Περίληψη:
Υπόθεση: Αγωγή αποζημίωσης λόγω εργατικού ατυχήματος που προκάλεσε ακρωτηριασμό δακτύλων αριστερού χεριού εργαζομένου σε βιομηχανία παραγωγής ζωοτροφών, κατά της εργοδότριας ΙΚΕ, των διαχειριστών της και της τεχνικού ασφαλείας. Ο ενάγων ζήτησε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και αποζημίωση αναπηρίας κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, ισχυριζόμενος ενδεχόμενο δόλο και επικουρικά αμέλεια των εναγομένων. Το Πρωτοδικείο επιδίκασε 80.000 ευρώ για ηθική βλάβη με συνυπαιτιότητα 20%, απορρίπτοντας την αξίωση για δόλο και αποζημίωση αναπηρίας. Ακολούθησαν τρεις εφέσεις: του ενάγοντος (για αύξηση ποσού και κατάφαση δόλου), των τριών πρώτων εναγομένων (για απόρριψη αγωγής ή μείωση ποσού) και της τέταρτης εναγομένης (για απόρριψη αγωγής).
Πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, εργαζόμενος ως ανειδίκευτος εργάτης στη βιομηχανία ζωοτροφών της πρώτης εναγομένης ΙΚΕ, υπέστη εργατικό ατύχημα κατά τη λειτουργία αναμικτικής δεξαμενής με αναδευτήρα. Ενώ εκτελούσε καθαρισμό υπολειμμάτων μίγματος μέσω ανοιχτής θυρίδας στο κάτω μέρος δεξαμενής, ο αναδευτήρας που ήταν σε λειτουργία συνέθλιψε τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του. Ο ενάγων είχε θέσει σε λειτουργία τον αναδευτήρα, άνοιξε τη θυρίδα για εκροή του μίγματος, εκτέλεσε διαδοχικές εργασίες σε άλλα σημεία και επέστρεψε για καθαρισμό χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι ο αναδευτήρας συνέχιζε να λειτουργεί. Συνέβαλαν: υψηλός θόρυβος, έλλειψη οπτικής επαφής με το μπουτόν λειτουργίας (3 μέτρα μακριά), πίεση λόγω αλλαγής χρώματος μίγματος και απουσία προστατευτικού κιγκλιδώματος ή αυτοματισμού διακοπής λειτουργίας κατά το άνοιγμα της θυρίδας. Ο ενάγων υπεβλήθη σε έξι χειρουργικές επεμβάσεις, απουσίασε από την εργασία 17 μήνες, και πιστοποιήθηκε με αναπηρία 50%. Επέστρεψε στην εργασία εκτελώντας βοηθητικές εργασίες.
Ζητήματα: 1) Αν υπήρξε ενδεχόμενος δόλος των εναγομένων ως προς την παράβαση μέτρων ασφαλείας, που θα δικαιολογούσε πλήρη αποζημίωση (άρθρο 931 ΑΚ) παρά την ασφάλιση στο ΙΚΑ (άρθρο 34§2 α.ν. 1846/1951, όπως ερμηνεύθηκε από άρθρο 212 ν. 4512/2018). 2) Αν υπήρξε αμέλεια των εναγομένων (εργοδότρια ΙΚΕ, διαχειριστές, τεχνικός ασφαλείας) λόγω παράλειψης λήψης μέτρων ασφαλείας κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας (άρθρα 662 ΑΚ, 1, 3, 4§4, 9 Παράρτημα I παρ. 2.13 π.δ. 395/1994, 14, 15, 42 ν. 3850/2010). 3) Αν υπήρξε συνυπαιτιότητα του ενάγοντος (άρθρο 300 ΑΚ) και σε ποιο ποσοστό. 4) Το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη (άρθρο 932 ΑΚ). 5) Αν οφείλεται τόκος επιδικίας ή υπερημερίας (άρθρο 346 ΑΚ). 6) Αν πρέπει να διαταχθεί προσωπική κράτηση (άρθρο 1047§1 ΚΠολΔ) και ποιας διάρκειας. 7) Το παραδεκτό των εφέσεων ως προς την προσεπίκληση της ασφαλιστικής εταιρίας (δικονομικός εγγυητής) και την πρόσθετη παρέμβασή της.
Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Άρθρα 71, 297, 298, 300, 330, 340, 346, 662, 914 επ., 922, 926, 931, 932 ΑΚ. Άρθρα 1, 16 ν. 551/1915. Άρθρα 34§2, 60§3 α.ν. 1846/1951. Άρθρο 212 ν. 4512/2018 (αυθεντική ερμηνεία άρθρου 34§2 α.ν. 1846/1951). Άρθρα 1, 2, 3, 4§4, 9 Παράρτημα I παρ. 2.13 και 2.23, Παράρτημα II προοίμιο και 1.1 π.δ. 395/1994. Άρθρα 14, 15, 20, 25§1α’, 35§3, 42§§1,5,6,7,8, 43§1 ν. 3850/2010. Άρθρα 22 παρ. 1.1.2.4.3 π.δ. 57/2010. Άρθρα 31§3, 69§1δ, 80, 81§3, 82 εδ. γ, 88, 89, 106, 116, 176, 178, 183, 191§2, 216, 242§2, 246, 271, 277 αρ. 4, 304§2, 306§§2,3, 336§§3,4, 339, 340, 390, 395, 432 επ., 495§3, 500, 502, 511, 513, 516, 517, 518§§1,2, 520§1, 522, 524§§1,2, 527 αρ. 1, 529§1, 533§1, 534, 535§1, 558, 561§1, 591§§1,5, 614§§3, αρ. 3 ΚΠολΔ. Άρθρο 1047§1 ΚΠολΔ. Άρθρο 61§4 Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013).
Η κρίση του δικαστηρίου: Το Εφετείο έκρινε ότι: 1) Δεν αποδείχθηκε ενδεχόμενος δόλος των εναγομένων, καθώς η παράβαση μέτρων ασφαλείας δεν ήταν τόσο σοβαρή ώστε να συνιστά δόλο ως προς την παράβαση ειδικών διατάξεων (άρθρο 34§2 α.ν. 1846/1951, όπως ερμηνεύθηκε από άρθρο 212 ν. 4512/2018). 2) Υπήρξε συγκλίνουσα αμέλεια των εναγομένων: α) Η εργοδότρια ΙΚΕ και οι διαχειριστές της παρέλειψαν να λάβουν μέτρα ασφαλείας κατά τη χρήση του εξοπλισμού (άρθρα 662 ΑΚ, 4§4, 9 Παράρτημα I παρ. 2.13 π.δ. 395/1994, 42 ν. 3850/2010): δεν τοποθέτησαν προστατευτικό κιγκλίδωμα περιμετρικά της θυρίδας για αποτροπή πρόσβασης στον αναδευτήρα όταν η θυρίδα ήταν ανοιχτή, ούτε αυτοματισμό διακοπής λειτουργίας του αναδευτήρα κατά το άνοιγμα της θυρίδας. β) Η τεχνικός ασφαλείας παρέλειψε να επιθεωρήσει τις θέσεις εργασίας, να αναφέρει τις ελλείψεις στον εργοδότη, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης και να επιβλέψει την εφαρμογή τους (άρθρα 14, 15, 20 ν. 3850/2010). Οι παραλείψεις αυτές ήταν αιτιωδώς συνδεδεμένες με το ατύχημα, καθώς το ατύχημα θα είχε αποτραπεί με την ύπαρξη κιγκλιδώματος ή αυτοματισμού. 3) Υπήρξε συνυπαιτιότητα του ενάγοντος σε ποσοστό 30% (άρθρο 300 ΑΚ), καθώς παρέλειψε να ελέγξει τη λειτουργία του αναδευτήρα πριν τον καθαρισμό και επιχείρησε καθαρισμό με το χέρι αντί με εργαλείο. Οι εναγόμενοι βαρύνονται με 70%. 4) Η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (άρθρο 932 ΑΚ) ορίστηκε σε 63.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη: το είδος και την έκταση της προσβολής (ακρωτηριασμός, αναπηρία 50%), την ηλικία (46 ετών), τη ψυχική ταλαιπωρία, το βαθμό πταίσματος των εναγομένων, τη συνυπαιτιότητα 30%, και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων. 5) Οφείλεται τόκος υπερημερίας και όχι επιδικίας (άρθρο 346 ΑΚ), καθώς οι εναγόμενοι είχαν εύλογες αμφιβολίες ως προς την έκταση και το ύψος της απαίτησης. 6) Διατάχθηκε προσωπική κράτηση δύο μηνών κατά των φυσικών προσώπων εναγομένων (άρθρο 1047§1 ΚΠολΔ), λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και την έλλειψη καλής πίστης. 7) Οι εφέσεις κατά της ασφαλιστικής εταιρείας (δικονομικός εγγυητής) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες. Το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα κεφάλαια συνυπαιτιότητας και ύψους αποζημίωσης, κράτησε την υπόθεση, και επιδίκασε 63.000 ευρώ με τόκο υπερημερίας και προσωπική κράτηση δύο μηνών.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
Αριθμός 574/2025
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Φανή Βακράτσα Εφέτη η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο Εφετών Λάρισας και τη Γραμματέα Μαρία Μπαλή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στη Λάρισα στις 4 Απριλίου 2025, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
(Α ΕΦΕΣΗ) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ (πιν….): …. του …., κατοίκου Λάρισας, οδός … αρ. …, με ΑΦΜ …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο (ΔΣ Αθηνών), δυνάμει της από 2-4-2025 δηλώσεως κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις (και το υπ’ αριθ. …. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών/ 61 και παράρτημα I & III του ν. 4194/2013 – ΦΕΚ Α’ 208/27.9.2013 – «Κώδικας Δικηγόρων»).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ (ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ Α ΑΓΩΓΗΣ): 1) Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «…..», η οποία εδρεύει στη βιομηχανική περιοχή (ΒΙ.ΠΕ.) Λάρισας, με ΑΦΜ …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 2) ….. του …., κατοίκου Λάρισας, οδός …. αρ…., με ΑΦΜ …., 3) …. του …., κατοίκου Λάρισας, οδός …. αρ…., με ΑΦΜ …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γκότση (ΔΣ Λάρισας) δυνάμει της από 2-4-2025 δηλώσεως κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσαν προτάσεις (και το υπ’ αριθ. … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας/ αρ. 61 και παράρτημα I & III του ν. 4194/2013 – ΦΕΚ Α’ 208/27.9.2013 – «Κώδικας Δικηγόρων»). 4) …. του …., κατοίκου Λάρισας, οδός …. αρ. …, με ΑΦΜ …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κώτσιου (ΔΣ Λάρισας) δυνάμει της από 3-4-2025 δηλώσεως κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις (και το υπ’ αριθ. …. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας / αρ.61 και παράρτημα I & III του ν. 4194/2013 – ΦΕΚ Α’ 208/27.9.2013 – «Κώδικας Δικηγόρων») και της ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΤΗΣ Β ΑΓΩΓΗΣ : Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…..», η οποία εδρεύει στη …. Αττικής, λεωφόρος …. αρ. …, με ΑΦΜ …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τζινάλα, , δυνάμει της από 2-4-2025 δηλώσεως κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις (και το υπ’ αριθ. ….. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας / αρ. 61 και παράρτημα I & III του ν. 4194/2013 – ΦΕΚ Α’ 208/27.9.2013 – «Κώδικας Δικηγόρων»).
(Β ΕΦΕΣΗ) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ Α ΑΓΩΓΗ -ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΤΗΣ Β ΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΥΣΑ (πιν…..) : 1) Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «….», η οποία εδρεύει στη βιομηχανική περιοχή (ΒΙ.ΠΕ.) Λάρισας, με ΑΦΜ …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 2) …. του ….., κατοίκου Λάρισας, οδός …. αρ…., με ΑΦΜ …., 3) …. του …, κατοίκου Λάρισας, οδός … αρ…., με ΑΦΜ …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γκότση (ΔΣ Λάρισας) δυνάμει της από 2-4-2025 δηλώσεως κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ (ΣΤΗΝ Α ΑΓΩΓΗ) – ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ-ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ-ΠΑΡΕΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΣΤΗ Β ΑΓΩΓΗ: 1) …. του …, κατοίκου Λάρισας, οδός … αρ. .., με ΑΦΜ …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο (ΔΣ Αθηνών), δυνάμει της από 2-4-2025 δηλώσεως κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις . 2) Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «….»,-η οποία εδρεύει στη …. Αττικής, λεωφόρος …. αρ. …., με ΑΦΜ …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τζινάλα, , δυνάμει της από 2-4-2025 δηλώσεως κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις.
(Γ ΕΦΕΣΗ) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΣΤΗΝ Α ΑΓΩΓΉ:
…. του …, κατοίκου Λάρισας, οδός …. αρ. …, με ΑΦΜ …., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κώτσιου (ΔΣ Λάρισας) δυνάμει της από 3-4-2025 δηλώσεως κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ Α ΑΓΩΓΗ: …. του …., κατοίκου Λάρισας, οδός … αρ. …, με ΑΦΜ …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο (ΔΣ Αθηνών), δυνάμει της από 2-4-2025 δηλώσεως κατ’ άρθρο 242§2 ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις.
Ο εκκαλών της υπό στοιχ. Α έφεσης …., άσκησε κατά τεσσάρων εναγόμενων, ήδη τριών πρώτων εφεσιβλήτων της υπό στοιχ. Α έφεσης και κατά της εφεσίβλητης της υπό στοιχ. Γ έφεσης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την με αριθ. καταθ. …./10.7.2023 αγωγή και ζήτησε να γίνει δεκτή. Η ενάγουσα και ήδη πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχ. Β έφεσης άσκησε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου τη με αριθ.καταθ. …/28.9.2023 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…..» και η τελευταία άσκησε επικουρικά τη με αριθ. καταθ. …./31.10.2023 πρόσθετη παρέμβαση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές και την πρόσθετη παρέμβαση, με την υπ’ αριθ. … οριστική απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την πρώτη (κύρια αγωγή) απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή – προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση της ασφαλιστικής εταιρείας. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι διάδικοι ως εξής : 1) Ο ενάγων …. και ήδη εκκαλών με την υπό στοιχ. Α έφεση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με αριθ…/13.9.2024 η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε με την υπ’ αριθ. …./13.9.2024 πράξη της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, 2) οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι της κύριας αγωγής και ήδη εκκαλούντες, με την υπό στοιχ. Β έφεση, που κατέθεσαν ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με αριθ. καταθ. …./16.10.2024, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε με την υπ’ αριθ. …./17.10.2024 πράξη της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου για την ίδια ως άνω δικάσιμο και 3) η τέταρτη εναγόμενη της κύριας αγωγής και ήδη εκκαλούσα, με την υπό στοιχ. Γ έφεση, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθ. καταθ. …./16.10.2024, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε με την υπ’ αριθ. …./17.10.2024 πράξη της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου, για την ίδια ως άνω δικάσιμο. Με τις εφέσεις τους οι διάδικοι ζητούν να γίνουν δεκτές και να εξαφανισθεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτές.
Κατά την εκφώνηση των υποθέσεων, στη σειρά τους, από το σχετικό πινάκιο, οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση, όπως παραπάνω αναφέρεται και προκατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες α) με αριθ. καταθ. …/13.9.2024/αριθ. προσδ. …/13.9.2024 πράξη, υπό στοιχείο Α έφεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής, β) με αριθ. καταθ. …/16.10.2024/αριθ. προσδ. …/17.10.2024, υπό στοιχ. Β έφεση των τριών πρώτων εναγομένων της κύριας αγωγής και γ) με αριθ. καταθ. …/16.10.2024/αριθ. προσδ. …/17.10.2024 υπό στοιχ. Γ έφεση της τέταρτης εναγόμενης της κύριας αγωγής, κατά της υπ’ αριθ. … οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο συνεκδίκασε την κύρια αγωγή, με την προσεπίκληση συνενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης εναγομένης κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, με την ασκηθείσα υπό αίρεση πρόσθετη παρέμβαση της τελευταίας, για την περίπτωση που ευδοκιμούσε η κύρια και η παρεμπίπτουσα σε βάρος της αγωγή, πρέπει να – συνεκδικαστούν (άρθρα 31§3, 524§1 και 246 ΚΠολΔ) διότι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση εξόδων.
ΙΙ. Ειδικότερα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκκρεμούσαν: Α) η με αριθ. εκθ. καταθ. …/10.7.2023 αγωγή του ενάγοντος …., για αποζημίωση λόγω εργατικού ατυχήματος κατά της εργοδότριας ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας «…..» και του … και …. ως εκπροσώπων της επιχείρησης και της …. ως τεχνικού ασφαλείας. Β) Η με αριθ. καταθ. …./28.9.2023 προσεπίκληση ενωμένη με παρεπίπτουσα αγωγή της πρώτης εναγομένης – ΙΚΕ κατά της δικονομικής εγγυήτριας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «….». Γ) Η με αριθ. αριθ. καταθ. …./31.10.2023 πρόσθετη παρέμβαση που η τελευταία, επικουρικά και υπό την αίρεση ευδοκίμησης της κύριας αγωγής και απόρριψης των ισχυρισμών της κατά της προσεπίκλησης, άσκησε υπερ της προσεπικαλούσας και κατά του αρχικού κυρίως ενάγοντος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων, όλα τα ως άνω δικόγραφα, εξέδωσε την υπ’ αριθ. 325/2024 οριστική απόφασή του, με την οποία: α) δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την κύρια αγωγή ως προς τους εναγομένους, β) έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την οποία κατά την αγωγή είχε συναφθεί σύμβαση ασφαλίσεως καλύψεως της αστικής ευθύνης της προσεπικαλούσας παρεμπιπτόντως ενάγουσας για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί σε εργαζόμενο σε αυτή, νομίμως ασφαλισμένο σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης από αυτή και γ) απέρριψε την προσεπίκληση – συνενωμένη με αγωγή αποζημίωσης κατ’ αποδοχή ένστασης εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης εμπρόθεσμης αναγγελίας επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και δ) απέρριψε ως άνευ αντικειμένου την απλή πρόσθετη παρέμβαση, καθόσον ασκήθηκε υπό την αίρεση ότι θα γινόταν δεκτή η προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 88 ΚΠολΔ «Ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στην δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας». Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο (α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατά του εναγόμενου κύριας αγωγής θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο ή (β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο ή σύμβαση, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 777/2016, ΑΠ 1372/2015). Στην περίπτωση, δηλαδή, της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκούμενη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη, κύρια δίκη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης, με βάση τη δεύτερη έννομη σχέση, κατά του προσεπικαλούμενου. Οι δίκες είναι συναφείς αλλά διακριτές, αφού με τη συνεκδίκασή τους δεν απώλεσαν την αυτοτέλειά τους. Επομένως, βάση της κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ ασκούμενης από τον ενάγοντα προσεπίκλησης και της ενωμένης σ’ αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλούμενου τρίτου, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο ειδική έννομη σχέση, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου (προσεπικαλούμενου) να αποζημιώσει τον πρώτο (προσεπικαλούντα) σε περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή αυτού κατά του κυρίως εναγόμενου (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 777/2016, ΑΠ 1372/2015). Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης προσδιορίζεται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά το οποίο και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο επιλαμβανόμενο της έφεσης δικαστήριο. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 αρ. 4 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν ο ενάγων προσεπικαλέσει στη δίκη το δικανομικό εγγυητή του και συγχρόνως ενώσει μαζί με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημίωσης, και ο προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος προσήλθε στη δίκη, αλλά δεν άσκησε παρέμβαση, περιορισθείς μόνο στην απόκρουση της προσεπίκλησης και την άρνηση της υποχρέωσής του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν ενάγοντος. Από αυτά παρέπεται ότι, αν γίνει δεκτή η αγωγή και, ως εκ τούτου, και η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, απορρίφθηκε ως αλυσιτελής λόγω έλλειψης αντικειμένου, ο εναγόμενος στην κύρια δίκη ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε την αγωγή, δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναχθέντος, διότι ο τελευταίος, εφόσον δεν παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1430/2007). Ο ενάγων, όμως, στην κύρια δίκη, του οποίου απορρίφθηκε η προσεπίκληση και η ενωμένη σ’ αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, δικαιούται να ασκήσει έφεση εναντίον του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγόμενου, προκειμένου να καταστούν και αυτές (προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή) αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης. Η έφεση αυτή, κατ’ ανάγκη, είναι επικουρική, γιατί αλλιώς ο προσεπικαλέσας δεν έχει, κατ’ αρχήν, έννομο συμφέρον να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της έφεσης του εναγόμενου, ανατρέχει όμως κατά τη φύση και το σκοπό της αίρεσης, υπό την οποία τελεί η έφεση του ενάγοντος, στο χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου (ΑΠ 1193/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1357/2018, ΑΠ 1010/2017 ιστοσελίδα ΑΠ). Στην περίπτωση της πρόσθετης παρέμβασης του δικονομικού εγγυητή, ήτοι εκείνου από τον οποίο ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας (ΑΠ 1188/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 215/2013 ΕλλΔνη 2014. 1477, ΕφΑθ 6465/2009 ΕλλΔνη 2010.256), εκουσίως ή μετά από προσεπίκληση (άρθρο 88 ΚΠολΔ), πρόκειται για απλή πρόσθετη παρέμβαση, δεδομένου ότι επί πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι του κυρίου διαδίκου, η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη δεν εκτείνεται και στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος, ως δικονομικού εγγυητή προς τον αντίδικό του, ως τέτοιου νοουμένου του αντιδίκου ταυ υπέρ συ η παρέμβαση, κυρίου διαδίκου και συνεπώς, πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, επί της οποίας και μόνο, λόγω της δημιουργουμένης σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας, απαιτείται, κατά το άρθρο 517 εδ. β ΚΠολΔ, να απευθύνεται η έφεση και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος (ΑΠ 1741/2012 ΧΡΙΔ 2013. 367, ΕφΑθ 677/2011 ΕΦΑΔ2011. 880, ΕφΔυτΜακ 17/2011 Αρμ. 2013. 1115, ΕφΑθ 6004/2006 ΕλλΔνη 2007. 569). Στην απλή πρόσθετη παρέμβαση η έφεση δεν απαιτείται να απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, που παρενέβη στην πρωτοβάθμια δίκη είτε εκουσίως είτε μετά από προσεπίκληση του κυρίως εναγόμενου, αφού δεν καθίσταται με την παρέμβαση διάδικος (ΑΠ 18/2008, ΕΠολΔ 2008, 570, ΤριμΕφΠειρ 53/2020 δημοσίευση στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΜονΕφΔωδ 63/2018 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απεύθυνση, όμως, του δικογράφου της έφεσης κατά του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντος, επέχει θέση κλήτευσής του προς συζήτηση της έφεσης, η οποία κλήτευση είναι αναγκαία, κατά τα άρθρα 81 παρ. 3, 82 εδ. γ, 502, 517, 558 και 271 ΚΠολΔ, με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης. Τούτο διότι αυτός πρέπει να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης και να ασκεί τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει ο νόμος, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 18/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 426/2007 ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΑθ 222/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 401/2009 ΑΧΑΝΟΜ 2010. 340, ΕφΔωδ 161/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑαρ 26/2005 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2005. 296).
IV. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 470/2018). Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 1529/2001, ιστοσελίδα ΑΠ).
V. Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς την πέμπτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ. A εφέσεως (…..) η οποία προσεπικλήθηκε στον πρώτο βαθμό από τον αντίδικο του εν μέρει ηττηθέντος ενάγοντος της κύριας αγωγής και ήδη εκκαλούντος, ορθά σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην σκέψη III της παρούσας (στο τέλος) κοινοποιήθηκε το δικόγραφο της εφέσεως για το παραδεκτό της συζήτησης (της έφεσης). Απαραδέκτως όμως, απευθύνεται το δικόγραφο της έφεσης κατά αυτής ως διαδίκου, τόσο διότι δικαιούμενη προς τούτο είναι η προσεπικαλούσα – παρεπιπτόντως ενάγουσα «….» και όχι ο εκκαλών της υπό στοιχ. Α έφεσης, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, δεν περιέχεται σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης κατά το σχετικό κεφάλαιο (την προσεπίκληση της δικονομικής εγγυήτριας των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων), ούτε και επίκληση ειδικού εννόμου συμφέροντος σε σχέση με τις αιτιολογίες, ούτε και αίτημα εξαφανίσεως της εκκαλουμένης κατά το μέρος με το οποίο απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή αλλά μόνο την αγωγή (βλ. ΕφΝαυπλ 404/2007, ΝΟΜΟΣ). Η ασφαλιστική εταιρεία άλλωστε ούτε ιδιότητα διαδίκου απέκτησε, αφού η απλή πρόσθετη παρέμβασή της ασκήθηκε υπό την αίρεση ευδοκίμησης της παρεμπίπτσυσας αγωγής σε βάρος της (69§1δ ΚΠολΛ) η οποία δεν εκπληρώθηκε, με βάση όσα έγιναν δεκτά από την εκκαλουμένη, επομένως, η έφεση απαραδέκτως στρέφεται κατά αυτής και για το λόγο αυτό. Τέλος, απαραδέκτως στρέφεται η έφεση για λόγους εννόμου συμφέροντος κατά της δικονομικής εγγυήτριας της πρώτης εναγόμενης, καθόσον σύμφωνα με τα όσα θα αναφερθούν στην επόμενη σκέψη, δεν ασκείται παραδεκτή έφεση από την καιούμενη προς τούτο πρώτη εναγόμενη.
VI. Ομοίως απαράδεκτη είναι η υπό στοιχ. Β έφεση, ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη (…..). Τούτο διότι αν και η έφεση παραδεκτώς στρέφεται σε βάρος της από την απλή ομόδικο των εκκαλούντων – παρεμπιπτόντως ενάγουσα «….», η οποία έχει έννομο συμφέρον προς τούτο (517 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπό III νομική σκέψη, ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, δεν περιέχεται σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης κατά το σχετικό κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής που απορρίφθηκε κατ’ αποδοχή ενστάσεως της δικονομικής εγγυήτριας περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη (βλ υπό IV-νομική σκέψη). Σημειώνεται ότι στο δικόγραφο της ίδιας εφέσεως δεν διατυπώνεται καν αίτημα εξαφανίσεως της εκκαλουμένης, κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει περιθώριο διαφορετικής εκτίμησης ως προς το δικόγραφο της έφεσης. Πρέπει επομένως, να απορριφθεί τόσο η υπό στοιχ. Α όσο και υπό στοιχ. Β έφεση ως απαράδεκτη, για τους παραπάνω λόγους ως προς την πέμπτη και δεύτερη εφεσίβλητη αντίστοιχα, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…..» και να καταδικασθούν ο εκκαλών της υπό στοιχ. Α έφεσης και η πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχ. Β έφεσης, στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, σύμφωνα με το διατακτικό (116, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
VII. Κατά της υπ’ αριθ. 325/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που συνεκδίκασε τις αγωγές που αναφέρονται στην υπό II σκέψη της παρούσας, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων και έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη ουσιαστικά την κύρια αγωγή σε βάρος των κυρίως άσκησαν τις αναφερόμενες στην σκέψη I εφέσεις οι εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό ενάγων και εναγόμενοι (1) Ο ενάγων της κύριας αγωγής …., με την υπ’ υπό στοιχείο Α έφεση, 2) οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι της κύριας αγωγής με την υπό στοιχ. Β έφεση και 3) η τέταρτη εναγομένη της κύριας αγωγής με την υπό στοιχ. Γ έφεση). Όλες οι εφέσεις ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 500, 511, 513, 516, 517και518 §1, §2ΚΙΊολΔ), πριν την πάροδο διετίας από τη δημοσίευσή της εκκαλουμένης, καθόσον κανείς από τους διαδίκους επικαλείται και προσκομίζει αποδεικτικά επίδοσης της απόφασης. Σημειώνεται για λόγους πληρότητας της αιτιολογίας ότι στο φάκελο της υπό στοιχ. Β εφέσεως προσκομίζεται αντίγραφο της εκκαλουμένης με σημείωση του δικαστικού επιμελητή Δ. Καραβασίλη περί επίδοσης στις 18.9.2024, χωρίς να προκύπτει η παραγγελία και ο παραλήπτης, γεγονός που πάντως είναι χωρίς έννομη συνέπεια ως προς το παραδεκτό των εφέσεων (υπό στοιχ. Β και Γ), αφού αυτές ασκήθηκαν -σε κάθε περίπτωση- με κατάθεση (16.10.2025) εντός τριάντα ημερών από το χρόνο επίδοσης που σημειώνεται στο παραπάνω δικόγραφο (18.9.2024). Συνεπώς αρμοδίως φερόμενες προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και αφού απαλλάσσονται από την καταβολή παραβόλου (495§3, 614§3 ΚΠολΔ) οι συγκεκριμένες διαφορές, ενώ επίσης για το παραδεκτό της κατάθεσης ενδίκου μέσου κατατέθηκαν γραμμάτια προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής [βλ. στις εκθέσεις εφέσεως …./2024 (ΔΣΑ), …./24 (ΔΣΛ) και …./24 …/2023(ΔΣΛ) αντιστοίχως, 61 §4 Κωδ Δικηγ (ν.4194/2013) ΑΠ 1163/2021, ΝΟΜΟΣ,] πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές οι εφέσεις και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 524 παρ. 1 και 2 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι τα καταβληθέντα από τους εκκαλούντες των υπό στοιχ. Β και Γ εφέσεων παράβολα με αριθ. …. και …. αντιστοίχως, πρέπει να τους αποδοθούν, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί των εφέσεων, αφού αχρεωστήτως καταβλήθηκαν (ΕφΑθ 150/2022, ΝΟΜΟΣ ΑΕΔ 3, 4/2014, AΠ 484/2019, ΑΠ 392/2022).
VIII. Ο κυρίως ενάγων και ήδη εκκαλών της υπό στοιχ. Α εφέσεως, …. ιστορούσε με την κύρια αγωγή του, ότι την 3-3-2014 προσελήφθη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τη δραστηριοποιούμενη στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας ζωοτροφών πρώτη εναγόμενη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, της οποίας συνδιαχειριστές και εταίροι είναι ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων και τεχνικός ασφαλείας η τέταρτη εναγομένη, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του ως εργάτης στην ευρισκόμενη στη βιομηχανική περιοχή της Λάρισας επιχείρηση – βιομηχανία της πρώτης εναγομένης. Ότι την 29-3-2022 επήλθε, κατά τη διάρκεια της εργασίας που εκτελούσε σε μηχάνημα παραγωγής ζωοτροφών με αναδευτήρα, το αναλυτικώς περιγραφόμενο στην ένδικη αγωγή εργατικό ατύχημα του ενάγοντος (ο αναδευτήρας απέκοψε τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του), με αποτέλεσμα να προκληθεί η αναφερόμενη στο αγωγικό δικόγραφο βαριά σωματική του βλάβη και μόνιμη αναπηρία του. Ότι το εν λόγω εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο, ενδεχόμενο κατά την εξειδίκευση της αγωγής, ελλείψει σοβαρών παραλείψεων στην τήρηση των προβλεπομένων ειδικά από το νόμο μέτρων ασφαλείας, άλλως σε αμέλεια των εναγομένων, οι οποίοι δεν έλαβαν τα αναφερόμενα στην αγωγή μέτρα ασφαλείας, κατά παράβαση των συγκεκριμένων υποχρεώσεων αλλά και της γενικής υποχρέωσης επιμέλειας του άρθρου 622 ΑΚ δεν τον ενημέρωσαν για τους κινδύνους ούτε τον εκπαίδευσαν σε θέματα ασφαλείας και δεν του χορήγησαν εξοπλισμό ατομικής προστασίας. Η τέταρτη ειδικότερα, παρέλειψε να ασκήσει τα καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας όπως είχε ειδικότερη νομική υποχρέωση, να ενημερώσει την πρώτη εναγομένη για τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφάλειας, κατά τα ειδικά εκτιθέμενα στην αγωγή και να βεβαιώσει ότι ο χορηγηθείς εξοπλισμός εργασίας ήταν κατάλληλος. Ότι οι προμνημονεοθείσες, παράνομες και συνδεόμενες με πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια προς το προειρημένο αποτέλεσμα, παραλείψεις, για τις οποίες είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ανάγονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα (από δόλο και επικουρικά από αμέλεια) τόσο των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, υπό την ιδιότητα των συνδιαχειριστών και άρα του καταστατικού οργάνου της πρώτης εναγόμενης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, όσο και της τέταρτης εναγομένης ως τεχνικού ασφαλείας, ορισθείσας από την πρώτη εναγομένη. Με βάση τα περιστατικά αυτά, όπως εκτενέστερα ιστορούνται στην αγωγή, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος α) το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας του εν λόγω τραυματισμού του και β) το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ εξαιτίας της μόνιμης σωματικής αναπηρίας που του προκάλεσε ο τραυματισμός του, όλα δε τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, ζήτησε να απαγγελθεί κατά των δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 325/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία κατά τα κρίσιμα για το αντικείμενο των εφέσεων, κατά το μέρος που κρίθηκαν παραδεκτές μέρος, ήτοι του αντικειμένου της κύριας αγωγής, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, έκρινε την αγωγή νόμιμη και την έκανε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κατάφαση της ευθύνης από αμέλεια και όχι δόλο σε βάρος των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων. Ειδικότερα, αφού προηγουμένως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά το μέρος με το οποίο γινόταν επίκληση πρόκλησης του ατυχήματος από ενδεχόμενο δόλο των εναγομένων (κατά την κύρια βάση της αγωγής, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34§2 α.ν 1846/1951) απορρίπτοντας αυτήν ως προς το αίτημα επιδίκασης της ειδικής αποζημίωσης αναπηρίας του άρθρου 931 ΑΚ, δέχθηκε την ύπαρξη συγκλίνουσας αμέλειας των εναγομένων στην πρόκληση του ατυχήματος και μετά από αποδοχή ως βάσιμης ουσιαστικά, παραδεκτά προταθείσας ενστάσεως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος (300ΑΚ) σε ποσοστό 20%, καθόρισε το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, σε ποσό 80.000 ευρώ, στην καταβολή του οποίου υποχρέωσε τους εναγομένους, ενεχόμενους ολόκληρον υπόχρεους. Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά ένα μέρος (κατά το ποσό των 20.000 ευρώ), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (αφού προηγουμένως δέχθηκε αίτηση εξαίρεσης από τον τόκο επιδικίας που προτάθηκε από τους εναγόμενους) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την εξόφληση. Τέλος, διέταξε σε βάρος των δευτέρου, τρίτου και τέταρτης των κυρίως εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τόσο ο εν μέρει ηττηθείς ενάγων, όσο και οι εν μέρει ηττηθέντες εναγόμενοι, με τις ένδικες εφέσεις τους αντίστοιχα, για τους σ’ αυτές αναφερόμενους λόγους, που ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και ζητούν ο μεν ενάγων την εξαφάνιση, άλλως μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης ώστε να γίνει συνολικά δεκτή η αγωγή ή να αυξηθεί το επιδικασθέν ποσό, οι δε, οι δε ηττηθέντες εναγόμενοι την εξαφάνισή της ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της, άλλως να μεταρρυθμιστεί με επιδίκαση μικρότερο ύψους ποσά, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στους λόγους έφεσης.
IX. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 551/1915, εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βίαιο συμβάν που πλήττει το μισθωτό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και επιφέρει είτε το θάνατό του είτε ανικανότητα αυτού προς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο παθών προκάλεσε με δόλο το ατύχημα. Εφόσον επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος, δημιουργείται προεχόντως αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330 ή 914 και 919) που ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο στην εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρα 16 του ν. 551/1915, 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951). Παράλληλα, όμως, προς την αξίωση για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας δημιουργείται και αξίωση για αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος εργαζομένου (ή των μελών της οικογένειάς του, σε περίπτωση θανάτου), με την εκ μέρους του εργοδότη [που ευθύνεται και για τις πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων στα οποία αναθέτει την εκπλήρωση των εργοδοτικών των υποχρεώσεων (ήτοι των προστηθέντων, ΑΚ 922)], καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ανακούφιση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΚ 299, 932). Η αξίωση αυτή είναι αδικοπρακτική (ΑΚ 914). Ως παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη νοείται και η παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας υπέρ της ζωής και της υγείας (ΑΚ 662), την οποία αυτός υπέχει έναντι του εργαζομένου και την οποία οφείλει να εκπληρώνει με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. Παραλλήλως όμως υφίστανται και ειδικές διατάξεις για την εκ μέρους του εργοδότη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας, όπως η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του π.δ. 395/1994 για τις «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασίας τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ» για την υποχρέωση του εργοδότη να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του (άρθρο 3 παρ. 1), καθώς και να ενημερώνει και να εκπαιδεύει τος εργαζομένους στη χρήση των αναγκαίων μέτρων. Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, ήτοι οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι απαραίτητα η ειδική αμέλεια που περιγράφεται στο άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986). Και, επί πλέον, η αξίωση αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο πταίσμα και στην επέλευση της ζημίας, με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη (ΑΠ 1004/2024, ΑΠ 370/2018). Η κρίση από το δικαστήριο της ουσίας περί της συνδρομής ή μη του στοιχείου της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ειδικότερα κρίνει εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι, δηλαδή, το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1787/2014, 81/2013, 1765/2011). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι, εάν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται σε αυτόν αποζημίωση και συνακόλουθα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 62/2023, ΑΠ 600/2020).
X. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του. ως προς το αποτέλεσμα είτε ως προς την παράβαση διατάξεων νόμων κανονισμών κλπ που προβλέπουν ειδικώς του όρους ασφαλείας των εργαζομένων (αυτή είναι και η έννοια της «ψευδοερμηνευτικής» ρύθμισης του άρθρου 212 του ν. 4512/2018 ως προς τη διάταξη του άρθρου 34§2 ν. 1846/1951, βλ.ήδη και άρθρο 559 πδ 62/2025 Νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου), ο παθών μισθωτός έχει το εκλεκτικό δικαίωμα σύμφωνα με το άρ. 16 του ν 551/1915 είτε να ασκήσει την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915, οπότε δεν υποχρεούται να αποδείξει πταίσμα του εργοδότη , η αποζημίωση όμως είναι περιορισμένη, είτε να ασκήσει την αξίωση αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις του κοινού (αστικού) δικαίου των αρ. 914 επ ΑΚ, οπότε στην περίπτωση αυτή η ευθύνη είναι υποκειμενική και η αποζημίωση πλήρης (ΑΠ 15/2002, ΔΕΝ 2002, 86). Η σημασία της ειδικής ευθύνης του εργοδότη κατά το ν. 551/1915 είναι πλέον περιορισμένη ενόψει της ειδικής νομοθεσίας του ΙΚΑ. Όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση το ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 34 § 2 και 60 § 3 του α.ν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 16 §§ 1 και 3 του ν. 551/1915, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος, είτε αυτή είναι η κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωση είτε πρόκειται για την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915 και μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των χορηγούμενων σ’ αυτόν από το ΙΚΑ παροχών. Όπως προαναφέρθηκε όμως με το άρθρο 212 του ν. 4512/2018 υπό τον τίτλο «Αυθεντική ερμηνεία της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179) ορίστηκε ότι «Η αληθής έννοια της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951 (Α’ 179) είναι ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει τη δαπάνη που προβλέπεται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 2 και τη διαφορά μεταξύ του ποσού της, κατά τον Αστικό Κώδικα, αποζημίωσης και των χορηγητέων ασφαλιστικών παροχών που προβλέπεται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 2, εφόσον, με δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστεθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό είτε ως προς τη μη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με παραβάσεις των διατάξεων αυτών». Η (ψευδερμηνευτική αυτή) διάταξη αυτή, κατ’ απόκλιση από τα όσα είχαν γίνει δεκτά με την ΟλΑΠ 1176/1986, ΔΕΝ 1986, 969, και υπό την κριτική της θεωρίας (Ρούσσος ΧρΙδΔ 2005, 875) που θεωρούσε σοβαρό μειονέκτημα την έλλειψη αστικής ευθύνης του εργοδότη για την περίπτωση που δεν τηρήθηκαν μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονται από ειδικές διατάξεις, θέτει πλέον σε νέα βάση την ευθύνη του εργοδότη, κατά το κοινό δίκαιο διευρύνοντας την ευθύνη για πλήρη αποζημίωση, όταν η παράβαση των ειδικών διατάξεων προστασίας των εργαζομένων είναι αιτιωδώς συνδεόμενη με το αποτέλεσμα και αντιστοίχως διευρύνεται η ευθύνη του εργοδότη έναντι του ΙΚΑ, το οποίο μπορεί πλέον να στραφεί σε βάρος του. Πλήρη αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο επομένως, μπορούν να ζητήσουν ο παθών από εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου του οι συγγενείς του και όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων – εκτός από την περίπτωση του ατυχήματος καθεαυτό- και όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν ειδικές διατάξεις για τους όρους ασφάλειας και σε αιτιώδη με αυτές συνάφεια. Τέτοιες διατάξεις είναι συγκεκριμένα, εκείνες που προβλέπουν ειδικά τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρούνται μνημονεύουν μόνον εκείνες που προβλέπουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και όχι τρίτων, δηλαδή δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την παράβαση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνον από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς κατά τα λοιπά να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995, ΕΕργΔ 1996, 459) και επιπλέον να είναι αιτιωδώς συνδεόμενες με το αποτέλεσμα. Δόλος είναι η γνώση και η θέληση πραγματώσεως της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Κατά την έννοια του όρου, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος ο οποίος υπάρχει οσάκις ο δράστης αποφάσισε να προχωρήσει στην πράξη, απλώς ελπίζοντας -ευχόμενος ότι τελικά δεν θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Δεν εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η «ενσυνείδητη αμέλεια» για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος ή όχι στο ΙΚΑ, και αναλόγως τα μέλη της οικογένειάς του, διατηρούν κατά του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, που συνιστά εν προκειμένω και η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπομένων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι μόνον η ως άνω ειδική αμέλεια (ΑΠ 412/2008), αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης τους κατά τα άρθρ. 299 και 932 ΑΚ είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση ή από την ειδική αποζημίωση κατά το ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα (ΑΠ 21/2014, ΕΕργΔ 2014,460). Πάντως, ενώ παγίως μόνη η μη τήρηση των προβλεπομένων μέτρων υγείας και ασφάλειας αξιολογούνταν κατά βάση ως αμελής συμπεριφορά, η οποία δεν αναιρούσε την απαλλαγή από την ευθύνη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1389/2018, ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ 270/1988, ΕΕργΔ 1989, 380), υπό τη νέα ρύθμιση, πλέον, σοβαρές παραλείψεις τήρησης των ειδικά προβλεπομένων μέτρων ασφάλειας, αιτιωδώς συνδεόμενες με την επέλευση του ατυχήματος, δεν αποκλείουν την κατάφαση (ενδεχόμενου) δόλου και πλήρους αποζημίωσης όχι μόνο όταν υπάρχει δόλος ως προς το αποτέλεσμα αλλά και ως προς την τήρηση των διατάξεων μέτρων υγιεινής και ασφάλειας (πβλ για το ζήτημα Κουκιάδης, I, Ευθύνη του εργοδότη και κάλυψη του απολεσθέντος εισοδήματος, Ατομ. και Συλλογικό Εργ Δίκαιο, 2019, σ. 170, Δ. Γούλας, Αρμ 2019, σχόλιο υπό την ΜΠρΘες 11140/2019, Αρμ 2019» 722 επ.).
XI. Κατά το άρθρο 14 του Ν. 3850/2010 «Συμβουλευτικές αρμοδιότητες του τεχνικού ασφάλειας», «1. Ο τεχνικός ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδομετρείται και θεωρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σε αυτό το βιβλίο. 2. Ειδικότερα ο τεχνικός ασφάλειας: α) συμβουλεύει σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων…, β) ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης». Κατά το άρθρο 15 του ιδίου νόμου «1. Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγείας και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους,., β).. γ)…δ) … 2. Για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή ταυ επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους, β) να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας. 3. … 4…5…». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο νομοθέτης προκειμένου να εξασφαλίσει τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, η οποία συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση της παραγωγής και διατηρήσεως μιας επιχειρήσεως, προσδιορίζει επακριβώς το πλαίσιο ενεργείας του τεχνικού ασφαλείας, ο οποίος ως επιστήμονας και εξειδικευμένος στους τόπους παροχής εργασίας, έχει υποχρέωση να ελέγχει τυχόν ελλείψεις των τεχνικών εγκαταστάσεων, οι οποίες δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Ο έλεγχος επιβάλλεται να είναι ουσιαστικός και να υποδεικνύεται η λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, παραλλήλως δε αναγνωρίζεται η υποχρέωση στον τεχνικό ασφαλείας να σημειώνει σε ειδικό βιβλίο τις υποδείξεις του προκειμένου να λαμβάνει γνώση ο εργοδότης, η κατά συνέχεια δε συμπλήρωση του βιβλίου αυτού εξασφαλίζεται δια της θεωρήσεως από την επιθεώρηση εργασίας. Η κατά νόμο συμμόρφωση του τεχνικού ασφαλείας εξαντλεί το πλαίσιο της ευθύνης του και εναπόκειται στον εργοδότη να υλοποιήσει τα όσα υποδεικνύονται (ΑΠ 1172/2017, ΑΠ 1306/2023).
XII. Κατά το άρθρο 71 ΑΚ «Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον». Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, «το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα» και «όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα…», συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικός αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντο αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τσυς και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 641/2011, ΧρΙΔ 2012/114, ΕφΠειρ33/2021 ΝΟΜΟΣ). 2) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντο το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαίτια με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντο το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νόμιμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 253/2013, ΑΠ 380/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση συλλογικής διοίκησης του νομικού προσώπου (άρθρ. 65 ταυ ΑΚ), από τη δράση της οποίας στο πλαίσιο των άρθρ. 67 και 68 του ΑΚ ανέκυψε αδικοπρακτική ευθύνη του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης κάθε μέλους της διοίκησης, για τη θεμελίωση υποχρέωσής του προς αποζημίωση του ζημιωθέντος από το αδίκημα, μπορεί όμως το κάθε μέλος να αμφισβητήσει, κατ’ ένσταση, την προσωπική ευθύνη του, ισχυριζόμενο ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιο, για τη διάπραξη του αδικήματος. Επομένως, η αδικοπρακτική ευθύνη του νομικού προσώπου έναντι του ζημιωθέντος είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από αυτή του κάθε μέλους της διοίκησής του, που το εκπροσωπεί και το οποίο για ειδικούς λόγους αναγομένους στο πρόσωπό του μπορεί να μην έχει τέτοια ευθύνη. (ΑΠ 1004/2024,ιστοσελίδα ΑΠ, ΑΠ 706/2020, ΑΠ 54/2019, ΑΠ 1723/2014, ΑΠ 1903/2013 όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
XIII. Από τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρος του ενάγοντος, του μάρτυρος των τριών πρώτων των εναγομένων και του μάρτυρος της τέταρτης εναγομένης που εξετάστηκαν νομίμως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 340, 390, 395,432 επ., 591 §§ 1,5 και 614 αρ. 3 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται έγγραφα της ποινικής δικογραφίας του υπό κρίση εργατικού ατυχήματος και φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, ενώ ορισμένα απ’ όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων έγγραφα μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), όπως και όσα παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (529§1 ΚΠολΔ), καθώς και τις ομολογίες των διαδίκων,αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγόμενη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους συνδιαχειριστές και εταίρους αυτής δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, η οποία μετατράπηκε από Ομόρρυθμη σε Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία του ν. 4072/2012 το έτος 2019, διατηρεί στη Λάρισα βιομηχανική επιχείρηση και δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας κτηνοτροφικών πλακών λείξεως, συμπληρωμάτων ζωοτροφών και συναφών προϊόντων. Συνδιαχειριστές της εργοδότριας εταιρίας κατά τον χρόνο του ατυχήματος (29.3.2022) ήταν ο δεύτερος και τρίτος εναγόμενος, γεγονός που συνομολογείται και προκύπτει και από τα στοιχεία δημοσιότητας της εταιρείας . Ο γεννηθείς το έτος 1976 ενάγων, …. προσελήφθη από την πρώτη εναγόμενη εταιρία την 3-3-2014, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να παράσχει, αντί του εκάστοτε νόμιμου μικτού μηνιαίου μισθού του ως συμφωνημένου, τις υπηρεσίες αυτού ως ανειδίκευτος εργάτης μεταποιητικών βιομηχανιών στο εργοστάσιο της πρώτης-εργοδότριάς του, εκτελώντας εκεί διάφορες εργασίες κατόπιν της χορηγήσεως σ’ αυτόν, κατά την άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, των αντίστοιχων δεσμευτικών εντολών από τα όργανα και τους προστηθέντες της πρώτης ΙΚΕ. Κατά το χρόνο πρόσληψής του ο κυρίως ενάγων είχε προϋπηρεσία 17 ετών ως εργάτης, έχοντας εργαστεί σε συνεργείο τοποθέτησης τεντών σκίασης. Κατά την ημέρα του ατυχήματος, στις 29-3-2022 και περί ώρα 10.25 π.μ., ο ενάγων παρείχε την εργασία του εντός των εγκαταστάσεων της εργοδότριας του και δη στο τμήμα παραγωγής συμπληρωμάτων ζωοτροφών. Η εργασία που εκτελούσε αρχικά ήταν η πλήρωση μιας ανοιχτής χοάνης με τα υλικά του μίγματος της ζωοτροφής (αλάτι, φώσφορο, μαρμαρόσκονη, βιταμίνες κλπ), τα οποία στη συνέχεια οδηγούνταν μέσω σωλήνα σε κλειστή αναμικτική δεξαμενή. Η προώθηση των υλικών στη δεξαμενή γινόταν με τη βοήθεια ατέρμονος κοχλία, ήτοι επιμήκους μεταλλικού άξονα που φέρει ενιαίο μεταλλικό έλασμα ελικοειδούς μορφής, με ηλεκτρικό κινητήρα, που ο ίδιος είχε θέσει σε λειτουργία από τον σχετικό διακόπτη (μπουτόν). Η κατασκευή της δεξαμενής είναι οριζόντια με διαστάσεις τρία μέτρα μήκος και ογδόντα εκατοστά διάμετρο, εγκατεστημένη σε ύψος 1,40 μ. από την επιφάνεια του δαπέδου. Στη συνέχεια γινόταν έγχυση σε δεύτερη χοάνη ανοιχτού τύπου που υπήρχε στο κάτω μέρος και στην άκρη της δεξαμενής. Με την ίδια διαδικασία, μέσω δεύτερου ατέρμονος κοχλία, γινόταν μεταφορά του μίγματος στην πρέσα. Στο πάνω μέρος της δεξαμενής υπήρχαν μεταλλικά καπάκια, ενώ στο εσωτερικό της λειτουργούσε οριζόντιος ατέρμων κοχλίας, ο οποίος έφερε στον άξονα του ελάσματα μη ενιαίας μορφής, για την ανάδευση του μίγματος με σκοπό να γίνει ομοιογενές και τη μεταφορά του στην προαναφερθείσα δεύτερη χοάνη. Όταν ολοκληρώθηκε η ανάδευση, ο κυρίως ενάγων άνοιξε τη χειροκίνητη θυρίδα (με άνοιγμα εκκένωσης, διαστάσεων 25 εκ. x 25 εκ.), χρησιμοποιώντας το χειροκίνητο μηχανισμό, που απέχει περίπου ένα μέτρο από το κεντρικό σημείο της κλειστής θυρίδας, η οποία (θυρίδα) υπήρχε στο κάτω μέρος της δεξαμενής για την εξαγωγή του μίγματος και την προώθησή του στην πρέσα, όπου έπαιρνε την τελική του μορφή σε σχήμα ρολού. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε μέχρι να αδειάσει το μίγμα από τη δεξαμενή, εργασία που διαρκούσε κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων από τρία τέταρτα ως μία ώρα, ο ενάγων, κατ’ εντολή των διαχειριστών της εργοδότριάς του, στο πλαίσιο οργάνωσης της εργασίας, εργαζόταν και σε δεύτερο, διπλανό, όμοιο αναμικτικό μηχάνημα, ενώ παράλληλα εκτελούσε και άλλες εργασίες, αν ήταν αναγκαίο. Ειδικά την ημέρα του ατυχήματος και λίγο πριν αυτό συμβεί, ο ενάγων χειριζόταν και το δεύτερο μηχάνημα που τροφοδοτούσε την πρέσσα, ενώ μετέβη και σε άλλο χώρο και συγκεκριμένα στην αποθήκη και μετέφερε ετικέτες του προϊόντος για λογαριασμό συναδέλφου του και συγκεκριμένα του μάρτυρα …….. ……….. (βλ. πρακτικά εκκαλουμένης). Ακολούθως, ο κυρίως ενάγων επέστρεψε στο αρχικό μηχάνημα, ήτοι στη δεξαμενή ανάδευσης (στο σημείο της ανοιχτής θυρίδας στην άκρη της δεξαμενής και πάνω από τη χοάνη ανοιχτού τύπου) και αφού διαπίστωσε ότι η δεξαμενή είχε αδειάσει, προκειμένου να καθαριστεί από το υλικό λόγω της διαφοράς χρώματος του μίγματος που θα ακολουθούσε, έβαλε το αριστερό του χέρι στην ανοιχτή θυρίδα για να καθαρίσει τα υπολείμματα του μίγματος ζωοτροφής περιμετρικά, προκειμένου να εισαχθεί εν συνεχεία στο μηχάνημα διαφορετικό μίγμα. Ο παθών προέβη στην ενέργεια χωρίς να υπολογίσει ότι ο αναδευτήρας ήταν σε λειτουργία, λειτουργώντας υπό πίεση, λόγω της διαδοχικής εκτέλεσης εργασιών και υπό την ανάγκη να γίνει αλλαγή του είδους συμπληρώματος ζωοτροφής και συγκεκριμένα από κόκκινο σε λευκό χρώμα, οπότε το δεύτερο μίγμα θα έπρεπε να είναι απαλλαγμένο από το χρώμα του προγενέστερου μίγματος. Σημειώνεται ότι ο ενάγων προέβη στην εργασία καθαρισμού υπολειμμάτων του μίγματος, διότι επρόκειτο να αλλάξει το είδος και το χρώμα του συμπληρώματος ζωοτροφής, συγκεκριμένα από κόκκινο θα έβαζαν λευκό χρώμα και έπρεπε τούτο να είναι απαλλαγμένο από το χρώμα του προηγούμενου μίγματος. Τούτο γινόταν αναγκαία και μέσω της θυρίδας (χειροκίνητα με εργαλεία κρούσης) ή και εξωτερικά με χτυπήματα στη δεξαμενή, όπως συνάγεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, σε περίπτωση αλλαγής χρώματος, κατά πάγια πρακτική οργάνωσης της εργασίας, διότι διαφορετικά, το προϊόν που θα έβγαινε ήταν ελαττωματικό (φύρα, άλλου χρώματος) και θα έπρεπε κατά το δυνατόν να είναι περιορισμένος ο αριθμός αυτών των τεμαχίων. Λόγω των ανωτέρω συνθηκών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο χώρο του εργοστασίου επικρατεί υψηλός θόρυβος λόγω της ταυτόχρονης λειτουργίας πολλών μηχανημάτων αλλά και του γεγονότος ότι δεν είχε άμεση οπτική επαφή με την κόκκινη λυχνία ένδειξης λειτουργίας αυτού, σε συνδυασμό με την απουσία επαρκών μέτρων αποτροπής της συγκεκριμένης ενέργειας λόγω κινδύνου κατά τη λειτουργία του μηχανήματος με ανοιχτή θυρίδα κατά το στάδιο εκροής του υλικού και μετά από την ολοκλήρωση της εργασίας αυτής, σύμφωνα με όσα ειδικότερα θα αναφερθούν στη συνέχεια, ο ενάγων, ενεργώντας υπό πίεση και σε σύγχυση δεν συνειδητοποίησε ότι το μηχάνημα συνέχισε να βρίσκεται σε λειτουργία, με αποτέλεσμα αν και φορούσε το δερμάτινο γάντι εργασίας ο αναδευτήρας να συνθλίψει τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Δεν έσφαλε επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ως προς την επίδραση των συνθηκών εργασίας υπό συνθήκες πίεσης λόγω της εκτέλεσης διαδοχικών εργασιών στην σύγχυση που προκλήθηκε στον ενάγοντα κατά την εκτέλεση της εργασίας καθαρισμού και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον 4° λόγο της υπό στοιχ. Γ έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, εισήχθη στην ορθοπαιδική κλινική όπου διαπιστώθηκε τραυματικός ακρωτηριασμός του καρπού και της άκρας αριστερής χειρός. Υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση διαμόρφωσης κολοβώματος στο αριστερό χέρι του με κρημνό ολικού πάχους από τον αριστερό λαγόνιο βόθρο. Εξήλθε την 2-4-2022 με οδηγίες για αλλαγή τραύματος ανά δύο ημέρες, φαρμακευτική αγωγή και αναρρωτική άδεια από την εργασία 45 ημερών. Στις 18-4-2022 επανεισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο και υπεβλήθη σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση διαχωρισμού δερματικού κρημνού και διαμόρφωσης κολοβώματος, εξήλθε δε στις 21-4-2022 λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή και οδηγίες για επανεξέταση. Στις 26-4-2022 επανεισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο και υπεβλήθη σε τρίτη χειρουργική επέμβαση λόγω διάσπασης του τραύματος, κατά την οποία έγινε καθαρισμός του τραύματος στο χέρι και στη βουβωνική χώρα, εξήλθε δε στις 30-4-2022 με οδηγίες για επανέλεγχο στις 3-5-2022. Στις 12-9-2022 επανεισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο και στις 14-9-2022 υπεβλήθη σε τέταρτη χειρουργική επέμβαση επιμήκυνσης του αντίχειρα, με εφαρμογή εξωτερικής οστεοσύνθεσης Hoffmann Micro έπειτα από οστεοτομία πρώτου μετακαρπίου, εξήλθε στις 15-9-2022 λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή, οδηγίες για ανάρτηση άκρου, κινησιοθεραπεία αγκώνα και επανεξέταση. Στις 13-1-2023 επανεισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο και υπεβλήθη σε πέμπτη χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης της εξωτερικής οστεοσύνθεσης επιμήκυνσης αντίχειρα, εξήλθε δε αυθημερόν λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή και οδηγίες για δέκα συνεδρίες φυσικοθεραπειών και επανεξέταση. Στις 21-3-2023 επανεισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο και υπεβλήθη σε έκτη χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης της πρώτης μεσοδακτύλιας χορδής και σταθεροποίησης με Mini Hoffmann Stryker, εξήλθε δε στις 22-3-2023 λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή και οδηγίες για ανάρτηση άνω άκρου και επανεξέταση. Ακολούθως, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. …./16-11-2022 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Διεύθυνσης Ιατρικής Αξιολόγησης του ΕΦΚΑ – Περιφερειακό Υποκατάστημα Μισθωτών Λάρισας, εκτιμήθηκε ότι ο ενάγων, εκ του επιδίκου ατυχήματος, φέρει ποσοστό αναπηρίας 50% κατά ιατρική πρόβλεψη από 7-9-2022 και για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο κυρίως λόγω του τραυματισμού του και κατά σύσταση του θεράποντος ιατρού του, έλαβε αναρρωτικές άδειες και απούσιασε από την εργασία του, από τον τραυματισμό του μέχρι και τις 31-7-2023 -και έκτοτε απασχολείται στην επιχείρηση σε βοηθητικές εργασίες, πραγματικά περιστατικά που συνομολογούνται από τους εναγομένους και δεν προσβάλλονται με λόγους έφεσης. Περαιτέρω, στην έκθεση αυτοψίας εργατικού ατυχήματος του Επιθεωρητή Ασφαλείας και Υγείας Γεωργίου Φράγκου που συντάχθηκε μετά από αυτοψία στις 30.3.2022 (μία μέρα μετά το ατύχημα) και στις 14.6.2022, περιλαμβάνονται οι εξής παρατηρήσεις ως προς την παράλειψη τήρησης των μέτρων ασφαλείας : α) Υπήρχε έλεγχος εκκίνησης της λειτουργίας του μηχανήματος από τον εργαζόμενο από τον διακόπτη μπουτόν που βρισκόταν στον ηλεκτρικό πίνακα, β) υπήρχε αναγκαιότητα εκτέλεσης της εργασίας καθαρισμού λόγω του είδους συμπληρώματος ζωοτροφής που θα άλλαζε και του χρώματος αυτού, γ) ο παθών εκτελούσε παράλληλα και διαδοχικά εργασίες που του απέσπασαν την προσοχή και βρέθηκε σε σύγχυση μετά το άνοιγμα της θυρίδας ασφαλείας ως προς τη λειτουργία του αναδευτήρα, δ) α) υπήρχε παράλειψη μέτρων από την πλευρά της επιχείρησης κατασκευής προστατευτικού κιγκλιδώματος στην περιοχή περιμετρικά της θυρίδας, ώστε να αποκλείεται η πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη (όταν αυτή ήταν ανοιχτή ) με μέρη του σώματος του εργαζομένου, β) δεν υπήρχε εγκατάσταση αυτοματισμού ασφαλείας συνδεδεμένου στη θυρίδα, ώστε να ακινητοποιείται ο αναδευτήρας κατά το άνοιγμα της θυρίδας (ηθελημένα ή μη), ε) Από τον εργαζόμενο επισημάνθηκε κατά την αυτοψία ότι το προστατευτικό κιγκλίδωμα στην περιοχή της χοάνης (δεύτερης αναφέρεται στην έκθεση, πρώτης προκύπτει από τη φωτογραφία), η κόκκινη λειτουργία ένδειξης που ήταν τοποθετημένη στον ηλεκτρικό πίνακα και οι αυτοκόλλητες ηλεκτρικές σημάνσεις του κινδύνου εγκλωβισμού των χεριών στην επιφάνεια της δεξαμενής πλησίον της θυρίδας, δεν υπήρχαν πριν το ατύχημα. Τις παρατηρήσεις αυτές του εργαζομένου ο επιθεωρητής θεώρησε επουσιώδεις και δεν περιέλαβε στο τελικό συμπέρασμα, καθόσον αξιολογήθηκε ότι οι επισημάνσεις του κινδύνου δεν εξασφαλίζουν τον εργαζόμενο από το ατύχημα στην περίπτωση παραβίασης της επικίνδυνης ζώνης. Στο τελικό συμπέρασμα της έκθεσης αναφέρεται ότι υπήρχε παραβίαση των γενικών υποχρεώσεων του εργοδότη κατά το άρθρο 42§1 του ν. 3850/2010 και ειδικότερα το ατύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί αν α) υπήρχε κατασκευή προστατευτικού κιγκλιδώματος στην περιοχή κινδύνου περιμετρικά της ανοιχτής θυρίδας, ώστε να αποκλείεται η πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη με οποιονδήποτε τρόπο, κατά παράβαση του άρθρου 9 Παράρτημα II, παρ. 2.13. πδ 395/1994, β) και αν υπήρχε εγκατάσταση αυτοματισμού ασφαλείας συνδεδεμένους τη θυρίδα ο οποίος θα ακινητοποιεί τη λειτουργία του αναδευτήρα στην περίπτωση ανοίγματος της αυτής (της θυρίδας, ηθελημένα ή μη). Αποδεικνύεται εξάλλου ότι σε χρόνο μεταγενέστερο του ατυχήματος τοποθετήθηκε σε εμφανές σημείο της δεξαμενής με τον αναδευτήρα, περιστρεφόμενη λυχνία (φάρος) που ανάβει όταν αυτό είναι σε λειτουργία, σε σημείο πάνω από το ύψος της δεξαμενής προκειμένου να είναι ορατό, καθώς και προστατευτική σίτα περιξ της θυρίδας. Όσα παρατήρησε ο Επιθεωρητής Ασφαλείας πράγματι ισχύουν, καθόσον κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας που τέθηκε στη διάθεση του ενάγοντος και με τον τρόπο οργάνωσης της γραμμής παραγωγής, υπήρχε πράγματι επικίνδυνη ζώνη γύρω από τον εξοπλισμό εργασίας, όταν η θυρίδα ήταν ανοιχτή, κατά την χρονική περίοδο έκχυσης του μίγματος στην ανοιχτή χοάνη από τη δεξαμενή και μέχρι αυτή να αδειάσει. Με δεδομένο ότι όταν είναι ανοιχτή (μετά από χρήση του χειροκίνητο τιμονιού) πρέπει να βρίσκεται σε λειτουργία προκειμένου να προωθεί το μίγμα στην ανοιχτή (δεύτερη) χοάνη επιτρέπει την επαφή του σώματος με το κάτω μέρος της δεξαμενής και τον περιστρεφόμενο αναδευτήρα, χωρίς να υπάρχει κάλυμμα και αποτροπή πρόσβασης στον ακάλυπτο περιστρεφόμενο μηχανικό κοχλία κατά το χρόνο ανοίγματος της θυρίδας. Με δεδομένο ότι είναι πραγματικό γεγονός η μεσολάβηση χρόνου με παράλληλες εργασίες όσο είναι ανοιχτή η θυρίδα και μέχρι να αδειάσει η δεξαμενή, το γεγονός ότι ο έλεγχος του πλήκτρου διακοπής του αναδευτήρα (πλήκτρο on/off) με κόκκινη λυχνία κοντά σε αυτόν βρίσκεται σε απόσταση 3 μέτρων, στην άλλη άκρη της δεξαμενής και χωρίς άμεση οπτική επαφή από το σημείο ελέγχου της ανοιχτής θυρίδας, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα επιμελούς καθαρισμού του αναδευτήρα από υπολείμματα κατά την αλλαγή χρώματος, ιδίως σε λευκό και η κατάσταση θορύβου εντός του εργοστασίου (γι’ αυτό άλλωστε και χορηγούνταν ωτοασπίδες ως εξοπλισμός ασφαλείας) ήταν αναγκαία τόσο η ύπαρξη προστασίας κατά το άνοιγμα της θυρίδας αλλά και ο μηχανισμός ακινητοποίησης της λειτουργίας του αναδευτήρα κατά το άνοιγμα (ηθελημένα ή μη) στην περιοχή κινδύνου. Πέραν του ότι δεν υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα αποτρεπτικό της προσέγγισης στο σημείο κινδύνου με το ανθρώπινο σώμα, δεν υπήρχε ούτε μηχανισμός αυτόματης διακοπής λειτουργίας του αναδευτήρα κατά το άνοιγμά της θυρίδας κατά την προσέγγιση του σημείου κινδύνου, ούτε αυτοποιημένο ούτε χειροκίνητο. Τούτο δεν αναφέρεται σε τοποθέτηση στην εσωτερική πλευρά όπως οι εναγόμενοι εσφαλμένα υπολαμβάνουν αλλά στην εξωτερική, μηχανισμός απολύτως τεχνικά εφικτός αφού είναι τοποθετημένος κατά τον ίδιο τρόπο και στην εκ διαμέτρου αντίθετη πλευρά της δεξαμενής. Απολύτως εφικτός τεχνικά είναι και ο αυτοματοποιημένος μηχανισμός διακοπής λειτουργίας του αναδευτήρα επί πόρτας στο κιγκλίδωμα όταν ο εργαζόμενος το ανοίγει για να προσεγγίσει την ανοιχτή θυρίδα, όπως κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας. Οι ελλείψεις αυτές δεν καθιστούσαν το μηχάνημα επικίνδυνο καθαυτό για το χειριστή, όπως ο ενάγων εσφαλμένα ισχυρίζεται και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ισχυριζόμενος ευθεία παραβίαση διάταξης κανονισμού ασφαλείας. Δεν αποδείχθηκε ειδικότερα, ότι το μηχάνημα δεν πληρούσε τις προβλεπόμενες στις ευρωπαϊκές οδηγίες προδιαγραφές ασφαλείας (CE). Όταν η θυρίδα είναι κλειστή, δεν υπάρχει παραβίαση των κανονισμών ασφαλείας, στην περιοχή του αναδευτήρα, γι’ αυτό άλλωστε δεν έγινε σχετική επισήμανση στην έκθεση του αρμοδίου οργάνου. Διαπιστώνεται επομένως, ότι οι υφιστάμενες προδιαγραφές του μηχανήματος αυτές δεν υπολείπονται από τις προβλεπόμενες στο ελληνικό δίκαιο πρόνοιες ασφαλείας των εργαζομένων. Ειδικότερα, 1) πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράρτημα II, παρ. 2.13 του άνω ΠΔ, κατά το οποίο «Εάν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν από την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες», καθώς και του άρθρου 35 παρ. 3 του ν. 3850/2010, κατά το οποίο «Οι μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι, ώστε τα κινούμενα στοιχεία τους, που είναι δυνατόν να δημιουργήσουν κινδύνους για τους εργαζόμενους, να μην είναι προσιτά ή να αποκλείεται τυχαία επαφή μαζί τους στο μέτρο που αυτό δεν παρακωλύει τη λειτουργία και χρήση τους», καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, ο αναδευτήρας του μηχανήματος δεν ήταν προσιτός όταν η θυρίδα ήταν κλειστή, το δε κλείσιμο αυτής γινόταν χειροκίνητα, υπήρχε δηλαδή σύστημα που εμπόδιζε την πρόσβαση στον αναδευτήρα και τα μηχανικά μέρη όταν η θυρίδα ήταν κλειστή. Επιπλέον κανείς εργαζόμενος δεν θα μπορούσε να έλθει τυχαία σε επαφή με τον αναδευτήρα παρά μόνο, όπως και συνέβη, εάν ο ίδιος ο εργαζόμενος επενέβαινε και άνοιγε ο ίδιος τη θυρίδα ασφαλείας, 2) δεν υπάρχει υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 22 (παρ. 1,1.2.4.3) του ΠΔ 57/2010, κατά το οποίο «Διακοπή λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης: κάθε μηχάνημα πρέπει να είναι εξοπλισμένο με μια ή περισσότερες διατάξεις διακοπής της λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης, ώστε να μπορούν να αποφεύγονται επικείμενες ή εν εξελίξει επικίνδυνες καταστάσεις», καθόσον η λειτουργία του μηχανήματος, σε συνδυασμό με την ύπαρξη θυρίδας ασφαλείας, η οποία υποδηλώνει την επικινδυνότητα της πρόσβασης σ’ αυτή κατά τη λειτουργία του μηχανήματος, δεν καθιστά αναγκαία την τοποθέτηση και μπουτόν επείγουσας διακοπής, όταν η θυρίδα είναι κλειστή, αφού είναι προφανές ότι για να προβεί κάποιος στο άνοιγμά της, όταν η μηχανή είναι σε λειτουργία, θα πρέπει πρώτα να διακόψει τη λειτουργία της. Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι η ενέργεια του ενάγοντος ήταν ακατανόητη, καθόσον ήταν έμπειρος και γνώριζε ότι ο καθαρισμός του μηχανήματος δεν γίνεται με τον τρόπο που επιχείρησε να τον εκτελέσει. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκαν ότι ο καθαρισμός γινόταν με κρούση των εξαρτημάτων της μηχανής με εργαλεία χειρός, όπως σφυρί, και με την προσθήκη ποσότητας άλατος στην αναμικτική δεξαμενή και τη θέση αυτής σε λειτουργία. Ωστόσο, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, ο καθαρισμός δεν μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με το αλάτι και τις κρούσεις, καθώς πάντοτε έμεναν υπολείμματα του μίγματος στα εξαρτήματά της και για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι προέβαιναν και σε χειροκίνητη αφαίρεση των υπολειμμάτων, με χρήση εργαλείων χειρός (σφυριά, κατσαβίδια, λοστό) από τα σημεία όπου είχαν κολλήσει, μέσω της ανοιχτής θυρίδας αφού πρώτα είχε διακοπεί η λειτουργία του μηχανήματος, ιδίως όταν το μίγμα επρόκειτο να αλλάξει σε λευκό, στο οποίο η ύπαρξη υπολειμμάτων είχε ως αποτέλεσμα ελαττωματικές πρώτες παρτίδες. Εξάλλου με δεδομένο ότι η θυρίδα έμενε υποχρεωτικά ανοιχτή για την εξαγωγή του μίγματος από τη δεξαμενή και τη μεταφορά στη δεύτερη χοάνη, λειτουργία που διαρκούσε σχεδόν μία ώρα και περισσότερο, κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων υποχρεωτικά εκτελούσε διαδοχικές ή παράλληλες εργασίες ήταν αναγκαίος ο ευχερής έλεγχος της λειτουργίας ή μη του αναδευτήρα με φωτεινή ένδειξη και διακόπτη διακοπής λειτουργίας, πλησίον της θυρίδας, όμοιος με αυτόν που είναι τοποθετημένος στην εκ διαμέτρου αντίθετη πλευρά της δεξαμενής (μήκους 3μ). Ως προς την εμπειρία του ενάγοντος, είναι αναμφισβήτητο ότι επρόκειτο για έμπειρο εργαζόμενο μεν, ωστόσο, η απασχόλησή του στη συγκεκριμένη θέση (το χειρισμό του εν λόγω μηχανήματος) δεν ήταν αποκλειστική, αλλά απασχολούνταν και σε άλλες θέσεις εργασίας, όπως για παράδειγμα στην πρέσα παραγωγής του τελικού προϊόντος. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο ισχυρισμός είναι αλυσιτελής, αφού ανεξαρτήτως αυτού, υπό τις συνθήκες λειτουργίας του μηχανήματος και την οργάνωση της γραμμής παραγωγής, δημιουργούνταν κατάσταση κινδύνου για όσο διάστημα η θυρίδα ήταν ανοιχτή (ηθελημένα ή μη), διαδικασία, υποχρεωτική για την περαιτέρω προώθηση του μίγματος. Ανεξαρτήτως της έλλειψης απόδειξης ως προς την ευθεία παραβίαση του αρ. 9, παράρτημα II, 2.13 του π.δ 395/1994 ως προς την ακαταλληλότητα (έλλειψη πιστοποίησης) του εξοπλισμού εργασίας, όπως ο ενάγων επικαλείται κατά την κύρια βάση της αγωγής, υπάρχει παραβίαση των κανόνων επιμέλειας από την πλευρά της πρώτης εναγομένης διά των διαχειριστών της, ως προς την χρήση του εξοπλισμού εργασίας. Η εκτέλεση παράλληλων ή διαδοχικών εργασιών κατά το διάστημα ανοίγματος της θυρίδας, μέχρι να αδειάσει η δεξαμενή και ο αναγκαίος καθαρισμός αυτής κατά την αλλαγή μίγματος, κατά την οργάνωση της εργασίας και την εγκατάσταση, διευθέτηση και χρήση του εξοπλισμού εργασίας, απαιτεί (άρθρο 4 παρ 4 του π.δ 395/1994) τη λήψη αναγκαίων μέτρων ώστε κατά τη χρήση των εξοπλισμών εργασίας να επιτυγχάνεται βαθμός ασφαλείας αντίστοιχος προς τους στόχους που θέτουν οι διατάξεις του παραρτήματος II του άρθρου 9 του π.δ 394/1994. Δεδομένου δηλαδή ότι κατά τη χρήση του εξοπλισμού εργασίας προέκυπτε κίνδυνος όταν η θυρίδα ήταν ανοιχτή, η πρώτη εναγομένη εργοδότρια, οφείλε διά των διαχειριστών της να λάβει αντίστοιχα μέτρα με αυτά που προβλέπονται από το παραπάνω πδ, έτσι ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος για τους χρήστες του εξοπλισμού και όλες οι μορφές ενέργειας και ουσίες που χρησιμοποιούνται ή παράγονται να μπορούν να διοχετεύονται ή να απομακρύνονται με ασφάλεια (ΠαρΙΙ, προοίμιο και αρ. 1.1). Έτσι ,προς μείωση της κατάστασης κινδύνου που δημιουργείται κατά τη χρήση του εξοπλισμού, απαιτούνταν κιγκλίδωμα αποτροπής προσέγγισης περιμετρικά του σημείου της ανοιχτής θυρίδας, ώστε να αποτρέπεται η επαφή με το ανθρώπινο σώμα, χωρίς χρήση εργαλείων και σε κάθε περίπτωση, αυτοματισμού (δεύτερου) όμοιου με αυτόν που είναι τοποθετημένος στην εκ διαμέτρου αντίθετη πλευρά της δεξαμενής σε απόσταση 2 μέτρων (χωρίς πάντως με την υφισταμένη κατάσταση να υπάρχει οπτική επαφή από το σημείο της θυρίδας και της κάτω από αυτή χοάνης περαιτέρω προώθησης του υλικού). Η πρώτη επομένως εναγομένη, υπαιτίως διά των διαχειριστών της, οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας, όσο και της τέταρτης εναγομένης, τεχνικού ασφαλείας, η οποία είχε προσληφθεί για να παρέχει υπηρεσίες στην πρώτη εναγόμενη, από συγκλίνουσα αμέλεια, παρέλειψαν να λάβουν μέτρα και να τηρήσουν όρους ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4§4, 9 Παράρτημα I παρ. 2.13 και 2.23, Παράρτημα II, προκαταρκτική παρατήρηση και 1.1 Π.Δ. 395/1994 “Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ” [40] 220 Α’ / 19-12-1994), σε συνδυασμό με άρθρα 25 παρ. 1 α’ Ν. 2224/1994, και 42 παρ. 1, 5, 6 και 7 του Ν. 3850 της 31- 5/2-6-2010 “Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων”, δηλαδή παρέλειψαν την τοποθέτηση περιμετρικά της θυρίδας προστατευτικού κιγκλιδώματος, ώστε να αποκλείεται η πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη της ανοιχτής (ηθελημένα ή μη) θυρίδας με το σώμα του χειριστή του εξοπλισμού εργασίας και επίσης παρέλειψαν την εγκατάσταση μηχανισμού ασφαλείας συνδεδεμένου ή και πλησίον της θυρίδας, ο οποίος θα διακόπτει τη λειτουργία του αναδευτήρα σε περίπτωση ανοίγματος της θυρίδας (ηθελημένα ή μη). Η δε τέταρτη ως τεχνικός ασφαλείας δεν τήρησε τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο των καθηκόντων της, όπως αυτά διαγράφονται από τις διατάξεις των άρθρων 14, 15, 20 ν. 3850/2010. Ειδικότερα, παρέλειψε να επιθεωρεί τις θέσεις εργασίας από πλευρά υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη που εν προκειμένω ήταν αντιληπτή κατά την οργάνωση της λειτουργίας των μηχανημάτων στη γραμμή παραγωγής, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης, ήτοι την τοποθέτηση προφυλαχτικού κιγκλιδώματος γύρω από το σημείο κινδύνου, όταν η θυρίδα ήταν ανοιχτή καθώς και ότι έπρεπε να τοποθετηθεί μηχανισμός ασφαλείας ο οποίος θα διέκοπτε τη λειτουργία του αναδευτήρα, πλησίο της θυρίδας και σε σύνδεση με αυτή . Παρέλειψε δε να επιβλέπει την εφαρμογή τους πραγματοποιώντας ελέγχους του χώρου και να ενημερώνει εγγράφως την πρώτη εναγομένη (14, 15, 20 ν. 3850/2010). Ουδέν αντίθετο προέκυψε από την (πράγματι επιμελή κατά το διάστημα παροχής των υπηρεσιών της) τήρηση του βιβλίου υποδείξεων, καθόσον η σημείωση σε αυτό ότι έγιναν υποδείξεις για τοποθέτηση «προστατευτικού κάγκελου» σε «κάποιους χώρους» ή προφορικές επισημάνσεις κινδύνων στους χώρους παραγωγής για τη σωστή χρήση των μηχανημάτων (στις 27.4.2021 και 23/11/2021) δεν αφορούσε το επίδικο σημείο. Άλλωστε και η ίδια συνομολογεί, όπως προκύπτει από την έλλειψη ειδικής αρνήσεως, ότι δεν είχε κάνει υπόδειξη ως μέτρο ασφαλείας την τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων στο συγκείμενο σημείο, ισχυριζόμενη απλώς ότι η ύπαρξη χειροκίνητου μηχανισμού ανοίγματος της θυρίδας λειτουργούσε ως ασφάλεια και ότι τοποθέτηση μηχανήματος αυτοματισμού είναι αδύνατη στη θυρίδα λόγω της λειτουργίας του σημείου ως σημείο εκροής μίγματος. Ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος, καθόσον ο χειροκίνητος μηχανισμός, όπως επισημάνθηκε ήταν επαρκής για την ασφάλεια του εργαζομένου, όχι όμως ως προς τη χρήση του κατά την οργάνωση της παραγωγής και τη λειτουργία των μηχανημάτων με ανοιχτή θυρίδα έως την έκχυση και προώθηση του μίγματος για την παραγωγή του τελικού προϊόντος. Δεν υπάρχει όμως παράλειψη ως προς τη χορήγηση εξοπλισμού ατομικής προστασίας, καθόσον (πέραν του ότι χορηγήθηκε πλήρης εξοπλισμός ειδών ατομικής προστασίας, στις 26.2.2020) ακόμη και χορήγηση μεταλλικών γαντιών από πλέγμα ανοξείδωτου ατσαλιού, θα ήταν αλυσιτελές μέτρο τόσο ως προς την επέλευση του ατυχήματος, όσο και ως προς την έκταση της βλάβης ενόψει του βάρους και της κίνησης του αναδευτήρα. Επίσης, δεν υπάρχει παράλειψη ως προς την τοποθέτηση ηχητικής ένδειξης ή σήμανσης καθόσον τα μέτρα αυτά ήταν αλυσιτελή ενόψει των συνθηκών παραγωγής (σημειώνεται ότι λόγω της κατάστασης θορύβου που επικρατούσε παραδόθηκε ως εξοπλισμός εργασίας και ωτοασπίδες). Ούτε διαπιστώνεται παράλειψη ως προς την εκπαίδευση του ενάγοντος στο χειρισμό του μηχανήματος, αφού αφενός υπήρχε σχετική εκπαίδευση (βλ. εγγραφές για ενημερώσεις από την τεχνικό ασφαλείας) και στη χρήση του εκπαίδευε και ο ίδιος άλλους εργαζομένους από το έτος 2019 ή 2020 (βλ. κατάθεση Μπακογιάννη), χωρίς ουδέποτε να υποδείξει χειρισμό πριν βεβαιωθεί ότι ο αναδευτήρας ήταν εκτός λειτουργίας και χωρίς χρήση εργαλείων (όχι με το χέρι), το οποίο και για τον ενάγοντα υπήρξε εξαιρετικό γεγονός λόγω του ότι δεν συνειδητοποίησε για τους λόγους που προαναφέρθηκαν ότι στο χρόνο που μεσολάβησε εκτελώντας παράλληλες εργασίες, δεν είχε διακόψει τη διακοπή λειτουργίας του αναδευτήρα της δεξαμενής. Επομένως, οι εναγόμενοι παρέλειψαν, παρανόμως, κατά παράβαση του άρθρου 662ΑΚ, να λάβουν (οι πρώτοι τρεις) μέτρα ασφαλείας με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, με την επιμέλεια που οφείλει να την εκπληρώνει ο μέσος συνετός εργοδότης, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων όπως αυτές συνάγονται και από τις διατάξεις του πδ. 395/1994, η δε τέταρτη εναγομένη να επιβλέπει και να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίες και να παρέχει συμβουλές στην εργοδότρια, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους ο καθένας, ως προς την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή του ενάγοντας στο μηχανολογικό εξοπλισμό του μηχανήματος, κατά την αλλαγή μείγματος, το οποίο απαιτεί άνοιγμα της θυρίδας στο κάτω μέρος της δεξαμενής, εργασία που αναγκαία εκτελούνταν με ανοιχτή θυρίδα για την εξαγωγή και προώθηση του μίγματος, αλλά και την ασφαλή χρήση του εξοπλισμού που αναγκαία περιελάμβανε καθαρισμό από υπολείμματα με χρήση εργαλείων από απόσταση, αλλά επέτρεψαν σ’ αυτόν μη λαμβάνοντας επαρκή μέτρα και παραλείποντας την αναγκαία εποπτεία στο πλαίσιο συμβουλής, να εκτελέσει εργασίες χειρισμού του εξοπλισμού, παρόλο που υπήρχε κίνδυνος, δεν υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα αποτροπής της πρόσβασης στο σημείο κινδύνου (τον αναδευτήρα), όταν η θυρίδα ήταν ανοιχτή. Τούτο ήταν επιβεβλημένο τόσο λόγω της μη ύπαρξης οπτικής επαφής με το μπουτόν λειτουργίας του αναδευτήρα όσο και λόγω του θορύβου που επικρατούσε κατά τη λειτουργία διαφορετικών μηχανημάτων στο χώρο, αλλά και από την αντικειμενική λειτουργία του μηχανήματος, αφού η θυρίδα έμενε υποχρεωτικά ανοιχτή για την εξαγωγή του μίγματος και τη μεταφορά στη δεύτερη χοάνη, λειτουργία που διαρκούσε πάνω από μία ώρα κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων υποχρεωτικά εκτελούσε διαδοχικές ή παράλληλες εργασίες. Το ανωτέρω εργατικό ατύχημα θα είχε αποτραπεί, εάν κατά τη στιγμή της στιγμή του ανοίγματος της χειροκίνητης θυρίδας, τοποθετούνταν περιμετρικά κιγκλίδωμα γύρω από το σημείο κινδύνου (περιμετρικά της δεύτερης χοάνης) ώστε να αποτρέπεται η προσέγγιση στα μηχανικά μέρη με τα μέρη του σώματος ή με εγκατάσταση αυτοματισμού ασφαλείας συνδεδεμένου στο εξωτερικό της θυρίδας (όμοια με αυτόν που ήταν τοποθετημένος σε απόσταση 3 μέτρων στην άλλη πλευρά της δεξαμενής) ώστε κατά την προσέγγιση περιμετρικά της θυρίδας από την εξωτερική πλευρά σε απόσταση μικρότερη της διαμέτρου της χοάνης, να διακόπτεται αυτόματα η λειτουργία του αναδευτήρα. Ειδικότερα, 1) προβλέπεται στο άρθρο 9, παράρτημα 1, παρ. 2.13 του άνω ΠΔ, κατά το οποίο «Εάν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν από την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες». Επίσης, στο άρθρο 35 παρ. 3 του ν. 3850/2010, αναφέρεται ότι «Οι μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι, ώστε τα κινούμενα στοιχεία τους, που είναι δυνατόν να δημιουργήσουν κινδύνους για τους εργαζόμενους, να μην είναι προσιτά ή να αποκλείεται τυχαία επαφή μαζί τους στο μέτρο που αυτό δεν παρακωλύει τη λειτουργία και χρήση τους». Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναδευτήρας της δεξαμενής ήταν προσιτός όταν η θυρίδα ήταν ανοιχτή, δεν υπήρχαν κιγκλιδώματα αποτροπής πρόσβασης και ο εργαζόμενος θα μπορούσε να έλθει σε επαφή με αυτόν, όταν η θυρίδα ήταν ανοιχτή, τόσο κατά την εκτέλεση καθαρισμού όσο και τυχαία, αν ήθελε απλώς να βεβαιωθεί για τη λειτουργία του αναδευτήρα. Δεν διαπιστώνεται ωστόσο υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 22 (παρ. 1.1.2.4.3) του ΠΔ 57/2010, κατά το οποίο «Διακοπή λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης: κάθε μηχάνημα πρέπει να είναι εξοπλισμένο με μια ή περισσότερες διατάξεις διακοπής της λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης, ώστε να μπορούν να αποφεύγονται επικείμενες ή εν εξελίξει επικίνδυνες καταστάσεις», καθόσον η αυτοματοποιημένη λειτουργία του μηχανήματος, σε συνδυασμό με την ύπαρξη θυρίδας ασφαλείας, η οποία υποδηλώνει την επικινδυνότητα της πρόσβασης σ’ αυτή κατά τη λειτουργία του μηχανήματος, δεν καθιστά αναγκαία την τοποθέτηση και μπουτόν επείγουσας διακοπής, αφού είναι προφανές ότι για να προβεί κάποιος στο άνοιγμά της, όταν η μηχανή είναι σε λειτουργία, θα πρέπει πρώτα να διακόψει τη λειτουργία της. Προκύπτει επομένως, ότι η πρώτη εναγομένη, από υπαιτιότητα τόσο του δεύτερου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της, όσο και της τεχνικού ασφάλειας και δη από αμέλεια τούτων, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν με βάση τις περιστάσεις και μπορούσαν ενόψει των ιδιοτήτων τους να καταβάλλουν αν και μπορούσαν με βάση τις προσλαμβάνουσές τους από τις διατάξεις του νόμου ως προς την λήψη μέτρων χρήσης του εξοπλισμού εργασίας, ήτοι αυτούς που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 9 παρ. 1 παρ. 2.13 και 2.23, 11 παρ. 2 του Π.Δ. 395/1994 “Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ” [40] 220 Α’ / 19-12-1994), σε συνδυασμό με άρθρα 25 παρ. 1 α’ Ν. 2224/1994, και 42 παρ. 1, 5, 6 και 7 του Ν. 3850 της 31- 5/2-6- 2010 “Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων” με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομες παραλείψεις τους (βλ. AΠ 1209/2019, ιστοσελίδα ΑΠ και ΕφΛαρ 180/2017 αδημ.). Οι παραλείψεις των ανωτέρω προσώπων, που οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλειά τους, οδήγησαν αιτιωδώς στο εργατικό ατύχημα και στον τραυματισμό του ενάγοντος. Δεν αποδείχθηκε ωστόσο, ενέργειά τους από δόλο, έστω και ενδεχόμενο. Τούτο διότι δεν προκύπτει παραβίαση εκ μέρους τους συγκεκριμένης ειδικής διάταξης του κανονισμού αφού δεν υπήρχε κίνδυνος επαφής του εργαζομένου με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού κατά τη λειτουργία του μηχανήματος με κλειστή θυρίδα, το δε άνοιγμα αυτής κατά τη χρήση του εξοπλισμού σε σχέση με τη λειτουργία της οργάνωσης παραγωγής, μέχρι να αδειάσει δεν δημιουργούσε κατάσταση κινδύνου αυτοτελώς, αφού μόνο σε περίπτωση εκτέλεσης εργασίας καθαρισμού ανέκυπτε τέτοιος κίνδυνος, ο οποίος ελέγχεται με διακόπτη διακοπής λειτουργίας με το άνοιγμα και το κλείσιμο του οποίου ήταν επιφορτισμένος ο ίδιος εργαζόμενος. Υπήρχε σαφώς κατάσταση κινδύνου στη ζώνη εργασίας με ανοιχτή θυρίδα (ηθελημένα ή μη) όχι όμως τόσο αυξημένος ώστε να υπάρχει δυνατότητα πρόβλεψης και αποδοχής του ζημιογόνου αποτελέσματος, αφού η δημιουργία κινδύνου προϋποθέτει και εκ μέρους του εργαζομένου παράλειψη ως προς την εκτέλεση της εργασίας κατά τη συνήθη και προβλεπτή χρήση του μηχανήματος και σύμπτωση συγκεκριμένων συνθηκών (χαμηλό ήχο λόγω της έλλειψης φορτίου στη δεξαμενή, διαδοχικές εργασίες με απομάκρυνση από τη συνήθη θέση εργασίας, εσφαλμένο χειρισμό, χωρίς διακοπή λειτουργίας, πριν τον καθαρισμό του ανευδευτήρα κοντά στη θυρίδα). Προς επίρρωση της ανωτέρω κρίσης, ως προς τον ενδεχόμενο δόλο, συνεκτιμάται και το γεγονός ότι το κόστος των μέτρων ασφαλείας (κατασκευή κιγκλιδώματος και τοποθέτηση δεύτερου συστήματος ελέγχου στην αντίθετη πλευρά της δεξαμενής, κοντά στην επίμαχη θυρίδα) εκτιμάται με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας κάτω των χιλίων ευρώ, γεγονός που απομακρύνει το ενδεχόμενο μη λήψης μέτρων για λόγους κέρδους, όπως ο ενάγων επικαλείται. Ως εκ της ουσιαστικής αβασιμότητας του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι οι εναγόμενοι βαρύνονται με δόλο είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο είναι το αγωγικό κονδύλιο της κατ’ άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωσης, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής, δεδομένου ότι ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ), που έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας (βλ. και ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 617/2022 ΤΝΠ Νόμος). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα ως προς την αμέλεια και όχι την κατάφαση ενδεχομένου δόλου εκ μέρους των εναγομένων, έστω και με διάφορη εν μέρει και λιγότερες αιτιολογίες που όπου είναι αναγκαίο αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από την παρούσα (534 ΚΠολΔ), ορθά κατ’ αποτέλεσμα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο ενάγων με τον τρίτο λόγο της υπό στοιχ. Α έφεσης, και οι εναγόμενοι με τους 1°, 2° λόγο, 5° λόγο της υπό στοιχ. Β έφεσης και η τέταρτη εναγομένη με τον 1°, 2° και 4° λόγο της υπό στοιχ. Γ έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Υπαίτιος, όμως, στην πρόκληση του ανωτέρω εργατικού ατυχήματος ήταν και ο ίδιος ο ενάγων – παθών. Τούτο δε διότι, όπως αποδείχθηκε, αυτός, όντας έμπειρος και εκπαιδευμένος στη λειτουργία του συγκεκριμένου μηχανήματος εργάτης, από έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει αν και ο ίδιος έθεσε σε λειτουργία τον προωθητικό κοχλία /αναδευτήρα και άνοιξε τη θυρίδα προκειμένου να γίνει έκχυση του μίγματος, επιστρέφοντας από τις εργασίες που εκτέλεσε, παρέλειψε να ελέγξει την κατάσταση λειτουργίας πριν εκτελέσει καθαρισμό, ήτοι δεν βεβαιώθηκε, αν και μπορούσε, μεταβαίνοντας στο εκ διαμέτρου αντίθετο σημείο της δεξαμενής και κάνοντας χρήση του πλήκτρου λειτουργίας που βρισκόταν σε απόσταση τριών μέτρων, πριν προβεί σε ενέργεια περιμετρικά της θυρίδας. Επιπλέον διότι επιχείρησε καθαρισμό με το χέρι και όχι με χρήση εργαλείου κρούσης το οποίο είχε στη διάθεσή του και με το οποίο συνήθως γινόταν καθαρισμών των υπολειμμάτων από τη θυρίδα. Το Δικαστήριο, συγκρίνοντας τις παραλείψεις κάθε μέρους ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους, κρίνει ότι τους μεν εναγομένους, υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους βαρύνει ποσοστό συνυπαιτιότητας 70%, τον δε ενάγοντα ποσοστό 30%. Πρέπει, επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη η σχετική ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του παθόντος ενάγοντος (άρθρο 300 ΑΚ), την οποία πρότειναν νομότυπα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν με τον 3° λόγο της υπό στοιχ. Β έφεσης και τον 4° λόγο της υπό στοιχ. Γ έφεσης, απορριπτομένου αντιστοίχως του 1ου λόγου της υπο στοιχ. Α έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείται κατά της εκκαλουμένης για την αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ενστάσεως. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τον Αύγουστο 2023 επέστρεψε στην εργασία στην πρώτη κυρίως εναγόμενη εργοδότρια εταιρία, μετά από επτά χειρουργικές επεμβάσεις, ανικανότητα για εργασία επί 17 μήνες και με μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 50%, οπότε έκτοτε απασχολείται στην επιχείρηση με βοηθητικού τύπου εργασίες. Κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος ήταν άγαμος, ενώ μεταγενέστερα αυτού σύναψε σύμφωνο συμβίωσης και έχει αποκτήσει ένα τέκνο. Περαιτέρω, ο κυρίως ενάγων από το προαναφερόμενο εργατικό ατύχημα, που του προξένησε βλάβη της υγείας του υπέστη ηθική βλάβη, οπότε δικαιούται να αξιώσει από τους κυρίως εναγομένους εύλογη σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση. Προς το σκοπό του καθορισμού του επιδικαστέου για την εν λόγω αιτία ποσού απαιτείται λοιπόν να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα κυρίως προσδιοριστικά στοιχεία: α) το είδος των εννόμων αγαθών που προσβλήθηκαν (υγεία και σωματική ακεραιότητα) και η έκταση της προσβολής, β) η τότε ηλικία του κυρίως ενάγοντος (46 ετών), γ) ο βαθμός της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου που δοκίμασε εντεύθεν, δ) ο βαθμός του πταίσματος των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, υπό την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της εργοδότριας εταιρίας και της τέταρτης των εναγομένων τεχνικού ασφαλείας προσληφθείσας από την εργοδότρια εταιρίας, καθώς και το ανωτέρω ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, ως προς την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και των αποτελεσμάτων αυτού και ε) η κοινωνική και η οικονομική κατάσταση των διαδίκων της κύριας αγωγής. Πρέπει επομένως, να επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση του κυρίως ενάγοντος εξαιτίας της προειρημένης ηθικής του βλάβης το ποσό των 63.000 ευρώ. Το ποσό αυτό οφείλεται με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, δεκτού γενόμενου του σχετικού αιτήματος των εναγομένων για επιδίκαση τόκων υπερημερίας και όχι επιδικίας, δεδομένου ότι, πριν την έκδοση της απόφασης επί της διαφοράς, διατηρούσαν εύλογα αμφιβολίες ως προς την έκταση (πλήρης ή ειδική) και το ύψος της απαίτησης του ενάγοντος και δεν κατέβαλαν το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, διότι ανέμεναν δικαιολογημένα την έκδοση απόφασης που θα έκρινε σχετικά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε βάσιμη την εξαίρεση από τον τόκο επιδικίας, μετά από παραδεκτά προταθέν αίτημα των εναγομένων στον πρώτο βαθμό κατ’άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, και την ύπαρξη εύλογης αντιδικίας, χωρίς να ενδιαφέρει η φύση της αγωγής ως καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής (ΑΠ 1465/2019), ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του τέταρτου λόγου της υπό στοιχ. Α έφεσης του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ως αβάσιμου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ, “Προσωπική κράτηση διατάσσεται στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Η διάρκεια της προσωπικής κράτησης ορίζεται με την απόφαση, έως ένα έτος…”. Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και κατά το οποίο: “Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση”. Η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικές παράβασης. Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσον εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (Ολομ. ΑΠ 1/2009, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 29/2020). Συνεπώς σε περίπτωση αδικοπραξίας σύμφωνα με το προμνημονευθέν άρθρο (1047 παρ. 1 ΚΠολΔ) παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υπόχρεου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της απ’ αυτή απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του ως άνω άρθρου, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειες της, το πταίσμα του υπόχρεου, τη φερεγγυότητα αυτού, την τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και τις λοιπές εν γένει περιστάσεις (ΑΠ 1604/2022). Αναφορικά με το αίτημα του ενάγοντος να διαταχθεί ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης η προσωπική κράτηση των εναγόμενων, ενόψει του ότι δεν αποδεικνύεται κάποια καταβολή, λαμβάνοντας υπόψη, το είδος των παραλείψεων των εναγόμενων, την βαρύτητα του ζημιογόνου γεγονότος, το ύψος της απαίτησης αλλά και την έλλειψη κάποιου στοιχείου καλής πίστης ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος, πρέπει να καθοριστεί με διάρκεια δύο μηνών. Δεν έσφαλε επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πέμπτο λόγο της υπό στοιχ. Α έφεσης του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Μετά ταύτα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμενη απόφασή : α) έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου των εναγομένων ως προς τις παραλείψεις τους οι οποίες αιτιωδώς ήταν συνδεδεμένες με το ατύχημα και απέρριψε εντεύθεν την αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος για επιδίκαση αποζημίωσης αναπηρίας, κατ’ άρθρο 931 ΑΚ ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των όσων αντίθετων περιέχονται στον τέταρτο λόγο της υπό στοιχ. Α έφεσης, οπότε κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η υπό στοιχεία Α έφεση, β) έκρινε ότι υπήρχε παράνομη και άδικη συμπεριφορά του 2ου και 3ου εναγομένων ως νομίμων εκπροσώπου της 1ης εργοδότριας εταιρίας – νομικού προσώπου και της 4ης εναγόμενης, τεχνικού ασφαλείας προσληφθείσας από την 1η για την παροχή υπηρεσιών, διότι από αμέλεια, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους παρέλειψαν τη λήψη μέτρων ασφαλείας οι δύο πρώτοι και να ενημερώσει για τη λήψη των μέτρων αυτών η τέταρτη, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω εκτιθέμενα, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 662ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές του π.δ. 395/1994 και ν. 3850/2010 αντιστοίχως, η οποία (από αμέλεια παράλειψη) ήταν αιτιωδώς στην επέλευση της ζημίας, με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά τους, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των όσων αντίθετων περιέχονται στους λόγους της υπό στοιχ. Β και Γ εφέσεως και δη, πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο λόγο της υπό στοιχ. Β έφεσης και πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους έφεσης, έστω και με διάφορες αιτιολογίες που αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από την παρούσα (534 ΚΠολΔ), οι οποίες κατά το κεφάλαιο αυτό πρέπει να απορριφθούν κατ’ ουσίαν. Γ) Ως προς την επικουρικά προταθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας των εναγομένων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που την έκανε δεκτή ως βάσιμη ουσιαστικά, καθορίζοντας το ποσοστό αυτής σε 20% εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατ’ αποδοχή του 3ου και 4ου λόγου της υπό στοιχ. Α έφεσης των τριών πρώτων εναγομένων και 5ου και 6ου λόγων της υπό στοιχ. Γ έφεσης ως ουσιαστικά βασίμων και τον καθορισμό τους ύψους αυτής σε 80.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά μερική παραδοχή του 2ου λόγου της υπό στοιχ. Α έφεσης των εναγόντων και του 7ου λόγου υπό στοιχ. Γ έφεσης της τέταρτης εξ αυτών. Πρέπει κατόπιν τούτων να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, συνολικά, κατά τα ανωτέρω κεφάλαια ως προς εναγομένους, για την ενότητα της εκτελέσεως και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που θα καθορισθούν εξαρχής (ΑΠ 748/84 ΕλΔ 26, 642, ΕφΔωδ 305/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕΠ 277/2005 ΔΕΕ 2005, 685, ΕΠ 91/2004 ΠειρΝομ 2004, 160). Ακολούθως αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) και δικαστεί κατ’ ουσίαν η αγωγή κατά τα ανωτέρω κεφάλαια, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων (216 ΚΠολΔ, 71, 297, 298, 300, 330, 340, 346, 914 επ, 926, 932 ΑΚ, 1, 16 του Ν. 551/1915, 34 § 2 και 60 § 3 του Α.Ν. 1846/1951, 1 εδ. α’, 2 § 1, 3 § 1 περ. α’ β’ και ε’, 42 §§ 1 και 5, 42§8, 43§1 του 13,14,15, Ν. 3850/2010, 1,2, 3, 4§4, 9, Παραρτημα I, II Π.Δ. 395/1994, 1047 § 1 ΚΠολΔ) πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον να καταβάλουν το συνολικό ποσό των 63.000 €, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επίσης πρέπει να απαγγελθεί ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης προσωπική κράτηση δύο (2) μηνών. Τέλος, οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της μερικής ήττας τους και παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 178, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων : 1) τη με αριθ. καταθ. …/13.9.2024/αριθ. προσδ. …/13.9.2024 την υπό στοιχείο Α έφεση του …, 2) τη με αριθ. καταθ. …./16.10.2024/αριθ. προσδ. …./17.10.2024, υπό στοιχ. Β έφεση των «….», ….. και ….η και γ) με αριθ. καταθ. …/16.10.2024/αριθ. προσδ. …./17.10.2024 υπό στοιχ. Γ έφεση της …., κατά της υπ’ αριθ 352/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία περιουσιακών- εργατικών διαφορών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή και απόδοση των καταβληθέντων αχρεωστήτως παραβόλων των υπό στοιχ. Β (αριθ. καταθ. …./16.10.2024/αριθ. προσδ. …./17.10.2024) και Γ (αρ. καταθ. …./16.10.2024/αριθ. προσδ. …./17.10.2024) εφέσεων με αριθ. …. και ….. αντιστοίχως, στους εκκαλούντες.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτες την υπό στοιχ. Α (με αριθ. καταθ. …./13.9.2024/αριθ. προσδ. …./13.9.2024) και την υπό στοιχ. Β έφεση (αριθ. καταθ. …./16.10.2024/αριθ. προσδ. …./17.10.2024) της πρώτης από τους εκκαλούντες, ως προς την πέμπτη και δεύτερη εφεσίβλητη αντιστοίχως … ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες, καθεμιάς από τις παραπάνω εφέσεις (εκκαλούντα της υπό στοιχ. Α και πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχ.Β) στην καταβολή, ισομερώς, της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας καθορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΥΠΙΚΑ κατά τα λοιπά τις εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 352/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
ΑΠΟΡΡΙΠΕΙ κατ’ ουσίαν την υπό στοιχ. Α , με αριθ. καταθ. …/13.9.2024/αριθ. προσδ. …./13.9.2024 την υπό στοιχείο Α έφεση του ενάγοντος …
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα – εκκαλούντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγόμενων – εφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ στην ουσία της την έφεση των εναγόμενων, ήτοι των τριών πρώτων (υπό Β) με αριθ. καταθ. …/16.10.2024/αριθ. προσδ. …/17.10.2024, υπό στοιχ. Β έφεση των «…», … και … και της τέταρτης εναγόμενης (υπό στοιχ, Γ) με αριθ. καταθ. …/16.10.2024/αριθ. προσδ. …./17.10.2024 υπό στοιχ. Γ έφεση της …
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμ…. οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), πλην του κεφαλαίου που αφορά στην απόρριψη της παρεμπίπτουσας συνενωμένης με προσεπίκληση αγωγής και της επικουρικά ασκηθείσας πρόσθετης παρέμβασης της …..
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της ουσίας την από 10.7.2023 (αρ. εκθ. καταθ. …/10.7.2023) αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το ποσό των εξήντα τριών χιλιάδων (63.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ σε βάρος του δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας δύο μηνών ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους – εφεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος – εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε από τη Δικαστή Φανή Βακράτσα, Εφέτη και λόγω μετάθεσης και αναχώρησης αυτής από το Εφετείο Λάρισας, δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στη Λάρισα, στις 31 Οκτωβρίου 2025, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, παρουσία της Γραμματέως, από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Λάρισας Μαρία Λιάνου, Πρόεδρο Εφετών, από την οποία και υπογράφεται η παρούσα, κατ’ άρθρο 304 παρ. 2 και 306 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ.
