Περίληψη: Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 559 παρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Πρέπει η κρίση του δικαστηρίου να στηρίχθηκε, αποκλειστικά, ή, κατά κύριο λόγο, στα έγγραφα που, κατά την αναίρεση, παραμορφώθηκαν. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 393§2 του ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη του αναφερομένου στη διάταξη αυτή ποσού των 30.000 ευρώ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο αποκλεισμός του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων αναφέρεται στο έγγραφο που περιέχονται δικαιοπρακτικές δηλώσεις των διαδίκων και το οποίο προσάγεται προς άμεσο απόδειξη, δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης και όχι σε απόδειξη γεγονότων που έχουν σχέση προς τη δικαιοπραξία. Άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης του εργοδότη κατά απόφασης εφετείου.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
Αριθμός 1962/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη – Μπονάτου – Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: …… του ……, κατοίκου ……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο – Δημήτριο Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: …… του ……, κατοίκου ……, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1910/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1952/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-5-2019 (με αριθμό κατάθεσης ……./…/…) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος – εναγομένου …… κατά του αναιρεσίβλητου – ενάγοντος ……, πλήττεται η 1952/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αναιρεσιβαλλόμενη εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων την 8-4-2019 επί των ασκηθεισών από 28-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης ……/…/2018) εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και της από 8-3-2018 (με αριθμό κατάθεσης ……/…/2018) εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 1910/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης επί της από 16-5-2016 (με αριθμό κατάθεσης ……/…/2016) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για εργατικές αξιώσεις, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ’ ουσία την από 8-3–2018 έφεση του εναγομένου, δέχθηκε κατ’ ουσία την από 28-2-2018 έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη, κράτησε την υπόθεση, δίκασε κατ’ ουσία την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσία. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-5-2016 αγωγή, στην οποία ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στις 10-4-2006 με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου σε χερσαίες οδικές μεταφορές εντός του Νομού Αττικής, με καθεστώς πενθήμερης εργασίας και αντί των αναφερομένων στην αγωγή μηνιαίων αποδοχών και ότι εργάσθηκε μέχρι τις 17-11-2015 οπότε και ο εναγόμενος κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του ο ενάγων εργαζόταν πέραν του νομίμου και συμβατικού ωραρίου του, πλην όμως ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε την αμοιβή για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση, υπερεργασία, εργασία την 6η ημέρα-Σάββατα και τις Κυριακές κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι ο εναγόμενος τόσο με την από 30-11-2015 εξώδικη διαμαρτυρία που κοινοποίησε στον ίδιο όσο και με το από 8-2-2016 έγγραφο που κατέθεσε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας τον κατηγόρησε ότι αφαίρεσε τους ταχογράφους του οχήματος που οδηγούσε ως εργαζόμενος με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς του και την ηθική του βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το ποσό των 5.000 ευρώ, επιφυλασσόμενος ως προς το ποσό των 44,00 ευρώ για το νομότυπο της παραστάσεως του ως πολιτικώς ενάγοντος στη σχετική ποινική διαδικασία. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες που αφορούν την αμοιβή του για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση 116.048,46 ευρώ, υπερεργασία 13.460,94 ευρώ, εργασία τα Σάββατα 9.141,21 ευρώ και Κυριακές 5.748,74 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 17-11-2015, καθώς και για χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης 5.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 149.399,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας με την απειλή χρηματικής ποινής 500,00 ευρώ, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος του εναγόμενου ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου τα δικαστικά του έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αρ. 1910/2017 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλες τις αξιώσεις, πλην α) της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή κατά το ποσό των 2.000 ευρώ και β) της υποχρέωσης του εναγομένου να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, απειλώντας χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ για κάθε άρνηση συμμόρφωσής του στην διάταξη αυτή. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως ο μεν ενάγων άσκησε την από 28-2-2018 έφεσή του ο δε εναγόμενος την από 8-3-2018 έφεσή του. Επί των αντιθέτων αυτών εφέσεων μετά από συνεκδίκαση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθ. 1952/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ’ ουσία την από 8-3-2018 έφεση του εναγομένου, ενώ αφού δέχθηκε κατ’ ουσία την από 28-2-2018 έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε εν μέρει την υπ’ αρ. 1910/2017 εκκαλουμένη, ως προς τα κεφάλαια της που αφορούν στην επιδίκαση στον ενάγοντα αμοιβής για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρία, εργασία κατά τα Σάββατα κράτησε και δίκασε την από 16-5-2016 αγωγή ως προς τα παραπάνω κεφάλαια την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσία και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 57.862,56 ευρώ για τις παραπάνω αιτίες, νομιμότοκα κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1952/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα παρακάτω: Ο εναγόμενος εκμεταλλεύεται επιχείρηση οδικών χερσαίων μεταφορών, η οποία έχει την έδρα της στην ……….. και διατηρεί υποκατάστημα (πρακτορείο) στην Αθήνα, επί της οδού …… αρ. …. Στις 10-4-2006 προσέλαβε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), ο οποίος είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδήγησης οχημάτων Α’ κατηγορίας (από προφανή παραδρομή αναγράφεται Γ’ κατηγορίας αντί Α’ κατηγορίας που αναφέρεται στην αγωγή και δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου Α’ κατηγορίας και ειδικότερα προκειμένου να εκτελεί δρομολόγια μεταφοράς εμπορευμάτων εντός του Νομού Αττικής, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή) και οκτώ ώρες ημερησίως (από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16:00), αντί μηνιαίου μισθού που από 1-1-2011 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη 1-1-2001) και εφεξής ανήλθε στο ποσό των 1.502,47 ευρώ. Στην επιχείρηση του εναγομένου εργάσθηκε ο ενάγων έως την 17-11-2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του και του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Το παραπάνω ωράριο των 8 ωρών ημερησίως, δεν τηρήθηκε ωστόσο, με αποτέλεσμα ο ενάγων να εργάζεται πέραν του συμβατικού και νόμιμου αυτού ωραρίου του. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι πέραν του καθημερινού δρομολογίου, που διαρκούσε από τις 9.00 έως τις 16.00, ο ενάγων πολλές φορές προσερχόταν στην επιχείρηση του εναγομένου στις 7.00 το πρωί ως υπεύθυνος για την παραλαβή των εμπορευμάτων, μετά δε τη λήξη του δρομολογίου περί της 16.00, είτε παρέμενε στον χώρο της εργασίας, είτε μετέβαινε με το φορτηγό σε διάφορους προορισμούς (κυρίως οικίες) για να παραλάβει αντικείμενα, τα οποία μετέφερε στο πρακτορείο, προκειμένου να μεταφερθούν με φορτηγά στην ………… Ωστόσο, δεδομένου ότι τους χειμερινούς μήνες η επιχείρηση δεν λειτουργούσε με τους ίδιους ρυθμούς, όπως τους καλοκαιρινούς, αυτό δεν συνέβαινε πάντοτε, με αποτέλεσμα οι ώρες που ο ενάγων εργαζόταν πέραν του συμβατικού ωραρίου του να μην είναι σταθερές, πάντως κατά μέσο όρο, εργαζόταν επί 3 ώρες επιπλέον ημερησίως. Και ο ίδιος άλλωστε στην αγωγή του ανέφερε ότι υπήρξαν ημέρες που εργαζόταν λιγότερες ώρες και άλλες (κυρίως την θερινή περίοδο) περισσότερες. Ο ισχυρισμός του ότι βοηθώντας και στην φόρτωση των εμπορευμάτων εργαζόταν επί 15 ώρες ημερησίως, ήτοι από τις 6.00 έως τις 21.00 δεν αποδείχθηκε, αφού για την εργασία αυτή υπήρχαν και άλλοι εργαζόμενοι, όπως ο υιός του ………, ο οποίος με αγωγή που άσκησε κατά του εναγομένου ισχυρίσθηκε ακριβώς ότι ως φορτοεκφορτωτής εργαζόταν τις απογευματινές ώρες. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν και δύο Σάββατα το μήνα επί 8ωρο. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, προαναφερομένου υιού του ενάγοντος, ο οποίος επίσης απασχολούνταν στο υποκατάστημα του εναγομένου ως φορτοεκφορτωτής για περίπου ένα έτος (2014-2015) και έχει εξ αυτού του λόγου, αλλά και λόγω της σχέσης του με τον ενάγοντα (για το λοιπό διάστημα), άμεση γνώση και ιδία αντίληψη ως προς τον χρόνο έναρξης και λήξης της εργασίας του και του οποίου η κατάθεση κρίνεται περισσότερο πειστική από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, υιού του εναγομένου, και τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που ο εναγόμενος νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει. Περαιτέρω το ότι ο ενάγων απασχολήθηκε καθ’ υπέρβαση του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου, αντίθετα με τα ισχυριζόμενα από τον εναγόμενο, που αρνείται οποιαδήποτε τέτοια υπέρβαση του ωραρίου του ενάγοντος, προκύπτει και από την προσκομιζόμενη από 22-9-2015 υπεύθυνη δήλωση του ιδίου (εννοείται ενάγοντος), που δόθηκε καθ’ υπόδειξη του εναγομένου (από το λογιστήριο όπως κατέθεσε πρωτοδίκως ο μάρτυρας υιός του εναγομένου), στην οποία αναφέρει ότι έλαβε για επιπλέον εργασίες του που αφορούν υπερωρίες έως 31-7-2015 το ποσό των 1.100 ευρώ, ενώ δεν κρίνεται πειστική η εξήγηση που έδωσε για το έγγραφο αυτό ο υιός του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι αναφερόταν σε τυχόν υπερωρίες που θα έκανε ο ενάγων, αν και στη συνέχεια ανέφερε «μπορεί να έχει κάνει μία». Εξάλλου προς ενίσχυση του ισχυρισμού του ότι ο ενάγων ουδέποτε εργάστηκε καθ’ υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου του, ο εναγόμενος επικαλέσθηκε ότι το ωράριο λειτουργίας του πρακτορείου του, ήταν από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16.00 και ότι μόνο κατ’ αυτές τις ώρες λειτουργίας του, εργαζόταν και ο ενάγων. Ωστόσο στις προσκομιζόμενες εκτυπώσεις από την ιστοσελίδα στο διαδίκτυο της επιχείρησης του εναγομένου, το ωράριο λειτουργίας του πρακτορείου αναγράφεται άλλοτε από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 16:00, άλλοτε από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:30 και άλλοτε από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16:00, σε κάθε δε περίπτωση το ότι το πρακτορείο της επιχείρησης ήταν ανοικτό για τους πελάτες της και δη για την παραλαβή ή παράδοση εμπορευμάτων κατά τις ώρες αυτές, δεν σημαίνει και ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν επιπλέον ώρες σε άλλες βοηθητικές εργασίες, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, γεγονός που δικαιολογείται και από το εύρος εργασιών της συγκεκριμένης επιχείρησης, η οποία απασχολούσε 25 εργαζομένους και εκμεταλλευόταν στόλο 25 οχημάτων που πραγματοποιούσε συνεχή δρομολόγια προς και από ……….., ιδίως την θερινή περίοδο. Ως προς την εργασία κατά το Σάββατο, καίτοι ο εναγόμενος και οι μάρτυρες αυτού ισχυρίσθηκαν ότι το πρακτορείο ήταν πάντοτε κλειστό το Σάββατο, στην ατομική σύμβαση εργασίας του υιού του ενάγοντος αναγράφηκε ότι θα εργάζεται από Δευτέρα έως Σάββατο, το ίδιο δε δηλώθηκε και στην Επιθεώρηση Εργασίας, στην οποία προσέφυγε ο ανωτέρω (βλ. το από 15-9-2015 δελτίο εργατικής διαφοράς). Ο δε υιός του εναγομένου και μάρτυρας ισχυρίσθηκε μη πειστικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι οι ανωτέρω δηλώσεις περί εργασίας το Σάββατο του υιού του ενάγοντος, έγιναν από λάθος του λογιστή και του δικηγόρου. Επιπλέον σε μία εκ των εκτυπώσεων της ιστοσελίδας της επιχείρησης του εναγομένου που προσκομίζεται από τον ενάγοντα, αναγράφεται ότι «η εταιρεία μας λειτουργεί από Δευτέρα έως Σάββατο». Συνεπώς αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου η απασχόληση του ενάγοντος πέραν του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου του και συγκεκριμένα επί 55 ώρες εβδομαδιαίως κατά μέσο όρο, καθώς και η εργασία του δύο Σάββατα το μήνα……… Κατά εσφαλμένη συνεπώς εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε με πλήρη δικανική πεποίθηση ότι ο ενάγων πραγματοποίησε υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση κατά τα Σάββατα…… Θα πρέπει συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της πρώτης έφεσης να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Βάσει των ανωτέρω και ενόψει του ότι οι 40 ώρες αποτελούσαν το συμβατικό ωράριο του ενάγοντος, οι πέντε επόμενες (από 41η μέχρι και την 45η) υπερεργασία και οι 10 επόμενες (από την 46η μέχρι και την 55η) υπερωρία, η οποία είχε τον χαρακτήρα της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, διότι ο εναγόμενος δεν είχε τηρήσει τις προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, ο ενάγων δικαιούται για κάθε ώρα υπερεργασίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 20%, για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 80% και για την απασχόλησή του κατά ημέρα Σάββατο, το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 30%. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα και ενόψει του ότι α) όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο βιβλίο αδειών του εναγομένου, ο ενάγων δεν έλαβε κατά τα έτη 2011-2014 άδεια, αλλά αποζημίωση αδείας και β) το ημερομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν κατά το επίδικο διάστημα στο ποσό των 60,10 ευρώ (1.502,47 ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές: 25) και το ωρομίσθιό του στο ποσό των 9,01 ευρώ (1.502,47 ευρώ X 6/25: 40), δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 17-11-2015: α) Για την αμοιβή της υπερεργασίας, το συνολικό ποσό των 13.458,45 ευρώ (249 εβδομάδες (για τις οποίες ζητεί αμοιβή ο ενάγων αφαιρώντας 5 εβδομάδες του έτους 2015 κατά τις οποίες απουσίαζε με άδεια) X 5 ώρες ανά εβδομάδα X 10,81 ευρώ (ήτοι 9,01 ευρώ ωρομίσθιο + 1,80 ευρώ προσαύξηση 20%) β) Για την αποζημίωση της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το συνολικό ποσό των 35.262,90 ευρώ [40.362,90 ευρώ (249 εβδομάδες X 10 ώρες ανά εβδομάδα X 16,21 ευρώ (ήτοι 9,01 ευρώ ωρομίσθιο + 7,20 ευρώ προσαύξηση 80%) – 5.100 που ο ίδιος ο ενάγων αφαιρεί από το συνολικά οφειλόμενο, αφού όπως συνομολογεί το έλαβε για υπερωριακή απασχόληση όλου του παραπάνω διαστήματος) και γ) για την απασχόληση του κατά τα Σάββατα, το συνολικό ποσό των 9.141,21 ευρώ { (2 Σάββατα ανά μήνα X 58,5 μήνες X 78,13 ευρώ (ήτοι 1.502,47 ευρώ μισθός :25 ημέρες =60,10 ευρώ ημερομίσθιο +18,03 προσαύξηση 30% -άρθρο 8 Ν.3846/2010 = 78,13 ευρώ) }. Τα παραπάνω ποσά το Εφετείο επιδίκασε νομιμότοκα κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη διακρίσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα είναι μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 44/2003). Πρέπει δε, η κρίση του δικαστηρίου να στηρίχθηκε, αποκλειστικά, ή, κατά κύριο λόγο, στα έγγραφα που, κατά την αναίρεση, παραμορφώθηκαν (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003). Αν, όμως, το έγγραφο, απλά συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις, δεν θεμελιώνεται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 506/1988,ΑΠ 686/2005). Πρέπει, ακόμη, να υπάρχει παραδοχή κατάδηλα διαφορετικού περιστατικού από εκείνα, που, όντως, περιέχονται στο έγγραφο (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 4/2003, ΑΠ 507/2003, ΑΠ 437/2005). Παραμόρφωση δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το έγγραφο και εκτίμησε το περιεχόμενο του διαφορετικά, από ό,τι θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (σχ. Ολ ΑΠ 1/1999). Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του και “αυτολεξεί” το περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση, το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1333/2012), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του έγγραφου (ΑΠ 1271/2021, ΑΠ 366/2021, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 31/1997, ΑΠ 22/2018, ΑΠ 25/2011).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα αιτιάται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο, της από 22-9-2015 υπεύθυνης δήλωσης του ενάγοντος – αναιρεσιβλήτου, στην οποία αυτός δηλώνει κατά λέξη «έχω λάβει για επιπλέον εργασίες που αφορούν υπερωρίες μου έως 31-7-2015, το ποσό των 1.100,00 ευρώ και δεν έχω καμία άλλη απαίτηση, εκτός από την νόμιμη άδεια μου 2014-2015 που δεν την έχω λάβει», την οποία (υπεύθυνη δήλωση) αυτός προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο αναιρεσίβλητος – ενάγων ουδέποτε πραγματοποίησε υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρία και εργασία κατά το Σάββατο, δεχόμενο το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, ως προς την πραγματοποίηση από αυτόν (αναιρεσίβλητο – ενάγοντα) υπερεργασίας κατ’ εξαίρεση υπερωρίας και εργασίας κατά το Σάββατο. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, πρωτίστως διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί πραγματοποίησης από τον αναιρεσίβλητο – ενάγοντα υπερεργασίας, κατ’ εξαίρεση υπερωρίας και εργασίας κατά το Σάββατο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην από 22-9-2015 υπεύθυνη δήλωση αυτού, αλλ’ απλώς τη συνεκτίμησε με τα λοιπά προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα). Κατά τα λοιπά υπό την επίκληση της από τον αρ.20 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Στην διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β’ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β’ του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ’ αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 223/2021, 1106/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ1207/2005, ΑΠ 320/2003).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β’ του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Εφετείο δεχθέν ότι ο ενάγων εργαζόταν ως οδηγός δύο Σάββατα κάθε μήνα παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών γεγονότων σε αυτό (δίδαγμα κοινής πείρας), η δε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τον αναιρεσείοντα συνίσταται στο ότι η επιχείρησή του – πρακτορείο μεταφορών δεν ήταν προσβάσιμη τα Σάββατα, επειδή στην ευρύτερη περιοχή λειτουργεί επί πολλά έτη τα Σαββατοκύριακα μεγάλο «παζάρι ρακοσυλλεκτών». Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ανεξαρτήτως του ότι τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο γεγονότα δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου, τους οποίους και δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ή στην υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως οι αιτιάσεις αναφέρονται στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή, της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΟλΑΠ 43/1990). Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017). Επίσης, από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ’ αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως. Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 834/2021 ΑΠ 164/2021, ΑΠ 112/2020, 1027/2019, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 1724/2012, ΑΠ 621/2009). Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 231/2020 ΑΠ 131/2012). Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008). Επίσης, το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007). Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο σαφής επίκληση της υποβολής αυτής ή να προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 164/2021).
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 961/2007, ΑΠ 648/1999). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 893/2012, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 1531/2010, ΑΠ 109/2008). Κατά δε το άρθρο 393§2 του ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη του αναφερομένου στη διάταξη αυτή ποσού των 30.000 ευρώ. Με την διάταξη αυτή προσδίδεται υπεροχή στο αποδεικτικό μέσο των εγγράφων έναντι των μαρτύρων, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της σύμβασης ή της συλλογικής πράξης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο αποκλεισμός του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων αναφέρεται στο έγγραφο που περιέχονται δικαιοπρακτικές δηλώσεις των διαδίκων και το οποίο προσάγεται προς άμεσο απόδειξη, δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης και όχι σε απόδειξη γεγονότων που έχουν σχέση προς τη δικαιοπραξία (ΑΠ 588/2003).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεχθέν με μάρτυρα απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφων. Ειδικότερα αιτιάται ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά παραβίαση του ισχύοντος στις περιουσιακές διαφορές από 1-1-2016 άρθρου 393 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι ο αναιρεσίβλητος – ενάγων πραγματοποίησε τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ώρες υπερεργασίας, κατ’ εξαίρεση υπερωρίες καθώς και ότι εργαζόταν δύο Σάββατα το μήνα επί 8ωρο στηριζόμενο στην μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου – ενάγοντος (υιό του), ενώ από τα με επίκληση προσκομισθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον ίδιο (αναιρεσείοντα- εναγόμενο) έγγραφα και δη τους πίνακες προσωπικού της επιχείρησής του που κατατέθηκαν στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ………….. (με αριθμ. Πρωτ.ΠΠ……/……-2015, ΠΠ……/……-2013, ΠΠ……/……-2014, καθώς και από την ιστοσελίδα της επιχείρησής του στο διαδίκτυο προκύπτει ότι το ωράριο λειτουργίας της επιχείρησής του στο οποίο εργαζόταν ο αναιρεσίβλητος – ενάγων είναι από 08.00 μέχρι 16.00 από Δευτέρα έως Παρασκευή.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ισχύει η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα εξαίρεση του άρθρου 562 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, ότι δηλαδή πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Και τούτο διότι και στην περίπτωση αυτή όταν δηλαδή το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, και εν προκειμένω το απαράδεκτο κατά τον αναιρεσείοντα του αποδεικτικού μέσου – μαρτυρικής κατάθεσης, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο σαφής επίκληση της υποβολής αυτής. Πέραν αυτού ο τρίτος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι εν προκειμένω το Εφετείο συνεκτίμησε ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, εφόσον ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα κατά το άρθρο 393 παρ.2 ΚΠολΔ αποκλεισμός του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων κατά του περιεχομένου εγγράφου αναφέρεται στο έγγραφο που περιέχονται δικαιοπρακτικές δηλώσεις των διαδίκων και το οποίο προσάγεται προς άμεσο απόδειξη, δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης και όχι σε απόδειξη γεγονότων που έχουν σχέση προς τη δικαιοπραξία, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγούμενη νομική σκέψη. Κατά τα λοιπά ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί εσφαλμένη, διότι είναι διαφορετική από τους παρατιθέμενους δικούς του ισχυρισμούς ή επιχειρήματα, στα οποία επιχειρεί να στηρίξει την κατά τη δική του άποψη αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 58/2022).
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.05.2019 αίτηση για αναίρεση της 1952/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2022.
