Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Απορρίπτει προσφυγή εργοδότη κατά απορριπτικής διάταξης Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει έγκληση εργοδότη κατά εργαζόμενου, για συκοφαντική δυσφήμηση, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός ΠΡΦ 18-272
ΔΙΑΤΑΞΗ
Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Αφού λάβαμε υπόψη την με αριθμό ……./2018 κατ’ άρθρο 48 Κ.Π.Δ. προσφυγή της ……….. του ………… κατοίκου …………. (……. ….), κατά της με αριθμό ΕΓ ……./……./………./2018 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, εκθέτουμε τα ακόλουθα:
Η προσφεύγουσα με την από 22-6-2017 έγκλησή της ζήτησε την ποινική δίωξη και τιμωρία του ………….. του ………. για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως ( άρθρα 363-362 ΠΚ), η οποία φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα, στις 23/3/17, με τις προτάσεις και στις 28/3/17, με την προσθήκη- αντίκρουση, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της εκδικαζόμενης υπό αριθ. κατάθ. ………/……../2015 από 23/12/15 αγωγής του σε βάρος της «…………..», που εδρεύει στην …………….. Η εγκαλούσα αναφέρει ότι ο εγκαλούμενος στα ως άνω δικόγραφα ισχυρίζεται εν γνώσει του ψευδώς γεγονότα, τα όποια μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, ως Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης εταιρίας και δη ότι η εναγόμενη εταιρία δημιουργήθηκε από κεφάλαια, που ελήφθησαν παρανόμως από το εταιρικό ταμείο της «……………..», που εδρεύει στην …………., με σκοπό την φαλκίδευση των δικαιωμάτων των δανειστών της «…………..».
Διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προκαταρκτική εξέταση για την διαπίστωση του ως άνω εγκλήματος και εκ μέρους του προαναφερθέντος εγκαλουμένου και ήδη ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών απέρριψε την υπό κρίση έγκληση με την προσβαλλομένη διάταξή του με την αιτιολογία ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις για την άσκηση εναντίον τους ποινικής διώξεως.
Η κατά το άρθρο 48 ΚΠΔ προσφυγή κατά της απορριπτικής της έγκλησης διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, φέρει το χαρακτήρα του (οιονεί) ενδίκου μέσου και επομένως εφαρμόζονται επ’ αυτής οι περί ενδίκων μέσων διατάξεις, εκτός αν άλλως ορίζεται ή υπαγορεύει η ιδιαιτέρα φύση αυτής. Η υπό κρίση προσφυγή τυγχάνει: α) εμπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε εντός της υπό του νόμου (άρθρο 48 ΚΠΔ) οριζόμενης προθεσμίας, αφού η διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών καταχωρήθηκε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή στις 11-9-2017 και το οιονεί αυτό ένδικο μέσο ασκήθηκε στις 11-12-2017, β) νομότυπη, αφού ασκήθηκε από την δεύτερη προσφεύγουσα ενεργούσα και ως πληρεξούσια δικηγόρος για λογαριασμό του πρώτου, η δε σχετική ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών έκθεση περιέχει τα κατά γόμο στοιχεία, όπως και λόγους προσφυγής, πρόδηλο δε τυγχάνει το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος προς άσκηση αυτής, αφού αυτός επιδιώκει την κίνηση της ποινικής διώξεως με βάση την προαναφερόμενη έγκληση και γ) παραδεκτή, καθόσον επιτρέπεται στον εγκαλούντα, του οποίου η έγκληση απορρίφθηκε αϊτό τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ, η προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών κατά της απορριπτικής διάταξης εκείνου [άρθρα 48, 463, 465 παρ.1, 474 παρ.1, 2 ΚΠΔ, εκ των οποίων το πρώτο εφαρμόζεται ευθέως και τα λοιπά αναλογικά και επί προσφυγών του άνω είδους και έχει καταθέσει παράβολο υπέρ του δημοσίου ποσού 300 ευρώ και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή, και πρέπει, περαιτέρω, να εξετασθεί και από ουσιαστική άποψη.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 43 και 47 ΚΠΔ με τον ν.3160/2003, για τα εγκλήματα σε βαθμό κακουργήματος ως και τα πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, μετά την περάτωση της υποχρεωτικής γι’ αυτά προκαταρκτικής εξέτασης, και «τη συγκέντρωση ουσιαστικών στοιχείων» κατ’ αυτήν (Εισηγητική Έκθεση, ΠοινΧρ ΝΓ/1044), απαιτούνται επαρκείς ενδείξεις πλέον για να κινηθεί η ποινική δίωξη, ώστε να αποφεύγονται αφενός οι άσκοπες ποινικές διώξεις και η άδικη ταλαιπωρία των αθώων πολιτών, αφετέρου δε η άσκοπη απασχόληση των δικαστικών αρχών (Εισηγητική Έκθεση, ως και η Έκθεσή του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής, ΠοινΧρ ΝΓ/1044,1049). Η επελθούσα καινοτομία συνίσταται στο ότι εάν μετά την περάτωση της προκαταρκτικής εξέτασης συντρέχουν μόνο απλές ενδείξεις, και όχι επαρκείς τοιαύτες, τότε υποχρεωτικά κατά νόμο η υπόθεση είτε αρχειοθετείται κατ’ άρθρο 43 ΚΠΔ είτε εκδίδεται διάταξη απορριπτική της εγκλήσεως κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ (βλ. Σ. Δασκαλόπουλο, σε ΠοινΧρ ΝΓ/1027). Και βεβαίως οι «επαρκείς ενδείξεις» των άρθρων 43 και 47 ΚΠΔ, δεν είναι ίδιες με τις «επαρκείς ενδείξεις» των άρθρων 245 παρ. 2 και 313 ΚΠΔ, παρά τον χρησιμοποιούμενο ίδιο τεχνικό όρο, και οι ενταύθα εξεταζόμενες επαρκείς ενδείξεις δεν είναι εκείνες που, εξικνούνται στην μεγίστη πιθανολόγηση που δικαιολογεί την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αλλά είναι οι επαρκείς ενδείξεις βασιμότητας της ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Θ. Δαλακούρα, ΠοινΧρ ΝΔ/585, ιδίως 589, με την εκεί, στη σημ. 28, παραπομπή στον Α. Παπαδαμάκη), ενώ εκείνες [των αρ. 245, 313] «θεωρούνται σοβαρές όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκομίσθηκε προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις» (ΟλΑΠ 9/2001 ΠοινΧρ ΝΑ/788).
Στα άρθρα 362 και 363 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη και 3) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον (ΑΠ 171/2015, 1016/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο ισχυρισμός, ήτοι η ανακοίνωση της πεποίθησης, μπορεί να γίνει κατά τρόπο είτε ρητό, είτε συμπερασματικό ή και με παράλειψη, ή με τη θέση ερωτήσεως, ή ευθέως, ή ως συμπέρασμα από ορισμένα στοιχεία που ο ισχυριζόμενος γνωρίζει ή διατείνεται όχι γνωρίζει. Ακόμη και η, με επιφυλάξεις, έκφραση, όπως και η απλή έκφραση υποψίας, μπορεί να αποτελέσουν δυσφημιστικό ισχυρισμό (βλ. Βαβαρέτου, Ποινικός Κώδικας, άρθρο 362, Αθ. Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, Τόμος β’, έκδοση 1991, σελ. 2346 και εκεί παραπομπές στη θεωρία και νομολογία). Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο εμπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως ανατιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. «Τιμή» δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ’ αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ «υπόληψη» είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, όταν αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας (ΑΠ 171/2015, ΑΠ 1016 /2015, ό.π., ΑΠ 941/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Σε αντίθεση με την εξύβριση, η δυσφήμηση δεν εκφράζει την περιφρόνηση του δράστη προς τον θιγόμενο, αλλά επ’ αυτής ο υπαίτιος παρέχει απλώς τους λόγους, επί των οποίων οι τρίτοι θα στηρίξουν την περιφρόνησή τους προς τον προσβαλλόμενο (βλ. Α. Κονταξή, ΕρμΠΚ υπό το άρθρο 362, σελ. 3005, ΑΠ 1156/1985 ΕλλΔνη 1986, 237, ΑΠ 721/1984 ΠοινΧρ ΛΔ’, 1036, Α. Χαραλαμπάκη, Ποιν. Κώδικας, Τόμος Δεύτερος, έκδοση 2η, 2014, σελ. 2915). Έτσι στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η συμπεριφορά του υπαίτιου που εκδηλώνεται με τον παραπάνω τρόπο, μπορεί να βλάψει την εκτίμηση του προσβαλλόμενου από τους άλλους γιατί με αυτή ο υπαίτιος παρέχει σε τρίτους στηρίγματα, με την αναφορά γεγονότων, στα οποία αυτοί θα στηρίξουν τη δική τους αρνητική κρίση για το πρόσωπο του προσβαλλόμενου (ΑΠ 1238/1985, ΕφΑθ 2109/ 1998, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η μη προσήκουσα συμπεριφορά, τότε μόνο μπορεί να στοιχειοθετήσει την έννοια της προσβολής της τιμής ή υπολήψεως άλλου προσώπου, όταν απ’ αυτή παράγεται εξωτερικώς η εντύπωση καταφρονήσεως του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται (βλ, Ν. Χωραφά, Ειδ. Ποιν. Δίκαιον, τεύχος Α’, 1945, σελ. 139, σημ. 11, Καρανίκα, Εγχ. Ποιν. Δικαίου, τόμος Γ, τεύχος Α’, 1962, σελ. 260-261). Η δυσφήμηση (απλή και συκοφαντική προϋποθέτει τρία διαφορετικά πρόσωπα, τον δυσφημούντα, τον δυσφημούμενο και τον αποδέκτη τπγ ανακοίνωσης-τρίτο (ΑΠ 1459/2000 ΠοινΧρ Ν’, 706). Στην έννοια του τρίτου, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, διαλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διαδόσεως, όπως ο δικαστικός επιμελητής που επέδωσε το εξώδικο ή διαδικαστικό έγγραφο που περιέχει αυτόν (ΑΠ 611/2015, ΑΠ 1016/2015, ΑΠ 657/2015, ΑΠ 1045/2014, ΑΠ 1050/2012, ΑΠ 486/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τρίτος, δηλαδή, είναι κάθε πρόσωπο, πλην του δυσφημούμενου, που λαμβάνει γνώση καθ’ οιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (ΑΠ 407/1983 ΠοινΧρ ΛΓ’, 816, ΑΠ 1362/2000 ΠοινΧρ ΝΑ’, 518, ΑΠ 1054/1988 ΠοινΧρ ΑΘ’, 63, ΑΠ 1561/2004 ΠοινΧρ ΝΕ’, 637). Το αποτέλεσμα της δυσφήμησης έγκειται σε διακινδύνευση και όχι σε προσβολή του έννομου αγαθού της τιμής. Πρόκειται δηλαδή για έγκλημα διακινδύνευσης της εξωτερικής τιμής (άλλωστε ρητά αναφέρει η διάταξη [άρθρο 362] «που μπορεί βλάψει…») κατά μια γνώμη, —που είναι και η ορθότερη, ως εκ της διατυπώσεως της διατάξεως «που μπορεί»— αφηρημένης διακινδύνευσης (βλ. σε Σπινέλλη, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Εγκλήματα κατά της τιμής, εκδ. β’, σελ. 56), ώστε δεν απαιτείται να εξετάζεται από το δικαστή αν in concreto υπήρξε κίνδυνος, αλλά αν το γεγονός δύναται γενικά και αφηρημένα να βλάψει την τιμή και την υπόληψη (βλ. Αθ. Κονταξή, ό.π., σελ. 2344, όπου και περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία), κατ’ άλλη δε γνώμη, συγκεκριμένης (Μπουρόπουλος, Ερμηνεία Ποινικού Κώδικος, τομ. Β’, 665). Το γεγονός πρέπει να είναι πρόσφορο (κατάλληλο, επιτήδειο) κατ’ αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, δεν απαιτείται δε και να επέλθει in concreto βλάβη της τιμής ή της υπόληψης (ΑΠ 2680/2008, ΑΠ 1023/2009, 964/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. Χωραφά, Ποινικόν Δίκαιον, 1978, σελ. 272). Κατά τον Ανδρουλάκη (βλ. Γενικό Μέρος, τεύχος β’, 1985, σελ. 186) πρόκειται για έγκλημα «αφηρημένης-συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως» γιατί η δυνατότητα βλάβης δεν οφείλεται ευθέως στην εγκληματική συμπεριφορά αλλά γιατί η επικινδυνότητα του γεγονότος ερευνάται καθ’ εαυτή, ήτοι γενικώς (ενόψει πάντοτε και των συγκεκριμένων συνθηκών του κοινωνικού περίγυρου στον οποίο διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ή η διάδοση) κατ’ αφαίρεση της δυνατότητας- ή μη τρώσεως της τιμής ή υπολήψεως του συγκεκριμένου ατόμου κατά του οποίου στρέφεται ο δράστης. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, εκτός των στοιχείων που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 32/2015, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 171/2015, 548/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 367 και 366 παρ. 1 ΠΚ συνάγεται, ακόμη, ότι: α) αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι αναληθές όταν το διέδιδε ή το ισχυριζόταν ενώπιον τρίτου, τότε στοιχειοθετείται το από το άρθρο 363 προβλεπόμενο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, β) αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές αλλά ο υπαίτιος δεν γνώριζε ότι αυτό είναι αναληθές, στοιχειοθετείται το από το άρθρο 362 προβλεπόμενο έγκλημα της απλής δυσφημήσεως, γ) αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο προϋποθέτει πάντοτε την αναλήθεια του δυσφημιστικού γεγονότος, ούτε το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως (άρθρο 366 παρ. 1), είναι όμως δυνατόν στην περίπτωση αυτή να στοιχειοθετείται το έγκλημα της εξύβρισης αν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δ) αν υπάρχουν αμφιβολίες περί της αλήθειας, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφήμησης, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ενώ είναι δυνατό να στοιχειοθετείται η πράξη της εξυβρίσεως αν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (ΑΠ 166/2013, 395/2013,1671/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ’ ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, αν πρόκειται κερί κρίσεων ή εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή άσκηση νόμιμης εξουσίας ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφημήσεως (ΑΠ 890/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή αν, εκ του συνόλου των περιστάσεων, προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος ειδικώς στην προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής ή επαγγελματικής αξίας του προσώπου του ή με την περιφρόνηση αυτού (ΑΠ 1126/2014, ΑΠ 54/2013, ΑΠ 905/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εκ των ανωτέρω συνεπώς σαφώς συνάγεται ότι η διάταξη αυτή (367 παρ. 1 ΠΚ) με την οποία κατ’ αρχήν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της κατ’ άρθρο 361 ΠΚ εξυβριστικής είτε της κατ’ άρθρο 362 ΠΚ δυσφημιστικής εκδήλωσης, δεν εφαρμόζεται όταν οι παραπάνω εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης (ΑΠ 793/2015, 890/2015, 691/2014, 665/2013, 941/2013, 1012/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση εκ του συνόλου της δικογραφίας δηλαδή τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα σε συνδυασμό και με τις ανωμοτί εξηγήσεις του εγκαλουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο εγκαλούμενος στις 15 Απριλίου 1999 προσελήφθη από την ανώνυμη βιομηχανική εταιρία με τον δ.τ. «…………..», που εδρεύει στη ……….. (οδός ………., αριθμ. ….), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου. Στην ως άνω εταιρία νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο ………. και αντιπρόεδρος του ΔΣ η εγκαλούσα. Από τον Νοέμβριο 2011 και εξής καθυστερούσε η καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του εγκαλουμένου με αποτέλεσμα στις 13 Φεβρουαρίου 2013 να ασκήσει επίσχεση εργασίας και να προσφύγει στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Ν. Ιωνίας υποβάλλοντας έγγραφη αίτηση εργατικής διαφοράς. Στις 28 Μαρτίου 2013 η ως άνω εταιρία υπέγραψε με τον εγκαλούμενο ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης ρύθμισης της διαφοράς, χωρίς όμως να τηρηθούν τα συμφωνηθέντα. Για τον λόγο αυτό ο εγκαλούμενος άσκησε εκ νέου επίσχεση εργασίας και στις 11 Ιουλίου 2013 καταγγέλθηκε η σύμβασή του. Τον αυτό χρόνο και ειδικότερα στις 7 Αυγούστου 2013 η εγκαλούσα με την …../7-8-2013, πράξη σύστασης του Συμβολαιογράφου ……………, ίδρυσε τη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία «………..» στην οποία ανέλαβε καθήκοντα προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου, καταβάλοντας ως μετοχικό κεφάλαιο αρχικά 24.00 ευρώ και με διαδοχικές αυξήσεις 189.000 ευρώ. Κρίθηκε όσον αφορά τις δύο ως άνω εταιρίες ότι επρόκειτο περί μεταβίβασης της επιχείρησης και της εκμετάλλευσης της εταιρίας «………….» στην εταιρία «………….» καθώς αναλήφθηκε και συνεχίστηκε η επιχειρησιακή δραστηριότητα της πρώτης εταιρίας από την δεύτερη χωρίς να μεταβληθεί η ταυτότητα της επιχειρήσεως και της εκμεταλλεύσεως, συνεχίστηκε δηλαδή, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρήθηκε υπό τον νέο φορέα, η ταυτότητα της με διάφορο τίτλο ή μορφή (βλ την 551/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών).
Η αρχική εταιρία ……….. το έτος 2011 είχε κύκλο εργασιών (πωλήσεις) ύψους 11.544.679,70 ευρώ και διαθέσιμα (ταμεία και καταθέσεις) ύψους 301.817,84 ευρώ. Από τις παρατηρήσεις επί του ισολογισμού του έτους αυτού του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή …………, η αξία κτήσεως των μηχανημάτων της αρχικής εταιρίας, προσαυξήθηκε με υπόλοιπο λογαριασμών απαιτήσεων ποσού 2.610.850,10 ευρώ, με συνέπεια το κονδύλιο του ισολογισμού, «μηχανήματα» να εμφανίζεται αυξημένο κατά 5.294.677,97 ευρώ, ενώ οι απαιτήσεις της εταιρίας μειωμένες κατά 2.610.850,10 ευρώ και τα αποτελέσματα χρήσης ίδια κεφάλαια ισόποσα αυξημένα κατά 2.683.827,87 ευρώ. Οι ως άνω δε απαιτήσεις ύψους 2.610.850,10 ευρώ, αφορούσαν απολήψεις μελών της διοικήσεως μεταξύ των οποίων και της εγκαλούσας (βλ την 1383/2016 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920. Από την από 29/4/2014 έκθεση ευρημάτων του Ελεγκτή …………., προκύπτει ότι διενεργήθηκαν στον ισολογισμό οι κατάλληλες λογιστικές έγγραφες, με τις οποίες μειώθηκε κατά το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ ο λογαριασμός «μηχανήματα» και προσαυξήθηκε ισόποσα ο λογαριασμός απαιτήσεων της εταιρίας από τα όργανα της Διοίκησης. Από το ανωτέρω πόσο ένα μέρος και ειδικότερα ποσό 1.404.641,84 ευρώ συμψηφίστηκε, κατά την ως άνω έκθεση με υποχρεώσεις της ως άνω εταιρείας προς τα όργανα της Διοίκησης από προηγούμενες χρήσεις, το δε υπόλοιπο ποσό, ύψους 1.206.208,26 ευρώ, επιβάρυνε τα αποτελέσματα χρήσης. Περαιτέρω, στην ίδια ανωτέρω έκθεση ευρημάτων, επισημαίνεται, ότι η δαπάνη 1.206.208,26 ευρώ δεν αναγνωρίζεται και δεν εκπίπτει από τα έσοδα της πρώτης εταιρίας. Από το τέλος του έτους 2011 η πρώτη εταιρία εμφάνισε προβλήματα ρευστότητας, με αποτέλεσμα τον Ιούλιο του έτους 2012 να εκδοθεί σε βάρος της διαταγή πληρωμής ποσού 174.157,40 ευρώ από τη …………, που είχε αναλάβει τον εφοδιασμό με καύσιμα των υβριδικών σταθμών που διατηρεί αυτή η πρώτη εταιρία στη βόρεια Ελλάδα. Τα οικονομικά της προβλήματα εντάθηκαν στη συνέχεια και από το Δεκέμβριο του έτους 2012 και μετά εκδόθηκαν σε βάρος της και άλλες διαταγές πληρωμής, ενώ επιβλήθηκαν σε βάρος της και κατασχέσεις διαφόρων ποσών στα χέρια τρίτων οφειλετών της, μπαίνοντας σε διαδικασία πτωχεύσεως. Συνεπώς το χρηματικό ποσό του 1.206.208,26 ευρώ, που αφορούσε απολήψεις των οργάνων της διοίκησης ήταν αρκετό τόσο για την λειτουργία της πρώτης εταιρίας όσο και για την εξόφληση των δεδουλευμένων αμοιβών του εγκαλουμένου. Ο εγκαλούμενος με σχετική αγωγή του επεδίωξε κατ’ αρχάς να κριθεί άκυρη η καταγγελία της σύμβασής του, να υποχρεωθεί η νέα εταιρία να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του και να καταβάλλει του μισθούς υπερημερίας του. Επ’ αυτής εκδόθηκαν η 1546/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν εφέσεως η 551/2017, τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κάνοντας δεκτή την αγωγή του. Ακολούθως καθώς η «………….» δεν ήρε την υπερημερία της, ο εγκαλούμενος κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την, από 23 Δεκεμβρίου 2015, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……./2015 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου ………/2015, αγωγή του με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η «………….» να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1ης Μαΐου 2015 έως 30 Απριλίου 2017, το ποσό των 36.562,48 Ευρώ και κατόπιν περιορισμού το ποσό των 13.192,65 ευρώ. Στο κείμενο της ως άνω αγωγής αλλά και τις από 23 Μαρτίου 2017 προτάσεις ο εγκαλούμενος ανέφερε «….τα μέλη της διοίκησης της «…………», μόνο κατά την τελευταία οικονομική χρήση, προέβησαν σε απολήψεις από το εταιρικό ταμείο ποσού 2.610.850,10 Ευρώ, οι οποίες, κατά την έκθεση ελέγχου του ορκωτού λογιστή, …………, εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23α του ν. 2190/1920. Τα χρήματα αυτά, των οποίων την τύχη δεν γνώριζα μέχρι πρότινος, είναι πλέον προφανές που κατέληξαν: Αφού τα μέλη της Διοίκησης και μεγαλομέτοχοι της «………….» τα έλαβαν παρανόμως από το εταιρικό ταμείο, στη συνέχεια τα διοχέτευσαν στη δημιουργία της νέας εταιρίας, με σκοπό τη φαλκίδευση των δικαιωμάτων των δανειστών της, στους οποίους συγκαταλέγομαι κι εγώ…». Τα στοιχεία που είχε ο εγκαλούμενος κατά την κατάθεση των σχετικών προτάσεων και προσθήκης που τον οδήγησαν στον ισχυρισμό των ως άνω γεγονότων ήταν κατ’ αρχάς ότι η εγκαλούσα ασκούσε διοίκηση κατά τον χρόνο που ο πατέρας της αδυνατούσε πλέον να ανταποκριθεί, όπως κατατίθεται και από τους μάρτυρες ……….. και …………. (βλ τις ………/21-4-2017 και ………./21-4-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της κ. Ειρηνοδίκη Αθηνών προς απόδειξη αγωγικών ισχυρισμών του επίσης εργαζομένου …………), όπως επίσης και ότι η εγκαλούσα περιλαμβάνεται στα μέλη της διοίκησης που εκταμίευσαν το ποσό του 1.206.208,26 ευρώ (βλ ιδίως την 1383/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Οι λογικοί συνειρμοί που εξάγονται εκ της παραθέσεως του ιστορικού της υποθέσεως περί χρησιμοποίησης χρημάτων της αρχικής εταιρίας δεν αναιρούνται ευθέως εκ του προσκομισθέντος πίνακα ανάλωσης κεφαλαίων προηγουμένων ετών της εγκαλούσης. Το εξαγόμενο συμπέρασμα εκ της αναγνώσεως του είναι η ύπαρξη αυτοτελώς φορολογούμενων ποσών ύφους 234.845.92 ευρώ το 2005,157.630,35 ευρώ το 2006, 309.862,72 ευρώ το 2007, 137.941,28 ευρώ το 2008, 7.262.67 ευρώ το 2009, 60.000 ευρώ το 2010 και 50.000 ευρώ το 2011, τα οποία αθροιζόμενα δίδουν το ποσό του 1.007.542,94 ευρώ, τα οποία αφορούν τεραστίου ύψους εισοδήματα εκ της ………….., η οποία όμως ακολούθως οδηγήθηκε σε διαδικασία πτωχεύσεως. Δεν θα πρέπει δε να διαλάθει την προσοχή ότι το ποσό του 1.206.208,26 ευρώ είναι οφειλόμενο στην εταιρία αυτή. Και εάν ακόμη υφίσταται γενικά αμφιβολία περί της αλήθειας ή μη των προαναφερθέντων, εάν δηλαδή όντως η καταβολή του κεφαλαίου της νέας εταιρίας προέρχεται από ποσά που δεν αφορούσαν τα παρανόμως εκταμιευθέντα αλλά από διάφορη προσωπική περιουσία της εγκαλούσης, η πίστη που δημιουργήθηκε στον εγκαλούμενο περί της αλήθειας των όσων ισχυρίστηκε είναι δεδομένη. Τα στοιχεία που είχε προς αξιολόγηση οδηγούσαν στον σχηματισμό της πεποίθησης ότι τα χρήματα από τα ταμεία που ο αρμόδιος ελεγκτής διαπίστωσε ότι εκταμιεύτηκαν από τα μέλη του ΔΣ οδηγήθηκαν προς την λειτουργία της νέας εταιρίας. Αυτή του όμως ή πεποίθηση περί της αλήθειας των όσων ισχυρίστηκε αποδομεί την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Μη στοιχειοθετουμένου συνεπώς του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, στον αναγκαίο πλέον έλεγχο τελέσεως της απλής δυσφημήσεως ή και εξυβρίσεως, αυτομάτως αναφύεται η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 παρ 1γΠΚ. Ο λόγος που ο εγκαλούμενος αναφέρθηκε στην εγκαλούσα και τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά της πρώτης εταιρίας και τα χρηματικά ποσά για την λειτουργία της δεύτερης εταιρίας δεν ήταν άλλος όσιό την προσπάθειά του να πετύχει την καταβολή των οφειλόμενων δεδουλευμένων μισθών. Χρησιμοποίησε το αναγκαίο μέτρο στις εκφράσεις του χωρίς να προκύπτει εξ’ αυτών σκοπός εξυβρίσεως της εγκαλούσης. Συντρέχει συνεπώς στην παρούσα περίπτωση λόγος άρσεως του αδίκου μη στοιχειοθετουμένου του αδικήματος της απλής δυσφημήσεως ή της εξυβρίσεως.
Κατ’ ακολουθία των προαναφερομένων, ορθώς ( έστω και άνευ αιτιολογίας) έκρινε η προσβαλλομένη διάταξη ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις για άσκηση ποινικής δίωξης κατά του εγκαλουμένου για την καταγγελλόμενη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και συνεπώς η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, να επιδοθεί δε αντίγραφο της παρούσας στον προσφεύγοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
A.- Δεχόμαστε τυπικά και απορρίπτουμε κατ’ ουσία την με αριθμό ………/2018 κατ’ άρθρο 48 Κ.Π.Δ. προσφυγή της ……….. του ………….. κατοίκου ……….. (……), κατά της με αριθμό ΕΓ …./../…../2018 …./2017 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών,
Β.- Παραγγέλλουμε την επίδοση αντιγράφου της παρούσας στον προσφεύγοντα.
Αθήνα, 10/4/2019
Ο Εισαγγελέας Εφετών
