Περίληψη:

Υπόθεση: Ο ενάγων, πρώην διευθυντής καταστήματος αυτοκινήτων, στρέφεται κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας εμπορίας αυτοκινήτων, ζητώντας αποζημίωση για υπερεργασία, υπερωρίες, εργασία Σαββάτων, αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, επαναπασχόλησή του στη θέση του διευθυντή και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε ως πωλητής αυτοκινήτων, εξελίχθηκε σε υπεύθυνο καταστήματος και στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή καταστήματος. Ακολούθως μεταφέρθηκε στην εναγομένη με πλήρη αναγνώριση εργασιακών δικαιωμάτων. Ως διευθυντής, προΐστατο περίπου 40 εργαζομένων, εκπροσωπούσε την εταιρία έναντι τρίτων, συμμετείχε στη χάραξη εμπορικής πολιτικής, αξιολογούσε προσωπικό και ελάμβανε σημαντικά bonus συνδεδεμένα με τα αποτελέσματα του καταστήματος, με συνολικές μηνιαίες αποδοχές περίπου 2.700 ευρώ. Κατά το επίδικο διάστημα εργαζόταν κατά μέσο όρο 12,5 ώρες ημερησίως και όλα τα Σάββατα. Λόγω μειωμένης απόδοσης και πτωτικής πορείας του καταστήματος, η εναγομένη του πρότεινε μετακίνηση σε θέση πωλητή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων με ίδιο μισθό και παροχές σε είδος, ως ηπιότερο μέτρο αντί καταγγελίας. Ο ενάγων υπέγραψε ανεπιφύλακτα την τροποποιητική σύμβαση και δεν εναντιώθηκε ούτε κατά την υπογραφή ούτε μεταγενέστερα.

Ζητήματα: 1. Εάν ο ενάγων είχε την ιδιότητα του «διευθύνοντος υπαλλήλου» και εξαιρείται από τις διατάξεις για χρονικά όρια εργασίας και ετήσια άδεια. 2. Εάν η μετακίνησή του σε κατώτερη θέση συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά το άρθρο 7 ν. 2112/1920. 3. Εάν δικαιούται αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασία, υπερωρίες και εργασία Σαββάτων για το σύνολο του επίδικου διαστήματος ή μόνο για το διάστημα ως πωλητής. 4. Εάν δικαιούται αποδοχές μη ληφθείσας αδείας. 5. Εάν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω προσβολής προσωπικότητας.

Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Άρθρο 2 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας Ουάσιγκτον 1919 (κυρωθείσα με ν. 2269/1920) – εξαίρεση διευθυνόντων υπαλλήλων από χρονικά όρια εργασίας. Άρθρο 7 ν. 2112/1920 – μονομερής βλαπτική μεταβολή όρων εργασίας. Άρθρο 281 ΑΚ – καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Άρθρα 288, 648, 652 ΑΚ – σύμβαση εργασίας και διευθυντικό δικαίωμα εργοδότη. Άρθρα 57, 59, 932 ΑΚ – προσωπικότητα και ηθική βλάβη. Άρθρο 4 ν. 2874/2000 – υπερεργασία και υπερωρία. Άρθρο 8 ν. 3846/2010 – εργασία έκτης ημέρας. Άρθρα 2, 3, 5 α.ν. 539/1945 – αποδοχές και επίδομα αδείας.

Η κρίση του δικαστηρίου: Το δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Έκρινε ότι ο ενάγων, καθ’ όλο το διάστημα που υπηρετούσε ως διευθυντής καταστήματος, είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, εξαιρούμενου από τις διατάξεις για χρονικά όρια εργασίας και ετήσια άδεια. Συνεπώς, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα κονδύλια για υπερεργασία, υπερωρίες, εργασία Σαββάτων και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας για το πρώτο διάστημα. Αντιθέτως, για το επόμενο διάστημα (που εργάστηκε ως πωλητής), έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασία, παράνομη υπερωριακή απασχόληση και εργασία Σαββάτων, συνολικά 12.850,11 Ευρώ. Ως προς τη μετακίνησή του, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή, καθώς έγινε κατόπιν πρότασης της εναγομένης ως ηπιότερο μέτρο αντί καταγγελίας και αποδοχής από τον ενάγοντα, χωρίς μείωση μισθού ή παροχών. Απέρριψε επίσης το αίτημα επαναπασχόλησης και το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Αποφάσεως

516/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αικατερίνη Λάμπρου – Θεοδώρου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Θεοδώρα Γλωσσίδη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 2α Μαΐου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: … του …, κατοίκου … Αττικής (οδός … αριθ. …), με Α.Φ.Μ. …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου, με AM Δ.Σ.Α. 029922, που κατέθεσε προτάσεις (υπ’ αριθ. Π…/2-5-2025 Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών & Ενσήμων του Δ.Σ.Α.).

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην … Αττικής (οδός … αριθ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Περπατάρη, με AM Δ.Σ.Α. 018443 της δικηγορικής εταιρίας «Δημήτριος Περπατάρης και Συνεργάτες – Δικηγορική Εταιρία», με AM ΔΣΑ 080758, που κατέθεσε προτάσεις (υπ’ αριθ. Π…/7-5-2025 και Π…/11-2-2026 Γραμμάτια Προκαταβολής Εισφορών & Ενσήμων του Δ.Σ.Α., εκ των οποίων το δεύτερο προσκομίστηκε παραδεκτώς, κατ’ άρθρα 227 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 10-12-2024 αγωγή του, που κατατέθηκε ηλεκτρονικά στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την 10-12-2024, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης: …/2024 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου: …/2024 και προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στο άρθρο 2 εδάφ. α’ της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 2269/1920 και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως νόμου (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος), ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες, δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες, στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνο μίας και της αυτής οικογενείας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης για τα χρονικά όρια εργασίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσεις θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι, ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία. Στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, ενδείξεις δε για τον χαρακτηρισμό του υπαλλήλου ως διευθύνοντος συνιστούν ο μισθός, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές, η δυνατότητα πρόσληψης ή απόλυσης προσωπικού και γενικότερα η άσκηση εργοδοτικών δικαιωμάτων επ’ αυτού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επί του προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών έναντι τρίτων για τυχόν παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, η ανεξαρτησία τους αναφορικά με τον χρόνο εργασίας τους και τα χρονικά πλαίσια εντός των οποίων παρέχουν αυτή, η παραχώρηση εξουσίας εκπροσώπησης του εργοδότη προς τρίτους και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης. Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως «διευθύνοντος υπαλλήλου» δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, απέναντι τόσο στον εργοδότη, όσο και στους λοιπούς εργαζομένους (ΑΠ 336/2018, ΑΠ 768/2017, αμφότερες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εφόσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως «διευθύνων υπάλληλος», τότε, αν και αυτός εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει ρητώς η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερεργασιακής ή υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα, Σάββατα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, καθώς και για τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας άδειας αναψυχής ή την αποζημίωση (ποινή) για τη μη χορήγηση της αιτηθείσας άδειας αναψυχής ή την αποζημίωση για εργασία που παρασχέθηκε εκτός έδρας, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με τη σύμβασή του (ΑΠ 474/2021, ΑΠ 1065/2020, ΑΠ 1186/2020, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1891/2017, ΑΠ 478/2014, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η έννοια δε του διευθύνοντος υπαλλήλου, όπως αυτή προσδιορίζεται ανωτέρω, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην εργασιακή του σχέση ενυπάρχει και το στοιχείο της εξάρτησης αυτού, ως μισθωτού, από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρότερη μορφή (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 747/2007, ΑΠ 1030/2005).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 7 εδάφ. α’ ν. 2112/1920 «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία (ΑΠ 133/2021, ΑΠ 657/2018, ΑΠ 481/2018, ΑΠ 889/2017, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεως του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα: α) ν’ αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και αποχωρώντας από την εργασία του ν’ απαιτήσει την καταβολή της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, αν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 132/2016) ή δ) εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 590/2025, δημοσ. στο www.areiospagos.gr, όπου παραπομπή σε λοιπή νομολογία). Πάντως, η μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητώς ή σιωπηρώς, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικώς δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως την περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτυρήτως και ανεπιφυλάκτως συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δε μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως όπως αυτή είχε προηγουμένως (ΑΠ 632/2020, ΑΠ 164/2018, ΑΠ 1942/2008. ΑΠ 2056/2006, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο (ultima ratio) για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσότερων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκόμενων με την καταγγελία σκοπών το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο (ΑΠ 279/1996) και οφείλει να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 922/2010) ή να προτείνει σε αυτόν ν’ απασχοληθεί με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελάχιστων ορίων. Δηλαδή, η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθρο 652 ΑΚ) να προτείνει αυτή στο μισθωτό, ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο, υλοποιείται δε (αν το μέτρο ενέχει τροποποίηση της σύμβασης) με την αποδοχή της πρότασης από το μισθωτό (ΑΠ 759/2023, ΑΠ 1387/2022, ΑΠ 1199/2002) και κατά τούτο δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από το μισθωτό.

Με την υπό κρίση αγωγή του, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ο ενάγων εκθέτει ότι την 1-11-2001 προσλήφθηκε από την εναγομένη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του πωλητή καινούργιων αυτοκινήτων, σε επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων και ελαφρών μηχανοκίνητων οχημάτων την οποία εκμεταλλεύεται, και τοποθετήθηκε στο αναφερόμενο στην αγωγή υποκατάστημά της, ακολούθως δε το έτος 2006 τοποθετήθηκε στη θέση του προϊσταμένου της έκθεσης αυτοκινήτων στα αναφερόμενα καταστήματα και το έτος 2011 προήχθη σε διευθυντή του καταστήματος …. Ότι συμφωνήθηκε αρχήθεν να παρέχει την εργασία του επί 5 ημέρες / 40 ώρες εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως και Παρασκευή), έναντι μηνιαίου μισθού ύψους 1.848,00 ευρώ (μεικτά) από 1-1-2019 έως 31-3-2023 και 1.950,00 ευρώ (μεικτά) από 1-4-2023 και εντεύθεν, πλέον bonus επί των πωλήσεων και ως διευθυντής καταστήματος είχε τα καθήκοντα που εκτίθενται στην αγωγή. Ότι καθ’ όλο το χρόνο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας του η εναγομένη του επέβαλε να εργάζεται καθ’ όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) επί 12,5 ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο, με ώρα έναρξης του ωραρίου του στις 8.30 και τον απασχολούσε καθ’ όλα τα Σάββατα από τις 9.00 έως τις 15.00, αλλά για την εργασία του πέραν του συμβατικού και νομίμου ωραρίου δεν του κατέβαλε ποτέ τις προβλεπόμενες αμοιβές και αποζημιώσεις, παρά τις διαμαρτυρίες του. Ότι η εναγομένη από υπαιτιότητα της δεν του χορήγησε την προβλεπόμενη κανονική άδεια έως και το έτος 2023, καθώς, ενώ ζήτησε με τρόπο πιεστικό τη χορήγησή της, του χορήγησε μόνο 10 ημέρες ανά έτος (από τις 26 που δικαιούται), ούτε έλαβε αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, εκτός από το ποσό των 3.681,55 ευρώ που του κατεβλήθη κατόπιν της προσφυγής του στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι την 1-4-2024 η εναγομένη, προκειμένου να του ασκήσει πίεση και να τον εξωθήσει σε παραίτηση, του ανακοίνωσε ότι τον μεταφέρει στο κατάστημα της … με ταυτόχρονο υποβιβασμό του σε πωλητή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων καλώντας τον να υπογράψει σχετική τροποποιητική σύμβαση εργασίας. Ότι αναγκάστηκε να υπογράψει την τροποποιητική σύμβαση, καθώς επέμεναν λίγοι μήνες μέχρι τη συνταξιοδότησή του, και ξεκίνησε να ασκεί τα νέα του υποδεέστερα καθήκοντα, αλλά εξέφρασε προφορικώς την εναντίωσή του στη μεταβολή αυτή, η οποία συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του. Ότι εξαιτίας του παράνομου υποβιβασμού του, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και επεβλήθη από την εναγομένη κατά καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του, της επαγγελματικής του αξίας και υπόληψης και ηθική ζημία, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του του διευθυντή καταστήματος …, άλλως …, κατά τους όρους της επίδικης εργασιακής συμβάσεως, από την επίδοση της εκδοθησομένης αποφάσεως και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της, να καταδικαστεί, κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 50.000,00 ευρώ, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει με κύρια βάση της ένδικης αγωγής τη σύμβαση εργασίας του και το νόμο, άλλως επικουρικώς, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη για οποιονδήποτε λόγο η σύμβαση εργασίας του, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), το ποσό των 128.713,72 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 14-9-2024, το ποσό των 24.832,16 ευρώ για αμοιβή απασχόλησης τα Σάββατα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και το ποσό των 10.667,76 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας των ετών 2019 έως και 2023, όπως τα επιμέρους ποσά εξειδικεύονται στην αγωγή, άπαντα τα ποσά νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου κονδυλίου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση, ήτοι να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 174.213,64 ευρώ, νομιμοτόκως. Ζητεί, επίσης, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4640/2019 προδικασία (βλ. την από 22-11-2024 έγγραφη ενημέρωση για τη δυνατότητα επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση που προσκόμισε μετ’ επικλήσεως ο ενάγων), παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 14 και 16 αριθ. 7, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 5134/2024, και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκειμένου να δικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών ως εργατική διαφορά (άρθρα 591, 614 αριθ. 3 και 621 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν). Περαιτέρω, είναι επαρκώς ορισμένη και ως προς τα ένδικα κονδύλια περί υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, απορριπτόμενου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης, καθώς περιλαμβάνει όλα τα κατά νόμο απαραίτητα στοιχεία για τη θεμελίωσή της, ώστε να δύναται η εναγόμενη να την αντικρούσει, αλλά και το δικαστήριο να κατανοήσει το περιεχόμενό της και να την ερευνήσει, ήτοι ειδικότερα την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, τις καταβαλλόμενες αποδοχές, καθώς και τη διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, οι δε ώρες εργασίας επιτρεπτώς προσδιορίζονται κατά μέσο όρο (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 526/2013, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ δεν απαιτείται επιπλέον ειδικός προσδιορισμός καθ’ ημέρα της υπερωριακής εργασίας του μισθωτού και συγκεκριμένα η αναγραφή των ημερομηνιών, κατά τις οποίες ο μισθωτός απασχολήθηκε υπερωριακά (ΑΠ Π 53/2017, ΑΠ 842/2003, αμφότερες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ούτε η αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης της παρεχομένης υπερωριακής εργασίας και γενικότερα του χρόνου έναρξης και λήξης της ημερήσιας εργασίας ανά ημέρα απασχόλησης, διότι κρίσιμο είναι εάν η διάρκεια απασχόλησης του μισθωτού κατά τη συγκεκριμένη περίοδο υπερέβη και για πόσες ώρες το νόμιμο ημερήσιο (ή το συμβατικό εβδομαδιαίο επί υπερεργασίας) ωράριο εργασίας των μισθωτών της κατηγορίας του ενάγοντος και όχι το πότε άρχισε και το πότε τελείωσε η εργασία του μισθωτού, ούτε τα λοιπά στοιχεία που αξιώνει η εναγόμενη. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή είναι και νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στις ανωτέρω υπό στοιχεία I και ΙΙ μείζονες προτάσεις διατάξεις και, επιπλέον, σε αυτές των άρθρων 4 ν. 2874/2000 (υπερεργασία, υπερωρία), 8 ν. 3846/2010 (εργασία την 6η ημέρα), 2, 3 και 5 α.ν. 539/1945 (αποδοχές αδείας, προσαύξηση αποζημίωσης αδείας), των άρθρων 57, 59, 281, 288, 299. 330, 340, 341, 345, 346, 361, 648 επ., 904 επ., 914 και 932 ΑΚ και των άρθρων 176, 191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 αριθ. 4 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί επιδίκασης τόκων, κατά την κύρια βάση αυτού, από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντος για την κατ’ εξαίρεση (παράνομη) υπερωριακή απασχόληση και την εργασία την 6η ημέρα (Σάββατο), καθόσον οι αξιώσεις αυτές δεν αποτελούν μισθό ούτε εν ευρεία έννοια, αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία, ως εκ τούτου ως προς αυτές τις αξιώσεις δεν τάσσεται εκ του νόμου δήλη ημέρα καταβολής τους και οι τόκοι αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή την τυχόν προηγηθείσα όχληση, πλην όμως τέτοια όχληση δεν επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του (ΑΠ 1412/2018, ΑΓΙ 796/2011, ΑΠ 1174/2006, ΜονΕφΑΘ 878/2024, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 420/2019, δημοσ. στο www.efeteio-peir.gr), με συνέπεια το παρεπόμενο αίτημα επιδίκασης νόμιμων τόκων για τα εν λόγω κονδύλια να είναι νόμω βάσιμο μόνο για το διάστημα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και εξής. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το τέλος δικαστικού ενσήμου, που αντιστοιχεί στο αντικείμενό της, με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το e-παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων & Ψηφιακής Διακυβέρνησης με κωδικό …).

III. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς, για τον οφειλέτη, συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, ήτοι, η αδράνεια για σημαντικό χρονικό διάστημα, μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή χρόνο, και, όταν, ακόμη, δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται, πλέον, να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε, επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη, από τον δικαιούχο, ανατροπή, της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες, για τον οφειλέτη και να θέτει, έτσι, σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντά του, από την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, κρινόμενες (οι επιπτώσεις) με βάση την επιβάρυνση και τον βαθμό έως τον οποίο επηρεάζεται δυσμενώς η οικονομική κατάσταση, από την τυχόν ικανοποίηση των αξιώσεων αυτών (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 472/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο εργοδότης, για να απαλλαγεί, θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, μεταξύ άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το είδος και την έκταση των συνεπειών, που προκαλούνται σ’ αυτόν (η οικονομική τους έκταση τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του υπόχρεου) από την καθυστερημένη άσκηση του δικαιώματος και, ότι οι συνέπειες αυτές θα είχαν αποτραπεί, εάν ο εργαζόμενος ασκούσε έγκαιρα τις αξιώσεις του (ΑΠ 1105/1991, ΕΕΔ 92, 669, ΑΠ 2019/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, έχουσα έντονο χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην άσκηση δικαιώματος, που πηγάζει, επίσης, από διάταξη δημόσιας τάξης (ΑΠ 1429/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως είναι οι αξιώσεις του μισθωτού από την εργασιακή σχέση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπου ο εργοδότης οφείλει να γνωρίζει τις οικονομικές του υποχρεώσεις απέναντι στον εργαζόμενο και να είναι συνεπής στην εκπλήρωσή τους, η αδράνεια του μισθωτού να τις διεκδίκησει ακόμη και μακροχρόνια, δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου στην αποδυνάμωση του σχετικού δικαιώματος, αφού σύμφωνα με την κοινή πείρα, η τυχόν διεκδίκηση, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη διατήρηση της θέσης εργασίας (ΑΠ 472/2020, όπ. ανωτ., ΑΠ 2109/2013). Επί αξιώσεων εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί δηλαδή τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν’ ασκήσει τις αξιώσεις αυτές, έστω και αν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 543/2019, ΑΠ 909/2017, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 1103/2013).

Η εναγομένη με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και με τις νομίμως κατατεθείσες επί της έδρας έγγραφες προτάσεις της, πέραν της ένστασης αοριστίας της υπό κρίση αγωγής, ισχυρισμός που δικονομικά λειτουργεί όχι ως ένσταση, αλλά ως αιτιολογημένη άρνηση διαδικαστικής προϋπόθεσης (ΑΠ 577/1999, ΝΟΜΟΣ) και απορρίφθηκε, όπως εκτέθηκε ήδη ανωτέρω, αρνήθηκε αιτιολογημένα την ένδικη αγωγή και προέβαλε την ένσταση εξόφλησης, άλλως συμψηφισμού, άλλως καταλογισμού της ένδικης αξιώσεως για αμοιβή για υπερεργασία στις υπέρτερες των ελάχιστων νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, δυνάμει της σχετικής συμφωνίας των διαδίκων στην από 12-4-2024 σύμβαση εργασίας, επικαλούμενη ότι ο ενάγων έχει πλήρως εξοφληθεί, λόγω του γενόμενου καταλογισμού της αξιώσεώς του με τη διαφορά μεταξύ καταβαλλόμενων και ελάχιστων νόμιμων αποδοχών του. Με αυτό το περιεχόμενο, η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα ως αόριστη, καθώς τα στοιχεία της υποβαλλόμενης από τον εργοδότη ένστασης εξοφλήσεως, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση για το ορισμένο αυτής, είναι το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση, η αιτία και ο χρόνος καταβολής (ΑΠ 1242/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη και δε μπορεί να συμπληρωθεί διά των αποδείξεων (ΑΠ 529/2016, ΑΠ 1069/2014, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1383/2008, ΜονΕφΠειρ 484/2015, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση συμψηφισμού (καταλογισμού) των αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σύμβαση εργασίας, πρέπει να αναφέρεται ρητώς η καταρτισθείσα, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνία περί καταλογισμού, το ακριβές περιεχόμενό της, ο τρόπος καταβολής της αξιώσεως, το χρονικό διάστημα που αφορά, το καταλογισθέν ποσό για κάθε αμοιβή (για υπερεργασία κλπ.) και οι αιτίες καταβολής του οφειλομένου χρηματικού ποσού (ΑΠ 529/2016, ΑΠ 1208/2013, αμφότερες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, η εναγόμενη αναφέρει μόνο τη συμφωνία της με τον ενάγοντα περί καταλογισμού της αμοιβής του για υπερεργασία με τις (υπέρτερες των ελάχιστων νομίμων) καταβαλλόμενες αποδοχές του και το ακριβές περιεχόμενο αυτής (συμφωνίας), όπως αναγράφεται ρητώς στην από 12-4-2024 σύμβαση εργασίας, δεν παραθέτει, όμως, τα λοιπά στοιχεία που είναι απαραίτητα για το ορισμένο της προβληθείσας ενστάσεως, ούτε το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον ενάγοντα για την ένδικη αξίωση. Τέλος, επικουρικώς η εναγόμενη προέβαλε και την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος και της αποδυνάμωσης αυτού (άρθρο 281 ΑΚ) για το σύνολο των ενδίκων αξιώσεων, επικαλούμενη ότι ο ενάγων επί συνολικά 5 έτη από τον υποτιθέμενο χρόνο γέννησης των ενδίκων αξιώσεών του δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε την όχλησε, ενώ είχε την ευκαιρία να πράξει τούτο κατά τον προγενέστερο χρόνο, όταν απασχολούνταν υπέρμετρα χωρίς να αμείβεται, ειδικά δε για τις αγωγικές αξιώσεις για αποζημίωση λόγω υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, η προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος να μη συμπεριλάβει τέτοια αξίωση στην προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας, της δημιούργησε τη δικαιολογημένη εντύπωση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του. Με αυτό το περιεχόμενο, η ανωτέρω ένσταση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση αυτής, πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχείο III μείζονα πρόταση. Και τούτο, διότι μόνη η αναφορά της μη άσκησης εργατικών αξιώσεων, ακόμη και εάν δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται, πλέον, να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, στα οποία περιλαμβάνονται οι με αριθμό πρωτοκόλλου: ΔΣΑ_ΕΒ_…/30-4-2025 και ΔΣΑ_ΕΒ_…/30-4-2025 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων … του … και … του … αντιστοίχως ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών Ειρήνης Γραβάνη του Μιχαήλ (AM ΔΣΑ 041972), που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως με τις προτάσεις του ο ενάγων, με επιμέλεια του οποίου λήφθηκαν, κατόπιν προηγούμενης νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης (βλ. την υπ’ αριθ. …/25-4-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, μετά της όπισθεν αυτής από 24-4-2025 κλήσης), οι με αριθμό πρωτοκόλλου: ΔΣΑ_ΕΒ_…/8-5-2025 και ΔΣΑ_ΕΒ_…/8-5-2025 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων … του … και … του … αντιστοίχως ενώπιον της ιδίας ως άνω δικηγόρου, που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως με την προσθήκη – αντίκρουση στις προτάσεις του ο ενάγων, με επιμέλεια του οποίου λήφθηκαν, κατόπιν προηγούμενης νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης, με σχετική δήλωση του ενάγοντος, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι με αριθμό πρωτοκόλλου: ΔΣΑ_ΕΒ_…/30-4-2025 και ΔΣΑ_ΕΒ_…/30-4-2025 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων … του … και … του … αντιστοίχως ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών Ζωής Καρέλλα του Αναστασίου (AM ΔΣΑ 040774), που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως με τις προτάσεις της η εναγομένη, με επιμέλεια της οποίας λήφθηκαν, κατόπιν προηγούμενης νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθ. …/25-4-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σωτηρίου Ρουμελιώτη, μετά της όπισθεν αυτής από 25-4-2025 εξώδικης γνωστοποίησης – κλήσης προς εξέταση μαρτύρων), οι με αριθμό πρωτοκόλλου: ΔΣΑ_ΕΒ_…/8-5-2025 και ΔΣΑ_ΕΒ_…/8-5-2025 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων … του … και … του …αντιστοίχως ενώπιον της ιδίας ως άνω δικηγόρου, που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως με την προσθήκη στις προτάσεις της η εναγομένη, με επιμέλεια της οποίας λήφθηκαν, κατόπιν προηγούμενης νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ την υπ’ αριθ. …/5-5-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σωτηρίου Ρουμελιώτη, μετά της όπισθεν αυτής από 5-5-2025 εξώδικης γνωστοποίησης – κλήσης προς εξέταση μαρτύρων και την υπ’ αριθ. …/5-5-2025 έκθεση επίδοσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή, μετά της όπισθεν αυτής από 5-5-2025 εξώδικης γνωστοποίησης – κλήσης προς εξέταση μαρτύρων αντιστοίχως), και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) μεταξύ των διαδίκων, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ. 1 περ. γ’, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) (ΜΕφΑιγ 2/2022, ΜΕφΑιγ 50/2020, ΜΕφΑθ 3815/2018, άπασες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψιν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς κάποιο από αυτά να έχει παραλειφθεί κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν μνημονεύεται ειδικώς, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων την 1-11-2001 προσλήφθηκε από την «…», η οποία απορροφήθηκε από την «…», με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του επί 5 ημέρες (Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο) και 40 ώρες εβδομαδιαίως ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του πωλητή αυτοκινήτων στο κατάστημα που διατηρούσε η ως άνω εταιρία στη Λεωφόρο …, εργάστηκε δε στη θέση αυτή έως την 11-10-2006. Ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από 12-10-2006 έως 31-5-2011 απασχολήθηκε ως υπεύθυνος καταστήματος, κατόπιν δε, από την 1-6-2011 ανέλαβε τα καθήκοντα του διευθυντή του καταστήματος …, ενώ από την 2-12-2015 το προσωπικό της ανωτέρω εταιρίας «…», στο οποίο περιλαμβανόταν και ο ενάγων, μεταφέρθηκε στην εναγομένη, με πλήρη αναγνώριση όλων των εργασιακών δικαιωμάτων [βλ. την προσκομιζομένη μετ’ επικλήσεως από την εναγομένη από 2-12-2015 γνωστοποίηση, μετά του επισυναπτόμενου πίνακα προσωπικού του καταστήματος …, στον οποίο εμφαίνονται το ωράριο εργασίας και η ειδικότητα του ενάγοντος (διευθυντής καταστήματος)]. Στη θέση αυτή του διευθυντή του καταστήματος … ο ενάγων παρέμεινε έως την 31-3-2024, ενώ από την 1-4-2024 εργάζεται στο κατάστημα της … ως πωλητής μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, χωρίς να τροποποιηθεί ο μισθός και το ωράριο εργασίας του. Κατά το επίδικο δε χρονικό διάστημα (από 1-1-2019 έως και 14-9- 2024) το συμβατικό ωράριο εργασίας του ενάγοντος ήταν από Δευτέρα έως και Παρασκευή, 9.00 – 17.00 (βλ. τον ίδιο ως άνω πίνακα προσωπικού), έναντι μηνιαίου μισθού ποσού 1.848,00 ευρώ (μεικτά) από 1-1-2019 έως 31-3-2023 και 1.950,00 ευρώ (μεικτά) από 1-4-2023 και εντεύθεν, πλέον bonus, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά κατωτέρω. Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων εργάστηκε καθ’ όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) επί 12,5 ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο, με ώρα έναρξης του ωραρίου του στις 8.30 και 62,5 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ εργάστηκε και όλα τα Σάββατα από τις 9.00 έως τις 15.00. Αποδείχθηκε, όμως, ότι καθ’ ο χρόνο παρείχε τις υπηρεσίες του ως διευθυντής του καταστήματος …, η απασχόλησή του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν του επιβλήθηκε από την εναγομένη, όπως επικαλείται στην ένδικη αγωγή, αλλά αποτέλεσε δική του επιλογή, στα πλαίσια της ελευθερίας που είχε στον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και τούτο, καθώς στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, πάντα επεδίωκε να είναι διαρκώς παρών, να επιλύει προβλήματα και να βοηθάει τους συναδέλφους του, όπως βεβαίωσε ενόρκως η σύζυγός του, … (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_…/30-4-2025 ένορκη βεβαίωση), ενώ η οδηγία της εναγόμενης ως προς την παρουσία του ενάγοντα στο κατάστημα κατά την έκτη ημέρα (Σάββατα) ήταν να μεταβαίνει στο κατάστημα, προκειμένου να εποπτεύσει την εύρυθμη λειτουργία του και να επιληφθεί τυχόν ανακύψαντος προβλήματος, όχι για να εργαστεί κατά το προαναφερθέν ωράριο (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης). Συγκεκριμένα, τα καθήκοντα του ενάγοντος ως διευθυντής καταστήματος ανάγονταν στην πλήρη διαχείριση του ανωτέρω καταστήματος από κάθε άποψη, ο δε ενάγων ήταν ο ανώτερος στην οργανωτική δομή του καταστήματος, προΐστατο όλων των τομέων του και είχε υπό την επίβλεψη και την εποπτεία του όλους τους 40 περίπου εργαζόμενους στο κατάστημα, τους οποίους κατηύθυνε σε καθημερινή βάση και είχε την εξουσία να καθοδηγεί και να δίνει σε αυτούς εντολές και να εκφράζει στην εργοδότρια παρατηρήσεις για την αποδοτικότητά τους. Δεν είχε μεν εξουσία να προσλαμβάνει ή να απολύει μόνος του προσωπικό, αλλά έκανε τις πρώτες συνεντεύξεις και αξιολογούσε τους υποψήφιους προς πρόσληψη και τους υφισταμένους του, οι δε εισηγήσεις του επί των ζητημάτων αυτών ήταν καίριες και αποφασιστικής σημασίας για την εναγομένη, η οποία συντασσόταν με τη γνώμη του, καθώς ο ενάγων την αντιπροσώπευε στη διεύθυνση της επιχείρησής της και γνώριζε τις ανάγκες του καταστήματος (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα e-mails). Αποδείχθηκε, δηλαδή, ότι η γνώμη του ενάγοντος είχε ουσιαστική και καθοριστική σημασία για όλα τα θέματα που ενέπιπταν στις αρμοδιότητές του και η εμπιστοσύνη που απολάμβανε από την εναγομένη ήταν ανάλογη. Ενδεικτικό του στοιχείου αυτού είναι και το γεγονός ότι η εναγομένη παρείχε στον ενάγοντα εμπιστευτικές πληροφορίες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην αρχή εκάστου μηνός, σε στενή συνεργασία με τον αμέσως προϊστάμενό του (brand manager), συναποφάσιζαν την εμπορική πολιτική του καταστήματος, ενώ ο ενάγων είχε την αποκλειστική ευθύνη για την εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής, για τις επιδόσεις του καταστήματος από άποψη τζίρου και εξυπηρέτησης γενικότερα των πελατών. Πέραν δε του προαναφερθέντος μισθού του (ποσού αρχικά 1.848,00 ευρώ και κατόπιν 1.950,00 ευρώ), η εναγομένη παρείχε ανά δίμηνο στον ενάγοντα bonus υπολογιζόμενο, μόνο για τη θέση αυτή του διευθυντή, με βάση τα οικονομικά αποτελέσματα του καταστήματος, με αποτέλεσμα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το καταβληθέν bonus να έχει ανέλθει στα μεικτά ποσά των 4.861,30 ευρώ, 5.071,20 ευρώ και 6.743,30 ευρώ και οι συνολικές μεικτές αποδοχές του ενάγοντος κατά το μήνα καταβολής του bonus στο ποσό των 6.500,00 – 8.500,00 ευρώ περίπου, ενώ υπολογιζόμενο το καταβληθέν bonus ανά μήνα ανήλθε στο ποσό των 784,30 ευρώ κατά μέσο όρο, ώστε συνακόλουθα οι μηνιαίες μεικτές αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 2.700,00 ευρώ περίπου (βλ. τον προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα λογαριασμό ασφάλισης e-ΕΦΚΑ), ήταν, δηλαδή, σημαντικά ανώτερες των νομίμων αποδοχών και αυτών των λοιπών υπαλλήλων του καταστήματος. Για την εκτέλεση δε των καθηκόντων του η εναγομένη είχε παραχωρήσει μόνο στον ενάγοντα αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο. Το ιδιαίτερο αυτό μισθολόγιο και οι παροχές σε είδος τονίζουν την ιδιάζουσα θέση του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης, καθώς και ότι η εναγομένη ανέμενε από αυτόν αυξημένη αποδοτικότητα και ευθύνη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λάμβανε πρωτοβουλία ως προς το ποσοστό της χορηγούμενης εκπτώσεως, καθώς και ότι εκπροσωπούσε την εναγομένη ενώπιον τρίτων (αρχών και ιδιωτών) (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης). Από τα ανωτέρω, αποδείχθηκε με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής, ότι ο ενάγων διακρινόταν σαφώς από τους λοιπούς υπαλλήλους της εναγομένης, κατείχε θέση εποπτείας, διευθύνσεως και εμπιστοσύνης, με την έννοια του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας της Ουάσιγκτον, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, διατελών έτσι διευθύνων και όχι απλός υπάλληλος, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, το γεγονός δε ότι, καίτοι δεν δικαιούται λήψεως αδείας αναψυχής, εν τούτοις λάμβανε αυτήν, καθώς και τις συναφείς με την άδεια παροχές του εργοδότη (αποδοχές και επίδομα αδείας), δεν εμποδίζει το χαρακτηρισμό του ως διευθύνοντος υπαλλήλου, αφού κριτήριο προς τούτο δεν αποτελεί η φύση των προς αυτόν παροχών του εργοδότη, αλλά το ύψος τους (ΑΠ 935/2017, ΑΠ 1047/2007, αμφότερες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ η μη συμμετοχή του ενάγοντος στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για το χαρακτηρισμό του ως υπαλλήλου που δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου (ΑΠ 1467/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, σύμφωνα με τα διαληφθέντα στην υπό στοιχείο I μείζονα πρόταση, ο ενάγων υπάγεται στην εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας και για τη χορήγηση της ετήσιας άδειας, μη έχοντας συναφή αξίωση κατά της εναγόμενης. Και βέβαια αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της υπερδεκαετούς υπηρεσίας του ως διευθυντής, χρειάσθηκε πολλές φορές να εργαστεί πέρα από τα ωράρια του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε διεκδικήσει στο παρελθόν, ούτε ότι έλαβε ανάλογη αποζημίωση για την υπερεργασιακή και υπερωριακή του εργασία, ακριβώς επειδή γνώριζε ότι κάτι τέτοιο ήταν συνυφασμένο με τη φύση των καθηκόντων του και την ιδιότητά του ως διευθύνοντος υπαλλήλου της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_…/8-5-2025 ένορκη βεβαίωση). Συνεπώς, τα αγωγικά κονδύλια για αμοιβές για υπερεργασία, υπερωρία και εργασία τα Σάββατα για το επίδικο χρονικό διάστημα που ο ενάγων κατείχε τη θέση του διευθυντή καταστήματος (από 1-1-2019 έως και 31-3-2024), καθώς και για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας των ετών 2019 έως και 2023 τυγχάνουν απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα. Αντιθέτως, τα εν λόγω κονδύλια για αμοιβές για υπερεργασία, υπερωρία και εργασία τα Σάββατα είναι κατ’ ουσίαν βάσιμα για το χρονικό διάστημα που ο ενάγων εργάστηκε ως πωλητής μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1 -4-2024 έως και 14-9-2024, αφαιρουμένων 3 εβδομάδων τον Αύγουστο 2024, κατά τις οποίες ο ενάγων απουσίαζε με άδεια, όπως συνομολογεί στην κρινόμενη αγωγή, καθώς αποδείχθηκε ότι και μετά την αλλαγή της θέσης εργασίας του ο ενάγων υπερέβαινε το συμβατικό του ωράριο των 40 ωρών εβδομαδιαίος, ώστε συνακόλουθα οι πέντε επόμενες ώρες (από 41η μέχρι και την 45η) αποτελούν υπερεργασία και οι επόμενες (από την 46η και εφεξής) υπερωρία, που είχε τον χαρακτήρα της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, διότι η εναγομένη δεν είχε τηρήσει τις προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, η δε εναγομένη δεν του έχει καταβάλει κανένα ποσό για την εκτός του ωραρίου του εργασία. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, ο ενάγων δικαιούται για 105 ώρες υπερεργασίας (21 εβδομάδες x 5 ώρες υπερεργασία) το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του, που ανερχόταν στο ποσό των 11,70 (1.950,00 : 25 x 6 : 40) ευρώ, προσαυξημένο κατά ποσοστό 20%, ήτοι το ποσό των 14,04 (11,70 x 20%) ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.474,20 (105 ώρες x 14,04) ευρώ και για τις 367,50 ώρες της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας (21 εβδομάδες x 17,5 ώρες υπερωρία) το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 120%, ήτοι το ποσό των 25,74 (11,70 x 120%) ευρώ και συνολικά το ποσό των 9.459,45 (367,50 ώρες x 25,74) ευρώ. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας και την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο) επί 6 ώρες κάθε Σάββατο κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, πλην από 3 Σάββατα τον Αύγουστο του 2024, όπως συνομολογεί στην κρινόμενη αγωγή, δηλαδή απασχολήθηκε 21 Σάββατα επί συνολικά 126 ώρες (21 Σάββατα x 6 ώρες), για καθεμία ημέρα από τις οποίες του οφειλόταν για τις ώρες που απασχολήθηκε το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%, ήτοι το ποσό των 15,21 (11,70 x 30%) ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.916,46 (126 ώρες x 15,21) ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την αλλαγή της θέσης του ενάγοντος από διευθυντής σε πωλητής μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, από 1-4-2024 ο ενάγων εργαζόταν σε υποδεέστερη θέση στο οργανόγραμμα του καταστήματος σε σχέση με αυτή του διευθυντή του καταστήματος που κατείχε έως τότε, πλην όμως δεν υπέστη μείωση του μισθού του, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, παρέμεινε στο ποσό των 1.950,00 ευρώ, πλέον μηνιαίου bonus, υπολογιζόμενου με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με το bonus που λάμβανε ως διευθυντής, ενώ διατηρήθηκαν και οι παροχές σε είδος που λάμβανε ως διευθυντής (εταιρικό αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο). Η ανωτέρω μεταβολή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο II μείζονα πρόταση, καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη και δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, καθώς αποδείχθηκε ότι η τροποποίηση της συμβάσεως του ενάγοντος υλοποιήθηκε κατόπιν σχετικής προτάσεως της εναγόμενης, ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο, για την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, που ήταν κενή και ο ενάγων ήταν απολύτως κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή, καθώς και της αποδοχής της προτάσεως αυτής από τον ενάγοντα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέγραψε ανεπιφύλακτα την από 12-4-2024 τροποποιητική σύμβαση εργασίας (βλ. προσκομιζομένη μετ’ επικλήσεως από την εναγομένη), όπως εξάλλου συνομολόγησε ο ίδιος (ενάγων), ο οποίος στο κρινόμενο δικόγραφο διατείνεται ότι εξέφρασε προφορικώς την εναντίωσή του στη μεταβολή των όρων εργασίας του. Μολονότι δε ο ενάγων επικαλείται ότι όταν του εγχειρίστηκε το έγγραφο της τροποποιητικής συμβάσεως για να το υπογράψει, δήλωσε ξεκάθαρα στον … ότι δεν επιθυμεί να αλλάξει θέση, ότι δεν αποδέχεται την αλλαγή αυτή και ότι επιφυλάσσεται για την προσβολή του κύρους της εν λόγω αποφάσεως της εναγόμενης (βλ. σελ. 37 της προσθήκης – αντίκρουσης στις προτάσεις του ενάγοντος), τούτο δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν εναντιώθηκε προφορικώς, όπως διατείνεται, ούτε κατά την υπογραφή της τροποποιητικής συμβάσεως, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, καθόσον μετά την αλλαγή της θέσης εργασίας του σε συνομιλία του με τον ανωτέρω … του είπε ότι «Με σώζετε, θα ηρεμήσει το κεφάλι μου», ομοίως δε, σε συνομιλία του με έτερη εργαζόμενη της εναγομένης τον Αύγουστο του 2024 τη διαβεβαίωσε ότι είναι περισσότερο ήρεμος στη νέα θέση, καθώς δε συνοδεύεται με τις αυξημένες ευθύνες του διευθυντή καταστήματος (βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_…/30-4-2025 και ΔΣΑ_ΕΒ_…/8-5-2025 ένορκες βεβαιώσεις). Αποδείχθηκε, επίσης, ότι με την τροποποίηση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και την αλλαγή της θέσης εργασίας του η εναγομένη δεν άσκησε καταχρηστικά το διευθυντικό της δικαίωμα, προκειμένου να τον εξωθήσει σε παραίτηση, όπως εκτίθεται στην ένδικη αγωγή, ενώ και ο μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε ότι η εναγομένη δεν μετακινούσε εργαζόμενους με σκοπό την οικειοθελή τους αποχώρηση. Αντιθέτως, η αλλαγή της θέσης του ενάγοντος με τους προαναφερθέντες όρους (ίδιο μισθό και παροχές σε είδος) επελέγη από την εναγομένη με σκοπό την καλύτερη οργάνωση της επιχείρησής της και τη διαφύλαξη των συμφερόντων της, κατόπιν της μειωμένης απόδοσής του και της πτωτικής πορείας του καταστήματος τόσο ως προς το δείκτη ικανοποίησης των πελατών, όσο και ως προς τα οικονομικά αποτελέσματά του μετά το καλοκαίρι του έτους 2023, όπως τούτο αποδεικνύεται και από την κατακόρυφη πτωτική τάση του bonus που έλαβε ο ενάγων (βλ. το λογαριασμό ασφάλισης e-ΕΦΚΑ), το ύψος του οποίου, όπως προεκτέθηκε, καθοριζόταν με βάση τα οικονομικά αποτελέσματα του καταστήματος (5.071,20 ευρώ τον Αύγουστο του 2023, 251,90 ευρώ το Δεκέμβριο του 2023 και 27,20 ευρώ το Φεβρουάριο του 2024), ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, συνεκτιμώντας η εναγομένη την πολυετή επιτυχή επαγγελματική πορεία του ενάγοντος και την επικείμενη σε σύντομο χρονικό διάστημα συνταξιοδότησή του. Προς τούτο δε ο ενάγων ενημερώθηκε, χωρίς να αρνηθεί την αλλαγή της θέσης του ή να διαμαρτυρηθεί (βλ. την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης και τις υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_…/30-4-2025 και ΔΣΑ_ΕΒ_…/30-4-2025 ένορκες βεβαιώσεις). Συνεπώς, εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ενάγων αποδέχθηκε την προταθείσα από την εναγομένη μεταβολή, καταρτίστηκε νέα τροποποιητική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, συνακόλουθα η μεταβολή των όρων εργασίας του δεν ήταν μονομερής και ως εκ τούτου τα αιτήματα περί επαναπασχόλησής του στη θέση του διευθυντή καταστήματος …, άλλως … και περί χρηματικής ικανοποίησής του για την ηθική βλάβη του, λόγω παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του, τυγχάνουν απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα. Κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 12.850,11 (1.474,20 + 9.459,45 + 1.916,46) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε μερικότερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό, και συγκεκριμένα: α) για την αμοιβή από παρεχόμενη υπερεργασία από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους αξίωση για την αιτία αυτή, δηλαδή από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μισθού, αφού δήλη ημέρα καταβολής της απαιτήσεως αυτής είναι η τελευταία ημέρα κάθε μήνα, κατά την οποία ο παρασχέθηκε η εργασία αυτή, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος, κατ’ άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ (ΟλΑΠ 39/2002, ΕΕργΔ 2002. 1482, ΟλΑΠ 40/2002, ΕΕργΔ 2002, 1478) και β) για την αμοιβή για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και για την απασχόληση την 6η ημέρα (Σάββατο) από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής (ΜονΕφΠειρ 420/2019, όπ. ανωτ., ΜΠρΑθ 175/2025, ΜΠρΑθ 208/2018, αμφότερες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, επειδή η καθυστέρηση στην εκτέλεση της παρούσας μπορεί να προξενήσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και ενόψει της φύσεως της ένδικης διαφοράς, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή κατά την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ) για το ποσό που ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού αιτήματος του ενάγοντος. Τέλος, κατόπιν παραδοχής του σχετικού αιτήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ). πρέπει να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 176, 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα ευρώ και έντεκα λεπτών (12.850,11), με το νόμιμο τόκο κάθε επιμέρους κονδυλίου κατά τις διακρίσεις που γίνονται στο σκεπτικό της παρούσας, μέχρι την εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή ως προς την αμέσως προηγούμενη καταψηφιστική διάταξη για το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000,00) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη να καταβάλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 11η Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies