απόλυσηποινικόΔιάταξη Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών 23-381

Περίληψη: Απορρίπτει, ως αβάσιμη στην ουσία της, προσφυγή εργοδότριας κατά εισαγγελικής διάταξης που είχε απορρίψει έγκληση της εργοδότριας κατά εργαζόμενου για την αξιόποινη πράξη της απάτης, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, κατ’ εξακολούθηση, συνεπεία της οποίας τον απέλυσε χωρίς αποζημίωση.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘ. ΠΡΦ23-381

ΔΙΑΤΑΞΗ

Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Α]. Αφού λάβαμε υπόψη : Α1]. Την υπ’ αριθμ. …/19-09-2023 προσφυγή της εταιρίας, με την επωνυμία «……… Ανώνυμη Εταιρεία ………», που εδρεύει στο ……… Αττικής, οδός ……… αριθ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, κατά της υπ. αριθμ. …/2023 Διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε εν συνόλω, ως ουσία αβάσιμη η από 13-9-2022 τιτλοφορούμενη ως «μήνυση», στην πραγματικότητα όμως έγκληση της, με την οποία ζητά την ποινική δίωξη του ……… του ………, κατοίκου ………, οδός ……… αριθ. …, για την αξιόποινη πράξη της απάτης, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 26 εδ.α’, 27, 98 και 386 παρ. ι περ.β’ – α’ του Π.Κ.), φερόμενης ως τελεσθείσας, στο ……… Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2019 έως και τον Ιούνιο του έτους 2022, σε βάρος της, εκθέτουμε τα ακόλουθα :

Β]. Κατά μεν τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου : 51 του νέου Κ.Π.Δ. : «1. Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2,3 και 4», [η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 7 παρ.7 Ν.4637/2019, Φ.Ε.Κ. Α-180/18.11.2019]. 2. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξή του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα. «3. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, απορρίπτει την έγκληση με διάταξή του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα.». [Η παρ.3, όπως είχε αντικατασταθεί, με το άρθρο 7 παρ.7 Ν.4637/2019, Φ.Ε.Κ. Α-180/18.11.2019, τροποποιήθηκε ως άνω με το άρθρο 39 Ν.4947/2022, Φ.Ε.Κ. Α-124/23.06.2022]. Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων: 1, 2 και 3 του άρθρου : 52 του νέου Κ.Π.Δ.: 1. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα μέσα σε δεκαπέντε [15] ημέρες από την επίδοση της διάταξης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, σύμφωνα «με τις παρ. 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου να προσφύγει κατά αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών. Η προσφυγή ασκείται με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 474, [ως η φράση, «με τις παρ. 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου» αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο : 96 περ. δ’ Ν. 4623/2019, Φ.Ε.Κ. Α-134/9.8.2019 : (επανάληψη ρύθμισης άρθρου δεύτερου παρ. 3 περ. δ’ της από 27.6.2019 Π.Ν.Π., Φ.Ε.Κ. Α -106/27.6.2019). – 2. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, υπέρ του δημοσίου ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση, που συντάσσει ο πιο πάνω γραμματέας. Σε περίπτωση, που υποβλήθηκε μία [1] έγκληση από περισσότερους εγκαλούντες, κατατίθεται μόνο ένα [1] παράβολο. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβολο, η προσφυγή απορρίπτεται, ως απαράδεκτη από τον εισαγγελέα εφετών. Εξαιρούνται από την υποχρέωση κατάθεσης παράβολου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3226/2004, [ως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 προστέθηκε, με το άρθρο 7 παρ. 7 περ. γ’ Ν. 4637/2019, Φ.Ε.Κ. Α-180/18.11.2019]. – 3. Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή, παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, αν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα, για το οποίο αυτή είναι υποχρεωτική, εφόσον δεν έχει ήδη διενεργηθεί τέτοια εξέταση είτε την άσκηση ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό». Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι εις το άρθρο : 52 του νέου Κ.Π.Δ., που αφορά το δικαίωμα προσφυγής του εγκαλούντα επανήλθε η παλαιότερη ρύθμιση, που προέβλεπε την έναρξη της δεκαπενθήμερης προθεσμίας προσφυγής από την επίδοση της απορριπτικής διατάξεως του εισαγγελέα, με το σκεπτικό ότι μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί πληρέστερα η γνώση της απορριπτικής διατάξεως και να διαφυλαχθεί η άσκηση των δικαιωμάτων του εγκαλούντα, εις τα πλαίσια μιας δίκαιης δίκης. Η πρωθύστερη διάταξη του άρθρου : 48 του προϊσχύοντος Κ.Π.Δ., που έτασσε, για την προσφυγή τρίμηνη προθεσμία από την έκδοση της απορριπτικής διατάξεως, μπορεί μεν να συνεισέφερε, σε κάποιο βαθμό εις την αποσυμφόρηση της εισαγγελικής ύλης, υπήρξε όμως προβληματική από άποψη δικαιότητας, καθώς εδραζόταν εις την απουσία πραγματικής γνώσης του εγκαλούντα, για την τύχη της έγκλησής του. Σημειώνεται πως : 1). Η ως άνω προσφυγή αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο, οπότε εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις, «περί ενδίκων μέσων» του Κ.Π.Δ., (Ολ. Α.Π. 1345/1988, Π.Χ. ΛΘ’ 311, Α.Π. 869/2001, Πραξ. Λογ. Π.Δ. 2001, 182, Εισ. Εφετ. Πατρ. 11/1993, Π.Χ. ΜΓ/740) και επομένως το επιτρεπτό, καθώς και οι λόγοι ασκήσεως αυτής κρίνονται, σύμφωνα με το νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή του βουλεύματος, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, (Ολ. Α.Π. 1282/1992, ΝοΒ 1992/1074, Ποιν. Χρ. 1992/921). – 2). Η προσφυγή του άρθρου 52 Κ.Π.Δ. ασκείται, με τον τρόπο, που προβλέπεται στο άρθρο : 474 Κ.Π.Δ., ήτοι με δήλωση στο γραμματέα της εισαγγελίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διάταξη ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής, που ευρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος, [Διατ.Εισαγγ.Εφ.Αθ. 131/2013, Ποιν. Χρ. 2016/309 – ΔιατΕισΕφΔυτΕλλ, Ποιν. Χρ. 2013/631]. Επίσης μπορεί να ασκηθεί και με κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου στα παραπάνω πρόσωπα, για την οποία συντάσσεται έκθεση εγχείρισης. Κατά την άσκησή της συντάσσεται από τα παραπάνω πρόσωπα έκθεση, κατά την έννοια των άρθρων : [148 έως και 153 του Κ.Π.Δ.], με την παρουσία, είτε του ιδίου του προσφεύγοντα, είτε του πληρεξουσίου συνηγόρου του, ο οποίος υποχρεούται στη περίπτωση αυτή να έχει εξουσιοδοτηθεί νομίμως, κατά την έννοια των άρθρων : [42 § 2, 89 § 2, 466 § 1 Κ.Π.Δ.]. – 3). Η προσφυγή, όπως προαναφέρθηκε ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε [15] ημερών από την επίδοση της Διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κων, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 51 Κ.Π.Δ. και υπολογίζεται, κατ’ άρθρο 168 Κ.Π.Δ., δηλαδή δεν υπολογίζεται η ημέρα της επίδοσης και εάν η τελευταία ημέρα είναι εξαιρετέα η προθεσμία παρεκτείνεται έως και την επομένη, μη εξαιρετέα ημέρα, [λ.χ. Σάββατο, οπότε μετατίθεται στην πρώτη εργάσιμο, {Α.Π. 1895/2010 – Α.Π. 204/1994, Ελ.Δνη 1995/1656 – Διατ. Εισαγγ. Πειρ. 28/2013, Ποιν. Δνη 2014/42}. Δεν παρεκτείνεται, λόγω απόστασης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ενώ αναστέλλεται, κατά το μήνα Αύγουστο, [άρθρο 473 παρ. 4 Κ.Π.Δ., ως το άρθρο 473, όπως είχε συμπληρωθεί με το άρθρο 7 παρ.42 Ν. 4637/2019. Φ.Ε.Κ. Α – 180, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, με το άρθρο 140 Ν.4855/2021 – Διατ. ΕισΕφΠειρ 78/1999, Υπερ. 1999/641}. Η ανώτερη βία αναστέλλει την προθεσμία, αν το διακωλυτικό γεγονός αναπτύσσεται στην προσφυγή και επισυνάπτονται και οι αποδείξεις, ενώ τους λόγους ανώτερης βίας ερευνά ο Εισαγγελέας Εφετών, {Διατ. ΕισΕφΑΘ 533/1990, Ποιν. Χρ. Μ 906 – Διατ. ΕισΕφΘεσσ 112/1985, Αρμ. 1988/477}. – 4]. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, υπέρ του Δημοσίου, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση, που συντάσσει ο πιο πάνω γραμματέας, σε περίπτωση δε, που δεν κατατεθεί το ως άνω παράβολο η προσφυγή απορρίπτεται, ως «απαράδεκτη» από τον εισαγγελέα εφετών. Αν υποβλήθηκε μία [1] έγκληση από περισσότερους εγκαλούντες, κατατίθεται μόνο ένα [1] παράβολο. Αν η προσφυγή απορριφθεί, λόγω μη κατάθεσης παραβόλου, μπορεί να ασκηθεί νέα, εάν υφίσταται ακόμη προθεσμία, ενώ εάν η προσφυγή γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει το παράβολο επιστρέφεται, {[άρθρο : 52 §§ 2-3 Κ.Π.Δ.] – Διατ. ΕισΕφΠειρ 14/2013, ΠοινΔνη 2013/1112}. Εξαιρούνται, πάντως από την υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, [άρθρο : 1 Ν. 3226/2004] – 5]. Στην έκθεση ή στο δικόγραφο πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται η προσφυγή. Η προσφυγή είναι οιονεί ένδικο μέσο και συνεπώς πρέπει να περιέχει και τους λόγους, για τους οποίους ασκείται, άλλως πάσχει ακυρότητα και απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, όπως λ.χ. η προσφυγή, όπου δεν περιέχεται κανένα παράπονο, αλλά παραπέμπει σε υπόμνημα, {[Διατ. ΕισΕφΑθ 1053Β/2008, Ποιν. Χρ. Ξ, σελ. 612 – Διατ. ΕισΕφΘεσ 196/2003, Αρχ. Ν. 2005/120 – Διατ. ΕισΕφΛαρ 79/2005, Ποίν. Χρ. ΝΖ/640}, ενώ οι λόγοι της μπορούν να συμπληρώνονται με προσθήκη, που υπογράφει ο προσφεύγων, {Διατ. ΕισΕφΠειρ 38/1997, ΠοινΔνη 1998, σελ. 337} και 6]. Σε περίπτωση, που ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή παραγγέλλει, είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, αν πρόκειται, για κακούργημα ή πλημμέλημα, για το οποίο απαιτείται και δεν έχει ήδη διενεργηθεί, είτε την άσκηση ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον καταθέσαντα αυτό, [άρθρο : 52 §§ 2-3 Κ.Π.Δ.]. Επίσης, με την αποδοχή της προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών απεκδύεται της αρμοδιότητας επί της υποθέσεως, η οποία επανέρχεται εις την αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Πλημ/κων, ο δε τελευταίος δεσμεύεται από την κρίση του Εισαγγελέα Εφετών και υποχρεούται να διερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα της καταγγελίας, [ΔιατΕισΕφΔυτΣτερΕλλ. 01/2015, Ποιν. Χρ. 2017/316]. Εξάλλου, αν διατάχθηκε συμπληρωματική προκαταρκτική εξέταση από τον Εισαγγελέα Εφετών, η υπόθεση έχει πλέον μεταβιβασθεί σ’ αυτόν και δεν δύναται ο Εισαγγελέας Πλημ/κων να κρίνει την ουσία της υποθέσεως, πριν να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Εφετών, {Διατ. ΕισΕφΛαρ 134/2005, Ποιν. Χρ. ΝΖ/183 – Μ. Μαργαρίτη – Α. Μαργαρίτη, Ερμ. Κ.Π.Δ., εκδ. 2020, σελ. 165 – 166}. Επιπρόσθετα «άμεση» συνέπεια του χαρακτηρισμού της προσφυγής, ως “οιονεί” ενδίκου μέσου, ως εκ του ότι προσομοιάζει προς τα ένδικα μέσα και ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό: (έλεγχος ορθότητας της δικαστικής εισαγγελικής κρίσεως) και ως προς τα αποτελέσματα : (μεταβιβαστικά, επεκτατικά και ανασταλτικά), είναι η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής επ’ αυτής των γενικών διατάξεων των άρθρων : [462, 463, 465, 475 και 476 του ήδη ισχύοντος Κ.Π.Δ.], εκτός εάν άλλως ορίζει ο νόμος ή υπαγορεύει η ιδιαιτέρα φύσις αυτής, (ίδετε Α. Μπουροπούλου, Ερμηνεία Κώδικος Ποινικής Δικονομίας, εκδ. Β’, Τόμ. Α’, σελ. 440, Α. Μαργαρίτη, Παρατηρήσεις υπό την ΔιατΕισΕφΘεσ 85/1985, Αρμ. 1986, 522). Έτσι, όταν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών παρέλειψε στην εκδοθείσα, κατ’ άρθρο : 51 Κ.Π.Δ. Διάταξή του να αποφανθεί, για κάποια από τις καταγγελλόμενες με την έγκληση ή τη μήνυση πράξη, τότε ο Εισαγγελέας Εφετών επιλαμβάνεται μόνο, ως προς τα περιστατικά ή κεφάλαια, επί των οποίων έκρινε ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, με την προσβληθείσα Διάταξή του και όχι επ’ αυτών, που παρέλειψε να αποφανθεί,  {Διατ. Εισ. Εφ. Πατρών 33/2017, Ποιν. Χρ. 2018/240 και Διατ. Εισ. Εφ. Αθηνών 210/2017, Ποιν. Χρ. 2019/156}. Επίσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι η κατ’ άρθρο : 52 Κ.Π.Δ. Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως, γιατί δεν έχει χαρακτήρα βουλεύματος ή αποφάσεως, [Α.Π. 1320/1996, Υπερ. 1997/306 – Α.Π. 1101/1993, Υπερ. 1993/1329] και για το λόγο ότι αυτό δεν προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων : 51 και 52 Κ.Π.Δ., ούτε από καμία άλλη γενική ή άδική διάταξη του Κ.Π.Δ., {Α.Π. 313/2016 – Α.Π. 251/2016 – Α.Π. 1301/2012, [Τ.Ν.Π. Νόμος] – Κ. Φράγκου, Ερμ. Κ.Π.Δ., εκδ. 2020, σελ. 238-240 – Λ. Μαργαρίτη, ο νέος Κ.Π.Δ., εκδ. 2020, σελ. 257-260 – Α. Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία, εκδ. 10η – 2021, σελ. 270-271 – Α. Ζήση, Κ.Π.Δ. κατ’ άρθρο νομολογία, εκδ. 2022, σελ. 216 -217}. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές θα πρέπει να κριθεί το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής, ως εξής : Η παρούσα προσφυγή είναι δικονομικώς : α) εμπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε υπό της προσφεύγουσας στις 19/09/2023, ημέρα Τρίτη και ώρα : 09.49 π.μ. και κατά συνέπεια ασκήθηκε εντός της ως άνω δεκαπενθήμερης αποκλειστικής προθεσμίας από την επίδοση της πληττόμενης Διατάξεως, [άρθρο 168 παρ. 2 Κ.Π.Δ.], που έλαβε χώρα στις 11/09/2023, ημέρα Δευτέρα και ώρα 09.45 π.μ., με αυτοπρόσωπη επίδοση εις την προσφεύγουσα, [βλ. συνημμένο αποδεικτικό επίδοσης Διατάξεως]- β) εν πρώτοις νομότυπη, καθόσον ασκήθηκε υπό του πληρεξούσιου δικηγόρου της προσφεύγουσας εταιρείας, που εμφανίστηκε στη Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Νικολέτα Τσούρα, ενώ η σχετική έκθεση περιέχει τα κατά νόμο στοιχεία, όπως και λόγους προσφυγής, πρόδηλο δε τυγχάνει και το έννομο συμφέρον της, [ως άνω προσφεύγουσας εταιρείας] προς άσκηση της παρούσας προσφυγής, αφού επιδίωκε την κίνηση της ποινικής δίωξης, κατά του εγκαλουμένου εργαζομένου – υπαλλήλου της, με βάση την προαναφερόμενη μηνυτήρια αναφορά – έγκλησή της και γ) παραδεκτή, καθόσον επιτρέπεται στην ως άνω προσφεύγουσα εταιρεία, της οποίας η έγκληση απορρίφθηκε από την ανωτέρω Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως ουσία αβάσιμη, κατ’ άρθρο : [51 §§ 1-2 του νέου Κ.Π.Δ.], η προσφυγή, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, κατά της απορριπτικής Διάταξης εκείνης, [άρθρα : 52, 464, 466 παρ. 1, 474 παρ. 1-2 νέου Κ.Π.Δ.], εκ των οποίων η μεν πρώτη διάταξη εφαρμόζεται ευθέως, οι δε λοιπές αναλογικά και επί προσφυγής, ως η κρινόμενη, που θεωρείται, ως οιονεί ένδικο μέσο. Περαιτέρω η εγκαλούσα – προσφεύγουσα εταιρεία επισύναψε, το προβλεπόμενο, επί ποινή απαραδέκτου, κατά την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου : 52 § 2 του νέου Κ.Π.Δ. ειδικά παράβολο των [250€], υπέρ του Δημοσίου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση προσφυγή θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω, κατ’ ουσία.

Γ]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ισχύοντος Π.Κ., [ως τροπ. με το άρθρο : 92 Ν.4855/2021] : Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση «και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή». Από την εν λόγω εφαρμοζόμενη διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κλπ) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος και του μεταξύ αυτών αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, {Ολ. Α.Π. 1/2020, ΝοΒ 2020, σελ. 1045 – Ολ. ΑΠ. 03/2019, Ποιν. Δνη 2019/594 – Α.Π. 212/2022 – Α.Π. 210/2022, [Τ.Ν.Π. Νόμος]}.

Σύμφωνα με όσα προκύπτουν από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση : Η εγκαλούσα εταιρία, κύριο αντικείμενο εργασιών της οποίας είναι οι καθαρισμοί δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, γραφείων, καταστημάτων, οικιών, οι απολυμάνσεις, η παροχή υπηρεσιών οικιακών βοηθών, η παροχή υπηρεσιών λειτουργίας κουζίνας και διαχείρισης καντίνας και η παροχή υπηρεσιών υποστήριξης γραφείου, καταγγέλλει ότι ο εγκαλούμενος, ο οποίος εργαζόταν γι’ αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τον Νοέμβριο του 2002 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2022, οπότε καταγγέλθηκε από την εταιρία η σύμβασή του, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2019 έως και τον Ιούλιο του 2022 παρέβη την υποχρέωση πίστης προς την εγκαλούσα εργοδότριά του εταιρία, που απέρρεε από την εργασιακή του σύμβαση ως αποθηκάριου, ότι, συγκεκριμένα, αντί να αναλώνει τις εργασιακές του δυνάμεις κατά το ωράριο εργασίας του αποκλειστικό στην εγκαλούσα εταιρία και εργοδότριά του αυτός εργαζόταν για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του, καταχρώμενος της εμπιστοσύνης της εταιρίας και της θέσης του, χρησιμοποιώντας, εν αγνοία των διοικούντων αυτής, τον έτερο υπάλληλο της αποθήκης ………, καθώς και τον ………, οδηγό του εταιρικού φορτηγού για να εκτελεί προσωπικές του εργασίες-μεταφορές πραγμάτων άσχετες με το αντικείμενο της εταιρίας, πείθοντάς τους ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, ……… και ………, γνώριζαν και ενέκριναν τις ενέργειες του αυτές, ενώ, στην πραγματικότητα, οι τελευταίοι ουδέν γνώριζαν περί της ανωτέρω δραστηριότητας του εγκαλουμένου. Περαιτέρω η εγκαλούσα αναφέρει ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, από τις 6-7 εργασίες που εκτελούσε ημερησίως ο οδηγός της ………, όπως μεταφορές αναλώσιμων ειδών καθαρισμού, οι 2 μόνο αφορούσαν την εταιρία, ενώ οι υπόλοιπες αφορούσαν προσωπικές εργασίες-μεταφορές αντικειμένων του εγκαλούμενου, (αν και όπως τονίζεται εις την πληττόμενη Διάταξη στην από 31-8-2022 εξώδικη δήλωσή της προς τον εγκαλούμενο η εγκαλούσα αναφέρει το αντίστροφο, ότι δηλαδή από τα 6-7 δρομολόγια του εταιρικού φορτηγού τα 2 αφορούσαν εξυπηρέτηση προσωπικών εργασιών του εγκαλούμενου), ότι τον Δεκέμβριο του 2019 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό ένα κρεβάτι από την ………… στην κατοικία φιλικού προσώπου του εγκαλούμενου στο …….. ότι κατά το διάστημα από τον Ιούνιο του 2020 έως τον Νοέμβριο του 2021 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό, δύο-τρεις φορές την εβδομάδα, διάφορα είδη όπως σεντόνια, χαρτικά, κινητό τηλέφωνο και τρόφιμα σε φιλικό του πρόσωπο διαμένον σε οίκο ευγηρίας, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 30-7- 2022 και κάθε άνοιξη ο εγκαλούμενος έπειθε τον ……… να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό τα χαλιά του από το διαμέρισμά του στο ……… στην έδρα της εταιρίας, όπου τα έπλενε και τα αποθήκευε και στη συνέχεια να του τα επιστρέφει στις αρχές του χειμώνα, ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του 2021 έως τον Μάιο του 2021 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό στο ανακαινιζόμενο διαμέρισμα του εγκαλούμενου στο ……… οικιακές συσκευές και οικοδομικά υλικά, καθώς και να μεταφέρει από το διαμέρισμα αυτό σακούλες με μπάζα, προκειμένου να τα πετάξει στον ………, ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2022 έως τον Ιούνιο του 2022 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό οικιακό εξοπλισμό από έτερο διαμέρισμα που ανακαίνιζε στο ………, ότι κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου-Απριλίου 2021 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να μεταβαίνει στο ……… για να παραλαμβάνει από το σχολείο τον υιό του εγκαλουμένου και να τον μεταφέρει στα γραφεία της εταιρίας στο ………, ότι τον Απρίλιο του 2022 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… σε δύο περιπτώσεις να παραλάβει από e-shop προσωπικά είδη του εγκαλούμενου και σε άλλες δύο περιπτώσεις να μεταβεί στην ……. για επισκευή μοτέρ ενυδρείου του εγκαλούμενου, ότι τον Απρίλιο του 2022 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό μάρμαρο από επιχείρηση μαρμάρων στο ……… στην κατοικία του εγκαλούμενου στο ……… Αττικής, καθώς και να μεταφέρει για επισκευή αλουμινένιες πόρτες ιδιοκτησίας του εγκαλούμενου από και προς τον ………, ότι τον Μάιο του 2022 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να μεταβεί στην οδό …….., ενώ βρισκόταν στα Βόρεια προάστια της Αττικής, προκειμένου να αγοράσει εδέσματα, ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2019 έως τον Ιούνιο του 2022, ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να πραγματοποιεί επανειλημμένα δρομολόγια με το εταιρικό φορτηγό διανύοντας ημερησίως 150 χιλ. προκειμένου να μεταφέρει οικιακό εξοπλισμό και οικοδομικό υλικά στην κατοικία του εγκαλούμενου στο ……… Αττικής, ότι τον Φεβρουάριο του 2021 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό αλουμινόπορτες, παράθυρα, εργαλεία και ενυδρείο βάρους 100 κιλών από το κατάστημα της τράπεζας ……… στη ……… στην κατοικία του στο ……… και τον Οκτώβριο του 2021 ο εγκαλούμενος έπεισε τον ……… να μεταφέρει με το εταιρικό φορτηγό στην κατοικία του στο ……… διάφορα έπιπλα και άλλα αντικείμενα που είχε φέρει από τη ……. στην ……… Με τον τρόπο αυτό, ήτοι χρησιμοποιώντας για προσωπικές εργασίες προς όφελος του, κατ’ επανάληψη το εταιρικό φορτηγό και εκμεταλλευόμενος την εργασιακή δύναμη του υπαλλήλου οδηγού της εταιρίας ………, τον οποίο έπεισε ότι είχε τη συναίνεση των εργοδοτών τους προς τούτο, έβλαψε την εγκαλούσα εταιρία, τόσο με το κόστος κίνησης του εταιρικού οχήματος, όσο και με το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του, τις οποίες εισέπραττε εμφανιζόμενος ψευδώς ότι εργάζεται για την εγκαλούσα, ζημιώνοντας την κατά το ποσό των 78.884 ευρώ (ήτοι 1.924 ευρώ-μηνιαίος μισθός x 41 μήνες), το οποίο αποτελεί και το παράνομο περιουσιακό του όφελος. Αμφότεροι δε οι υπάλληλοι της εγκαλούσας εταιρίας, ……… και ………, κατέθεσαν ενόρκως στις 12-12-2022 ότι ο εγκαλούμενος, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως Προϊσταμένου της αποθήκης, τους υποχρέωνε να προβούν στις ανωτέρω καταγγελθείσες μεταφορές πραγμάτων για προσωπικό του όφελος, ενώ τους διαβεβαίωνε ότι αυτές γίνονται εν γνώσει του ……… και τους ανέφερε ότι εάν είχαν πρόβλημα με αυτές μπορούσαν να αποταθούν στον ίδιο, πράγμα που δεν έπρατταν, διότι φοβόντουσαν μήπως χάσουν τη δουλειά τους.

Επί της ανωτέρω εγκλήσεως εκδόθηκε η πληττόμενη Διάταξη εις την οποία αναφέρονται τα εξής: «Ότι ο εγκαλούμενος πράγματι εργαζόταν στην εγκαλούσα εταιρία ως υπεύθυνος προμηθειών και αποθήκης για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2002 έως και τον Σεπτέμβριο του 2022, ότε και καταγγέλθηκε η εργασιακή του σύμβαση, με επίσημο ωράριο οκτώ ωρών ημερησίως επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό ύψους 1.924 ευρώ, των τυχόν λοιπών αξιώσεών του από την εργασία του μη εξεταζόμενων στην παρούσα δικογραφία, καθώς δεν αποτελούν αντικείμενό της. Κατά τη διάρκεια της εικοσαετούς εργασίας του και από τη θέση του ως Προϊσταμένου των υπαλλήλων ………, αποθηκάριου και συνοδηγού του εταιρικού οχήματος και ………, οδηγού του εταιρικού οχήματος, όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε, ζήτησε πράγματι από τον τελευταίο να τον εξυπηρετήσει με διάφορες μεταφορές προσωπικών αντικειμένων του από και σε μέρη, που δεν αφορούσαν εταιρικές ανάγκες, οι οποίες όμως, μεταφορές, δεν προέκυψε ότι ήταν εν αγνοία της διοίκησης. Ειδικότερα, οι εταιρικές ανάγκες μετακίνησης και μεταφοράς προϊόντων της επιχείρησης από και προς τους πελάτες της ήταν τόσες και τέτοιες που δεν επέτρεπαν τη συχνή, πολύωρη και σημαντική παρέκκλιση από τα δρομολόγια του εταιρικού φορτηγού χωρίς τη γνώση των διοικούντων και μάλιστα επί τριάμισι έτη. Ο ισχυρισμός δε των ……… και ……… ότι δεν ανέφεραν κάτι στους εργοδότες τους καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα για τις μεταφορές που πραγματοποιούσαν κατ’ εντολή του εγκαλουμένου, ο οποίος τους διαβεβαίωνε ότι ο ……… ήταν εν γνώσει αυτών των μεταφορών, διότι φοβόντουσαν μήπως χάσουν τη δουλειά τους, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, καθώς αφενός η παροχή της εργασίας τους στην εταιρία δεν εξαρτιόταν από τον εγκαλούμενο, αφετέρου, κατά την κοινή λογική, η απόκρυψη και όχι η αποκάλυψη των προσωπικών εξυπηρετήσεων του εγκαλουμένου στους εργοδότες τους ενείχε τον κίνδυνο της απόλυσής τους, τη στιγμή μάλιστα που αυτοί, σύμφωνα με τις ανωτέρω πρώην εργαζόμενες της εταιρίας, είχαν πολύ καλές σχέσεις με τον εκ των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας ………. Πέραν τούτων, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψαν τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του καταγγελλόμενου αδικήματος αναφορικά με την πλάνη των νομίμων εκπροσώπων και την εξ αυτής επιζήμια για την εταιρία πράξη καταβολής των μηνιαίων αποδοχών στον εγκαλούμενο. Συγκεκριμένα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προέκυψε ότι ο εγκαλούμενος δεν παρείχε νόμιμα την εργασία του προσερχόμενος στην εταιρία κατά το νόμιμο ωράριό του και ασκώντας τα καθήκοντα του ή έστω ότι έλειπε αδικαιολόγητα συγκεκριμένες ημερομηνίες και ώρες, παριστάνοντας ψευδώς το αντίθετο στους εργοδότες του, οι οποίοι, παραπλανηθέντες εκ των ψευδών παραστάσεων ή εκ της απόκρυψης της αληθινής κατάστασης, του κατέβαλαν μισθούς από τον Ιανουάριο του 2019 έως και τον Ιούνιο του 2022, ζημιούμενοι έτσι κατά το συνολικό ποσό των 78.884 ευρώ, αντιστοιχούν σε μισθούς 41 μηνών. Ουδέν περιστατικό απόκρυψης μη προσέλευσης στην εργασία του ή ψευδούς εκ μέρους του εγκαλουμένου παράστασης ότι εργάζεται στην εταιρία χωρίς πράγματι να το πράττει αναφέρεται σε βάρος αυτού, ώστε να τίθεται ζήτημα εξαπάτησης των διοικούντων την εγκαλούσα εταιρία. Προσέτι, η καταγγελλόμενη κατάχρηση της θέσης του σε αυτήν με τη χρησιμοποίηση του εταιρικού οχήματος για προσωπικό του όφελος, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι δεν ήταν σε γνώσει της διοίκησης επί τρία και πλέον έτη, δεν συνιστά ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά εμπίπτουσα στην έννοια της απάτης αλλά αντισυμβατική και ενάντια στην καλή πίστη συμπεριφορά, για την οποία η εταιρία δύναται να στραφεί κατά του εγκαλουμένου διεκδικώντας τυχόν αστικές αξιώσεις. Επιπλέον, ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι υπάλληλοι της εταιρίας ……… και ……… παραπλανήθηκαν από τις διαβεβαιώσεις του εγκαλούμενου περί της γνώσης των εκπροσώπων της εταιρίας για τη χρήση του εταιρικού φορτηγού για προσωπικό όφελος, ισχυρισμός, όμως, που κρίθηκε αβάσιμος και απορριπτέος από εμάς κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, και έτσι προέβησαν, λόγω της εξαπάτησής τους, στην επιζήμια για την εταιρία χρήση του εταιρικού φορτηγού για την εξυπηρέτηση αναγκών του εγκαλούμενου, συνιστάμενη (η επιζήμια χρήση) στην κατανάλωση καυσίμων και τη εν γένει φθορά του οχήματος, ουδόλως προσδιορίστηκε από την εγκαλούσα η ζημία αυτή ποσοτικά με αναφορά σε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά καταβληθέντα από την εταιρία για ανεφοδιασμό του οχήματος με καύσιμα, συνδεόμενο με συγκεκριμένα μη εταιρικά δρομολόγια αυτού, ούτε προσκομίστηκαν αποδεικτικά έγγραφα, όπως τιμολόγια πρατηρίων καυσίμων ή συνεργείων για τυχόν επισκευές ή σέρβις του οχήματος, οφειλόμενα στα ανωτέρω δρομολόγια, παρότι ζητήθηκαν με την από 21-9-2022 παραγγελία μας, έτσι ώστε καθίσταται αόριστη και μη προσδιορισθείσα η επικαλούμενη ζημία».

Επί της υπό κρίση προσφυγής, θα πρέπει να τονιστούν τα εξής : Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 652 -όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 4611/2019 (Φ.Ε.Κ. 73/Α/17.5.2019), αφού με το άρθρο 132 του ανωτέρω νόμου ορίστηκε ότι η ισχύς και αυτής της διάταξης ισχύει από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ήτοι από τις 17.5.2019- ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε και ευθύνεται για τη ζημία που προξενείται στον εργοδότη από δόλο ή αμέλεια του. Ο βαθμός της επιμέλειας για την οποία ευθύνεται ο εργαζόμενος, κρίνεται με βάση τη σύμβαση, ενόψει της μόρφωσης ή των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία, καθώς και των ικανοτήτων και ιδιοτήτων του εργαζομένου, τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο εργοδότης. Με τη διάταξη αυτή, για την ευθύνη του εργαζομένου υιοθετείται η αρχή της υπαιτιότητας (άρθρο 330 ΑΚ), που αποτελεί το θεμέλιο της αστικής ευθύνης στο ισχύον σύστημα αποζημίωσης, με συνέπεια ο εργαζόμενος να υποχρεούται σε αποζημίωση του εργοδότη για τη ζημία που του προκάλεσε κατά την εκτέλεση της εργασίας υπαίτια, δηλαδή έστω και από ελαφρά αμέλειά του, επειδή και ο εργαζόμενος, όπως και κάθε άλλος οφειλέτης, οφείλει να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288 ΑΚ), πολύ δε περισσότερο επειδή η επίδειξη επιμέλειας, προθυμίας, πνεύματος συνεργασίας και εντιμότητας από τον εργαζόμενο έχει στη σύμβαση εργασίας ιδιαίτερη σημασία, λόγω του σημαντικού ρόλου των αμοιβαίων παρεπομένων καθηκόντων πίστης που τη χαρακτηρίζουν. Έτσι, το απαιτούμενο μέτρο επιμέλειας κρίνεται κάθε φορά από το είδος της εργασίας, τις ικανότητες, τη μόρφωση και τις ειδικές γνώσεις, που έχει ο μέσος τυπικός εκπρόσωπος του συγκεκριμένου επαγγελματικού κύκλου, στις οποίες απέβλεψε κάθε φορά ο εργοδότης. Εξάλλου, από την ίδια παραπάνω διάταξη του άρθρου 652 ΑΚ σαφώς προκύπτει και ότι -σε περίπτωση παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης του εργαζομένου (δηλαδή σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του)- ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί συμβατικής ευθύνης, χωρίς να αποκλείεται η αδικοπρακτική ευθύνη και η ευθύνη για αποθετική ζημία ή και για ικανοποίηση ηθικής βλάβης (βλ. σχετικά με τα παραπάνω Α.Π. 729/2015 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου areiospagos.gr). Ο δε εργοδότης που αξιώνει αποζημίωση κατά του μισθωτού με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, οφείλει να επικαλεστεί την παράβαση της υποχρεώσεως του μισθωτού, τη ζημία του, ως και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβάσεως και της ζημίας. Το πταίσμα του μισθωτού, όπως σε κάθε περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης, τεκμαίρεται. Έτσι, προκειμένου να απαλλαγεί ο μισθωτός από την ευθύνη πρέπει κατ’ ένσταση να επικαλεσθεί ανυπαρξία πταίσματός του και, ειδικότερα, ότι κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε και στο βαθμό που μπορούσε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 652 παρ.2 ΑΚ (ΑΠ 1247/2017, ΑΠ 1642/ 2012, ΑΠ 929/2006, βλ. σχετικά με τα παραπάνω Α.Π. 1454/2018 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου areiosagos.gr). Επίσης, από το άρθρο 300 ΑΚ, το οποίο μπορεί να εφαρμοσθεί στις περιπτώσεις που ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση κατά τις διατάξεις περί συμβατικής ή αδικοπρακτικής ευθύνης από τον εργαζόμενο που παρέβη τις από το άρθρο 652 ΑΚ υποχρεώσεις απέναντι του, προκύπτει ότι για να απαλλαχθεί της ευθύνης ο εργαζόμενος ή να μειωθούν οι συνέπειες αυτής, προϋπόθεση είναι κατ’ αρχήν να συνετέλεσε στην επέλευση της ζημίας ή στην έκτασή της ο εργοδότης με δικό του πταίσμα και εξαιρετικά μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, επιτρέπεται να θεωρηθεί ότι ο ζημιωθείς συνετέλεσε στη ζημία χωρίς πταίσμα. Τέτοια πρόβλεψη από μόνο τον επιχειρηματικό κίνδυνο που έχει αναλάβει ο εργοδότης, που μετέρχεται εργασία επιρρεπή σε ζημίες δεν υπάρχει ούτε στο άρθρο 652 ΑΚ ούτε σε κάποια άλλη διάταξη νόμου (βλ. σχετικά με τα αμέσως παραπάνω Α.Π. 729/2015 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου areiospagos.gr).

Εν προκειμένω οι καταγγελίες της προσφεύγουσας εταιρείας, όπως αυτές διατυπώνονται εις την υπό κρίση έγκληση και εις την επακόλουθη προσφυγή της κατά της πληττόμενης Εισαγγελικής Διατάξεως αφορούν «αμιγώς» αστικής φύσεως ζήτημα, για το οποίο προκριματικά θα έπρεπε σύμφωνα να έχει προηγηθεί η τελεσίδικη δικαστική κρίση των πολιτικών δικαστηρίων, [61-62 Κ.Π.Δ.]. Ειδικότερα θα έπρεπε να έχει εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση, την οποία θα έπρεπε η εγκαλούσα – προσφεύγουσα να επικαλεστεί, κατά το παρόν δικονομικό στάδιο προς επίρρωση των καταγγελιών της, προκειμένου να κρισιολογηθεί εάν και κατά πόσο ο εγκαλούμενος εργαζόμενός της επέδειξε την καταγγελλόμενη – αδικοπρακτική συμπεριφορά, σύμφωνα με τις διακρίσεις της παραπάνω νομικής σκέψεως. Πάντως και σε κάθε περίσταση σύμφωνα και με τις νομικές παραδοχές της πληττόμενης Διατάξεως θεωρούμε ότι εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε πλήρως ότι συντρέχει το αναγκαίο νομοτυπικό στοιχείο «της ψευδούς παραστάσεως», ως επιμέρους παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων.

Περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση από τη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των στοιχείων και αποδεικτικών μέσων, που επιβάλλεται από τα άρθρα : [177 και 178 Κ.Π.Δ.], {Α.Π. 176/2019, Αρμ. 2020, σελ. 1038 – Συμβ. Α.Π. 1110/2008, Ποιν. Χρ. Νθ, σελ. 338 – Α.Π. 129/2007, ΝοΒ 2007, σελ. 1406 – Α. Κωνσταντινίδη, «η απόδειξη στην Ποινική Δίκη, εκδ. 2022, σελ. 355-361}, θεωρούμε ότι δεν συντρέχουν ισχυρές ενδείξεις ενοχής, που να δικαιολογούν την άσκηση ποινικής διώξεως, σε βάρος του εγκαλουμένου και ότι η αιτιολογία της πληττόμενης Διάταξης είναι πλήρης και ειδικά αιτιολογημένη, αφού ο Εισαγγελικός Λειτουργός, που την εξέδωσε, συνεκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας τόσο τα στοιχεία, που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα, που κυρίως τις αποδυναμώνουν, [υπ. αριθμ. 09/2001 Απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, {Ποιν. Χρ. 2002, σελ. 652}, προτού αποφανθεί, κατά τα ως άνω εκτεθέντα. Μετά ταύτα κρίνουμε ότι θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία της, η υπό κρίση προσφυγή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Α]. Δεχόμαστε τυπικά και απορρίπτουμε στην ουσία της, την υπ’ αριθμ. 197/19-09-2023 προσφυγή της εταιρίας με την επωνυμία «……… Ανώνυμη Εταιρεία ………», που εδρεύει στο ……… Αττικής, οδός ……… αριθ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, κατά της υπ. αριθμ. ………/2023 Διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε εν συνόλω, ως ουσία αβάσιμη η από 13-9-2022 τιτλοφορούμενη ως «μήνυση», στην πραγματικότητα όμως έγκληση της, με την οποία ζητά την ποινική δίωξη του ……… του ………, κατοίκου ………, οδός ……… αριθ. …, για την αξιόποινη πράξη της απάτης, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 26 εδ.α’, 27, 98 και 386 παρ. ι περ.β’ – α’ του Π.Κ.), φερόμενης ως τελεσθείσας, στο ……… Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2019 έως και τον Ιούνιο του έτους 2022, σε βάρος της.

Β]. Διατάσσουμε την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Η Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies