Περίληψη:
Υπόθεση: Αγωγή εργαζομένου κατά εργοδότριας για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 30-4-2026, μετά από μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του το 2008 και συνεχιζόμενη άρνηση της εργοδότριας να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του με τους αρχικούς όρους.
Πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε το 1997 και απασχολείτο ως Προϊστάμενος Τμήματος Διανομών, με μηνιαίο μισθό 1.435,09 ευρώ. Το 2008 η εναγόμενη μετέβαλε μονομερώς και βλαπτικά τους όρους εργασίας του, μεταφέροντάς τον σε θυγατρική της, σε υποδεέστερη θέση. Ο ενάγων αρνήθηκε να αποδεχθεί τη μεταβολή και εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του με τους προηγούμενους όρους, τις οποίες η εναγόμενη δεν αποδέχθηκε. Με τελεσίδικες αποφάσεις έχει ήδη κριθεί η ακυρότητα της μεταβολής και έχουν επιδικασθεί στον ενάγοντα μισθοί υπερημερίας από το 2008 έως το 2018. Η εναγομένη εξακολουθεί να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και να μην του καταβάλλει μισθούς.
Ζητήματα: 1) Εάν η εναγόμενη εξακολουθεί να είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και οφείλει μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 1-1-2019 έως 30-4-2026. 2) Εάν η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για μισθούς υπερημερίας είναι καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, λόγω αδικαιολόγητης και κακόβουλης αποφυγής εύρεσης εργασίας. 3) Εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναπροσαρμογής του οφειλόμενου μισθού κατ’ άρθρο 388 ΑΚ (απρόοπτη μεταβολή συνθηκών) ή κατ’ άρθρο 288 ΑΚ (καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη), λόγω της οικονομικής κρίσης και της μείωσης των μισθών στην αγορά εργασίας.
Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Άρθρο 656 ΑΚ (υπερημερία εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, δικαίωμα εργαζομένου σε μισθούς υπερημερίας, αφαίρεση ωφέλειας από άλλη εργασία), Άρθρο 281 ΑΚ (καταχρηστική άσκηση δικαιώματος), Άρθρο 288 ΑΚ (εκπλήρωση παροχής σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη), Άρθρο 330 ΚΠολΔ (δεδικασμένο), Άρθρο 388 ΑΚ (αναπροσαρμογή παροχής λόγω απρόοπτης μεταβολής συνθηκών).
Η κρίση του δικαστηρίου: Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εναγόμενη εξακολουθεί να είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος, καθώς δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια για να άρει την υπερημερία της (αποδοχή υπηρεσιών ή καταγγελία σύμβασης). Απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), καθώς δεν αποδείχθηκε δόλια και κακόβουλη αποφυγή εύρεσης εργασίας από τον ενάγοντα, ο οποίος εργάσθηκε σε άλλον εργοδότη και αφαιρεί τις αποδοχές που εισέπραξε. Η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος δεν καθιστά από μόνη της την αξίωση καταχρηστική. Απέρριψε την ένσταση αναπροσαρμογής του μισθού κατ’ άρθρο 388 ΑΚ ως μη νόμιμη, διότι η γενική οικονομική κρίση και η επιβολή μέτρων λιτότητας δεν αποτελούν έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα. Απέρριψε επίσης την επικουρική ένσταση κατ’ άρθρο 288 ΑΚ ως μη βάσιμη, καθώς δεν αποδείχθηκε επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης ούτε ότι ο ενάγων θα λάμβανε μειωμένο μισθό σε ανάλογη θέση. Έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 39.642,49 ευρώ (μετά την αφαίρεση των ποσών που εισέπραξε από άλλη εργασία), με τον νόμιμο τόκο. Δεν δέχθηκε το αίτημα για μισθούς υπερημερίας μετά τη συζήτηση της αγωγής, ως μη νόμιμο.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 1516/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ουρανία Ζυγογιάννη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Καλλιρόη Καραγιάννη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: … του …, με Α.Φ.Μ. …, κατοίκου …. Αττικής (οδός … αρ. …), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 29922).
Της εναγομένης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και το διακριτικό τίτλο «…», με Α.Φ.Μ. …, νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην ……….. και διατηρεί υποκατάστημα στις … Αττικής (οδός … αρ. …), παραστάθηκε δε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Αικατερίνης Μαυροματάκη (Α.Μ. Δ.Σ. Χανίων 600).
Ο καλών-ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 21-10-2024 με γενικό αριθμό κατάθεσης …/2024 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/2024 αγωγή του, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 13-3-2025 και μετ’ αναβολή κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 656 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 Ν. 4139/2013, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίσς καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιονδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφ’ όσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 359/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης του εργαζομένου δημιουργεί δεδικασμένο για τους μεταγενέστερους μισθούς υπερημερίας και η διώκουσα την καταβολή των μεταγενεστέρων μισθών αγωγή δεν υπόκειται στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 (ΑΠ 314/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε στις 19-5-2003 από την εναγομένη εταιρεία, για να απασχοληθεί στη θέση του Προϊσταμένου του Τμήματος Διανομών, έναντι μηνιαίων αποδοχών ποσού 1.435,09 ευρώ. Ότι, όπως έχει ήδη κριθεί με ισχύ δεδικασμένου δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στις 23-10-2008 η εναγομένη μετέβαλε μονομερώς και βλαπτικά για τον ίδιο τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, μη αποδεχόμενη δε έκτοτε τις προσφερόμενες υπηρεσίες του με τους πριν την μεταβολή όρους, κατέστη υπερήμερη, οφείλοντάς του, μεταξύ άλλων, μισθούς υπερημερίας. Ότι, επειδή η εναγομένη δεν ήρε την υπερημερία της, προσέφυγε εκ νέου στα δικαστήρια με την άσκηση τριών επιπλέον αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκαν τελεσίδικες αποφάσεις που την υποχρέωσαν να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας έως τις 17-10-2018. Ότι η εναγόμενη δεν έχει εισέτι άρει την υπερημερία της, με αποτέλεσμα να του οφείλει και νέους μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 31-12-2026, ημερομηνία πιθανής συζήτησης της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά το νόμιμο με τις προτάσεις του (άρθρο 223 ΚΠολΔ) περιορισμό του αιτήματος της αγωγής κατά το ποσό των 13.693,15 ευρώ, που αντιστοιχεί στους μισθούς του χρονικού διαστήματος μετά τον Απρίλιο 2026 και κατά το ποσό των 95.815,22 ευρώ, το οποίο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εισέπραξε από την εργασία του σε άλλο εργοδότη, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 51.939,23 ευρώ που αντιστοιχεί στις μηνιαίες αποδοχές του, καθώς και στα επιδόματα εορτών και αδείας, του διαστήματος από 1-1-2019 έως 30-4-2026, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η ενάγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019 περί δυνατότητας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς με προσφυγή στη διαμεσολάβηση (βλ. το από 19-10-2024 έντυπο έγγραφης ενημέρωσης του ενάγοντος για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση, που υπογράφεται από τον ίδιο και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του), αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο Ν. 4335/2015) και είναι ορισμένη και νόμιμη όσον αφορά το χρόνο μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 330, 340, 341, 345, 346, 648, 653, 655, 656 ΑΚ και 69 παρ. 1 εδ. α, 70, 176, 191 παρ. 2, 330, 907, 908 παρ. 1, 910 αρ. 4 ΚΠολΔ. Σημειώνεται ότι το αίτημα καταβολής μισθών υπερημερίας για το χρόνο μετά τη συζήτηση της αγωγής θα ήταν νόμιμο με την έννοια της καταβολής του μηνιαίου μισθού έως την άρση της υπερημερίας της εναγομένης, πλην όμως ως επιδίκαση ορισμένου ποσού μέχρι τον Απρίλιο του 2026, ανεξαρτήτως υπερημερίας της εργοδότριας, δεν είναι νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί (πρβλ. ΑΠ 752/2007, ΑΠ 597/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί και κατά την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το αντικείμενό της έχει καταβληθεί από τον ενάγοντα το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό … και τη συνημμένη σε αυτό απόδειξη πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς).
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται (ΑΠ 868/2018). Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Ειδικότερα, απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ένστασης του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική (ΑΠ 536/2023, ΑΠ 118/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή τής οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει είναι: α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, με μέση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά. Η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικά δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και συνακόλουθα της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων, δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως στην ελληνική οικονομία, στην οποία είναι από μακρόν συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας, ιδίως κάτω από τις κρατούσες συνθήκες ρευστότητας και της διεθνούς οικονομίας (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 928/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν δε συντρέχει, από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή, η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφ’ όσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού. Η διάταξη του άρθρου αυτού, κατά την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», παρέχει στο Δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, ώστε να επιτευχθεί η αναπροσαρμογή της παροχής στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1325/2013, ΑΠ 988/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, η εναγομένη, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο και με σχετική μνεία στις προτάσεις της, πρότεινε την, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης του ενάγοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφυγε να βρει εργασία καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αν και υπήρχαν ευκαιρίες εργασίας σε θέσεις ανάλογες της ειδίκευσης και των προσόντων του. Πρότεινε, επίσης, επικουρικώς, την ένσταση της αναπροσαρμογής του οφειλομένου στον ενάγοντα μισθού στο ποσό των 700 με 900 ευρώ μηνιαίως, επικαλούμενη την απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, άλλως την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, για το λόγο ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, λόγω της οικονομικής κρίσης, επήλθε μεγάλη μείωση στους μισθούς γενικότερα, αλλά και ειδικότερα των υπαλλήλων της επιχείρησής της με παρόμοιο αντικείμενο με αυτό του ενάγοντος, με αποτέλεσμα η εμμονή του τελευταίου στην είσπραξη του μισθού που λάμβανε το 2008 να παρίσταται αντίθετη στην καλή πίστη. Από τις ανωτέρω ενστάσεις, η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, εφ’ όσον, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη σχετική νομική σκέψη, η οικονομική κρίση στη χώρα δεν αρκεί για να θεμελιωθεί απρόοπτη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης, ενώ οι λοιπές είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις που αναφέρθηκαν, θα εξετασθούν και κατ’ ουσίαν.
Από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία χρησιμεύουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπ’ αριθμ. .., …/26-1-2010, …/29-1-2010, …/20-2-2012 και …/26-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων και οι οποίες έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ των αυτών διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 6-3-1997 από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «…», που διατηρούσε ο πατέρας του και οι δύο αδελφοί του, η οποία παρήγε, εισήγε και εμπορευόταν πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη. Τον Ιανουάριο του έτους 2001 η παραπάνω εταιρεία άλλαξε εταιρική μορφή και μετατράπηκε σε Α.Ε με την επωνυμία «…», ενώ την 19-5-2003 απορροφήθηκε από την εναγομένη εταιρεία που έτσι υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της απορρροφηθείσης εταιρείας και, συνακόλουθα, στη θέση της εργοδότριας του ενάγοντος. Ο τελευταίος, που είχε προσληφθεί από την αρχική εργοδότριά του ως βοηθός ηλεκτρολόγου, εργαζόμενος στην παραγωγή, από το έτος 2001 και εφεξής απασχολούνταν στο τμήμα διανομών και μάλιστα ως Προϊστάμενος του τμήματος τούτου, τη θέση δε αυτή συνέχισε να κατέχει και μετά τη γενόμενη, κατά τα ανωτέρω, απορρόφηση της «…» από την εναγομένη, εισπράττοντας μηνιαίο μισθό ποσού 1.435,09 ευρώ. Πλην όμως το 2008 η εναγομένη μετέβαλε μονομερώς τους όρους εργασίας του, μεταφέροντάς τον σε θυγατρική της εταιρεία, σε θέση υποδεέστερη από εκείνη που έως τότε κατείχε, εκείνος δε αρνήθηκε να αποδεχθεί τη βλαπτική αυτή μεταβολή, δηλώνοντας ότι εμμένει στην προσφορά των υπηρεσιών του υπό το προηγούμενο καθεστώς εργασίας του. Τα ανωτέρω διαγνώσθηκαν τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. …/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα κατά της εναγόμενης από 27-11-2008 αγωγής ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και από την οποία παράγεται, ως προς τα περιστατικά αυτά, δεδικασμένο. Με την ίδια, άλλωστε, απόφαση υποχρεώθηκε η εναγομένη, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 έως 26-10-2009. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι η εναγομένη εξακολούθησε να μη δέχεται να απασχολήσει τον ενάγοντα με τους προ της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής όρους, ο τελευταίος άσκησε εναντίον της και άλλες αγωγές και με τις υπ’ αριθμ. …/2013 και …/2014 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου, ήδη κατασθείσες τελεσίδικες μετά την απόρριψη, με τις …/2015 και …/2016 αντίστοιχες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, των εφέσεων που άσκησε κατ’ αυτών η εναγομένη, αλλά και με τις πρόσφατες τελεσίδικες αποφάσεις …/2024 του Εφετείου Αθηνών και …/2024 αυτού του Δικαστηρίου, του επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για το χρόνο έως και τις 17-10-2018. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, ακόμα και μετά την ως άνω ημερομηνία, εμμένει να αρνείται να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, καθώς και να του καταβάλλει τους μηνιαίους μισθούς του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να είναι υπερήμερη και να του οφείλει και νέους μισθούς υπερημερίας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων απέφυγε κακόβουλα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα να εξεύρει νέα εργασία δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθώς από τον λογαριασμό ασφάλισής του στον ΕΦΚΑ προκύπτει ότι εργάσθηκε καθ’ όλο το ανωτέρω διάστημα και ο ίδιος μάλιστα αφαιρεί την ωφέλεια που αποκόμισε από την εργασία του σε άλλον εργοδότη από τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά. Άλλωστε, το γεγονός ότι έως σήμερα δεν μπόρεσε να βρει θέση εργασίας που να του αποφέρει μηνιαίες αποδοχές αντίστοιχες με αυτές που λάμβανε στην εναγομένη, δεν αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε υπαιτιότητά του και μάλιστα, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, σε κακοβουλία του, αφού κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, αν του είχε προσφερθεί εργασία ισότιμη με αυτήν που παρείχε προηγουμένως, δεν θα την απέρριπτε, προτιμώντας να εξακολουθήσει τη δικαστική επιδίωξη είσπραξης μισθών υπερημερίας από την εναγομένη. Οι δε αγγελίες εύρεσης εργασίας, που προσκομίζει η εναγομένη, για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι υπήρχε το επίδικο διάστημα στην αγορά εργασίας ζήτηση για υπαλλήλους στο αντικείμενο του ενάγοντος, αφορούν θέσεις ως επί το πλείστον υπεύθυνου αποθήκης κάι δεν συνιστούν ισότιμη η ανάλογη προσφορά εργασίας με αυτήν που παρείχε ο ενάγων στην εναγομένη. Σημειωτέον, προσέτι, ότι, όπως δέχθηκε και η προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. …/2024 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων δεν αποχώρησε το έτος 2008 από την εργασία του στην εναγόμενη, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η τελευταία, αλλά αντιθέτως, ως είχε εκ του νόμου δικαίωμα, προσέφερε τις υπηρεσίες του, με τους πριν τη μονομερή βλαπτική μεταβολή όρους υπηρεσίες όμως τις οποίες η εργοδότρια δεν αποδέχθηκε και εξακολουθεί να μην αποδέχεται μη έχοντας όλα αυτά τα χρόνια προβεί σε καμία ενέργεια για να άρει την υπερημερία της, είτε αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του ενάγοντος είτε καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας του. Η εν λόγω συμπεριφορά της εναγομένης δεν δύναται, ωστόσο, να αποβεί σε βάρος του ενάγοντος, δηλαδή δεν καθιστά από μόνη της καταχρηστική την προσφυγή του τελευταίου στα δικαστήρια και την αξίωση να του καταβληθούν μισθοί υπερημερίας, ακόμα και εάν αυτοί αφορούν μεγάλο χρονικό διάστημα. Επιπρόσθετα, ως προς το ζήτημα του ύψους των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι, επειδή οι μισθοί των υπαλλήλων της έχουν μειωθεί, λόγω της οικονομικής και της πρόσφατης υγειονομικής κρίσης, συντρέχει κατά την καλή πίστη λόγος αναπροσαρμογής προς τα κάτω του μηνιαίου μισθού που οφείλεται στον ενάγοντα. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης επιδεινώθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς δεν προσκομίζεται κανένα οικονομικό στοιχείο, πλην του, μη ασκούντος επιρροή, ισολογισμού του 2009. Όσον αφορά τις αποδοχές των εργαζομένων που η εναγομένη αναφέρει προς σύγκριση με το ενάγοντα, οι …, …, … και …, οι μισθοδοτικές καταστάσεις των οποίων προσκομίζονται, δεν αποδεικνύεται ότι απασχολούνται σε θέσεις αντίστοιχες με αυτή του ενάγοντος (για τον πρώτο και τη δεύτερη δεν προκύπτει η ειδικότητά τους, ενώ οι τρίτος και τέταρτη είναι εργαζόμενοι της θυγατρικής της εναγομένης «…» και αναφέρονται ως υπάλληλος αποθήκης και υπάλληλος γραφείου, αντίστοιχα). Ο μόνος που απασχολείται σε ανάλογη με τον ενάγοντα θέση είναι ο …, Διευθυντής Διανομών, ο οποίος αποδεικνύεται ότι το Μάιο του 2019 λάμβανε μηνιαίες αποδοχές 1.411,97 ευρώ και τα έτη 2020 έως 2025 1.470,80 ευρώ. Επομένως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στην ίδια θέση (Προϊστάμενος του Τμήματος διανομών) θα λάμβανε το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 700- 900 ευρώ, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη. Εξάλλου, από τους αρχικώς αιτούμενους με την αγωγή μισθούς υπερημερίας, ο ενάγων έχει, κατά περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, αφαιρέσει τα ποσά που εισέπραξε από την εργασία του σε έτερο εργοδότη κατά το διάστημα από την 1-1-2019 έως τις 31-8-2025 (η εναγομένη δεν προβάλλει σχετική ένσταση αφαίρεσης ωφέλειας), ώστε τα ποσά που του οφείλονται να διαμορφώνονται ως εξής: 829,00 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2019 (1.435,09 – 606,09) + 877,81 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2019 (1.435,09 – 557,28 ) + 822,08 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2019 (1.435,09 – 613,01) + 821,19 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2019 (1.435,09 – 613,90) + 384,63 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2019 (747,44 – 362,81) + 822,08 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2019 (1.435,09 – 613,01) + 849,95 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2019 (1.435,09 – 585,14) + 777,50 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2019 (1.435,09 – 657,59) + 819,91 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2019 (1.435,09 – 615,18) + 822,09 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2019 (1.435,09 – 613,00) + 696,13 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2019 (1.435,09 – 738,96) + 830,88 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2019 (1.435,09 – 604,21 ) + 797,15 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2019 (1.435,09 – 637,94) + 879,49 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2019 (1.494,88 – 615,39) + 413,34 ευρώ για επίδομα αδείας 2019 (717,55 – 304,21) + 794,22 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2020 (1.435,09 – 640,87) + 849,95 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2020 (1.435,09 – 585,14) + 644,42 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2020 (1.435,09 – 790,67) + 662,70 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2020 (1.435,09 – 772,39) + 354,62 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2020 (747,44 – 392,82) + 759,66 για αποδοχές υπερημερίας Μαΐου 2020 (1.435,09 – 675,43) + 812,94 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2020 (1.435,09 – 622,15) + 822,80 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας Ιουλίου 2020 (1.435,09 – 613,01) + 804,15 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Αυγούστου 2020 (1.435,09 – 630,94) + 849,95 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2020 (1.435,09 – 585,14) + 761,07 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2020 (1.435,09 – 674,02) + 506,09 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2020 (1.435,09 – 929,00) + 431,77 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2020 (1.435,09 – 1.003,32) + 527,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2020 (1.494,88 – 967,70) + 396,26 ευρώ για επίδομα αδείας 2020 (717,55 – 321,29) + 468,93 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2021 (1.435,09 – 966,16) + 543,25 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2021 (1.435,09 – 891,84) + 431,77 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2021 (1.435,09 – 1.003,32) + 468,93 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2021 (1.435,09 – 966,16) + 166,82 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2021 (747,44 – 580,62) + 468,93 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2021 (1.435,09 – 966,16) + 468,93 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2021 (1.435,09 – 966,16) + 431,77 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2021 (1.435,09 – 1.003,32) + 431,77 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2021 (1.435,09 – 1.003,32) + 439,81 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2021 (1.435,09 – 995,28) + 439,81 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2021 (1.435,09 – 995,2) + 439,81 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2021 (1.435,09 – 995,28) + 363,25 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2021 (1.435,09 – 1.071,84) + 498,01 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2021 (1.494,88 – 996,87) + 234,47 ευρώ για επίδομα αδείας 2021 (717,55 – 483,08) + 421,61 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2022 (1.435,09 – 1.013,48) + 499,57 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2022 (1.435,09 – 935,50) + 382,63 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2022 (1.435,09 – 1.052,46) + 480,08 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2022 (1.435,09 – 955,01) + 138,38 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2022 (747,44 – 609,06) + 352,19 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2022 (1.435,09 – 1.082,90) + 352,19 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2022 (1.435,09 – 1.082,90) + 352,19 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2022 (1.435,09 – 1.082,90) + 310,54 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2022 (1.435,09 – 1.124,55) + 352,19 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2022 (1.435,09 – 1.082,90) + 352,19 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2022 (1.435,09 – 1.082,90) + 308,77 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2022 (1.435,09 – 1.126,32) + 222,13 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Δεκεμβρίου 2022 (1.435,09 – 1.212,96) + 366,76 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2022 (1.494,88 – 1.128,12) + 176,10 ευρώ για επίδομα αδείας 2022 (717,55 – 541,45) + 265,45 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Ιανουαρίου 2023 (1.435,09 – 1.169,64) + 395,41 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Φεβρουαρίου 2023 (1.435,09 Ευρώ – 1.039,68) + 265,45 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2023 (1.435,09 – 1.169,64) + 288,34 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2023 (1.435,09 1.146,75) + 30,73 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2023 (747,44 – 716,71) + 196,60 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Μαΐου 2023 (1.435,09 – 1.238,49) + 242,47 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Ιουνίου 2023 (1.435,09 – 1.192,62) + 242,47 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2023 (1.435,09 – 1.192,62) + 196,60 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2023 (1.435,09 1.238,49) + 242,47 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2023 (1.435,09 – 1.192,62) + 242,47 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2023 (1.435,09 – 1.192,62) +242,47 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2023 (1.435,09 – 1.192,62) + 150,69 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2023 (1.435,09 – 1.284,40 + 208,43 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2023 (1.494,88 – 1.286,45) + 121,24 ευρώ για επίδομα αδείας 2023 (717,55 – 596,31) + 101,29 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2024 (1.435,09 – 1.333,80) + 200,09 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2024 (1.435,09 – 1.235,00) + 150,69 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2024 (1.435,09 – 1.284,40) + 92,97 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2024 (1.435,09 – 1.342,12) + 41,35 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2024 (1.435,09 – 1.393,74) + 144,59 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2024 (1.435,09 – 1.290,50) + 41,35 ευρώ για αποδοχές.υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2024 (1.435,09 – 1.393,74) + 41,35 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2024 (1435,09 – 1.393,74) + 144,59 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2024 (1.435,09 – 1.290,50) + 41,35 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2024 (1.435,09 – 1.393,74) + 92,97 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2024 (1.435,09 – 1.342,12) + 92,97 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2024 (1.435,09 – 1.342,12) + 150,62 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2024 (1.494,88 – 1.344,26) + 46,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2024 (717,55 – 671,06) + 41,35 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2025 (1.435,09 – 1.393,74) + 196,21 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2025 (1.435,09 – 1.238,88) + 92,97 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2025 (1.435,09 – 1.342,12) + 17,57 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2025 (1.435,09 – 1.417,52) + 72,09 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2025 (1.435,09 – 1.363) + 144,59 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2025 (1.435,09 – 1.290,50) + 144,59 ευρώ για αποδοχές υπερημερίος μηνός Αυγούστου 2025 (1.435,09 – 1.290,50) + 1.435,09 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2025. Ήτοι συνολικά οφείλεται στον ενάγοντα το ποσό των 39.642,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για τους μισθούς από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν, για τα δώρα Χριστουγέννων και τα επιδόματα αδείας από την επόμενη ημέρα της τελευταίας ημέρας του οικείου έτους, ήτοι από 1η Ιανουαρίου, για τα Δώρα Πάσχα από την επομένη ημέρα της 30ης Απριλίου του έτους που αφορούν, ήτοι από την 1η Μαΐου. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη εν μέρει και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 39.642,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους κονδύλιο όπως πιο πάνω αναφέρθηκε. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης να προξενηθεί σημαντική ζημία στον ενάγοντα και ότι, επομένως, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις, δεκτού γενόμενου ως βάσιμου του σχετικού παρεπόμενου αγωγικού αιτήματος, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων ως εργατικών απαιτήσεων (άρθρα 908 παρ. 1c, 910 παρ. 4 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν κατά ένα σε βάρος της εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, λόγω της εν μέρει ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα δύο ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (39.642,49), με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους κονδύλιο από τους αναφερόμενους στο σκεπτικό χρόνους.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη να καταβάλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2025.
