Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022
Περίληψη: Μονομερής βλαπτική μεταβολή όρων εργασίας. Πότε υφίσταται. Δικαιώματα του εργαζομένου στην περίπτωση αυτή. Η εργοδότρια τοποθέτησε στην θέση του ενάγοντα έναν πρώην υφιστάμενό του και μετέφερε τον ίδιο, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, σε θυγατρική της εταιρεία, ως εργάτη. Μη συναίνεση ενάγοντα. Κρίση ότι ο υποβιβασμός του ενάγοντα συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Δεν συνιστά αποδοχή της μεταβολής η επί τρεις ημέρες απασχόλησή του υπό το νέο καθεστώς δανεισμού του. Εφόσον ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του και η εναγομένη αρνείτο παρανόμως να τις αποδεχθεί, περιήλθε σε υπερημερία. Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4893/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου 2018.1011
Αριθμός 1326/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» και το διακριτικό τίτλο «…» που εδρεύει στη …, διατηρεί υποκατάστημα στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: …. …. του …., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 657/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 4893/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 12-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920 “Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου”. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 Α.Κ. μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Για την εφαρμογή όμως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα ο εργοδότης, ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι` αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών (Α.Π. 442/2016, 624/2015). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349-351, 288 Α.Κ., 7 εδ. α ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα: α) ν` αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτήν, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή δ) εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (Α.Π. 216/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: “Ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] προσελήφθη στις 6-3-1997 από την παράγουσα, εισάγουσα και εμπορευόμενη πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «….», την οποία διατηρούσαν από χρόνια ο πατέρας του ενάγοντος και οι δύο αδελφοί τούτου (θείοι του ενάγοντος). Τον Ιανουάριο 2001 η προαναφερθείσα ομόρρυθμη εταιρεία μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «….», στις δε 19-5-2003 απορροφήθηκε από την εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] ανώνυμη εταιρεία, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας, μεταξύ των οποίων και οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων αυτής, ένας από τους οποίους ήταν και ο ενάγων… Όταν ο ενάγων προσελήφθη από την προαναφερθείσα ομόρρυθμη εταιρεία είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων στη ………………………, αποκτώντας το σχετικό δίπλωμα, προσελήφθη δε αρχικά ως βοηθός ηλεκτρολόγου, όπως προκύπτει ιδία από την φέρουσα σφραγίδα 14-3-1997 αναγγελία πρόσληψης του ανωτέρω εργαζόμενου στον Ο.Α.Ε.Δ., και εργάστηκε αρχικά στην παραγωγή μέχρι το 2001. Μετά τη γενόμενη στις 19-5-2003 απορρόφηση της «….» από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που υπεισήλθε άλλωστε, όπως και ανωτέρω εξετέθη, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας… ο ενάγων υπέγραψε με την εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη τότε από τον …. … του ….., την… από 1-11-2003 γνωστοποίηση όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας, στην οποία αναφερόταν ότι η θέση του ενάγοντος ως εργαζόμενου στην εναγομένη ήταν αυτή του μαθητευόμενου τεχνικού, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται ούτε η ειδικότητά του ούτε το αντικείμενο εργασίας του, παρά μόνο ότι θα αμειβόταν (τότε) με μηνιαίο μισθό 969,32 ευρώ. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι η εκκαλούμενη δέχθηκε πως ο ενάγων συμφώνησε με την εναγομένη να αμείβεται σύμφωνα με τους όρους της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΕ ή ΔA “για τους όρους αμοιβής και εργασίας των διπλωματούχων και πτυχιούχων μηχανικών, οι οποίοι απασχολούνται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις όλης της χώρας” (κατηγορία πτυχιούχων Τ.Ε.Ι.) και δεν εφεσιβλήθηκε κατά την παραδοχή της αυτή. Περαιτέρω… αποδείχτηκε ότι, όπως και στη συνέχεια αναλυτικά θα εκτεθεί, εν τοις πράγμασι ο ενάγων ουδέποτε εργάστηκε… ως μαθητευόμενος τεχνικός αλλά από το έτος 2001 και εφεξής.. εργαζόταν στο τμήμα διανομών και μάλιστα ως προϊστάμενος του τμήματος τούτου. Τα καθήκοντά του ήταν η λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διαδικασία διανομής των εμπορευμάτων, ο προγραμματισμός των συναφών με την παράδοση δρομολογίων των φορτηγών μετά από συνεννόηση με τους πελάτες, η παραγγελιοληψία και ο παράλληλος έλεγχος των αποθεμάτων των προϊόντων στις αποθήκες της εν λόγω εταιρείας. Την ίδια ακριβώς θέση συνέχισε να κατέχει και μετά τη γενόμενη στις … 19-5-2003 απορρόφηση της “……….” από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που υπεισήλθε άλλωστε, όπως και ανωτέρω εξετέθη, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας… Και ενώ ο ενάγων από το έτος 2001 και εφεξής εργαζόταν ως προϊστάμενος του τμήματος διανομών, έχοντας ως καθήκοντα τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διαδικασία διανομής των εμπορευμάτων, τον προγραμματισμό των συναφών με την παράδοση δρομολογίων των φορτηγών μετά από συνεννόηση με τους πελάτες, την παραγγελιοληψία δια της επικοινωνίας με όλο το πελατολόγιο της νοτίου Ελλάδος… αλλά και τον παράλληλο έλεγχο των αποθεμάτων των προϊόντων στις αποθήκες της εναγομένης, όλως αιφνιδίως και ενώ ο ενάγων απουσίαζε από την επιχείρηση έχοντας λάβει την κανονική άδειά του, η εναγομένη τοποθέτησε στην έως τότε θέση του ενάγοντος τον μέχρι τότε υφιστάμενό του αποθηκάριο ….. …. Όταν ο ενάγων επέστρεψε από τη ληφθείσα περί τις αρχές Οκτωβρίου 2008 κανονική άδειά του, διαπίστωσε ότι η εναγομένη είχε εν αγνοία του τοποθετήσει στη θέση του προϊστάμενου τμήματος διανομών τον προαναφερθέντα μέχρι τότε υφιστάμενό του, του ανακοινώθηκε δε δια του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης …… …… ότι η εναγόμενη είχε μονομερώς αποφασίσει να τον μεταφέρει εφεξής, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, σε τρίτο εργοδότη και συγκεκριμένα στη θυγατρική της εταιρεία “…”, που είναι επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ορειχάλκου, στην οποία τον είχε τοποθετήσει ως εργάτη στο τμήμα παραγωγής. Ο ενάγων εξαρχής αρνήθηκε να συναινέσει στην ανωτέρω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αντιθέτως διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε από την εναγομένη την άμεση αποκατάστασή του στην έως τότε θέση του… Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι άμεσα ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη για την προαναφερθείσα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και της δήλωσε ότι αυτός θα συνεχίσει να προσφέρει νομίμως και πραγματικά σ` αυτήν (εναγομένη) τις υπηρεσίες του και ότι αυτή (εναγομένη) θα περιέλθει σε υπερημερία, μη αποδεχόμενη αυτές. Τα ανωτέρω δήλωσε άμεσα ο ενάγων στην εναγομένη και εγγράφως, δυνάμει της από 31-10-2008 εξώδικης διαμαρτυρίας – πρόσκλησης και δήλωσής του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 3-11-2008… την οποία ο ενάγων κοινοποίησε και στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας στις 3-11-2008… Ταυτόχρονα ο ενάγων προσέφυγε στις 3-11-2008 στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, παραπονούμενος, εκτός της προαναφερθείσας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, και για οφειλή διαφορών από δεδουλευμένα, νυχτερινές προσαυξήσεις, αμοιβή ρεπό και υπερωριακής απασχόλησης. Στη συνέχεια δυνάμει της από 4-11-2008 εξώδικης διαμαρτυρίας – πρόσκλησης και δήλωσης του ενάγοντος κατά της εναγομένης που επιδόθηκε σ` αυτήν στις 5-11-2008… ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για την προαναφερθείσα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καλούσε και πάλι την εναγομένη να τον αποκαταστήσει στη θέση του και της επεσήμανε ότι έχει περιέλθει σε υπερημερία περί την αποδοχή των προσηκόντως, νομίμως και πραγματικά προσφερόμενων σ` αυτήν υπηρεσιών του. Την ανωτέρω δήλωση κατέθεσε ο ενάγων και στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπου προσέφυγε άμεσα και συγκεκριμένα στις 3-11-2008, παραπονούμενος, εκτός των άλλων, και για “μονομερή βλαπτική μεταβολή εργασίας των όρων εργασίας” του… Από όλα τα προεκτεθέντα αποδείχτηκε ότι η εναγομένη εργοδότρια επιχείρησε, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού-ενάγοντος, τον υποβιβασμό του από τη θέση του προϊστάμενου του τμήματος διανομών, (την οποία από το 2001 κατείχε, όπως ανωτέρω εξετέθη), δια του, κατόπιν μονομερούς της απόφασης, δανεισμού του στη θυγατρική της … .., όπου θα παρείχε τις υπηρεσίες του απασχολούμενος σε χειρωνακτική εργασία ως εργάτης, μεταβάλλοντας έτσι μονομερώς και βλαπτικά για τον ενάγοντα τους όρους της εργασιακής του σύμβασης χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον κανονισμό της επιχείρησης, προκαλώντας του έτσι ηθική ζημία αλλά και υλική (λόγω της προφανούς διαφοράς αποδοχών των ως άνω θέσεων) ζημία. Αποδείχτηκε περαιτέρω… ότι ο ενάγων δεν αποδέχτηκε την ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, εν όψει και του ότι: α) ο ενάγων-μισθωτός διεμαρτυρήθη τόσο προφορικά όσο και με εξώδικα για τη μεταβολή των εργασιακών του συνθηκών, δηλώνοντας στην εναγόμενη-εργοδότριά του ότι αυτός εμμένει στην προσφορά υπηρεσιών του, όπως τις προσέφερε και προ της συντελεσθείσας βλαπτικής μεταβολής και ότι αυτή (εναγομένη) θα περιέλθει σε υπερημερία μη αποδεχόμενη αυτές, β) κατά τα προαναφερθέντα δεν έλαβε χώρα ούτε σιωπηρή αποδοχή, αφού δεν έλαβε χώρα επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας, γ) δεν αποτελεί δε αποδοχή της βλαπτικής μεταβολής η επί τρείς μόνον ημέρες (23-10, 27-10 και 29-10) απασχόληση του μισθωτού-ενάγοντος υπό το (νέο) καθεστώς δανεισμού των υπηρεσιών του, συνοδευόμενη (η απασχόληση) από τις διαμαρτυρίες του για τη μεταβολή των εργασιακών του συνθηκών και την άρνηση να αποδεχθεί τον ως άνω υποβιβασμό του. Η ως άνω βλαπτική μεταβολή παρείχε στον ενάγοντα-μισθωτό…, εκτός των άλλων, το δικαίωμα να εμμείνει στη σύμβαση, αξιώνοντας την τήρησή της και να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη να απαιτήσει από αυτόν, ως γενόμενο εντεύθεν υπερήμερο, την καταβολή του μισθού του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αναλυτικά ανωτέρω εξετέθη, ο ενάγων συνέχισε να προσέρχεται καθημερινά στον, μέχρι την ως άνω αυθαίρετη μετακίνησή του, τόπο παροχής εργασίας του, όπως και είχε ήδη δηλώσει στην εναγομένη ότι θα κάνει, ζητώντας να αναλάβει υπηρεσία, όμως η εναγομένη αρνείτο παρανόμως, είχε τοποθετήσει στη θέση του τον μέχρι τότε υφιστάμενό του και στερούσε από τον ενάγοντα κάθε δυνατότητα να της παράσχει τις υπηρεσίες του, περιερχόμενη λόγω της ως άνω άρνησής της αυτής, σε υπερημερία εργοδότη περί την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών του ενάγοντος. Επομένως η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, λόγω της υπερημερίας της, τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 (η ως άνω βλαπτική μεταβολή έλαβε χώρα στις 23-10-2008 αλλά ο ενάγων αιτείται μισθούς υπερημερίας, ως έχει δικαίωμα, από 27-10-2008, γεγονός που δεσμεύει το δικαστήριο) και επί ένα έτος έκτοτε, δηλαδή μέχρι τις 26-10-2010… Επομένως πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.221,08 ευρώ (1.435,09 ευρώ Χ 12 = 17.221,08 ευρώ) για οφειλόμενους από την εναγομένη μισθούς υπερημερίας επί 12 μήνες, από 27-10-2008… μέχρι 26-10-2009, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Περαιτέρω, όπως και ανωτέρω εξετέθη, από την προαναφερθείσα παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, και συγκεκριμένα την ως άνω μονομερή και αυθαίρετη βλαπτική μεταβολή των εργασιακών του συνθηκών, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία ενόψει του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της ηλικίας του ενάγοντος, της βαρύτητας του πταίσματος των προστηθέντων από την εναγομένη προσώπων και της οικονομικής, κοινωνικής και προσωπικής κατάστασης των διαδίκων ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ…”. Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικατηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε κατά ένα μέρος ως νόμιμη και κατ` ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες τα αναλυτικά αναφερόμενα σ` αυτήν ποσά. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και της εντεύθεν ηθικής του βλάβης. Ειδικότερα δέχθηκε ότι αυτός, χωρίς τη συναίνεσή του, κλήθηκε από την εναγομένη εργοδότριά του να εργασθεί σε άλλον εργοδότη και μάλιστα σε κατώτερη θέση εκείνης στην οποία απασχολούνταν προηγουμένως, ήτοι στη θέση του εργάτη ενώ μέχρι τότε απασχολούνταν ως προϊστάμενος διανομών και αμειβόταν σύμφωνα με τους όρους της εκάστοτε ισχύουσας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. “για τους όρους αμοιβής και εργασίας των διπλωματούχων και πτυχιούχων μηχανικών, οι οποίοι απασχολούνται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις όλης της χώρας” (κατηγορία πτυχιούχων Τ.Ε.Ι.). Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι το εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του παρέθεσε, πλην των ανωτέρω παραδοχών του, και εκτεταμένα αποσπάσματα μαρτυρικών καταθέσεων, ενόρκων βεβαιώσεων κ.λπ. καθώς και εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας καθενός από αυτά, αφού δεν παρέθεσε μόνο τα αποσπάσματα αυτά αλλά και τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες είναι ικανές να στηρίξουν το διατακτικό της αποφάσεώς του. Εξ άλλου οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την επελθούσα στον αναιρεσίβλητο ηθική βλάβη δεν έχουν διατυπωθεί ενδοιαστικά. Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 5-3-2013 αίτηση για αναίρεση της 4893/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
