αποφάσειςεργατικό ατύχημαΆρειος Πάγος 1153/2025

Περίληψη:

Υπόθεση: Αναίρεση απόφασης εφετείου σε υπόθεση εργατικού ατυχήματος

Πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων εργαζόταν ως τεχνικός σε εταιρία τηλεπικοινωνιών. Ενώ εκτελούσε εργασίες σε σκάλα σε ύψος 3 μέτρων περίπου, συνάδελφός του απενεργοποίησε τη διάταξη ακινητοποίησης της σκάλας και την τράβηξε χωρίς να παρατηρήσει ότι ο αναιρεσείων βρισκόταν επάνω της. Η σκάλα μετακινήθηκε απότομα, ο αναιρεσείων έχασε την ισορροπία του, έπεσε και υπέστη κάταγμα οσφυϊκού σπονδύλου και εξάρθρημα ποδοκνημικής. Νοσηλεύτηκε επί 2 εβδομάδες, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση σπονδυλοδεσίας και παρέμεινε ανίκανος για εργασία επί 29 μήνες.

Ζητήματα: 1) Ύψος εύλογης χρηματικής ικανοποίησης κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, 2) Εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στον καθορισμό της αποζημίωσης

Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Άρθρα 297, 300, 330, 914, 932 ΑΚ, άρθρα 1, 16 Ν. 551/1915 (εργατικά ατυχήματα), άρθρο 42 Ν. 3850/2010 (υποχρεώσεις εργοδοτών), άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Συντάγματος (αρχή αναλογικότητας), άρθρα 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ

Η κρίση του δικαστηρίου: Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε την αναίρεση ως βάσιμη. Κρίθηκε ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση μόλις 20.000 ευρώ για σοβαρό εργατικό ατύχημα με κάταγμα σπονδύλου, χειρουργική επέμβαση και 29μηνη ανικανότητα, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Το ποσό κρίθηκε ότι υπολείπεται καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις κατά την κοινή πείρα και τη δικαστηριακή πρακτική. Η απόφαση αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση από άλλον δικαστή.

Δημοσιευμένη σε:  Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΑΡΙΘΜΟΣ 1153/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: …… του ….., κατοίκου ….., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…… Α.Ε.» και το  δ.τ. «…. Α.Ε.», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-01-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1611/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5030/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-2- 2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση όπως αίτησης όπως, που εκφωνήθηκε με τη σειρά όπως από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13/2/2023 (αρ. κατ. ….) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’αριθμ. 5030/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απορρίφθηκε η από 29/12/2020 (αρ. κατ. ….) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η από 20/4/2021 (αρ. κατ. …) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 1611/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε δεκτή εν μέρει η από 29/1/2020 (αρ. κατ. ….) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας σωματικής βλάβης, που προκλήθηκε από ατύχημα στον χώρο εργασίας του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι αυτό οφειλόταν σε υπαιτιότητα προστηθέντος υπαλλήλου της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 13/2/2023, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 7/12/2021 (άρθρα 552, 553 παρ.1  περ. β’, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

I. Από τα άρθρα 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας αυτού, να είναι παράνομη η πράξη ή η παράλειψή του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παράβασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 218/2018). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α1 του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας, (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 246/2022, 617/2022). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ’ αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 246/2022, 617/2022, 910/2015, 876/2014, 938/2013). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια ή δόλος αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 433/2024, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 617/2022). Σύμφωνα επίσης με τη διάταξη του άρθρου 42 ν. 3850/2010 (ΦΕΚ A 84/2.6.2010), όπως ίσχυε πριν η παρ. 6 αυτού τροποποιηθεί με το άρθρο 7 ν. 4808/2021 (ΦΕΚ A 101/19.6.2021), υπό τον τίτλο «Γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών», ορίζονται τα εξής: «1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων…. 5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων. 6. Ο εργοδότης υποχρεούται: α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων, β) να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους, γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, δ) να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους, ε) να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση, στ) να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, ζ) να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 48 και η) να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων. 7. Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5, βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης: α) αποφυγή των κινδύνων, β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν, γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και των μεθόδων εργασίας και παραγωγής, προκειμένου ιδίως να μετριασθεί η μονότονη και ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εργασία και να μειωθούν οι επιπτώσεις της στην υγεία, δ) αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο, ε) προγραμματισμός της πρόληψης με στόχο ένα συνεκτικό σύνολο που να ενσωματώνει στην πρόληψη την τεχνική, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και την επίδραση των παραγόντων του περιβάλλοντος στην εργασία, στ) καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους, ζ) προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας, η) προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις και θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζομένους. 8. Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του παρόντος κώδικα, ο εργοδότης οφείλει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης: α) Να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, μεταξύ άλλων κατά την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας, των χημικών και βιολογικών παραγόντων ή παρασκευασμάτων, κατά τη διαρρύθμιση των χώρων εργασίας, καθώς και τους κινδύνους τους συναφείς με την παραγωγική διαδικασία. Η εκτίμηση αυτή είναι γραπτή και συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 43. Μετά την εκτίμηση αυτή, οι δραστηριότητες πρόληψης και οι μέθοδοι εργασίας και παραγωγής που χρησιμοποιούνται από τον εργοδότη πρέπει να εξασφαλίζουν τη βελτίωση του επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και να ενσωματώνονται στο σύνολο των δραστηριοτήτων της επιχείρησης και σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, β) Όταν αναθέτει καθήκοντα σ’ έναν εργαζόμενο, να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες του εν λόγω εργαζομένου σε θέματα ασφάλειας και υγείας, γ) Να μεριμνά ώστε ο προγραμματισμός και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών να αποτελούν αντικείμενό διαβούλευσης με τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους, όσον αφορά στις συνέπειες της επιλογής του εξοπλισμού, στις συνθήκες εργασίας, καθώς και στο εργασιακό περιβάλλον για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων, δ) Να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες».

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε επαρκείς, άλλως διέλαβε αντιφατικές, αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης υποκειμενικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης στην επέλευση του ατυχήματος, λόγω της παράλειψής της να λάβει μέτρα ασφαλείας, που να αποτρέπουν την πτώση από ύψος. Από την επισκόπηση για τις ανάγκες έρευνας του πιο πάνω αναιρετικού λόγου του τμήματος της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το θέμα της υπαιτιότητας της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα: «Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη, την 01.03.2015, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την ειδικότητα του τεχνικού πεδίου. Στις 08.02.2016 και περί ώρα 10.00 παρείχε την εργασία του εντός των κτιριακών εγκαταστάσεων της εναγομένης στο Τμήμα Τεχνικών Λειτουργιών Πεδίου, επί της συμβολής των οδών … αρ. .. και … αρ. .., στο …. Στο ισόγειο της παραπάνω εγκατάστασης της εναγομένης υπάρχει μια αίθουσα εντός της οποίας είναι τοποθετημένοι κατανεμητές. Οι κατανεμητές είναι μεγάλα μηχανήματα, στα οποία καταλήγουν όλα τα ζεύγη καλωδίων των συνδρομητών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών της περιοχής. Οι κατανεμητές αυτοί είναι τοποθετημένοι σε σειρές στο μέσο της αίθουσας, ώστε να είναι προσβάσιμοι και από τις δύο πλευρές τους. Οι υποδοχές (ρεκλέτες) των κατανεμητών βρίσκονται σε ύψος από πενήντα (50) εκατοστά έως και πέντε (5) μέτρα. Η διαδικασία της σύνδεσης των καλωδίων στις ρεκλέτες των κατανεμητών ονομάζεται μικτονόμηση και γίνεται με τη χρήση εργαλείων χειρός. Η πρόσβαση στις υποδοχές που βρίσκονται σε μεγάλο ύψος γίνεται με τη χρήση φορητής (συρόμενης) τροχήλατης μεταλλικής κλίμακας, πλάτους περίπου πενήντα (50) εκατοστών, η οποία φέρει στο κάτω μέρος της ροδάκια με ανάγλυφο πέλμα και στο επάνω μέρος της μηχανισμό ολίσθησης (ράουλα που κυλούν – οδηγούν την κλίμακα σε σταθερή ράγα κύλισης) για να σύρεται προς το πλάι. Οι κλίμακες διαθέτουν διάταξη ακινητοποίησης (φρένο) που ενεργοποιείται μέσω συρματόσχοινου ενσωματωμένου επ’ αυτών. Όταν οι τεχνικοί απαιτείται να χρησιμοποιήσουν την κλίμακα, τραβούν το συρματόσχοινο, απενεργοποιώντας τον μηχανισμό ακινητοποίησης, και μεταφέρουν την κλίμακα, σύροντας τη, στην επιθυμητή θέση. Τότε αφήνουν το συρματόσχοινο, ακινητοποιείται η κλίμακα και μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν. Την 08.02.2016 ο ενάγων έπρεπε να προχωρήσει σε μικτονόμηση, όπως έπραττε καθημερινά, με βάση τις εντολές και οδηγίες που λάμβανε από τον προϊστάμενο του, κ. ….. Έτσι, αφού πήρε τα κατάλληλα εργαλεία χειρός, και επειδή η μικτονόμηση έπρεπε να γίνει σε ύψος τριών (3) μέτρων περίπου, ανέβηκε σε μία από τις κλίμακες του χώρου και άρχισε να εκτελεί την εργασία που του είχε ανατεθεί. Ενώ εκτελούσε τη μικτονόμηση, όλως αιφνιδίως ο συνάδελφος του …. που χρειαζόταν κι εκείνος την κλίμακα για να εκτελέσει εργασίες σε άλλο σημείο του κατανεμητή, απενεργοποίησε τη διάταξη ακινητοποίησης (τραβώντας το συρματόσχοινο) και τράβηξε την κλίμακα προκειμένου να την τοποθετήσει στο σημείο που επιθυμούσε, πλην όμως, δεν πρόσεξε ότι τη στιγμή εκείνη επάνω στην κλίμακα βρισκόταν ο ενάγων και η κλίμακα μετακινήθηκε απότομα προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του ο ενάγων, να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί στην σπονδυλική του στήλη και στην ποδοκνημική περιοχή. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ως άνω ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του …., ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην συγκεκριμένη περίπτωση ως μέσος συνετός χειριστής, προέβη σε απενεργοποίηση της διάταξης ακινητοποίησης και τράβηξε την κλίμακα προκειμένου να την τοποθετήσει σε άλλο σημείο, χωρίς να παρατηρήσει και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια για τους λοιπούς εργαζομένους, αφού ο ενάγων βρισκόταν πάνω στη κλίμακα, στα 3,5 μέτρα περίπου, και χωρίς να περιμένει, ως όφειλε, εντολή από τον παθόντα ότι μπορεί να προβεί στην μετακίνηση αυτή. Το ως άνω ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του …., ο οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην συγκεκριμένη περίπτωση ως μέσος συνετός χειριστής, προέβη σε απενεργοποίηση της διάταξης ακινητοποίησης και τράβηξε την κλίμακα προκειμένου να την τοποθετήσει σε άλλο σημείο, χωρίς να παρατηρήσει και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια για τους λοιπούς εργαζομένους, αφού ο ενάγων βρισκόταν πάνω στη κλίμακα, στα 3,5 μέτρα περίπου, και χωρίς να περιμένει, ως όφειλε, εντολή από τον παθόντα ότι μπορεί να προβεί στην μετακίνηση αυτή. Μάλιστα δεν αντέχει στη λογική ότι ο …. δεν είχε το οπτικό πεδίο να δει τον ενάγοντα που βρισκόταν στη σκάλα, σε ύψος 3,5 μέτρων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι η χρησιμοποίηση ζώνης ως μέσο ατομικής προστασίας, εξαρτημένη από σταθερό σημείο για τον εργαζόμενο, που βρίσκεται στην κλίμακα (όπως επισημαίνει ο Επιθεωρητής Εργασίας στην από 04.03.2016 έκθεση του) δεν είναι πρόσφορο μέτρο αποτροπής πτώσης. Και τούτο διότι για να σταθεροποιηθεί πρέπει να υπάρχει ελεύθερο και σταθερό σημείο, πράγμα αδύνατο, λόγω της ύπαρξης σκαλοπατιών. Όσον αφορά την επισήμανση του Επιθεωρητή Εργασίας στην από 04.03.2016 έκθεση του για τοποθέτηση στις κλίμακες φωτεινής σήμανσης, που αναβοσβήνει, κάτι τέτοιο μόνο σύγχυση και οπτική κόπωση στους εργαζόμενους θα μπορούσε να δημιουργήσει. Επιπρόσθετα οι εργαζόμενοι είχαν εκπαιδευτεί σε μέτρα προστασίας, αφού και ενημέρωση – εκπαίδευση για τα μέτρα ασφαλούς εργασίας, το έτος 2014, είχε γίνει στους εργαζόμενους από τον τεχνικό ασφαλείας, αλλά και έγγραφες οδηγίες ασφαλούς εργασίας σε χώρους γενικού κατανεμητή, που έχουν εκδώσει οι τεχνικοί ασφαλείας, επικαιροποιούνται τακτικά και μοιράζονται στο προσωπικό που απασχολείται στους χώρους αυτούς. Η εταιρεία είχε χορηγήσει στον ενάγοντα, όπως και σε όλους τους εργαζόμενους με την ίδια ειδικότητα, όλα τα προβλεπόμενα για τη θέση τους μέτρα προστασίας, ήτοι βιομηχανικό κράνος ασφαλείας, παντελόνια με πολύ μεγάλες τσέπες, ώστε οποιοδήποτε εργαλείο χρειάζονται, να το τοποθετούν στις τσέπες τους προκειμένου να          έχουν τα χέρια τους ελεύθερα, προστατευτικά υποδήματα ασφαλείας, αντιολισθητικά και με ενσωματωμένο σίδερο στο μπροστινό μέρος, ώστε να προστατεύονται τα δάκτυλα των ποδιών από ενδεχόμενη πτώση βαρέος αντικειμένου. Αλλά και σε κάθε περίπτωση η έλλειψη μέσων ατομικής προστασίας δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα». Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ύπαρξης υπαιτιότητας του προστηθέντος από την αναιρεσίβλητη υπαλλήλου της στην πρόκληση της σωματικής βλάβης του αναιρεσείοντος και, ως εκ τούτου, αντικειμενικής υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, περιλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 922 και 932 ΑΚ, 1, 2 και 16 του ν. 551/1915, 42 παρ. 1, 5, 6, 7 και 8 του ν. 3850/2010, 7 παρ. 1, 5, 6 και 12 παρ. 1, 2 και 3 ΠΔ 17/1996, 7 παρ. 1 ΠΔ 395/1994, 7 παρ. 1 και παρ. 9.1 του παραρτήματος II ΠΔ 396/1994 και 3 παρ. 1 ΠΔ 105/1955 και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το ατύχημα προκλήθηκε από υπαιτιότητα προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην συγκεκριμένη περίπτωση ως μέσος συνετός χειριστής, προέβη σε απενεργοποίηση της διάταξης ακινητοποίησης της κλίμακας, στην οποία είχε ανέβει ο αναιρεσείων, και τράβηξε αυτήν προκειμένου να την τοποθετήσει σε άλλο σημείο, χωρίς να παρατηρήσει ότι ο αναιρεσείων βρισκόταν επ’αυτής σε ύψος 3,5 μ. από το έδαφος, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια για τους λοιπούς εργαζομένους και χωρίς να περιμένει, ως όφειλε, εντολή από τον αναιρεσείοντα ότι μπορεί να προβεί στη μετακίνηση αυτή. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της ως εργοδότρια για προστασία των εργαζομένων και είχε χορηγήσει στον αναιρεσείοντα, όπως και σε όλους τους εργαζόμενους με την ίδια ειδικότητα, μέσα ατομικής προστασίας, ήτοι βιομηχανικό κράνος ασφαλείας, παντελόνια με τσέπες, ώστε, οποιοδήποτε εργαλείο χρειάζονται, να το τοποθετούν στις τσέπες τους, προκειμένου να έχουν τα χέρια τους ελεύθερα, προστατευτικά υποδήματα ασφαλείας, αντιολισθητικά και με ενσωματωμένο σίδερο στο μπροστινό μέρος, ώστε να προστατεύονται τα δάκτυλα των ποδιών από ενδεχόμενη πτώση βαρέος αντικειμένου, καθώς και ότι είχε μεριμνήσει για την ενημέρωση και εκπαίδευση του προσωπικού της σε μέτρα ασφαλούς εργασίας από τον τεχνικό ασφαλείας, ενώ είχε χορηγήσει επίσης στο προσωπικό της έγγραφες οδηγίες ασφαλούς εργασίας σε χώρους γενικού κατανεμητή, που είχαν εκδώσει οι τεχνικοί ασφαλείας, οι οποίες οδηγίες επικαιροποιούνται τακτικά και μοιράζονταν στο προσωπικό, που απασχολείται στους χώρους αυτούς. Η επικαλούμενη με τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο παράλειψη της αναιρεσίβλητης να λάβει επιπλέον μέτρα ασφαλείας ή να χορηγήσει στους εργαζόμενους τα αναφερόμενα μέσα ατομικής προστασίας, πλέον αυτών που η αναιρεσίβλητη είχε ήδη λάβει, όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγησή τους, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 425/2018). Όσον αφορά τις γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ), όπως είναι και οι εκθέσεις επιθεωρητών, δεν είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο, χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή του από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία του (Απ 123/2024, ΑΠ 816/2021). Επομένως, η μνεία της απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα καλύπτει και αυτές και η παράλειψη ειδικής αναφοράς τους στην απόφαση δεν ιδρύει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο από το άνω άρθρο 559 αρ. 11 (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 483/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα στο Εφετείο, α) την υπ’αριθμ. πρωτ. 68Β/4.3.2016 έκθεση του Επιθεωρητή Ασφάλειας της Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας …., β) το από 26/2/2016 υπόμνημα της αναιρεσίβλητης προς την Επιθεώρηση Εργασίας και, γ) το από 18/2/2016 Δελτίο Ελέγχου του ΣΕΠΕ, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι η τοποθέτηση αφενός στην κλίμακα μηχανισμού πρόσδεσης των εργαζομένων με ζώνη ασφαλείας και αφετέρου φωτεινής, ηχητικής ή άλλης ένδειξης, που να ενημερώνει τους εργαζόμενους στον ίδιο χώρο πότε μία κλίμακα χρησιμοποιείται, ήταν μέτρα πρόσφορα για την αποτροπή τραυματισμών και ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να τα λάβει υπόψη συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, καθώς και τις από 9/10/2017 και 11/1/2018 βεβαιώσεις του ιατρού ….., προς απόδειξη των επιπτώσεων της σωματικής του βλάβης, πλην όμως το Εφετείο δεν τα έλαβε καθόλου υπόψη, ούτε τα αντέκρουσε ειδικά, λόγω της αντιθέσεως του περιεχομένου τους με τις παραδοχές της. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ιδίως από τη διαβεβαίωση αυτής ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την αναφερόμενη σ’αυτή ένορκη βεβαίωση και «όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά από αυτά, είτε για να χρησιμεύσουν (τα έγγραφα) προς πλήρη απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 338, 339 του ΚΠολΔ), μεταξύ δε αυτών (εγγράφων) και τα έγγραφα της σχηματισθείσης για το επίδικο εργατικό ατύχημα ποινικής δικογραφίας (…), τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (…), από την επισκόπηση των φωτογραφιών που προσκομίσθηκαν (…), των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε…», σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της και κυρίως τις αιτιολογίες της, όπως αυτές εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, τα ανωτέρω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και της ουσιαστικής του κρίσης για την επίδικη διαφορά, δεδομένου μάλιστα ότι γίνεται σαφής αναφορά αυτών και ιδίως της από 4/3/2016 έκθεσης του Επιθεωρητή Ασφάλειας της Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας ….. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

III. Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352 ΚΠολΔ) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445 ΚΠολΔ). Για τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά τον νόμο, είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ’ άρθρο 340 του ως άνω Κώδικα, εκτιμηθούν «ελεύθερα». Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά τον νόμο ή, όταν κατ’εξαίρεση προσδίδεται σε ένα αποδεικτικό μέσο μείζων αποδεικτική δυνάμη (όπως στη δικαστική ομολογία), το δικαστήριο δεν προσέδωσε αυτήν και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 269/2022). Εξάλλου, από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι’ αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 755/2023, ΑΠ 352/2023), ειδικότερα δε το αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιβλαβές γι’ αυτόν γεγονός, πρέπει να αναφέρεται αμέσως στο αμφισβητηθέν αντικείμενο της διαφοράς, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν το ομολογούμενο γεγονός αποτελεί απλώς βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 403/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι δεν ελήφθη υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση η ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στην έφεση και τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό για υπαιτιότητά της στην επέλευση της βλάβης, λόγω παράλειψής της να του χορηγήσει εξοπλισμό αντιπτωτικού τύπου με φρένο απορρόφησης κινητικής ενέργειας, ο οποίος, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε αποτρέψει τον τραυματισμό του. Ο σχετικός αναιρετικός λόγος προβάλλεται αορίστως, καθώς δεν παρατίθενται τα αποσπάσματα των δικογράφων, στα οποία περιλαμβάνεται η επικαλούμενη ομολογία της αναιρεσίβλητης, αλλά και απαραδέκτως, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 20/4/2011 έφεσης της αναιρεσίβλητης και των από 18/10/2021 κατ’ έφεση προτάσεών της, δεν περιέχονται στα δικόγραφα αυτά πραγματικά περιστατικά επιζήμια για την αναιρεσίβλητη, τα οποία να συνιστούν δικαστική ομολογία, αλλά γίνεται παράθεση περιστατικών στο πλαίσιο της εκ μέρους της αιτιολογημένης άρνησης των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV. Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ 10/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β’ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΟλΑΠ 2/2008). Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 1636/2023,ΑΠ 60/2022, ΑΠ 1373/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αρ. 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατυπώνει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, παραβίασε τα διδάγματα        της κοινής πείρας (άρθρο 336 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η παραβίαση αυτή συνίσταται στο ότι αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας και λογικής ότι, αν ο αναιρεσείων είχε λάβει εξοπλισμό αντιπτωτικού τύπου και εξοπλισμό με φρένο απορρόφησης κινητικής ενέργειας, θα είχε αποφευχθεί η πτώση του και η πρόκληση σωματικής του βλάβης. Ωστόσο, η παραπάνω διαλαμβανόμενη αιτίαση δεν έχει τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε και συγκεκριμένα διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορούν την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και τη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν. Επομένως, υπό το περιεχόμενο αυτό, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V. Με το άρθρο 25 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α’ 85/18.4.2001), ορίζεται στο εδ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου αυτού ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη, που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ’ του Συντάγματος, η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και «στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει», και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.)· Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια, που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 12/2024, ΑΠ 1037/2021, ΑΠ 1078/2021). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το «εύλογο» του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932). Σκοπός της ως άνω διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, εξάλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύφος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου», εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και όλες οι ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές ανέλεγκτες αντιλήψεις του, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Τούτο διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του «ευλόγου» και συνακόλουθα το «εύλογο» εμπεριέχεται αναγκαίως στο «ανάλογο». Εξάλλου, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης (και σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος), ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 866/2024, ΑΠ 564/2024, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 12/2024).

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 134/2021,ΑΠ 269/2020). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, α) προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημίωσης κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, β) στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι δεν περιέλαβε αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, γ) δεν στάθμισε καθόλου τις επιπτώσεις στο μέλλον της σωματικής βλάβης του αναιρεσείοντος και με ανεπαρκείς αιτιολογίες προσδιόρισε το ποσό της χρηματικής του ικανοποίησης, χωρίς να αναφέρει επαρκώς την έκταση και τις συνέπειες αυτής και, δ) συνεκτίμησε για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, αποχωρώντας από την αναιρεσίβλητη με τη χρήση προγράμματος εθελούσιας εξόδου, έλαβε το ποσό των 130.840 ευρώ. Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες της έρευνας του αναιρετικού λόγου, της προσβαλλόμενης με αριθμό 5030/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι με αυτή, αφού κρίθηκε, όπως προεκτέθηκε, ότι το ατύχημα προκλήθηκε από υπαιτιότητα προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, έγιναν ανελέγκτως δεκτά σχετικά με τη βλάβη του αναιρεσείοντος τα ακόλουθα: «Μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε εσπευσμένα με ασθενοφόρο στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου «…..». Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης, εισήχθην αυθημερόν στην ορθοπεδική κλινική, όπου μετά από εξετάσεις, το ιατρικό προσωπικό διέγνωσε κάταγμα 03 οσφυϊκού σπονδύλου και «…εξάρθρημα ποδοκνημικής…». Στο νοσοκομείο αυτό νοσηλεύθηκε επί δύο (2) εβδομάδες, ήτοι μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου 2016. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε, και πάλι με ασθενοφόρο, στην ιδιωτική κλινική «…..». Εκεί υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση στη σπονδυλική στήλη (σπονδυλοδεσία/αποσυμπίεση των σπονδύλων ΟΙ έως 04). Το εξάρθρημα στην ποδοκνημική αντιμετωπίστηκε συντηρητικά. Στην κλινική αυτή νοσηλεύθηκε μέχρι τις 25 Φεβρουαρίου 2016 και στη συνέχεια εξήλθε και νοσηλεύθηκε οίκοι, ανίκανος για εργασία, με διαδοχικές αναρρωτικές άδειες, έως τις 14 Ιουλίου 2018, ήτοι επί είκοσι εννέα (29) μήνες. Τον πρώτο ενάμιση μήνα μετά τη χειρουργική επέμβαση, παρέμεινε σε κλινοστατισμό (πλήρη ακινησία στο κρεβάτι). Στη συνέχεια, στις αρχές Απριλίου 2016, άρχισε να κινητοποιείται σταδιακά, σε πρώτη φάση με αναπηρικό αμαξίδιο και στη συνέχεια με τη χρήση περιπατητήρα τύπου «Π». Τον Αύγουστο του 2016 ξεκίνησε να βαδίζει με βακτηρίες, τις οποίες χρησιμοποίησε μέχρι τα τέλη -Δεκεμβρίου 2016. Καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του οίκοι ήταν ανίκανος, όχι μόνο να εργαστεί, αλλά ακόμη και να εξυπηρετήσει τις στοιχειώδεις καθημερινές ανάγκες του, επικουρούμενος αναγκαστικά από τη σύζυγο μου. Ο ενάγων έχει λάβει από την εναγομένη πρόσθετη αποζημίωση λόγω πρόσκαιρης ανικανότητας, ύψους 30.000 ευρώ και έχει αποχωρήσει από την εναγομένη με τη χρήση προγράμματος εθελούσιας εξόδου λαμβάνοντας το χρηματικό ποσό των 130.840 ευρώ. Ενόψει των συνθηκών που έγινε το ατύχημα, της φύσης και της έκτασης του τραυματισμού του ενάγοντος (ηλικίας 63 ετών), του βαθμού υπαιτιότητας των εμπλεκομένων μερών, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ο πρώτος υπέστη ηθική βλάβη, η χρηματική ικανοποίηση της οποίας αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 20.000 Ευρώ». Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία μεμφόταν την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διότι επιδίκασε σ’αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 60.000 ευρώ και όχι το αιτούμενο ποσό των 100.000 ευρώ, δέχθηκε κατ’ουσίαν τον σχετικό με το ύψος του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης λόγο έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό και, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και επιδίκασε στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, σύμφωνα με αυτά που αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη, ορθά κατ’αρχήν δέχθηκε ότι το επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση ποσό των 60.000 ευρώ δεν αντιστοιχούσε σε ανάλογη για τη ζημία του αναιρεσείοντος αποζημίωση, στη συνέχεια όμως επιδικάζοντας ως εύλογη αποζημίωση το ποσό των 20.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση υπολείπεται καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ’ αυτόν το προαναφερόμενο ποσό ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Συνακόλουθα τούτων, πρέπει, κατ’ παραδοχή του ανωτέρω πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί η πληττόμενη με αριθμό 5030/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 5030/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το παραπάνω κεφάλαιο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies