Περίληψη:
Υπόθεση: Εργατική διαφορά για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων, αποζημίωσης απόλυσης και δαπανών τηλεργασίας, μετά από μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθών.
Πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες προσελήφθησαν ως προγραμματιστές με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Μετά από μεταβιβάσεις επιχείρησης, η εναγόμενη υπεισήλθε στις συμβάσεις εργασίας ως εργοδότις. Εργάζονταν με καθεστώς τηλεργασίας. Η εναγόμενη καθυστερούσε την καταβολή μισθών. Οι ενάγοντες με εξώδικες δηλώσεις θεώρησαν την καθυστέρηση άνω των δύο μηνών ως καταγγελία της σύμβασης. Η εναγόμενη δεν κατέβαλε μισθούς καθώς και επιδόματα, αποδοχές άδειας και δαπάνες τηλεργασίας.
Ζητήματα: 1) Αν η καθυστέρηση καταβολής μισθών άνω των δύο μηνών συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας και καταγγελία αυτής. 2) Αν η αξίωση για αποζημίωση απόλυσης είναι παραδεκτή ή απορρίπτεται λόγω παρόδου της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955. 3) Αν οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα και δαπάνες τηλεργασίας. 4) Αν είναι παραδεκτή η αξίωση για χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας.
Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Άρθρο 7 Ν. 2112/1920 (μονομερής βλαπτική μεταβολή όρων εργασίας), Άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955 (εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για αξίωση αποζημίωσης απόλυσης), Άρθρο 5 Ν. 3846/2010 (τηλεργασία), Άρθρο 67 παρ. 4 Ν. 4808/2021 (κόστος τηλεργασίας), Υπουργική Απόφαση 98490/03.12.2021 (ελάχιστο ποσό δαπανών τηλεργασίας), Άρθρο 678 ΑΚ (πιστοποιητικό εργασίας), Άρθρα 241, 242, 243, 255-259, 260-270, 279, 280 ΑΚ (προθεσμίες, αναστολή, διακοπή), Άρθρα 59, 325, 340, 341, 346, 648, 653, 655, 656 ΑΚ (σύμβαση εργασίας, αποδοχές), Άρθρα 591, 614, 621, 908 παρ. 1 περ. ε ΚΠολΔ (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών, προσωρινή εκτελεστότητα).
Η κρίση του δικαστηρίου: Το Δικαστήριο έκρινε ότι: 1) Η καθυστέρηση καταβολής μισθών άνω των δύο μηνών συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας κατ’ άρθρο 7 Ν. 2112/1920, την οποία οι ενάγοντες δικαιούνταν να θεωρήσουν ως καταγγελία. 2) Η αξίωση για αποζημίωση απόλυσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω παρόδου της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955. 3) Η αξίωση για χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθώς οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν ότι το ζήτησαν και η εναγόμενη αρνήθηκε. 4) Η εναγόμενη καταδικάστηκε να καταβάλει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 38.580,47 Ευρώ, με τον νόμιμο τόκο.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1537/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Όλγα Σταθοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από την Γραμματέα Χρύσα Μπόβη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) … του …. κατοίκου … Αττικής, επί της οδού …, αριθμ. …, με Α.Φ.Μ. … και 2) … του …, κατοίκου … Αττικής, επί της οδού …, αριθμ. …), με Α.Φ.Μ. …, οι οποίοι παραστάθηκαν η πρώτη μετά και ο δεύτερος δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, Δημητρίου Βλαχόπουλου (AM ΔΣΑ 29922), ως εκ του λειτουργήματος του κατοικούντος στην Αθήνα, επί της οδού 28ης Οκτωβρίου, αρ.95.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας με την επωνυμία «…», η οποία εδρεύει στην … Αττικής, επί της Λεωφόρου …, αριθμ. …., με Α.Φ.Μ. …, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, απούσα.
Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή, η από 24.11.2023 με αριθμό κατάθεσης …/…/24.11.2023 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και η συζήτηση της προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 16.4.2024 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά του πινακίου …, με αριθμό … . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων, ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την νομίμως προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. …/11.12.2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κων/νου Λεράκη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη (άρθρα 120, 122 παρ. 1, 124, 126 παρ.1, εδ.γ’, 127 και 129 παρ.1 ΚΠολΔ ως ισχύουν), πλην όμως αυτή δεν εμφανίστηκε στην παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και επομένως πρέπει να δικαστεί ερήμην, με τη διαδικασία όμως να προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 621 παρ.2 εδ.β’, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το Άρθρο Τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 και σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου ένατου, η ισχύς του οποίου αρχίζει από 1.1.2016). ΚΠολΔ).
Ι. Με το άρθρο 5 του ν. 3846/2010 ρυθμίστηκε το πλαίσιο λειτουργίας της τηλεργασίας και ειδικότερα ορίζονται τα έξης: «1. Ο εργοδότης όταν καταρτίζει σύμβαση εργασίας για τηλεργασία, υποχρεούται να παραδίδει γραπτώς στον εργαζόμενο, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, το σύνολο των πληροφοριών που αναφέρονται στην εκτέλεση της εργασίας και ειδικότερα ως προς την ιεραρχική σύνδεση με τους προϊσταμένους ταυ στην επιχείρηση, τα λεπτομερή καθήκοντα του, τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, τον τρόπο μέτρησης του χρόνου εργασίας, την αποκατάσταση του κόστους που προκαλείται από την παροχή της (τηλεπικοινωνίες, εξοπλισμός, βλάβες συσκευών κλπ.). Αν στη σύμβαση περιέχεται συμφωνία για τηλε – ετοιμότητα ορίζονται τα χρονικά της όρια και οι προθεσμίες ανταπόκρισης του μισθωτού. 2. Αν κανονική εργασία μετατρέπεται σε Τηλεργασία, καθορίζεται στη συμφωνία αυτή μια περίοδος προσαρμογής τριών (3) μηνών, κατά την οποία οποιοδήποτε από τα μέρη, μετά από τήρηση προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, μπορεί να θέσει τέλος στην Τηλεργασία και ο μισθωτός να επιστρέφει στην εργασία του σε αντίστοιχη θέση με αυτήν που κατείχε. 3. Ο εργοδότης αναλαμβάνει σε κάθε περίπτωση το κόστος που προκαλείται στον μισθωτό από τη μορφή αυτή εργασίας και ειδικότερα των τηλεπικοινωνιών. Παρέχει στον μισθωτό τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής των συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον μισθωτό, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά. Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη της χρησιμοποίησης του οικιακού χώρου εργασίας του μισθωτού. Με συλλογικές συμβάσεις προσδιορίζονται επίσης ειδικότερα πλαίσια για τη ρύθμιση του ίδιου ζητήματος». Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του άρθρου 67 του ν. 4808/2021 ορίζεται ότι «Κατά την τηλεργασία, ο εργοδότης αναλαμβάνει το κόστος που προκαλείται στον εργαζόμενο από τη μορφή αυτή εργασίας, ήτοι το κόστος του εξοπλισμού, εκτός εάν συμφωνηθεί να γίνεται χρήση εξοπλισμού του εργαζομένου, των τηλεπικοινωνιών, της συντήρησης του εξοπλισμού και της αποκατάστασης των βλαβών. Παρέχει στον εργαζόμενο τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής το συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεσή της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον εργαζόμενο, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά. Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη του ως άνω κόστους καθώς και του κόστους, σε μηνιαία βάση, της χρήσης του οικιακού χώρου εργασίας του εργαζομένου. Οι σχετικές δαπάνες δεν αποτελούν αποδοχές αλλά εκπιπτέα δαπάνη για την εργοδοτική επιχείρηση, δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε φόρο ή τέλος ούτε οφείλονται επί αυτών ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη ή εργαζομένου, υπολογίζονται αναλογικώς προς τη συχνότητα και τη διάρκεια της τηλεργασίας, την παροχή ή όχι εξοπλισμού και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο». Το προαναφερόμενο κόστος που προκαλείται στον εργαζόμενο από την τηλεργασία ορίστηκε με την υπ’ αρ.98490/3.12.2021 Υ.Α. του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 5646/03.12.2021 και ισχύει από 03.12.2021, ορίζοντας το ελάχιστο ποσό σε μηνιαία βάση «α) για τη χρήση ταυ οικιακού χώρου εργασίας 13 ευρώ, β) για τις επικοινωνίες το ποσό των 10 ευρώ και γ) για τη συντήρηση του εξοπλισμού το ποσό των 5 ευρώ, ενώ τα ποσά β και γ δεν καταβάλλονται εάν ο εργοδότης διαθέτει χωριστή σύμβαση με τον πάροχο διαδικτύου-κινητής και σταθερής τηλεφωνίας και εφόσον παρέχει στον εργαζόμενο τον εξοπλισμό που απαιτείται για την εκτέλεση της εργασίας μέσω τηλεργασίας. Σε περίπτωση που η τηλεργασία παρασχεθεί για λιγότερες από είκοσι δύο (22) ημέρες ανά μήνα, λόγω παροχής της εργασίας στο χώρο του εργοδότη, άδειας, απεργίας κ.λπ., καταβάλλεται το ένα εικοστό δεύτερο (1/22) των δαπανών, που ισχύουν κατά περίπτωση, ανά ημέρα εργασίας» (βλ. ΜΠΑ 549/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 678 ΑΚ, κατά τη λήξη της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του. Μόνο αν το ζητήσει ειδικά ο εργαζόμενος, βεβαιώνεται και η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του. Σκοπός της υποχρέωσης του εργοδότη για χορήγηση στον εργαζόμενο πιστοποιητικού εργασίας είναι η διευκόλυνση του τελευταίου να βρει άλλη εργασία και γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί εκδήλωση των παρεπόμενων υποχρεώσεων προστασίας που πηγάζουν από την εργασιακή σχέση. Η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 678 ΑΚ εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Το πιστοποιητικό εργασίας μπορεί να ζητηθεί με τη λήξη της εργασιακής σύμβασης, ήτοι είτε με την πάροδο ταυ συμφωνημένου χρόνου, είτε με καταγγελία οποιοσδήποτε μορφής. Εκτός, όμως, από την περίπτωση αυτή, η προστατευτική τελολογία του άρθρου 678 ΑΚ επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση παροχής του πιστοποιητικού, ανεξάρτητα από τη λήξη της εργασιακής σύμβασης (ενδιάμεσο πιστοποιητικό), εφόσον ο εργαζόμενος έχει έννομο συμφέρον να το αξιώσει. Η υποχρέωση για έκδοση του πιστοποιητικού βαρύνει είτε τον εργοδότη αυτοπροσώπως, είτε το νόμιμο εκπρόσωπό του. Η έκδοση του πιστοποιητικού προϋποθέτει την σχετική, γραπτή ή προφορική, αίτηση του εργαζόμενου. Για την έκδοση του πιστοποιητικού του εδαφίου β’ του άρθρου 678 ΑΚ (λεπτομερές πιστοποιητικό) απαιτείται ειδική αίτηση του εργαζόμενου. Το πιστοποιητικό μπορεί να ζητηθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήξη της εργασιακής συμβάσεως. Ο δικαστικός έλεγχος είναι δυνατός, όχι μόνο στην περίπτωση άρνησης χορήγησης του πιστοποιητικού, αλλά και όταν αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου του (βλ. ΕφΑΘ 1138/1984, ΕΕργΔ 1985.403). Αν ο εργοδότης αρνηθεί να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας (απλό ή λεπτομερές) που του ζητήθηκε, ο εργαζόμενος μπορεί, μεταξύ άλλων, να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή την καταδίκη του εργοδότη στη σύνταξη και παράδοση του πιστοποιητικού εργασίας, απειλώντας χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ (βλ. ΜονΕφΑΘ 2484/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαίωμα αυτό του εργαζομένου ασκείται κατ’ αρχήν εξωδίκως έναντι του εργοδότη. Είναι όμως και δικαστικώς επιδιώξιμο σε δύο περιπτώσεις: Πρώτον, όταν ο εργαζόμενος έχει ζητήσει ήδη από τον εργοδότη τη χορήγηση του πιστοποιητικού, αλλά ο τελευταίος δεν το χορηγεί και, δεύτερον, όταν ο εργαζόμενος διαφωνεί με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού που χορήγησε ο εργοδότης, αμφισβητεί δηλαδή την ακρίβεια των πληροφοριών ή αξιολογήσεων που περιέχονται σε αυτό (βλ. ΑΠ 635/2020, ΔΕΝ 2021, 20). Πάντως, η άσκηση αγωγής για την εκπλήρωση της σχετικής εργοδοτικής υποχρέωσης προϋποθέτει την προηγούμενη υποβολή σχετικού αιτήματος ταυ εργαζομένου προς τον εργοδότη, το οποίο δεν ικανοποιήθηκε. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται δεκτό ότι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής είναι ακριβώς η επίκληση αφενός της υποβολής του αιτήματος αυτού προς τον εργοδότη για χορήγηση του πιστοποιητικού και αφετέρου της άρνησης του τελευταίου να το χορηγήσει (βλ. ΜονΠρΑθ 159/2023, ΜονΠρΑθ 867/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απόδειξη των ίδιων αυτών στοιχείων συνιστά επίσης προϋπόθεση και για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (βλ. ΜονΕφΑΘ 2484/2021, ΜονΕφΑΘ 6443/2020, ΜονΠρΑθ 338/2023 όλες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
III. Με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α’ του ν. 2112/1920 ορίζεται, ότι «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από τον νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, και χωρίς αυτή να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα, που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του (ή να γίνεται, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος – άρθρο 281 ΑΚ). Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 288, 648, 652 παρ. I και 656 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό, μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ’ άρθρο 361 ΑΚ σύναψη (σιωπηρά ή μη) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. Στην περίπτωση αυτή η μεταβολή των ορών της συμβάσεως εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχτεί αυτή ρητώς ή σιωπηρώς, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικώς δείχνουν την για αποδοχή βούληση του, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς να διαμαρτυρηθεί και ανεπιφυλάκτως συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο μισθωτός δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, αλλά ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως όπως αυτή είχε προηγουμένως, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από τον ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτή, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο μισθωτός) την αντίδρασή του, να παράσχει προσωρινά τη νέα εργασία του υπό τους τροποποιηθέντες όρους και παράλληλα να προσφύγει στο Δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (βλ. ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014, ΑΠ 24/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κατά τα ανωτέρω εξομοίωση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με καταγγελία αυτής εκ μέρους του εργοδότη δεν επέρχεται αυτόματα, αλλά εξαρτάται από τη βούληση του εργαζομένου, έχοντος προς τούτο διαζευκτική ευχέρεια να μην θεωρήσει τη βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία, αλλά, εμμένοντας στη σύμβαση εργασίας υπό τους αρχικούς της όρους να ασκήσει όλα τα δικαιώματά του, που απορρέουν από τη μονομερή τροποποίηση των όρων αυτής (βλ. ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014, ΑΠ 24/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο τρίτο εδάφιο του ως άνω άρθρου 7 του ν. 2112/1920, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 56 ν.4487/2017, πριν την εκ νέου τροποποίησή του με το άρθρο 58 ν.4635/2019, ορίζεται ότι: «Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης». Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθού, για να θεωρηθεί ότι συνιστά βλαπτική, υπό την ως άνω έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να είναι αξιόλογη, ανεξάρτητα από την αιτία της καθυστέρησης, και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται αυτή δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του, όπως επικράτησε να ερμηνεύεται η ανωτέρω διάταξη του πρώτου ως άνω εδαφίου από τα δικαστήρια (βλ.ΑΠ 905/2023, ΑΠ 1215/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ήδη, με το άρθρο 58 του ν. 4635/2019, το εν λόγω εδάφιο (γ ) του ως άνω άρθρου 7, έχει πλέον διαμορφωθεί ως εξής: «Επίσης, θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η πέραν των δυο (2) μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης». Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57,59, 281, 288,648,652,914,932 ΑΚ, 2 παρ.2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (βλ. ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 269/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή της κατά τον Ν.2112/1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση κατέστη απαιτητή (βλ. ΑΠ 1458/2019, ΑΠ 572/2018, ΑΠ 177/2013, ΑΠ 200/2011, ΑΠ 1284/2010, ΑΠ 526/2008, ΑΠ 1938/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος). Αφετηρία για την έναρξη της εξάμηνης προθεσμίας αποτελεί η ημέρα κατά την οποία η αξίωση κατέστη απαιτητή και σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας η ημέρα αυτή συμπίπτει με την ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η καταγγελία. Έτσι, στην περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης αόριστου χρόνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 241 εδ.α του ΑΚ, η οποία ισχύει και για την εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.3198/1955, η προθεσμία αυτή (εξάμηνη) αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που έλαβε χώρα το γεγονός της καταγγελίας από τον εργοδότη και περιήλθε αυτή στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, αν δε αυτή είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), με την παρέλευση ολόκληρης της επόμενης εργάσιμης ημέρας, σύμφωνα με τα άρθρα 242 και 243 εδ.β του ΑΚ (βλ. ΑΠ 572/2018, 524/2018, ΑΠ Π57/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, ΑΠ 1938/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος). Η ως άνω προθεσμία είναι αποσβεστική και, όπως συνάγεται από τα άρθρα 219, 280 και 261 του ΑΚ, αφενός μεν, σε αντίθεση με την παραγραφή, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (βλ. ΑΠ 1284/2010, ΑΠ 1247/2008), αφετέρου δε, διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 44/2006). Όταν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του ως άνω δικαιώματος και η σχετική αγωγή για την καταβολή της, τυχόν ασκούμενη μετά την πάροδο του εξαμήνου είναι απαράδεκτη (βλ. ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1458/2019, ΑΠ 572/2018, ΑΠ 524/2018, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 404/2008 Τ.Ν.Π. Νόμος). Η άνω αποσβεστική εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.3198/1955, που αρχίζει όπως ανωτέρω αναφέρθηκε και που, σε αντίθεση με την παραγραφή, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), υπόκειται σε αναστολή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 255 έως και 259 του ΑΚ και διακοπή, κατά τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 260 έως και 270 ΑΚ, αφού και στις αποσβεστικές προθεσμίες εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή (αρ.279 ΑΚ) και ειδικότερα εκείνες που συμβιβάζονται με τη φύση της συγκεκριμένης αποσβεστικής προθεσμίας και το σκοπό που αυτή υπηρετεί (βλ. ΑΠ 572/2018, ΑΠ 1284/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1256/2004 ΕλΔνη 48,811, ΕφΑΘ 1928/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑΘ 7193/2007 ΕλΔνη 49,920). Προσέτι, η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 Ν.3198/1955 δεν περιλαμβάνεται στις προθεσμίες, για τις οποίες δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, που καθορίζονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 2 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται η αναστολή της προθεσμίας αυτής κατά τη διάρκεια του παραπάνω χρονικού διαστήματος και το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπολογίζεται για την προθεσμία αυτή (βλ. ΑΠ 2092/2002, ΕφΑΘ 818/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος και ως προς την περιοριστική αναφορά του άρθρου 147 ΚΠολΔ βλ. ενδεικτικά και ΑΠ 643/1989, ΕφΑΘ 4576/1996 Τ.Ν.Π. Νόμος).
Με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες, κατ’ εκτίμηση ιστορούν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προσλήφθηκαν η μεν πρώτη την 8.10.2018, από την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «…» με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, η οποία την 1.6.2019 υπεισήλθε ως εργοδότης στη σύμβαση αυτή, συνεπεία μεταβίβασης επιχείρησης στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «…» (πρώην «…») και η οποία την 1.9.2021, μεταβιβάσθηκε περαιτέρω στην εναγόμενη και υπεισήλθε η τελευταία ως εργοδότης στη σύμβαση εργασίας και ο δε δεύτερος εξ αυτών την 3.2.2020 από την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «…» (πρώην «…»), η οποία την 1.9.2021, μεταβιβάσθηκε περαιτέρω στην εναγόμενη και υπεισήλθε η τελευταία ως εργοδότης στη σύμβαση εργασίας, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως προγραμματιστές, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους για την πρώτη 2.600,00 ευρώ και για τον δεύτερο 2.300,00 ευρώ, που αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 3.000,00 ευρώ από την 1.4.2023 και εντεύθεν. Ότι, παρείχαν κατά τα συμφωνηθέντα την εργασία τους στην εναγόμενη, η οποία από τον Νοέμβριο του έτους 2022 δυστροπούσε ως προς την καταβολή των αποδοχών τους, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκαν επανειλημμένα. Ότι, ωστόσο, η εναγόμενη κώφευε στις οχλήσεις τους, και για το λόγο αυτό η πρώτη εκ των εναγόντων με την από 8.6.2023 εξώδικη δήλωσή της και ο δεύτερος εξ αυτών με την από 2.6.2023 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγόμενη, δήλωσαν ότι εκλαμβάνουν ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους την εκ της πέραν ταυ διμήνου μη καταβολής των αποδοχών μονομερή βλαπτική μεταβολή αυτής και ζήτησαν να τους καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους. Ότι, τέλος, η εναγόμενη δεν τους έχει μέχρι σήμερα καταβάλει, εκτός από την αποζημίωση απόλυσης, ποσού 9.099,99 ευρώ στην πρώτη και ποσού 7.000,00 ευρώ στον δεύτερο, στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 2.600,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2023, το ποσό των 2.600,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2023, το ποσό των 2.600,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2023, το ποσό των 1.354,17 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2023, το ποσό των 2.600,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2023, το ποσό των 520,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2023, το ποσό των 1.996,80 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας έτους 2023 και το ποσό των 1.300,00 ευρώ για επίδομα άδειας 2023, ήτοι συνολικά το ποσό των 15.570,97 και στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 2.300,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2022, το ποσό των 2.300,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2023, το ποσό των 2.300,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2023, το ποσό των 2.300,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2023, το ποσό των 3.000,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2023, το ποσό των 1.562,50 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2023, το ποσό των 3.000,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2023, το ποσό των 240,00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2023, το ποσό των 2.736,00 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας έτους 2023 (19 ημερών) και το ποσό των 1.500,00 ευρώ για επίδομα άδειας 2023, ήτοι συνολικά το ποσό των 21.238,50 ευρώ και τις δαπάνες τηλεργασίας για ολόκληρη τη διάρκεια των συμβάσεων τους ύψους 885,50 ευρώ για έκαστο εξ αυτών. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, οι ενάγοντες, ζητούν, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, κατά την σύμβαση εργασίας τους και την εργατική νομοθεσία, άλλως και όλως επικουρικώς με τις περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (904 ΑΚ), σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας τους, να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους καταγγέλθηκαν την 8.6.2023 για την πρώτη και την 2.6.2023 για τον δεύτερο εξ αυτών και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη των εναγόντων, το συνολικό ποσό των 25.556,46 ευρώ και στον δεύτερο εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 29.124,00 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλι κατέστη ληξηπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Περαιτέρω, ζητούν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους χορηγήσει, κατ’ άρθρ. 678 παρ.1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας τους, καθώς και η διαγωγή τους και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της με την ως άνω διαγνωσθησόμενη υποχρέωσή της, να καταδικαστεί, κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 10.000,00 ευρώ για έκαστο εξ αυτών και τέλος να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική τους δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 13, 14, 16, 25 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (εργατικών διαφορών) των άρθρων 591, 614, 621 επ. ΚΠολΔ, πλην όμως όσον αφορά στο αγωγικό κονδύλιο περί καταβολής στους ενάγοντες της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεώς τους, λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας (που ισοδυναμεί με καταγγελία αυτής), από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμ. …/11.12.2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κων/νου Λεράκη, προκύπτει ότι η άσκησή της (αγωγής) ολοκληρώθηκε (215 αρ.1 ΚΠολΔ) με την επίδοση αυτής στην εναγόμενη, στις 11.12.2023, οι δε ενάγοντες εκθέτουν ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τους λύθηκε στις 8.6.2023 και 2.6.2023 αντίστοιχα, ήτοι προκύπτει ότι τα εν λόγω αγωγικά κονδύλια συνολικού ποσού 9.099,99 ευρώ και 7.000,00 ευρώ για έκαστο των εναγόντων είναι απορριπτέα, λόγω ουσιαστικού απαραδέκτου, συνεπεία παρόδου (συμπληρώσεως) της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 2 του ν.3198/1955, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα [ΑΚ 280, βλ. πάγια νομολογία, ΑΠ 277/2006 ΕλΔ 48(2007).471, ΑΠ 1256/2004 ΕλΔ 48(2007). 811, ΑΠ 1217/2004 ΕΕργΔ 65(2006).335=ΕλΔ 48(2007).815], είναι δε κατά τα λοιπά, αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 59, 325, 340, 341, 346, 648, 653, 655, 656 ΑΚ, 7 του ν.2112/1920, 5 και 6 ν.3198/1955, 1, 2 και 3 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 67 ν.4808/2021 και της με αριθμό 98490/03.12.2021 Υπουργικής Απόφασης, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ.1 περ. ε και 910 παρ.4 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί χορήγησης πιστοποιητικού εργασίας, το οποίο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθώς οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι ζήτησαν τη χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας από την εναγόμενη κι εκείνη αρνήθηκε να τους το χορηγήσει (βλ. ΑΠ 667/2012, ΕφΠειρ. 595/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει συνεπώς, να εξεταστεί περαιτέρω η αγωγή και κατ’ ουσίαν, μη υποκείμενη, για το παραδεκτό της σε τέλος δικαστικού ενσήμου, δοθέντος ότι το ύψος του αιτούμενου ποσού δεν υπερβαίνει το όριο των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ [άρθρο 71 ΕισΝΚ ΠολΔ, ως ισχύει από 16.9.2024], ενώ για το παραδεκτό της συζήτησής της, προσκομίστηκε από τους ενάγοντες, το προβλεπόμενο στο άρθρο 3 παρ.2 του Ν.4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης της για την δυνατότητα υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση (βλ. τα προσκομιζόμενα από 6.11.2023 έντυπα ενημέρωσης).
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης των εναγόντων, η οποία ελήφθη νομίμως και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε η ενάγουσα, από το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραληφθεί για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου και χρησιμεύουν και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη, κατά τα αρ.336 παρ.4 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη των εναγόντων, προσελήφθη την 8.10.2018, από την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «…» με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, ενώ εν συνεχεία την 1.6.2019 υπεισήλθε ως εργοδότης στη σύμβαση αυτή, συνεπεία μεταβίβασης επιχείρησης, κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2002, η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «…» (πρώην «…») και η οποία την 1.9.2021, μεταβιβάσθηκε περαιτέρω στην εναγόμενη και υπεισήλθε η τελευταία ως εργοδότης στη σύμβαση εργασίας και ο δε δεύτερος εξ αυτών, προσελήφθη την 3.2.2020, ομοίως με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης από την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «…» (πρώην «…») και η οποία την 1.9.2021, μεταβιβάσθηκε περαιτέρω στην εναγόμενη και υπεισήλθε η τελευταία ως εργοδότης στη σύμβαση εργασίας, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως προγραμματιστές. Η εναγόμενη εταιρία δραστηριοποιείται στον τομέα του προγραμματισμού ηλεκτρονικών συστημάτων και των ενσύρματων τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων και οι ενάγοντες εργάσθηκαν σε αυτήν με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί πέντε μέρες εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί οκτώ ώρες ημερησίως (από 10:00 έως 18:30 με διάλειμμα 30 λεπτών) έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.650,00 ευρώ για την πρώτη των εναγόντων και 1.400.0 ευρώ για τον δεύτερο εξ αυτών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την εκτύπωση του λογαριασμού ασφάλισης της πρώτης των εναγόντων, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2022 ο μικτός μηνιαίος μισθός της είχε αναπροσαρμοστεί στο ποσό των 2.600,00 ευρώ, ενώ από την εκτύπωση του λογαριασμού ασφάλισης του δεύτερου εξ αυτών ο μικτός μηνιαίος μισθός του είχε αναπροσαρμοστεί, κατά τον χρόνο της αποχώρησης του, στο ποσό των 2.300.0 ευρώ, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2023 και στο ποσό των 3.000,00 ευρώ, μέχρι τον Ιούνιο του 2023 (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα λογαριασμών ασφάλισης – σχετ.3-3α προτάσεων εναγόντων). Περαιτέρω, σύμφωνα με την επ’ ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, συναδέλφου τους στην ίδια εργοδότρια εταιρεία, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες πράγματι παρείχαν την εργασία τους στην εργοδότρια εταιρεία, εργαζόμενοι με καθεστώς τηλεργασίας, από τον Μάρτιο του 2020 και μέχρι τον χρόνο λύσης των συμβάσεων τους, πλην όμως η εναγόμενη ήδη από τον Νοέμβριο του έτους 2022 δυστροπούσε ως προς την προσήκουσα καταβολή των αποδοχών τους και για τον λόγο αυτό επανειλημμένα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, διαμαρτυρήθηκαν στην εναγόμενη. Με την πάροδο του χρόνου και ενώ η εναγόμενη δεν είχε καταβάλει τους μισθούς μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2023 και μέρος μηνός Ιουνίου 2023 στην πρώτη των εναγόντων και μηνών Δεκεμβρίου 2022, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2023 και μέρος μηνός Ιουνίου 2023 στον δεύτερο των εναγόντων, οι τελευταίοι με εξώδικες δηλώσεις τους και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών με την από 8.6.2023 εξώδικη δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε αυθημερόν στην εναγόμενη, και ο δεύτερος με την από 2.6.2023 εξώδικη δήλωσή του, την οποία κοινοποίησε ομοίως αυθημερόν στην εναγόμενη, δήλωσαν ότι εκλαμβάνουν την εκ της πέραν των δύο (2) μηνών καθυστέρησης καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβάσεων εργασίας τους ως καταγγελία αυτών εκ μέρους της εναγόμενης, αξιώνοντας την καταβολή, πέραν των οφειλόμενων ως άνω αποδοχών τους και της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης (βλ. προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. …/8.6.2023 και αριθμ. …/8.6.2023 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κων/νου Λεράκη, με τις επισυναπτόμενες εξώδικες δηλώσεις – σχετ.4-4α προτάσεων ως άνω). Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη καθυστέρησε για χρονικό διάστημα πέραν των δύο μηνών την καταβολή των αποδοχών των εναγόντων, καθώς και την χορήγηση αδείας και την καταβολή αποδοχών και επιδόματος αδείας, η καθυστέρηση δε αυτή συνιστά, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του ν.2112/1920, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, οι οποίοι, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει ο νόμος, θεώρησαν την ως άνω βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους εκ μέρους της εναγόμενης, δικαιούμενοι για την αιτία αυτή τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, καθώς και το επίδομα Πάσχα 2023, τις αποδοχές μη ληφθείσας αδείας έτους 2023 και το επίδομα αδείας 2023, τα οποία η εναγόμενη ουδέποτε τους κατέβαλε. Συνεπώς, η ενάγουσα οφείλει στους ενάγοντες τα κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενα ποσά, ήτοι 1) Στην πρώτη των εναγόντων οφείλει για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και μέρος αποδοχών μηνός Ιουνίου 2023 (5 εργάσιμες ημέρες μέχρι την λήξη της σύμβασης) το συνολικό ποσό των [(2.600 X 4 μήνες =) 10.400,00 ευρώ + (2.600,00/25-104,00 X 5=) 520,00 ευρώ=] 10.920,00 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 2023 το ποσό των (1.300,00 + αναλογία του επιδόματος αδείας 1,04166=) 1.354,17 ευρώ, για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας 2023 (16 ημερών) το ποσό των 1.996,80 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των (2.600,00/2=) 1.300,00 ευρώ και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των (10.920,00 + 1.354,17 + 1.996,80 + 1.300.00=) 15.570,97 ευρώ και 2) Στον δεύτερο των εναγόντων οφείλει για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Δεκεμβρίου 2022, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και μέρος αποδοχών μηνός Ιουνίου 2023 (2 εργάσιμες ημέρες μέχρι την λήξη της σύμβασης), το συνολικό ποσό των [(2.300 X 4 μήνες =) 9.200,00 ευρώ + (3.000,00 X 2 μήνες=) 6.000,00 ευρώ + (3.000,00/25=120 X 2=) 240,00 ευρώ=] 15.440,00 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 2023, το ποσό των (1.500,00 + αναλογία του επιδόματος αδείας 1,04166=) 1.562,50 ευρώ, για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας 2023 (19 ημερών), το ποσό των 2.736,00 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των (3.000,00 /2=) 1.500,00 ευρώ και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των (15.440,00 + 1.562,50 + 2.736,0 + 1.500,00=) 21.238,50 ευρώ. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ουδέποτε κατέβαλε στους ενάγοντες τις προβλεπόμενες από το νόμο δαπάνες τηλεργασίας, ανερχόμενες, δεδομένου ότι τον ηλεκτρονικό υπολογιστή τους παρείχε η ίδια η εναγόμενη, στο ποσό των 13,00 ευρώ μηνιαίως για την χρήση του οικιακού χώρου τους και στο ποσό των 10,00 ευρώ μηνιαίως για τα έξοδα επικοινωνιών, ήτοι συνολικά στο ποσό των 23,00 ευρώ μηνιαίως. Συνακόλουθα, η εναγόμενη οφείλει για την αιτία αυτή σε έκαστο των εναγόντων το συνολικό ποσό των (38,5 μήνες X 23,00 ευρώ = ) 885,50 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν τον οποίο αφορά, και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ως προς την κύρια εκ της συμβάσεως εργασίας βάσης αυτής, παρελκούσης της εξέτασης της περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσεως, να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων έληξαν λόγω καταγγελίας εκ μέρους της εναγόμενης την 8.6.2023 για την πρώτη εξ αυτών και την 2.6.2023 για τον δεύτερο εξ αυτών, και να υποχρεωθεί η εναγόμενη, να καταβάλει στην πρώτη των εναγόντων το συνολικό ποσό των (15.570,97 + 885,50=) 16.456,47 ευρώ και στον δεύτερο εξ αυτών το συνολικό ποσό των (21.238,50 + 885,50=) 22.124,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας, που κάθε επιμέρους επιδικασθέν κονδύλιο ήταν απαιτητό (ως γνωστόν οι αποδοχές, που υπολογίζονται κατά μήνα καταβάλλονται στο τέλος αυτού – ΑΚ 655 εδ. α’, το επίδομα αδείας και η αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αφορά – βλ. Γ. Λεβέντη-Κ. Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. ΔΕΝ – Αθήνα 2011, σελ.535, 586-αρ.3, 599, 840 και ΔΕΝ τεύχος 1627, σελ.784 και οι δαπάνες τηλεργασίας την πρώτη του επόμενου μήνα από αυτόν τον οποίο αφορούν) και μέχρις εξοφλήσεως, κηρυσσομένης της αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής, δεδομένου ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, οι οποίοι συνίστανται στην καθυστέρηση ικανοποίησης των νικητών διαδίκων για μεγάλο χρονικό διάστημα και, επιπλέον, πρόκειται και για εργατική διαφορά κατ’ αρ. 621, 908 παρ.1 περ. ε ΚΠολΔ, ενώ, τέλος, πρέπει να οριστεί το προκαταβλητέο παράβολο ερημοδικίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της εναγομένης και να καταδικαστεί αυτή, κατά το λόγο της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα (άρθρα 178 παρ.1,191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγομένης.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό, τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων καταγγέλθηκαν ατάκτως από την εναγόμενη, στις 8 Ιουνίου 2023 για την πρώτη εξ αυτών και στις 2 Ιουνίου 2023 για τον δεύτερο εξ αυτών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη των εναγόντων, το συνολικό ποσό των δεκαέξι χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα έξι ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (16.456,47) και στον δεύτερο εξ αυτών το συνολικό ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων εκατόν είκοσι τεσσάρων (22.124,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις, από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινά εκτελεστή, ως προς τις ως άνω καταψηφιστικές της διατάξεις.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ την δικαστική δαπάνη των εναγόντων, σε βάρος της εναγομένης, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοε. 2025 στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
