευρώ την 16.08.2021 και το ποσό των 574,00 ευρώ την 01.09.2021, ήτοι συνολικά το ποσό των 924,00 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 307,91 ευρώ αντιστοιχούσε στο επίδομα αδείας και ποσό (924,00 – 307,91 = ) 616,09 ευρώ στις μηνιαίες αποδοχές του, θ) για τον Δεκέμβριο του έτους 2021 το ποσό των 693,00 ευρώ την 21.12.2021 για δώρο Χριστουγέννων και το ποσό των 307,00 ευρώ την 05.01.2022 έναντι των μηνιαίων αποδοχών του, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 667,08 ευρώ (σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την εναγόμενη απόδειξη πληρωμής), ι) για τον Απρίλιο του έτους 2022 το ποσό των 400,00 ευρώ την 19.04.2022 για δώρο Πάσχα και το ποσό των 600,00 ευρώ την 04.05.2022 έναντι των μηνιαίων αποδοχών του, οι οποίες, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν είχαν ήδη από 01.01.2022 ανέλθει στο ποσό των 1.000,00 ευρώ. Συνακόλουθα, η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα για (καθαρές) αποδοχές τα ακόλουθα ποσά: για τον Απρίλιο του έτους 2019 το ποσό των (362,50 – 272,00 =) 90,50 ευρώ, για τον Αύγουστο του έτους 2019 το ποσό των (362,50 – 256,75 = ) 105,75 ευρώ, για τον Δεκέμβριο του έτους 2019 το ποσό των (604,17 – 568,19 = ) 35,98 ευρώ, για στον Αύγουστο του έτους 2020 το ποσό των (607,18 – 308,00 = ) 299,18 ευρώ, για τον Δεκέμβριο του έτους 2020 το ποσό των (607,18 – 383,00 = ) 224,18 ευρώ, για τον Δεκέμβριο του έτους 2021 το ποσό των (667,08 – 307,00 = ) 360,08 ευρώ, για τον Απρίλιο του έτους 2022 το ποσό των (1.000,00 – 600,00 = ) 400,00 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από την 01.07.2022 έως την 08.07.2022, για το οποίο η εναγόμενη ουδέν έχει καταβάλει, το ποσό (1.000,00 / 25 X 7 = ) 280,00 ευρώ, ήτοι συνολικά του οφείλει το ποσό των (90,50 + 105,75 + 35,98 +299,18 + 224,18 + 360,08 + 400,00 + 280,00 = ) 1.795,67 ευρώ, νομιμοτόκως για καθένα από τα παραπάνω κονδύλια από την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα από αυτόν τον οποίο αφορούν. Επισημαίνεται ότι ο υπολογισμός των ανωτέρων ποσών έχει λάβει χώρα με την αναγωγή των οφειλόμενων αποδοχών από μικτές σε καθαρές, προκειμένου από αυτές να αφαιρεθούν οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν έναντι καθαρών αποδοχών, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη υπό (I) αναφέρονται. Εξάλλου, από το βιβλίο αδειών της εναγομένης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε 25 ημέρες κανονικής άδειας για το έτος 2019 και 26 ημέρες κανονικής άδειας για το έτος 2020. Δεδομένου, ωστόσο, ότι, ως απόρροια της μεταβίβασης της επιχείρησης και της υποκατάστασης της εναγομένης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την από 21.07.2017 σύμβαση εργασίας με την εταιρία με την επωνυμία «…………… Ο.Ε.», ο εναγόμενος συμπλήρωσε την 21.07.2019 δύο έτη προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, έπρεπε το έτος 2019 να λάβει 26 ημέρες κανονικής άδειας. Ως εκ τούτου, για τη μία ημέρα μη ληφθείσας αδείας για το έτος 2019 ο ενάγων δικαιούται, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (V) αναφέρονται, και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της εναγομένης, αφού δεν προέκυψε ότι ο ενάγων ζήτησε τη μία μέρα κανονικής άδειας και η εναγόμενη αρνήθηκε να του τη χορηγήσει, το ποσό των (715,00 / 25 X 1 = ) 28,60 ευρώ, νομιμοτόκως από την 01.01.2020, ήτοι από την επομένη της λήξης του έτους κατά το οποίο έπρεπε να χορηγηθεί η άδεια. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι από την 20.09.2019 κι έπειτα, οπότε τροποποιήθηκε η σύμβαση του ενάγοντος και αυτός εργαζόταν ως υπάλληλος – ιχθυοπώλης με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ο ενάγων εργαζόταν κατά μέσο όρο 8 ώρες ημερησίως, ήτοι από τις 09.00 το πρωί έως τις 17:00 το απόγευμα, γεγονός που επιβεβαιώνεται τόσο από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος όσο και από τις με αριθμούς ……./14.11.2023 και ……./14.11.2023 ένορκες βεβαιώσεις των συναδέλφων του ενάγοντος, που αμφότεροι κατέθεσαν ότι ο ενάγων εργαζόταν σχεδόν καθ’ όλο το ωράριο λειτουργίας του καταστήματος, ενώ και η μάρτυρας της εναγόμενης επιβεβαίωσε ότι κάποιες φορές ο ενάγων εργαζόταν περισσότερες από τις συμβατικά καθορισμένες ώρες εργασίας. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν πέρα από το ωράριό του και για το χρονικό διάστημα πριν την 20.09.2019, κατά το οποίο εργαζόταν αποκλειστικά ως διανομέας και υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Ως εκ τούτου, για το χρονικό διάστημα από την 20.09.2019 έως την 08.07.2022 ο ενάγων απασχολήθηκε για 48 ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι 8 ώρες περισσότερο από το νόμιμο και το συμβατικά καθορισμένο ωράριό του, οι οποίες συνιστούν υπερεργασία, που αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20,00%. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του ωρομισθίου του ενάγοντος ύψους α) για το χρονικό διάστημα από 20.09.2019 έως 31.12.2021 (715,00 / 25 X 6/40 =) 4,29 ευρώ, και β) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2022 έως 08.07.2022 (1.190,48 / 25 X 6/40 = ) 7,14 ευρώ, η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα για υπερεργασία α) κατά το χρονικό διάστημα από 20.09.2019 έως 31.12.2021, πλην των χρονικών διαστημάτων δύο εβδομάδων για καθένα από τα έτη 2020 και 2021 (κατά τις οποίες ο ενάγων έλαβε την άδεια του αναψυχής), ήτοι για απασχόληση επί (119 – 4 =) 115 εβδομάδες πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως εντός του συμβατικού εξαημέρου, συνολικά επί 8 ώρες ανά εβδομάδα, ήτοι επί (115 X 8 = ) 920 ώρες, το ποσό των [920 X (4,29 + 4,29 X 20,00% = ) 5,15 = ] 4.738,00 ευρώ και β) κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2022 έως 08.07.2022, πλην του χρονικού διαστήματος μίας εβδομάδας (κατά την οποία ο ενάγων έλαβε αναρρωτική άδεια), ήτοι για απασχόληση επί (27 – 1 =) 26 εβδομάδες πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως εντός του συμβατικού εξαημέρου, συνολικά επί 8 ώρες ανά εβδομάδα, ήτοι επί (26 X 8 = ) 208 ώρες, το ποσό των [208 X (7,14 + 7,14 X 20,00% = ) 8,57 = ] 1.782,56 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των (4.738,00 + 1.782,56 = ) 6.520,56 ευρώ για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της παρόδου του χρονικού διαστήματος (μηνός) το οποίο αφορούν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2019 και μέχρι την 30.04.2022 απασχολήθηκε κατά τη σύμβασή του και τις Κυριακές, γεγονός που συνομολογεί η εναγόμενη και προκύπτει και από τους προσκομισθέντες πίνακες προσωπικού, χωρίς να λάβει για το σύνολο αυτών την προβλεπόμενη από τον νόμο προσαύξηση για την εργασία την Κυριακή, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες από την εναγόμενη αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, στις οποίες μόνο κατ’ εξαίρεση (κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα) έχει συνυπολογισθεί προσαύξηση για εργασία την Κυριακή. Το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου άνω των 25 ετών, όπως ο ενάγων, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, διαμορφώθηκε από 01.10.2019 έως 31.12.2021, δυνάμει της Υ.Α. 4241/2019 (ΦΕΚ Β’ 173/30-1-2019), στο ποσό των (650,00 ευρώ μηνιαίος μισθός/25=) 26,00 ευρώ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο στο ποσό των (650,00 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 χ 6 /40 =) 3,90 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 30.04.2022, δυνάμει της Υ.Α. 107675/2021 (ΦΕΚ Β’ 6263/27-12-2021), στο ποσό των (663,00 ευρώ μηνιαίος μισθός/25=) 26,52 ευρώ και το αντίστοιχο ωρομίσθιο στο ποσό των (663,00 ευρώ μηνιαίος μισθός/25 X 6/40 =) 3,98 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, για προσαύξηση για παροχή εργασίας την Κυριακή ο ενάγων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα υπό (IV) στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δικαιούται α) για το χρονικό διάστημα από την 01.10.2019 έως την 31.12.2021, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 111 Κυριακές το ποσό των [111 X (26,00 X 75,00% = ) 19,50 = ] 2.164,50 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 30.04.2022, κατά το οποίο απασχολήθηκε για 17 Κυριακές το ποσό των [17 X (26,52 X 75,00% = ) 19,89 = ] 338,13 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των (2.164,50 + 338,13 = ) 2.502,63 ευρώ. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθούν τα ποσά που του έχουν καταβληθεί για την αιτία αυτή για το ως άνω χρονικό διάστημα, όπως αυτά προκύπτουν από τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών και συνομολογούνται από τον ενάγοντα, ήτοι το ποσό των 51,48 ευρώ που του καταβλήθηκε για τον Οκτώβριο του έτους 2019, το ποσό των 42,92 ευρώ που του καταβλήθηκε για τον Μάρτιο του έτους 2021, το ποσό των 71,64 ευρώ που του καταβλήθηκε για τον Φεβρουάριο του 2022, το ποσό των 95,52 ευρώ που του καταβλήθηκε για τον Μάρτιο του 2022 και το ποσό των 20,01 ευρώ που του καταβλήθηκε για τον Απρίλιο του 2022, ήτοι συνολικά το ποσό των (51,48 + 42,92 + 71,64 + 95,52 + 20,01 = ) 281,57 ευρώ. Ως εκ τούτου, η εναγόμενη εξακολουθεί για την αιτία αυτή να οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των (2.502,63 – 281,57 = ) 2.221,06 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, από το τέλος εκάστου μηνός που αφορά κάθε επιμέρους κονδύλιο, δεδομένου ότι οι επιπλέον αμοιβές για εργασία παρεχόμενη τις Κυριακές και αργίες με τακτικό τρόπο και σύμφωνα με τη σύμβαση αποτελούν μισθό. Αντιθέτως, για το προγενέστερο της 01.10.2019 αιτούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα (ήτοι από την 01.01.2019 έως την 30.09.2019), κατά το οποίο ο ενάγων απασχολούταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών προέκυψε ότι στις αποδοχές του ενάγοντος είχε συνυπολογισθεί προσαύξηση για την εργασία του τις Κυριακές, από την αναλυτική δε κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού του ενάγοντος αποδεικνύεται ότι τα σχετικά ποσά έχουν καταβληθεί σε αυτόν, με εξαίρεση τους μήνες, για τους οποίους ήδη παραπάνω επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα δεδουλευμένες αποδοχές, μέρος των οποίων αντιστοιχεί στην προσαύξηση για την εργασία την Κυριακή. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγόμενη και τις ακόλουθες αργίες, χωρίς να του καταβληθεί η αντίστοιχη προσαύξηση: την 28.10.2019, την 25.12.2019, την 26.12.2019, την 25.03.2020, την Δευτέρα του Πάσχα του έτους 2020, την 01.05.2020 την 28.10.2020, την 25.12.2020, την 26.12.2020, την 25.03.2021, τη Δευτέρα του Πάσχα του 2021, την 01.05.2021, την 28.10.2021, την 25.12.2021, την 01.01.2022 την 06.01.2022, την 25.03.2022 και τη Δευτέρα του Πάσχα του 2022. Επισημαίνεται ότι την απασχόληση του ενάγοντος κατά τις ως άνω ημερομηνίες δεν αμφισβήτησε η εναγόμενη. Ενόψει των ανωτέρω, για προσαύξηση για εργασία κατά τις ως άνω αργίες ο ενάγων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα υπό (IV) στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δικαιούται α) για το χρονικό διάστημα από την 01.10.2019 έως την 31.12.2021 κατά το οποίο απασχολήθηκε σε 14 αργίες, το ποσό των [14 X (26,00 X 75,00% = ) 19,50 = ] 273,00 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2022 έως την 30.04.2022, κατά το οποίο απασχολήθηκε σε 4 αργίες το ποσό των [4 X (26,52 X 75,00% = ) 19,89 = ] 79,56 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των (273,00 + 79,56= ) 352,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, σύμφωνα με όσα αναλυτικά στη μείζονα σκέψη υπό (VI) αναφέρονται. Συνακολούθως όλων των ανωτέρω, η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές το συνολικό ποσό των (1.795,67 + 28,60 +6.520,56+ 2.221,06 + 352,56=) 10.918,45 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα ειδικώς ανωτέρω για έκαστο επιμέρους κονδύλι αναφερόμενα, απορριπτομένης ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της προτεινόμενης από την ενάγουσα ένστασης εξόφλησης, καθώς η εναγόμενη δεν αναφέρει σε ποιες καταβολές προέβη και σε ποιο χρόνο και ποια ακριβώς εκ των επίδικων οφειλών εξοφλούσε με έκαστη καταβολή, ώστε να είναι δυνατή η δικαστική εκτίμηση της ένστασης (βλ. ΑΠ 529/2016, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1781/2014, δημ. ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1537/2013 ΝοΒ 2014 356, ΑΠ 178/2010 ΕλλΔνη 2010 743, ΑΠ 1098/2009 ΝοΒ 2009 2395, ΕφΙωαν 158/2006 ΝοΒ 2007 103). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 08.06.2022 έλαβε χώρα εντός της επιχείρησης της εναγόμενης επεισόδιο λεκτικής και σωματικής βίας, στο οποίο ενεπλάκη ο ενάγων. Ειδικότερα, ο υπεύθυνος της εναγόμενης ……………, κατόπιν περιστατικού που είχε λάβει χώρα με έτερο εργαζόμενο της επιχείρησης, απευθύνθηκε με επιθετικό τρόπο προς τον ενάγοντα, υπονοώντας σε ιδιαίτερα οξύ τόνο ότι ο ενάγων ευθυνόταν για το περιστατικό. Ο ενάγων αντέδρασε επίσης επιθετικά στην ως άνω συμπεριφορά του υπευθύνου, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί έντονο επεισόδιο μεταξύ τους, κατά το οποίο αντάλλασσαν υβριστικές φράσεις και πετούσαν αντικείμενα ο ένας στον άλλον. Εν συνεχεία, ωστόσο, και ενώ ακόμα δεν είχε λήξει το συμβάν, ενεπλάκη στο συμβάν και έτερος εργαζόμενος της επιχείρησης, ο ……………, ο οποίος, προσπαθώντας να υπερασπιστεί τον ……………, κατευθύνθηκε απειλητικά προς τον ενάγοντα με σκοπό να τον χτυπήσει με τη γροθιά του. Ως απόρροια της επιθετικής αυτής προσέγγισής του εκ μέρους του …………… και στην προσπάθειά του να αμυνθεί, ο ενάγων έπεσε στο έδαφος και χτύπησε στο κεφάλι του, διακομίσθηκε δε στο νοσοκομείο, όπου έλαβε χώρα συρραφή του τραύματος. Αποτέλεσμα δε της βίαιης συμπεριφοράς του ενάγοντος ήταν και η πρόκληση φθοράς στο γυάλινο πάσο του καταστήματος της εναγόμενης, το οποίο αποκολλήθηκε από τη θέση του. Πλην, όμως, από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος προέκυψε ότι το γυάλινο πάσο ουδέποτε επισκευάστηκε και χρησιμοποιείται στην επιχείρηση μέχρι σήμερα, ήτοι δυόμιση χρόνια μετά το επίδικο συμβάν. Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε ότι το πάσο καταστράφηκε ολοσχερώς ούτε ότι η αξία αυτού ανερχόταν στο ποσό των 1.500,00 ευρώ, όπως επικαλείται η αντενάγουσα, αφού ουδέν σχετικό παραστατικό προσκομίσθηκε, για τους λόγους δε αυτούς η ανταγωγή είναι απορριπτέα ως προς το αίτημα αυτό ως ουσία αβάσιμη. Η εναγόμενη, θεωρώντας παντελώς ανάρμοστη τη συμπεριφορά του ……………, προέβη την αμέσως επόμενη ημέρα στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ενώ τόσο ο ………………………… όσο και ο ………………………… ζήτησαν συγγνώμη από τον ενάγοντα, όπως και ο ίδιος συνομολογεί. Δεδομένου, ωστόσο, ότι και ο ενάγων είχε επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά, η εναγόμενη, προκειμένου να διασφαλίσει την εργασιακή ειρήνη στην επιχείρηση, του ανέθεσε καθήκοντα λήπτη τηλεφωνικών παραγγελιών, χωρίς, ωστόσο, να προβεί σε μείωση του μισθού του. Πλην, όμως, όπως προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της εναγόμενης, η οποία κατέθεσε ότι κάποιοι πελάτες είχαν εκφράσει παράπονα για τον ενάγοντα, ο ενάγων εξακολούθησε να εμφανίζει εριστική και ανάρμοστη συμπεριφορά και πολλές φορές προωθούσε εσφαλμένα τις τηλεφωνικές παραγγελίας, η δε εναγόμενη προέβη την 08.07.2022 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, καταβάλλοντάς του τμηματικά και σε μεταγενέστερο χρόνο και όχι αυθημερόν ως αποζημίωση απόλυσης το συνολικό ποσό των 3.354,12 ευρώ και, συγκεκριμένα, το ποσό των 1.500,00 ευρώ την 15.07.2022 και το ποσό των 1.854,12 ευρώ την 21.07.2022. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η από 08.07.2022 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, εκείνος είχε συμπληρώσει στην εναγόμενη προϋπηρεσία τεσσάρων ετών (τούτο δε ακόμα και αν δεν γινόταν δεκτό ότι έχει λάβει χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης) και ο μικτός μηνιαίος μισθός του υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την απόλυσή του ανερχόταν στο ποσό των 1.190,48 ευρώ, η αποζημίωση απόλυσης που δικαιούταν για την άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του βάσει των τακτικών αποδοχών του ανερχόταν σε [(1.190,48 X 3 = ) 3.571,44 + (3.571,44 X 1/6 = ) 595,24 = ] 4.166,68 ευρώ. Ως εκ τούτου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, απορριπτομένου ως αλυσιτελώς προβαλλόμενου του ισχυρισμού της εναγόμενης ότι η καταγγελία έλαβε χώρα αργότερα, ήτοι την 21.07.2022, καθώς, και αληθής υποτιθέμενος (μολονότι ουδόλως αποδείχθηκε), ο ισχυρισμός αυτός δεν αναιρεί την καταβολή μικρότερης αποζημίωσης στον ενάγοντα και την εξ αυτής ακυρότητα της καταγγελίας. Συναφώς, απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη τυγχάνει η παραδεκτώς από την εναγόμενη προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ερειδόμενη στην υποτιθέμενη επίκληση από τον ενάγοντα πρωθύστερης ημερομηνίας καταγγελίας της σύμβασης, καθώς ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης ουδόλως αποδείχθηκε και αναιρείται αφενός από την ίδια την ανταγωγή της, στη σελίδα 4 της οποίας αναφέρεται ως χρόνος καταγγελίας η 07.07.2022 και αφετέρου από την εκ μέρους της καταβολή μέρους της αποζημίωσης απόλυσης την 15.07.2022, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της επικαλούμενης από την ίδια ημερομηνίας καταγγελίας, ενώ, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, η καταγγελία είναι άκυρη και εκ μόνου του λόγου της καταβολής μειωμένης αποζημίωσης απόλυσης, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός περί καταγγελίας την 21.11.2022. Επισημαίνεται ότι, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί αληθής ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρόνο της απόλυσής του ανέρχονταν στο ποσό των 1.118,04 (βλ. σελ. 5 των προτάσεών της), η καταβλητέα αποζημίωση απόλυσης θα ανερχόταν στο ποσό των [(1.118,04 X 3 = ) 3.354,12 + (3.354,12 X 1/6 = ) 559,02 = ] 3.913,14 ευρώ και όχι στο καταβληθέν από την εναγόμενη ποσό των 3.354,12 ευρώ, σύμφωνα δε με το άρθρο 66 παρ. 5 του ν. 4808/2021, η εκ των υστέρων πλήρωση της συγκεκριμένης τυπικής έλλειψης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν την ισχυροποιεί αναδρομικά, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση προφανούς σφάλματος ή εύλογης αμφιβολίας ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης, ώστε να καθίσταται εφαρμοστέο το εδαφ. 3 της παρ. 5 του άρθρου 66 του ν. 4808/2021, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού αιτήματος της εναγόμενης. Σημειωτέον, επίσης, ότι υπό τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά δεν αποδείχθηκε (ούτε σε βαθμό πιθανολόγησης) ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εκ μέρους της εναγόμενης καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έλαβε χώρα ως αντίμετρο σε ενάσκηση δικαιώματος του, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος προέβη σε οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια προς προστασία των συμφερόντων του και η εναγόμενη, αντιδρώντας σε αυτήν, κατήγγειλε τη σύμβασή του. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο απευθύνθηκε στις αστυνομικές αρχές υποβάλλοντας μήνυση ή στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, προκειμένου να αναφέρει το περιστατικό, ή ότι άσκησε οποιοδήποτε άλλο δικαίωμά του, ώστε να μπορεί να πιθανολογηθεί, λαμβανομένης υπόψη και της χρονικής εγγύτητας μεταξύ των γεγονότων, ότι για την αιτία αυτή προέβη η εναγόμενη στην απόλυσή του. Συναφώς, δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης έλαβε χώρα για λόγους εκδίκησης σε βάρος του ενάγοντος για την εκ μέρους του διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Ως εκ τούτου, η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη κατά την αντικειμενικώς σωρευόμενη νομική βάση της που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1 περ. γ’ υποπερ. γβ’ του ν. 4808/2021 και κατά την επικουρικώς σωρευόμενη νομική βάση της που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (η εξέταση της οποίας, σε κάθε περίπτωση, παρέλκει λόγω του επικουρικού της χαρακτήρα και ενόψει της αποδοχής της αγωγής κατά την κύρια βάση της που θεμελιώνεται στην μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης απόλυσης), αφού δεν αποδείχθηκαν (ούτε σε βαθμό πιθανολόγησης) τα επικαλούμενα για την θεμελίωση των ως άνω νομίμων βάσεων πραγματικά περιστατικά. Συνακόλουθα, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος είναι άκυρη μόνο για το λόγο της μη καταβολής σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ως απόρροια της κατά τα ανωτέρω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η εναγομένη κατέστη εκ μόνου του λόγου αυτού υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και ως προς την καταβολή των αποδοχών του και πρέπει να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτού, στη θέση την οποία ο τελευταίος κατείχε και υπό τους όρους που παρείχε τις υπηρεσίες του πριν την άκυρη καταγγελία, καθώς και να καταβάλλει σε αυτόν τις αποδοχές τις οποίες ο τελευταίος θα λάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή του σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, χωρίς να απαιτείται πραγματική εκ μέρους του ενάγοντος προσφορά των υπηρεσιών του, τις οποίες ήδη η εναγομένη εργοδότρια απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 105/2020, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 538/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως για το επίδικο χρονικό διάστημα από την απόλυση του ενάγοντος, μέχρι την αιτουμένη ημερομηνία, ήτοι για μισθούς υπερημερίας από 08.07.2022 έως 31.12.2023, εκ ποσού 1.190,48 ευρώ μηνιαίως, στο οποίο ανέρχονταν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρόνο της απόλυσής του, δυνάμει της σύμβασης εργασίας του, η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των {(1.190,48 / 25 X 19 = ) 904,76 ευρώ (για το χρονικό διάστημα από την 09.07.2022 έως την 31.07.2022) + (1.190,48 X 17 = ) 20.238,16 ευρώ (για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 01.08.2022 έως την 31.12.2023) + (1190,48/ 2 = ) 595,24 ευρώ (για επίδομα αδείας 2022), [(1.190,48 X 2/25 X 9,21 ημερομίσθια δώρου = ) 877,15 + (877,15 X 0,041666 = ) 36,55 = ] 913,70 ευρώ (για αναλογία δώρου Χριστουγέννων για το χρονικό διάστημα από 08.07.2022 έως 31.12.2022) + [(1.190,48 12 = ) 595,24 + (595,24 X 0,041666 = ) 24,80 = ] 620,04 ευρώ (για δώρο Πάσχα 2023) + (1.190,48 / 2 = ) 595,24 ευρώ (για επίδομα αδείας 2023) + [1.190,48 + (1.190,48 X 0,041666 = ) 49,60 = ] 1.240,08 ευρώ (για δώρο Χριστουγέννων 2023) = } 25.107,22 ευρώ. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που ο εναγόμενος έλαβε ως αμοιβή εργαζόμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε άλλον εργοδότη και, συγκεκριμένα το ποσό των 5.391,21 ευρώ, που, όπως και ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί, έλαβε για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2022 έως τον Δεκέμβριο του 2023. Συνακόλουθα, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας το ποσό των (25.107,22 – 5.391,21 = ) 19.716,01 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας που θα ελάμβανε το αντίστοιχο διάστημα, νομιμοτόκως από τη δήλη μέρα καταβολής κάθε παροχής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι η απόλυση του ενάγοντος συντελέστηκε υπό συνθήκες ιδιαζόντως απαξιωτικές και μειωτικές για την προσωπικότητά του, μόνη δε η ακυρότητα της καταγγελίας, ακόμα και αν οφείλεται σε εκδικητικότητα ή άλλα ταπεινά κίνητρα του εργοδότη, παρά τις αδιαμφισβήτητα δυσμενείς επιπτώσεις για τη διαβίωση του ενάγοντος, δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας. Μετά ταύτα, μη συντρέχουσας περίπτωσης προσβολής της προσωπικότητάς του ενάγοντος, το κονδύλιο για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ελέγχεται απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν.
XVI. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη υπό (Α) αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 08.07.2022 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγόμενης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη α) να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης που τους συνδέει, απαγγελλόμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής ύψους εκατό (100,00) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, β) να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.795,67 ευρώ για (καθαρές) δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2019 μέχρι την 08.07.2022, το ποσό των 28,60 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2019, το ποσό των 6.520,56 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας για το χρονικό διάστημα από την 20.09.2019 έως την 08.07.2023, το ποσό των 2.221,06 ευρώ για προσαύξηση εργασίας την Κυριακή, το ποσό των 352,56 ευρώ για προσαύξηση εργασίας σε αργίες, ήτοι συνολικά το ποσό των 10.918,45 ευρώ, γ) να καταβάλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 09.07.2022 έως τις 31.12.2023 το ποσό των 19.716,01 ευρώ, όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο, σύμφωνα με όσα αναλυτικά στη μείζονα σκέψη υπό (VI) και ειδικότερα για κάθε επιμέρους κονδύλι στο σκεπτικό της παρούσας αναφέρονται, ήτοι (i) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές, σε αμοιβή για υπερεργασία και σε προσαύξηση για επιτρεπόμενη εργασία κατά την Κυριακή από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, (ii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από αυτό για το οποίο οφείλονται και για τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών Πάσχα από την 1η Μαΐου του έτους κατά το οποίο οφείλονται, αφού για αυτά έχει ορισθεί (άρθρο 10 της ΥΑ 19040/1981) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31 η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας ο εργοδότης να γίνεται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 του ΑΚ (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 236/2004 ΧρΙΔ 2004.645, ΑΠ 1682/2000 ΕΕργΔ 2001.456), (iii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε επιδόματα αδείας και σε αποδοχές μη ληφθείσας αδείας από την 1η Ιανουάριου του επομένου έτους από αυτό που έκαστο κονδύλι αφορά, αφού γι’ αυτές τις εργατικές απαιτήσεις τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478) και (iν) για τις αξιώσεις που αφορούν προσαύξηση για μη επιτρεπόμενη εργασία σε αργίες, από την επομένη επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, κατά παραδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος του ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμου, ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη περί επιδίκασης αποδοχών, αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907,908 παρ.1 περ. ε’ και 910 αρ. 4 του ΚΠολΔ) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, καθόσον οι αποδοχές εκ της εργασίας του αποτελούν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού και κάλυψης των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό (Β) ανταγωγή κατά μεν το κονδύλι που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και κατά το κονδύλι που αφορά την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στο γυάλινο πάσο της επιχείρησης ως ουσία αβάσιμη. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος πρέπει να επιδικαστούν σε βάρος της εναγομένης, κατά το λόγο της ήττας της στην παρούσα δίκη (ΚΠολΔ 178 παρ. 1), σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 03.12.2024 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……../……./2022 αγωγή και την από 03.11.2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……../……./2023 ανταγωγή αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 03.12.2024 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……../……./2022 αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 08.07.2022 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγόμενη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με τους όρους της σύμβασης εργασίας του, διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς την υποχρέωση αυτή, την καταδικάζει σε χρηματική ποινή ύψους εκατό [100,00] ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί σε αυτήν την υποχρέωσή της.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των δέκα χιλιάδων εννιακοσίων δεκαοκτώ ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (10.918,45 ευρώ) για δεδουλευμένες αποδοχές, ήτοι το ποσό των 1.795,67 ευρώ για (καθαρές) αποδοχές για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2019 μέχρι την 08.07.2022, το μικτό ποσό των 28,60 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2019, το μικτό ποσό των 6.520,56 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας για το χρονικό διάστημα από την 20.09.2019 έως την 08.07.2023, το μικτό ποσό των 2.221,06 ευρώ για προσαύξηση εργασίας την Κυριακή, το μικτό ποσό των 352,56 ευρώ για προσαύξηση εργασίας σε αργίες, και β) το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων επτακοσίων δεκαέξι ευρώ και ενός λεπτού (19.716,01 ευρώ) για (μικτές) αποδοχές υπερημερίας, νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα για έκαστο επιμέρους κονδύλι στο σκεπτικό της παρούσας εκτιθέμενα, και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά την καταψηφιστική της διάταξη.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 03.11.2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……../……./2023 ανταγωγή
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη – αντενάγουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος – αντεναγόμενου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 24-02-2025.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies