Περίληψη:

Υπόθεση: Αγωγή εργαζομένης κατά εργοδότριας εταιρίας για αναγνώριση ακυρότητας καταγγελίας σύμβασης εργασίας, αποδοχή εργασίας, καταβολή μισθών υπερημερίας, αμοιβής και αποζημίωσης υπερεργασίας και υπερωρίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εταιρία Α με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως περιοδεύουσα πωλήτρια με πλήρη απασχόληση. Η επιχείρηση μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη εταιρία Β με αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Στη συνέχεια η ενάγουσα έμεινε έγκυος από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, με τον οποίο διατηρούσε ερωτική σχέση. Μετά τη γέννηση του παιδιού, ο νόμιμος εκπρόσωπος αρνήθηκε να αναγνωρίσει την πατρότητα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να ασκήσει αγωγή αναγνώρισης πατρότητας, η οποία έγινε δεκτή. Η ενάγουσα έλαβε όλες τις νόμιμες άδειες και επέστρεψε στην εργασία της. Δύο μήνες αργότερα η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας.

Ζητήματα: 1. Αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης ή ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της εργαζομένης ή ως καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. 2. Αν η εργαζόμενη δικαιούται μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας. 3. Αν η εργαζόμενη δικαιούται αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση. 4. Αν η εργαζόμενη δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: 1. Άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 και 3 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 περί καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. 2. Άρθρο 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. 3. Άρθρο 66 παρ. 1 εδ. β και παρ. 2 Ν. 4808/2021 περί ακυρότητας καταγγελίας ως αντίδρασης σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου. 4. Άρθρο 656 ΑΚ περί υπερημερίας εργοδότη. 5. Άρθρα 57, 59, 914, 932 ΑΚ περί προσβολής προσωπικότητας και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Η κρίση του δικαστηρίου: Το δικαστήριο έκρινε ότι: 1. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν είναι άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, καθώς αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκε πλήρης η οφειλόμενη αποζημίωση. 2. Η καταγγελία δεν είναι άκυρη ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της εργαζομένης, καθώς δεν υπήρχε χρονική εγγύτητα μεταξύ της διεκδίκησης των δικαιωμάτων της και της καταγγελίας. 3. Η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, καθώς έγινε από κακοβουλία, ως απόρροια της ερωτικής σχέσης της ενάγουσας με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης και της δικαστικής διαμάχης για την αναγνώριση πατρότητας. 4. Η ενάγουσα δικαιούται μισθούς υπερημερίας. 5. Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν πέραν του νόμιμου ωραρίου της, συνεπώς δεν δικαιούται αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση. 6. Το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, καθώς η άκυρη απόλυση από μόνη της δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου. Το δικαστήριο υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία της ενάγουσας, επ’ απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης, και να της καταβάλει το ποσό των 20.312,92 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, νομιμοτόκως.

Δημοσιευμένη σε:  Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης

326/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε νόμιμα από τη Δικαστή Ευανθία Μπενάκη, Πρωτοδίκη Ειδικής Επετηρίδας Αθηνών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Αυξέντη Ευθαλία.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση (πιν. … με α.α. …):

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………….. του ………….., κατοίκου …………. Αττικής, επί της οδού ……. αρ. ……, με Α.Φ.Μ. ………, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΑΜ/ΔΣΑ 29922).

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..», με ΑΦΜ …….., που εδρεύει στην …………….. Αττικής, επί της ……… αρ. ….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ιωάννη Μειδάνη (ΑΜ/ΔΣΑ 28373).

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 25.12.2023 αγωγή της κατά της εναγόμενης, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αύξοντα ΓΑΚ και ΕΑΚ …./…../25.09.2023 για τη συζήτηση της οποίας, ορίστηκε αρχικά η δικάσιμο της 30.11.2023 και κατόπιν αναβολής, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 361, 648, 669, 672 ΑΚ), είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δηλ. δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου, επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, ήτοι μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι’ αγγέλου), λύεται, για το μέλλον, η έννομη σχέση είτε αμέσως [απρόθεσμη καταγγελία] είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας. Θεωρείται ωστόσο έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρης η νόμιμη αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 892/2003, ΑΠ 1435/1991, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), υπολογίζεται δε βάσει των τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δηλαδή του μισθού και κάθε άλλης παροχής, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 790/2017, ΑΠ 1254/2013, ΑΠ 194/2011, ΑΠ 1033/2008, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙ. Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας όμως, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει, σα να τον απασχολούσε κανονικά, τις αποδοχές του – μισθούς υπερημερίας (άρθρα 361, 648, 649, 350, 349, 654, 655, 653, 656, 652 ΑΚ) δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του (ΑΠ 751/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 13/2014 και ΑΠ 1249/2014 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 601/2013, ΑΠ 597/2002 ΔΕΕ 2003, 201, ΑΠ 1107/2000 ΕλλΔνη 2000, 1616) και ό, τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, μέχρι την άρση της υπερημερίας, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου, κατ’ άρθρο 69 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, [αφού από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικαστεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και, συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή αποδοχή τους (βλ. ΑΠ 538/2017, ΑΠ 868/2018, ΕφΑθ 146/2020, ΝΟΜΟΣ)], ο δε εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί, στο μέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 105/2020 – 597/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Υπάρχει δε τέτοιας μορφής υπέρβαση, όταν η καταγγελία έγινε για εκδίκηση σε βάρος του μισθωτού λόγω της συμπεριφοράς του, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του, αλλά απαρέσκει στον εργοδότη διότι εμφανίζεται αντίθετη με τα συμφέροντά του, καθώς και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, τα οποία δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος του, αλλά ικανοποιούν τις εγωιστικές του διαθέσεις απέναντι στους εργαζομένους, όπως συμβαίνει, όταν η απόλυση οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα, λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου μη αρεστής στον εργοδότη, διότι αυτός (εργαζόμενος) διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του (ΑΠ 751/2020, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 677/2014, ΑΠ 2093/2014 και ΑΠ 987/2013 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1117/2005 ΔΕΕ 2006, 424). Αντίθετα, το δικαίωμα του εργοδότη να προβεί στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του μισθωτού δεν ασκείται καταχρηστικά, όταν αυτή οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν, με γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, τη λήξη αυτής. Δεν είναι, επομένως, καταχρηστική η καταγγελία που οφείλεται, μεταξύ άλλων στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του μισθωτού, σε ανεπαρκή απόδοση αυτού, σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή προς συναδέλφους του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης (ΑΠ 1683/2012 και ΑΠ 904/2012 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. Δημ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, έκδ. Γ’, έτος 2015, σελ. 977 και Κων. Λαναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, έκδ. 2011, σελ. 174-176). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς, ή πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους – που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος – εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ [βλ. ΑΠ 723/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 958/2007 ΕΕργΔ 67(2008).357=ΔΕΝ 64(2008).221, ΑΠ 516/2007 ΕΕργΔ 67(2008)219, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 66(2007)4487, ΑΠ 1689/2006 ΕΕργΔ 66(2007)4031, ΑΠ 1437/2006 ΔΕΕ 2007.1108, ΑΠ 1420/2006 ΕΕργΔ 66 (2007).556, ΑΠ 704/2006 ΔΕΕ 2007.1102, ΑΠ 448/2006 ΕΕργΔ 66(2007).613-ΕλΔ 49(2008)466, ΑΠ 1901/2005 ΕΕργΔ 65(2006).674=ΕλΔ 7(2006)4036, ΑΠ 655/2005 ΕΕργΔ 66(2007).77=ΕλΔ 47 (2006)4037]. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1922/2007, ΑΠ 561/2007). Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού κατά τα ανωτέρω. Επί αγωγής πάντως του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ’ υποφορά να προβληθεί με την αγωγή. Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 460/2013, 1694/2012). Αν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει για το ορισμένο αυτής, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με πληρότητα και σαφήνεια, πέραν της σύμβασης εργασίας, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 505/2021, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 460/2013, 309/2011, 1323/2010, 548/2010, 624/2008).

ΙΙΙ. Προσέτι σύμφωνα με το άρθρο 66§1 εδ. β του ν. 4808/2021 (ΦΕΚ τ. A 101/19.06.2021) «Η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου. Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 66 προβλέπεται ότι «Αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1 λόγους, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο.» Η εν λόγω διάταξη αναπτύσσει ισχύ, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 80 αυτού, στις καταγγελίες που λαμβάνουν χώρα μετά την θέση του τελευταίου νόμου σε ισχύ, ενώ δεν καταργεί την προειρημένη διάταξη του άρθρου 5§6 ΑΝ 539/45, αφού δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες με αυτόν διατάξεις. Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4808/ 2021, «Γίνεται ενδεικτική αναφορά όσων απαγορεύονται με ρητή νομοθετική διάταξη ήδη πριν την ισχύ του παρόντος νόμου, αλλά προστίθενται και λόγοι που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος νόμου (απόλυση για ενάσκηση δικαιώματος αποσύνδεσης, συμφιλίωσης της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής κ.λπ.). Πιο σημαντική, όμως, και πρωτοποριακή είναι η γενική πρόβλεψη ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε απόλυση που γίνεται ως αντίδραση για την άσκηση οποιουδήποτε νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου. Η προστασία των εργαζομένων ενισχύεται και από την πρόβλεψη της παρ. 2, σύμφωνα με την οποία, εάν κατ’ αρχήν αποδειχθούν πραγματικά περιστατικά που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η απόλυση είναι απαγορευμένη, ο εργοδότης φέρει το βάρος να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο. Με βάση τις διατάξεις αυτές είναι πλέον πολύ δύσκολο για τον εργοδότη να απειλήσει, αμέσως ή εμμέσως, τον εργαζόμενο με απόλυση, σε περίπτωση που ο εργαζόμενος ασκήσει νόμιμο δικαίωμά του καθώς, πλέον, όχι μόνον προβλέπεται ρητή ακυρότητα σε μία τέτοια περίπτωση (και δεν απαιτείται η πολύ λιγότερο βέβαιη κρίση μέσω του άρθρου 281 ΑΚ, στην οποία μπορεί να υπεισέρχονται και άλλα κριτήρια που μπορεί να καταλήξουν εις βάρος του εργαζομένου), αλλά και προβλέπεται ρητά η αντιστροφή του βάρους αποδείξεως υπέρ του εργαζομένου». Αν, πάντως, ο εργοδότης, ο οποίος, λόγω του νόμιμου τεκμηρίου που θέτει ο νόμος, έχει πλέον εκείνος το βάρος της κύριας περί του αντιθέτου απόδειξης ανταποκριθεί σε αυτό, αποδεικνύοντας ότι η απόλυση έγινε για κάποιον άλλο, επιτρεπόμενο λόγο, ο ισχυρισμός του ενάγοντος απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, όπως γινόταν δεκτό μέχρι πρόσφατα για τον ισχυρισμό εκ του άρθρου 281 ΑΚ, για την απόδειξη του οποίου όμως βαρύνονταν ο εργαζόμενος πριν τον Ν. 4808/2021 [ΜΠρΑΘ 1245/2022 ΤΝΠ sakkoulas on line, ΑΠ 96/2004, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 326/2001 ΕλλΔνη 2001.1310, ΑΠ 1763/1999 ΔΕΝ 2000.1445. Βλ. υπό τον ν. 4808/2021 Κουκιάδη, Μεταρρύθμιση ή απορρύθμιση από τις ρυθμίσεις του ν. 4808/2021, Γενική επισκόπηση, ΕλλΔνη 2021 σ. 1604 και ευρύτερα για την λειτουργία του νομίμου τεκμηρίου σε αντίθεση με την εκ πρώτης όψης απόδειξη ΑΘ. Πανταζόπουλο].

IV. Εξάλλου, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει το δικαίωμα να εκπέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίας του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το Νόμο (Σ.Σ. Ε. ή Δ.Ε.), εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, από τις αποδοχές δε αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που απεκόμισε ο μισθωτός από την ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από την χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος, είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια. Δηλαδή, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που επιδιώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά των συγκεκριμένων αμοιβών που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές (1148/2017 ΑΠ, ΑΠ 1539/2011, ΑΠ 221/2011 ΤΝΠ Νόμος).

V. Τέλος για την ύπαρξη αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, απαιτείται, εκτός άλλων όρων, παράνομη συμπεριφορά [θετική πράξη ή παράλειψη] προσώπου. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλώς συμφέροντος του προστατευόμενου από τη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάζεται. Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του ατόμου και είναι με αυτό [άτομο] αναπόσπαστα συνδεδεμένα (άρθρο 2 παρ.1 Συντάγματος), προστατεύεται, σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται δηλαδή όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται υπάρχον δικαίωμα καταχρηστικώς (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντάγματος). Αγαθά, που προστατεύονται από την προσωπικότητα, είναι και η τιμή και η επαγγελματική αξία του ατόμου. Η τιμή του ατόμου ειδικότερα αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση, απέναντι του, των άλλων και προστατεύεται, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος). Αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας είναι και η αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής βλάβης του προσβαλλόμενου. Για την αξίωση αποζημίωσης προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης, συνισταμένη και σε πληρωμή εύλογου χρηματικού ποσού, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας (άρθρα 57 παρ.2, 59, 914, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ). Οι όροι δηλαδή αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημίωσης [προσβολή, παράνομη συμπεριφορά που προκάλεσε την προσβολή, αιτιώδης σύνδεσμος της προσβολής με την παράνομη συμπεριφορά και υπαιτιότητα εκείνου που προσβάλλει]. Προκειμένου να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό λαμβάνονται υπόψη και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, όπως και η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, χωρίς να αναφέρεται αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή, η κοινωνική θέση του διαδίκου, που προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, το είδος και η έκταση της βλάβης. Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, μειωτική προς την προσωπικότητα του εργαζομένου, κατά τις εκφάνσεις της τιμής καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του, όπως απόλυση του εργαζομένου από τον εργοδότη, κατά τρόπο που εκθέτει [μειώνει] τον απολυθέντα στους συναδέλφους του και στο κοινωνικό του περιβάλλον, ενόψει και του είδους της απασχόλησης και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση, δικαιολογεί αξίωση του τελευταίου (εργαζομένου) για αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής του βλάβης. Η αξίωση αυτή στηρίζεται στα άρθρα 57 παρ.2, 59, 71, 299, 914, 926, 927, 932 ΑΚ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 361, 648, 669, 672 ΑΚ και δεν έχει σχέση με τις αξιώσεις από το ως άνω άρθρο 6 παρ.1, συνεπώς δεν υπόκειται στις αποσβεστικές προθεσμίες του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 εδ. α Ν.3198/1955. Στο δικόγραφο της αγωγής, με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, πρέπει να εκτίθεται ότι ο εργαζόμενος υπέστη ηθική βλάβη για συγκεκριμένους λόγους από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, την οποία πρέπει ο εργαζόμενος και να περιγράφει και να αποδεικνύει (ΑΠ 1186/1990, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2234/2021, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ].

Με την υπό κρίση αγωγή της, η ενάγουσα κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου εκθέτει ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε στις 2.11.2020, από την εταιρία με την επωνυμία « ……..», ως περιοδεύουσα πωλήτρια, έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών ύψους 1.397,30 (ήτοι 1.200 ευρώ καθαρά), με καθεστώς πλήρους απασχόλησης (πενθήμερη εργασία επί οκτάωρο ημερησίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή). Αρχές του έτους 2022, η επιχείρηση της ως άνω εταιρίας μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη εταιρία χωρίς να διακοπεί η λειτουργία της, με συνέπεια την αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής της σχέσης από τη μεταβιβάσουσα στη διάδοχο εναγόμενη εταιρία υπό τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας. Ήδη από την έναρξη της απασχόλησης της και κατά παρέκκλιση της συμβάσεως εργασίας της, απασχολήθηκε επί δεκάωρο ημερησίως, χωρίς να αμείβεται για την υπερεργασία και τις υπερωρίες της, έτι περαιτέρω τόσο η αρχική εργοδότρια όσο και η διάδοχός της εναγόμενη την ασφάλιζαν πλημμελώς, για αποδοχές υπολειπόμενες των συμφωνημένων. Τον Μάρτιο δε του έτους 2021 κατά τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης έμεινε έγκυος και εν συνεχεία απέκτησε τέκνο με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης,  …….., με τον οποίο διατηρούσε ερωτική σχέση. Μετά τη διακοπή της σχέσης αυτής και την άσκηση αγωγής για αναγνώριση πατρότητας – η οποία έγινε δεκτή – επιδεινώθηκε το κλίμα στο εργασιακό της περιβάλλον, η δε εναγόμενη αρνήθηκε να της χορηγήσει την απαιτούμενη κατά νόμο υπεύθυνη δήλωση περί διακοπής απασχόλησης της λόγω εγκυμοσύνης προκειμένου να λάβει τις συμπληρωματικές παροχές από τον ΟΑΕΔ, ενώ δεχόταν προσβλητική και ταπεινωτική μεταχείριση από τα ανώτερα στελέχη της εναγόμενης, …….. ………… και …….. …………. Ήδη δε από τον Αύγουστο του έτους 2022 η εναγόμενη έπαψε να της καταβάλει τις αποδοχές της με βάση τον συμφωνημένο μισθό της, (ύψους 1.200 ευρώ καθαρά) αντ’ αυτού τις της κατέβαλε με βάση τον υπολειπόμενο αυτού μισθό, για τον οποίον την υπασφάλιζε. Κατά την επιστροφή της στην εργασία της στις 24.04.2023, μετά τη γέννηση του τέκνου της στις 22.11.2021 και αφού έλαβε διαδοχικά όλες τις προβλεπόμενες κατά νόμο άδειες, υπέστη περαιτέρω δυσμενή μεταχείριση, με αβάσιμες επιπλήξεις, τροποποίηση του καθεστώτος χορήγησης bonus, και στέρηση της αποκλειστικής χρήσης του οχήματος για την εργασία της. Υπό αυτές τις συνθήκες, απασχολήθηκε έως την 23.06.2023, ημερομηνία κατά την οποία η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας καταβάλλοντάς της μειωμένη αποζημίωση ποσού 3.194,52 ευρώ, αντί της νόμιμης ποσού 3.260,37 ευρώ. Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασής της πάσχει ακυρότητας πρωτίστως επειδή δεν της καταβλήθηκε ολόκληρη η νόμιμη αποζημίωση, επιπλέον δε διότι έλαβε χώρα ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της και δη στις διαμαρτυρίες της για την παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων της αλλά και ως καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 Α.Κ., διότι έλαβε χώρα εκδικητικά και από λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπό της, λόγω της δικαστικής διένεξης με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας κατά τα προμνησθέντα, επικουρικά δε παρίσταται άκυρη ως καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 Α.Κ., διότι η εναγόμενη την απέλυσε εν γνώσει της, λίγους μήνες μετά την επιστροφή της στην εργασία της. Ότι η εναγόμενη, εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας και της άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας. Ότι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασής της, πρόσβαλαν την προσωπικότητά της, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή της.

Με βάση αυτό το ιστορικό, όπως εκτενέστερα εκτίθεται, η ενάγουσα ζητά, κατά την σύμβαση εργασίας της και την εργατική νομοθεσία και επικουρικά, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, για τους λόγους που αναφέρονται στο ιστορικό, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης που την συνδέει με αυτή και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της να καταδικαστεί, κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 50.000 ευρώ, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 59.625,29 ευρώ, ήτοι: α) 352,91 ευρώ για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας, ως αναλυτικά εκτίθεται στην κρινόμενη, β) 5.069,90 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση/παράνομη υπερωριακή απασχόληση όπως το ποσό αυτό επιμερίζεται στην αγωγή, γ) 49.202,48 ευρώ ως προσδιοριζόμενους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της απόλυσης της, ήτοι την 24η.06.2023 έως την 31.12.2025 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής) και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους αξίωση κατέστη απαιτητή άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, επικουρικώς δε, και αν ήθελε κριθεί ότι η σύμβασή εργασίας της με την εναγόμενη έχει λυθεί ή ότι είναι – για οποιονδήποτε λόγο – άκυρη, να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει, πέραν των αιτούμενων πάσης φύσεως δεδουλευμένων αποδοχών και προσαυξήσεων, τη διαφορά καταβλητέας και καταβληθείσας νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 65,85 ευρώ και πρόσθετη αποζημίωση ύψους 6.520,74 ευρώ, νομίμως εντόκως από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας (23.06.2023), άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, η ενάγουσα, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής και επαναλήφθηκε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, παραιτήθηκε παραδεκτώς και νομίμως κατά τα άρθρα 294, 295§1, 297 και 299 ΚΠολΔ από το επικουρικό αγωγικό αίτημα περί απόληψης της προβλεπόμενης στις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 66 του ν. 4808/2021 πρόσθετης αποζημίωσης ύψους 6.520,74, της κρισιολογούμενης αγωγής θεωρούμενης ως μηδέποτε ασκηθείσας ως προς το αίτημα αυτό, εμμένοντας στα λοιπά αιτήματα της αγωγής της, έτι περαιτέρω, περιόρισε παραδεκτά και νόμιμα κατά τα άρθρα 223 και 295 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ το κύριο καταψηστικό αίτημα της αγωγής περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, από το συνολικό ποσό των 49.202,48 ευρώ, στο ποσό των 21.045,31 ευρώ, ήτοι περιόρισε αυτό, κατά το ποσό των 14.824,61, το οποίο έλαβε από την εργασία της σε άλλους εργοδότες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπερημερίας της εναγόμενης, ως αναλυτικά επιμερίζεται στις προτάσεις και κατά το ποσό των 13.332,56 ευρώ, που αντιστοιχεί στις αιτηθείσες αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά τον πιθανολογούμενο χρόνο έκδοσης απόφασης επί της αγωγής, ήτοι μετά την 1η Μαΐου 2025, κατά τα ποσά αυτά δε η αγωγή θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα. Τέλος έτρεψε εν μέρει το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης ηθικής βλάβης ύψους 5.000 ευρώ από έντοκο καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό και δη κατά το ποσό των 1.500 ευρώ (Α.Π. 1700/1991 Ελλ.Δ/νη 1992/1586), του υπολειπόμενου ποσού των 3.500 ευρώ διατηρούμενου ως καταψηφιστικού.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρισιολογούμενη αγωγή, παραδεκτά κατά τα άρθρα 7, 9, 13, 14, 16, 25 ΚΠολΔ, εισάγεται να συζητηθεί στο παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, ως περιουσιακή – εργατική διαφορά των αρ. 614 παρ. 3, 621 ΚΠολΔ, έχει δε, σχετικά με το κύριο αίτημα της για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τη σωρευόμενη με αυτό αξίωση για μισθούς υπερημερίας ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 340 παρ. 1 του ΚΑΕργΔ, (σε συνδυασμό με τα άρθρα 279, 280, 240, 241, 242, 243, 251 ΑΚ), καθώς,  με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας την 23.06.2023, η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 25.09.2023 και επιδόθηκε στην εναγόμενη αυθημερόν (βλ. τη με αριθμό 2051Η’/25.09.2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη), είναι δε και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη αρκούντος ορισμένη, δεδομένου ότι αναφέρονται στο δικόγραφό της όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρο 216 ΚΠολΔ) στοιχεία προς θεμελίωση του αιτήματος της κατά τρόπο ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση στην εναγόμενη, προκειμένου να αμυνθεί, ούτε το δικαστήριο να στερείται της δυνατότητας να ελέγξει τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητά της (βλ. ΑΠ 1411/2009, ΑΠ 2/2001 ΕΕΔ 61, 315, ΑΠ 797/2001, ΕΕΔ 61, 1430) και δη τόσο ως προς τα ένδικα κονδύλια περί υπερεργασίας και υπερωρίας καθώς ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα εργασίας (ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1548/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), έστω και κατά μέσο όρο (ΑΠ 1371/2003, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όσο και ως προς τις αξιώσεις που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, απορριπτόμενου του σχετικώς προβληθέντος από την εναγόμενη ισχυρισμού και νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στις υπό στοιχείο I και II μείζονες σκέψεις του υπαγωγικού συλλογισμού της παρούσας, διατάξεις και, επιπλέον, σε αυτές των άρθρων 281, 174, 180 ΑΚ, 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 656, 659, 669 παρ. 2 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 2, 5, 7, 8, 313 παρ. 2, 184 [για τις αξιώσεις υπερεργασίας και υπερωριών], 315, 323, 326, 327, 330, 339 παρ. 1 περ β’ ΚΑΕργΔ ως ισχύει (π.δ. 80/2022, Α’ 222) και τα άρθρα 68, 69 § 1 εδ. α’, 70, 176, 191 παρ. 2, 218, 221 παρ. 1 γ’, 946 του ΚΠολΔ (ΑΠ 966/2009, ΕλλΔνη 2009.700- ΑΠ 1540/2006, ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 1167/1999, ΤΝΠ Νόμος· Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη σε Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ, β’ έκδ., άρθρο 946, αριθμ.1), πλην του αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης της βλάβης της ενάγουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914, 932 Α.Κ. και 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, ενόψει του ότι μόνο η άκυρη απόλυση, είτε για τυπικούς λόγους (έλλειψη εγγράφου, καταβολής αποζημίωσης κλπ), είτε λόγω παραβίασης του άρθρου 281 Α.Κ. ή του άρθρου 349 ΚΑΕργΔ, χωρίς τη συνδρομή και άλλων στοιχείων, δεν συνιστά καθ’ εαυτή προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ώστε να δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (Α.Π. 671/2018, Α.Π. 778/1995, Εφ.Δωδ. 249/2005 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΙωανν 66/2024 Νομοτέλεια – Νομική ηλεκτρονική πληροφόρηση), ήτοι απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, (λ.χ. απαξιωτική της υπόληψης και της τιμής τους συμπεριφορά του εναγομένου, μείωση της υπόληψης τους στο κοινωνικό σύνολο), (ΑΠ 1540/2006, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5592/1999 ΕλλΔνη 2000.1402), τα οποία ουδόλως περιγράφονται στη κρινόμενη αγωγή, η δε απλή αναφορά σε ταπεινωτική, απαξιωτική συμπεριφορά στελεχών της επιχείρησης της εναγόμενης χωρίς αυτή να εξειδικεύεται σε πραγματικά περιστατικά δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής για ηθική βλάβη. Ως εκ των ανωτέρω, η κρινόμενη κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή των νομίμων τελών συζητήσεως της και της δικηγορικής αμοιβής, μη υποκείμενη σε τέλος δικαστικού ενσήμου, κατ’ άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, ως ισχύει, [σύμφωνα με το οποίο στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά νόμο ΓΠΟΗ/1912 τέλος δικαστικού ενσήμου για αιτήματα της αγωγής ή της αίτησης μέχρι του ποσού των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ] και εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησής της, δεν απαιτείται η προσκόμιση του ενημερωτικού εντύπου εκούσιας διαμεσολάβησης του αρ. 3 παρ. 2 ν. 4640/2019, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή αφορά σε αστική διαφορά το αντικείμενο της οποίας, ως εργατικής, δεν υπόκειται στην εξουσία ελεύθερης διάθεσης των μερών της (έτσι και η ΜΠρΡοδ 66/2022 ΕΠολΔ 2021.586, Γιαννόπουλος Π., Διαμεσολάβηση και Πολιτική Δίκη, Σάκκουλας, Αθήνα -Θεσσαλονίκη, 2020 σ. 203, Ορφανίδης/Γιαννόπουλος/Κασιανίδης, Το ενημερωτικό έντυπο του αρ. 3 ν. 4640/2019 – δικονομικά ζητήματα, ΕΠολΔ 2020.551 επ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη με τις προτάσεις της και σχετική προφορική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, επικαλέστηκε ως λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και τη μειωμένη της απόδοση, γεγονός που συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής. Περαιτέρω η εναγόμενη διατείνεται ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 6 του ν. 4808/2021 απαραδέκτως σωρεύονται (ακόμα και επικουρικά) τα αιτήματα της κρινόμενης περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης και περί επέλευσης των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, με το αίτημα περί καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 66 παρ. 1, 3 του Ν. 4808/2021, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος καθόσον η ενάγουσα παραιτήθηκε από το επικουρικό αίτημα περί καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης του ως άνω άρθρου, οπότε ως προς το αίτημα αυτό η αγωγή θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα, κατά τα προμνησθέντα. Τέλος η εναγόμενη ομοίως παραδεκτά από άποψη δικονομικής τάξεως, ήτοι με επιγραμματική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της καταχωρηθείσα στα πρακτικά η οποία περιέχεται και στις προτάσεις της, προέβαλε την ένσταση του άρθρου 656 εδ. β’ ΑΚ περί εκπτώσεως των αλλαχού κερδηθέντων, ισχυριζόμενη ότι εκ των τυχόν επιδικαζόμενων μισθών υπερημερίας πρέπει να αφαιρεθεί το ποσόν που η ενάγουσα ωφελήθηκε λόγω παροχής της εργασίας της κατά το ένδικο χρονικό διάστημα σε τρίτο εργοδότη (ΑΚ 656), καθόσον τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του έτους 2023 εργάζεται στην προηγούμενη της εργοδότρια εταιρία με την επωνυμία “……………..” και τον διακριτικό τίτλο “…………” και εισπράττει από αυτή μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.500 ευρώ, γεγονός το οποίο η ίδια δηλώνει στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook αλλά και στο διαδίκτυο, στη σελίδα Linkedln. Ο εν θέματι ισχυρισμός, είναι νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν.

Από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων των διαδίκων, των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης [ένας για καθεμία διάδικη πλευρά] που νόμιμα εξετάστηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και εκτιμώνται χωριστά αλλά και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, από τις υπ’ αριθμ. Πρωτ. ΔΣΑ ΕΒ ……../16.12.2024,………/16.12.2024 και ………/16.12.2024 ένορκες βεβαιώσεις των ……….., ………… και …………….. αντίστοιχα, ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών Αθανασίας Αλεξοπούλου, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη, με επιμέλεια της οποίας ελήφθησαν, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας ήτοι προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών από την βεβαίωση, κατά την διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ (βλ. τη με αριθμό ………./11.12.2024 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, Θεοδώρας Παπαδοπούλου), το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραληφθεί για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [ΚΠολΔ 336 παρ.3, 339, 395, ΕφΔωδ 105/2019 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ], τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 §1περ.γ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 40§1 του ν.3994/ 2011, 448§2 και 457 § 4 ΚΠολΔ), λαμβανομένων υπόψη και των προσκομιζόμενων ψηφιακών φωτογραφιών οθόνης κινητού που απεικονίζουν ηλεκτρονικά μηνύματα μέσω SMS, καθώς πρόκειται για ηλεκτρονική αλληλογραφία μέσω sms μεταξύ των διαδίκων – συνομιλούντων που παραδεκτώς προσκομίζεται στο πλαίσιο δικαστικής μεταξύ τους διένεξης και μη συνιστούσα παράνομο αποδεικτικό μέσο κατ’ άρθρο 3 ΠΔ 47/2005, αφού δεν πρόκειται για συνομιλία με τρίτους που καλύπτεται με το απόρρητο επικοινωνίας, όπως αντιστοίχως επί παραδοσιακών επιστολών (ΜΠρΗρ 1085/2018, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), από τη σιωπηρή ομολογία διαδίκου, η οποία συνάγεται από τη μη ειδική αμφισβήτηση πραγματικού ισχυρισμού του αντιδίκου του [ΚΠολΔ 261 εδ.β, 352], τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη, κατά τα αρ. 336 παρ.4 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα, προσλήφθηκε στις 2.11.2020, δυνάμει (ιδιωτικού δικαίου) σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εταιρία με την επωνυμία «…………….», η οποία δραστηριοποιούνταν στην εμπορία ηλεκτρονικών ειδών, προκειμένου να παρέχει την εργασία της ως περιοδεύουσα πωλήτρια, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι πενθήμερη εργασία, από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί οκτάωρο ημερησίως, ήτοι από ώρα 10:00 έως ώρα 18:00, έναντι ακαθάριστων μηναίων αποδοχών ύψους 1.305,32 ευρώ, επί τη βάσει δε αυτών των αποδοχών, πραγματοποιούνταν και η ασφάλιση της ενάγουσας στον ΕΦΚΑ (ιδέτε την από 30.10.2020 αναγγελία πρόσληψης και από 24.09.2023 λογαριασμό Ασφάλισης ΕΦΚΑ). Την 1η Ιανουαρίου 2022, η επιχείρηση της ως άνω εργοδότριας εταιρίας μεταβιβάστηκε, στην εναγόμενη εταιρία, ως εκ τούτου επήλθε μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα επιχείρησης), αυτοδίκαια δε μεταβιβάστηκαν οι εργασιακές σχέσεις εν συνόλω στην εναγόμενη, κατά συνέπεια η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας εξακολούθησε να ισχύει με τους ίδιους ακριβώς όρους και εργασιακές συνθήκες και δη με το αυτό ωράριο εργασίας και τον ίδιο συμβατικό μισθό. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο πραγματικός συμφωνηθείς τόσο με την προηγούμενη εργοδότριά της όσο και με την εναγόμενη μισθός της ανέρχεται στο ποσό των 1.397,30, (ήτοι καθαρές αποδοχές 1.200 ευρώ μηνιαίως) και ότι ο ως άνω δηλωθείς στο έντυπο της αναγγελίας πρόσληψής της μηνιαίος ακαθάριστος μισθός τυγχάνει εικονικός ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος. Τούτο διότι από κανένα κρίσιμο έγγραφο αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε το επικαλούμενο από την ενάγουσα ύψος του μισθού της, η δε κατάθεση του μάρτυρά της, ο οποίος τυγχάνει αδελφός της, δεν κρίνεται πειστική σε ότι αφορά το ύψος των αποδοχών της, δοθέντος ότι καταθέτει όσα γνωρίζει εξ ακοής από την ίδια την ενάγουσα, προς επιστήριξη των ισχυρισμών της. Το δε μήνυμα στην πλατφόρμα viber που απέστειλε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας (και ήδη της εναγόμενης), με τον οποίο η ενάγουσα διατηρούσε ερωτική σχέση, το επίδικο διάστημα εργασίας της στην ως άνω εταιρία, στο οποίο αναφέρονται διάφορα ποσά, τα οποία δήθεν ελάμβανε η ενάγουσα για την εργασία της, δεν οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα για τη διάγνωση του εν λόγω κονδυλίου, καθόσον ουδόλως προκύπτει η ημερομηνία αποστολής του, ουδέ η συνολική συνομιλία των εμπλεκομένων μερών, ενώ σε συνδυασμό με έτερο μήνυμα του ιδίου προς την ενάγουσα, προκύπτει ότι το υπέρτερο του δηλωθέντος ποσού των μηνιαίων αποδοχών της, αποτελεί έτερη παροχή, ενδεχομένως οικειοθελή του ιδίου προς την ενάγουσα, η οποία άλλωστε φαίνεται να συνέχεται με τα κατά καιρούς κέρδη της εταιρίας από το λιανικό εμπόριο και δεν αποτελεί σταθερό καταβαλλόμενο μηνιαίως ποσό από την εναγόμενη στην ενάγουσα. Ουδεμία άλλωστε πειστική εξήγηση δίνει η ενάγουσα για τον τρόπο καταβολής του εν λόγω ποσού των 200 ευρώ μηνιαίως, ιδίως κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας της από την εργασία της. Σημειωτέον δε ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας μία τέτοια ενέργεια εκ μέρους της εναγόμενης, ήτοι η καταβολή μαύρων χρημάτων στην ενάγουσα και η υπασφάλιση της, θα ενείχε γι’ αυτήν μεγάλο ρίσκο, με σχεδόν ανύπαρκτο όφελος, αφού η τυχόν ελάφρυνση από την καταβολή μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών εκ μέρους της θα ήταν μικρότερη ή ίδια από την δαπάνη που θα εμφάνιζε και θα εξέπιπτε φορολογικά. Ως εκ των ανωτέρω τυγχάνει απορριπτέο το ένδικο κονδύλι. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν πέρα από το νόμιμο – συμβατικό ωράριό της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την πρόσληψή της στις 2.11.2020 έως και τις 29.09.2021 οπόταν και έλαβε την άδεια κυήσεως, αφού από κανένα κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η επικαλούμενη υπερωριακή της απασχόληση, ο δε μάρτυρας της αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε υπερβάσεις ωραρίου. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ως περιοδεύουσα πωλήτρια είχε τη δυνατότητα να ρυθμίζει η ίδια καθημερινώς το πρόγραμμά της, σε συνεννόηση και συνεργασία με τον προϊστάμενό της, ανάλογα με τα ραντεβού και τις συναντήσεις εκτός γραφείου που είχε κανονίσει με τυχόν ενδιαφερόμενους πελάτες, επαφίετο συνεπώς στη διακριτική της ευχέρεια η διαχείριση του ωραρίου της, οι δε μετακινήσεις της εκτός γραφείου, προκειμένου να μεταβεί και συναντήσει μεγάλο αριθμό πελατών και η συνακόλουθη κίνηση στους δρόμους, δεν αναιρούν τα παραπάνω. Σημειωτέον εξάλλου ότι η εναγόμενη με αντικείμενο κυρίως το χονδρικό εμπόριο δεν είχε ιδιαίτερες ανάγκες, ώστε να απασχολούνται οι εργαζόμενοι της υπερωριακά ή υπερεργασιακά, πολλώ δε μάλλον οι πωλητές, σε όσες δε περιπτώσεις εργαζόμενοι εργάσθηκαν υπερωριακά το κατά τα έτη 2022 – 2023, η υπερωριακή αυτή απασχόληση δηλώθηκε νομίμως και καταβλήθηκε αντίστοιχα από την εναγόμενη, όπως προκύπτει από τις νομίμως προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών έτερων υπαλλήλων της. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου άλλωστε επιρρωνύεται από την ένορκη βεβαίωση του ……… ………….. ο οποίος τυγχάνει υπάλληλος της εναγόμενης από το έτος 2015 και δη πωλητής, όπως και η ενάγουσα, το δε γραφείο του βρισκόταν στον ισόγειο όροφο της έδρας της εναγομένης, πλησίον του γραφείου της ενάγουσας, ο οποίος μετά λόγου γνώσης ενόρκως βεβαιώνει ότι το καθημερινό ωράριο των πωλητών, ρυθμίζεται από τους ίδιους τους πωλητές, μετά από συνεννόηση με τον προϊστάμενο τους, ουδέποτε δε η εναγόμενη απασχολήθηκε υπερωριακά. Ομοίως τα παραπάνω ενόρκως βεβαιώνουν ο διευθυντής λειτουργιών της εναγόμενης  ……………. …….., ο οποίος λόγω της θέσης που κατείχε είχε διαρκή επικοινωνία με όλα τα τμήματα της εταιρίας και τους εργαζόμενους της αλλά και ο  ……….. …….., τεχνικός διευθυντής της εναγόμενης από τον Μάιο του έτους 2021 έως και την 1.8.2022, ότε και απολύθηκε, καθόσον καταργήθηκε το τμήμα στο οποίο απασχολούνταν. Συγκεκριμένα ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε αντιληφθεί οι πωλητές να εργάζονται υπερωριακά, αντιθέτως οι ίδιοι διαμόρφωναν το καθημερινό πρόγραμμά τους συχνά δε έλειπαν από την εταιρία για ραντεβού και δεν επέστρεφαν μέχρι το κλείσιμο των γραφείων της, ενώ μάλιστα υπήρχαν και μέρες που δεν προσέρχονταν καθόλου στα γραφεία της εταιρίας και εργάζονταν από το σπίτι τους. Αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι η ενάγουσα προέβαλε το πρώτον αξιώσεις για υπόλοιπο δεδουλευμένων καθώς και για υπερεργασία και υπερωριακή της απασχόληση, μόλις τον Ιανουάριο του έτους 2022, ήτοι μετά την έναρξη της δικαστικής της διαμάχης με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης, ως κατωτέρω εκτίθεται, ουδόλως δε νωρίτερα είχε διαμαρτυρηθεί σχετικώς, μολονότι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τα άνω προβλήματα εκκίνησαν από την έναρξη της εργασιακής της σχέσεως με την αρχική εργοδότρια της εταιρία και συνεχίστηκαν κατά την εργασία της στην εναγόμενη. Ειδικότερα, προέκυψε ότι προ της ως άνω μεταβιβάσεως, ήτοι τον Μάρτιο του έτους 2020 η ενάγουσα έμεινε έγκυος στο πρώτο της τέκνο, πατέρας του οποίου ήταν ο  …….. ……….. πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της προαναφερόμενης εταιρίας με την επωνυμία «………..», ήδη και της εναγόμενης, με τον οποίο η ενάγουσα κατά τα προμνησθέντα διατηρούσε ερωτική σχέση. Το τέκνο της από τη σχέση της αυτή, γεννήθηκε τον Νοεμβρίου του έτους 2021, εκτός γάμου, ωστόσο ο προαναφερόμενος ………. ………… αρνήθηκε να το αναγνωρίσει, εξ αυτού του λόγου δε διακόπηκε η μεταξύ τους σχέση και κατόπιν σχετικής αγωγής ασκηθείσας τον Δεκέμβριο του έτους 2021 από την ενάγουσα, ξεκίνησε δικαστική διαμάχη μεταξύ τους για την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της ενάγουσας, το οποίο εν τέλει δυνάμει της υπ’αρίθμ. ……/13.07.2023 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκε ως γνήσιο εκτός γάμου τέκνο του …… Ήδη, από τις 30.09.2021 η ενάγουσα βρισκόταν σε άδεια εγκυμοσύνης, ενώ μετά τον τοκετό έλαβε διαδοχικά όλες τις υπολειπόμενες προβλεπόμενες από τον νόμο άδειες και εν τέλει επέστρεψε στην εργασία της στην εναγόμενη εταιρία στις 24.4.2023, απασχολήθηκε δε σε αυτή έως τις 23.06.2023 οπόταν και καταγγέλθηκε εγγράφως η σύμβαση εργασίας της, έγγραφο το οποίο παρέλαβε και υπέγραψε με επιφύλαξη η ενάγουσα, ενώ της καταβλήθηκε πλήρης η οφειλόμενη αποζημίωση της ύψους 3.194,52 ευρώ. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι η ένδικη καταγγελία τυγχάνει άκυρη λόγω μη τήρησης των προβλεπόμενων εκ του νόμου προϋποθέσεων και δη της καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης παρίσταται αβάσιμος και απορριπτέος. Και κατά το εν λόγω εξάλλου διάστημα ήτοι από την επάνοδο στην εργασία της έως και την απόλυσή της – το οποίο δεν αποτελεί πάντως το επίδικο – αποδείχθηκε από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που απεικονίζουν την ώρα εισόδου και εξόδου της ενάγουσας από τα γραφεία της εταιρίας, ότι δεν πραγματοποιήθηκε εκ μέρους της υπερωριακή εργασία. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από τη διακοπή της ερωτικής σχέσης της ενάγουσας με τον προαναφερόμενο  …….. ………… και την εκκίνηση της δικαστικής διαμάχης μεταξύ τους περί της πατρότητας του τέκνου της κλονίστηκε η εργασιακή σχέση της τελευταίας με την εναγόμενη και άρχισε να δημιουργείται ένα αρνητικό κλίμα και μία δύσκολη συνθήκη εργασίας για την ενάγουσα, με ανταλλαγή εξωδίκων και αντεγκλήσεων μεταξύ των δύο διαδίκων πλευρών. Πλην όμως, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί περί ακυρότητας της καταγγελίας κατά το μέρος που ερείδονται στο ότι αυτή έγινε ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της ενάγουσας, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΑΕργΔ (πδ 88/2022). Τούτο διότι όπως αποδείχθηκε η ενάγουσα το πρώτον αξίωσε δεδουλευμένους μισθούς και αποζημίωση για υπερωριακή της απασχόληση αρχές του έτους 2022, έκτοτε δε και μέχρι την επιστροφή της στην εργασία της τον Απρίλιο του έτους 2023 δεν υπήρξε έτερη όχληση εκ μέρους της για παραβίαση των εργασιακών της δικαιωμάτων από την εναγόμενη, κατά συνέπεια δεν υφίσταται, λόγω ελλείψεως χρονικής εγγύτητας, ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της καταγγελίας και της ασκήσεως των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Ομοίως, η εκ μέρους της ενάγουσας αίτηση περί χορήγησης από την εναγόμενη της κατά νόμο απαιτούμενης υπεύθυνης δήλωσης περί διακοπής απασχόλησης της, λόγω της εγκυμοσύνης της, προκειμένου η ενάγουσα να λάβει τις συμπληρωματικές παροχές από τον ΟΑΕΔ, έλαβε χώρα περί τον Ιανουάριο του έτους 2022, ικανοποιήθηκε μάλιστα εντός ολίγον ημερών, συνεπώς δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής ότι η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, τον Απρίλιο του έτους 2024 ως αντίδραση στο εν λόγω αίτημά της. Κατά την επιστροφή της δε στην εργασία της στις 24.04.2023, η ενάγουσα για χρονικό διάστημα περί των 15 ημερών εκπαιδεύτηκε σε νέα προϊόντα προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της, λόγω της πολύμηνης απουσίας της και ξεκίνησε να εργάζεται άμεσα υπό τους όρους της συμβάσεως της. Ουδόλως ωστόσο αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη στέρησε την αποκλειστική χρήση του οχήματος της εταιρίας από την ενάγουσα, καθώς κατά την επιστροφή της ενάγουσας στην εργασία της, η εναγόμενη εταιρία διέθετε ένα όχημα – pull car για όποιον πωλητή το χρειαζόταν, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει σε προκαθορισμένα ραντεβού εκτός έδρας, το εν λόγω δε όχημα ήταν και στη διάθεση της ενάγουσας, γεγονός που αποδεικνύεται από τα από 10.05.2023 προσκομιζόμενα από την εναγόμενη μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ του προϊσταμένου της  …….. ………….  και της ενάγουσας. Περαιτέρω προέκυψε ότι η ενάγουσα αιτήθηκε αλλαγή στο ωράριο της, το οποίο, κατόπιν συναινέσεως της εναγόμενης διαμορφώθηκε σε οκτάωρο ημερησίως από 09:30 έως και 17:30 επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ανάλογα δε της χορηγήθηκαν και τυχόν αιτηθείσες άδειες ασθενείας. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν προέκυψε ότι η εναγόμενη προέβη στην ένδικη καταγγελία ως αντίδραση στο γεγονός ότι η ενάγουσα διεκδικούσε εκ νέου με την επιστροφή στην εργασία της τα νόμιμα δικαιώματά της. Ωστόσο αν και δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένες απαξιωτικές εκφράσεις ή ταπεινωτική και προσβλητική συμπεριφορά προς την ενάγουσα από τον …….. …………, ο οποίος ήταν και ο άμεσος προϊστάμενος της ή από την  …….. …….. η οποία είναι η βασική μέτοχος της εναγόμενης, μέλος του ΔΣ αυτής και πρωτίστως η σύζυγος του …….. …………, καθίσταται προφανές ότι η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από κακοβουλία, ως απόρροια της ερωτικής σχέσης της ενάγουσας με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης και της δικαστικής διαμάχης στην οποία ενεπλάκη ο τελευταίος με την ενάγουσα για την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της. Ήδη δε κατά το διάστημα απουσίας της ενάγουσας από την εργασία της, υπήρξε ανταλλαγή μηνυμάτων της τελευταίας με τη σύζυγο του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και πατρός του εκτός γάμου τέκνου της,  …….. …….. στην πλατφόρμα viber, αλλά και μήνυμα της ενάγουσας στην εταιρική πλατφόρμα teams στην οποία πρόσβαση είχε και το λοιπό προσωπικό της εναγόμενης, στο οποίο η ενάγουσα εξέθετε την προσωπική της σχέση και αντιδικία με τον προαναφερόμενο  ……… …….. Από τα επίμαχα μηνύματα καταδεικνύεται η τεταμένη σχέση των μερών αλλά και το γεγονός ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας δεν ήταν αρεστή στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης και στην σύζυγό του. Ο δε ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας έλαβε χώρα λόγω της χαμηλής αποδοτικότητάς της στην εργασία της και αδιαφορίας της για τα καθήκοντά της, γεγονός που καταδεικνύουν οι χαμηλές πωλήσεις που πέτυχε στο διάστημα των δύο μηνών από την επάνοδο της στην εταιρία έως την απόλυσή της, τυγχάνει αβάσιμος και παραπειστικός, καθόσον κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κάθε εργαζόμενος μετά από πολύμηνη απουσία του από την εργασία του, χρειάζεται ένα εύλογο διάστημα ώστε να προσαρμοστεί, πολλώ δε μάλλον η ενάγουσα η οποία, καίτοι έμπειρη πωλήτρια, έπρεπε να εκπαιδευτεί σε νέα προϊόντα και τεχνολογίες, η δε εναγόμενη επιμελώς φερόμενη, όφειλε να της χορηγήσει έναν ικανό χρόνο προσαρμογής στις νέες συνθήκες, εύλογο δε διάστημα κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν αποτελεί αυτό των δύο μηνών. Κατά συνέπεια δεδομένης της ακυρότητας της καταγγελίας, ερειδόμενης στον παραπάνω λόγο, η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας παρέμεινε ενεργή και η εναγόμενη περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας, την προσφορά της οποίας με την άκυρη καταγγελία της απέκρουσε. Έχει συνεπώς, την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές, τις οποίες εκείνη θα ελάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση της εναγόμενης να αποδεχτεί τις υπηρεσίες της [ΑΠ 1165/2007 ΕΕργΔ 67(2008).626] και εφόσον οι αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται οπό την αντιπαροχή της εργασίας του μισθωτού [ΑΠ 752/2007 ΕλΔ 48(2007).807]. Οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας κατά τον τελευταίο μήνα της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της, αποδείχτηκε ότι ανέρχονταν στο ποσό των 1.369,08 ευρώ (μικτά), έτι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την εργασία της σε έτερο εργοδότη το επίδικο χρονικό διάστημα έλαβε συνολικά το ποσό των 14.820,77 ευρώ, δεκτής εν μέρει της ενστάσεως των αλλαχού κερδηθέντων που προέβαλε η εναγόμενη, καθόσον κατά το υπερβάλλον ποσό τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη και αναπόδεικτη. Συνεπώς δικαιούται για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 24.06.2023 έως 30.04.2025, το συνολικό ποσό των 20.312.92 ευρώ (ήτοι 328,58 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2023 [6 εργάσιμα ημερομίσθια x 54,76 Ευρώ (1.369,08/25) έκαστο] 4.107,24 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας των μηνών Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2023 (ήτοι 1.369,08 x 3) + 1.289,06 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2023 [1.369,08 Ευρώ – 80,02 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 737,66 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνών Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 2023 [1.369,08 x 2 = 2.738,16 ευρώ – 2.000,5 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα ήτοι 1000,25 για έκαστο μήνα] + 881,26 Ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2023 [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 24.6.2023 έως 31.12.2023, εκ 54,76 Ευρώ έκαστο: 2 x 54,76 x 10,05 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 1.146,59 – 265,33 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] (το επίδομα αδείας ύψους 684,54 Ευρώ ομολογεί ότι το έλαβε, συνεπώς δεν συνυπολογίζεται) + 1.355,32 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας των μηνών Ιανουαρίου – Απριλίου 2024 [1.369,08 Ευρώ – 1.030,25 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα x 4] + 199,93 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2024 [μισός μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.369,08 / 2 x 1,04166 = 713,06 – 515,13 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 338,83 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2024 [1.369,08 Ευρώ – 1.030,25 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 299,66 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Ιουνίου 2024 [1.369,08 Ευρώ – 1.069,42 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 338,83 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Ιουλίου 2024 [1.369,08 Ευρώ – 1.030,25 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 380,04 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Αυγούστου 2024 [1.369,08 Ευρώ – 989,04 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 338,83 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Σεπτεμβρίου 2024 [1.369,08 Ευρώ – 1.030,25 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 235,15 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2024 [1.369,08 Ευρώ – 1.133,93 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 338,83 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2024 [1.369,08 Ευρώ – 1.030,25 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 1.369,08 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2024 + 1.426,11 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2024 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.369,08 x 1,04166 = 1.426,11] + 159,14 Ευρώ για επίδομα αδείας 2024 [μισός μηνιαίος μισθός: 1.369,08/2 = 684,54 – 525,40 Ευρώ τα αλλαχού κερδηθέντα] + 5.476,32 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας των μηνών Ιανουαρίου – Απριλίου 2025 + 713,05 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2025 [μισός μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας:        1.369,08 / 2 x 1,04166]), νομιμοτόκως, παρελκούσης της ουσιαστικής έρευνας της επικουρικής βάσεως της αγωγής περί καταχρηστικής καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ερειδόμενη σε έτερο από τον παραπάνω λόγο.

Υπό τα δεδομένα αυτά πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 23.06.2023 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης που τους συνδέει, απαγγελλόμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής ύψους εκατό (100,00) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24.06.2023 έως 30.04.2025 το αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας χρηματικό ποσό, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλι κατέστη απαιτητό, κατά τα εκεί ειδικότερα οριζόμενα. Περαιτέρω, κατά παραδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος της ενάγουσας ως ουσιαστικά βάσιμου, πρέπει η κρινόμενη να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις, καθόσον κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης να προξενηθεί σημαντική ζημιά στην ενάγουσα, λόγω άλλωστε και της φύσεως των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων [άρθρα 908 παρ. 1 εδ. α’ και περ. ε’ και 910 αρ.4 ΚΠολΔ βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Νικολόπουλος), ΚΠολΔ II, εκδ. 2000, άρθρο 910, αριθμ. 2]. Τέλος, μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, πρέπει, κατόπιν νομίμου αιτήματος της, να επιβληθεί και χωρίς κατάλογο εξόδων της τελευταίας, σε βάρος της εναγόμενης, κατά το λόγο της ήττας της στην παρούσα δίκη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι στο σκεπτικό της παρούσας κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα λοιπά, εν μέρει, την κρινόμενη αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 23.06.2023 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία της ενάγουσας από την επίδοση της παρούσας απόφασης, επ’ απειλή, σε βάρος της και υπέρ της ενάγουσας χρηματικής ποινής ποσού εκατό (100) ευρώ, για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί σε αυτήν την υποχρέωσή της.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή, κατά την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων τριακοσίων δώδεκα ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (20.312.92), νομιμοτόκως από τότε που έκαστο επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση μερικώς προσωρινά εκτελεστή κατά την αμέσως προηγούμενη καταψηφιστική της διάταξη και κατά το ήμισυ του επιδικασθέντος ποσού.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας σε βάρος της εναγόμενης την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα Αττικής, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 29 Απριλίου 2025.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies