Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Απορρίπτει έγκληση εργοδότη κατά εργαζόμενου, για συκοφαντική δυσφήμηση, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ
ΑΘΗΝΩΝ
ΑΒΜ: …../…..
ΕΓ …../……
Αριθ: 960/19
ΔΙΑΤΑΞΗ
Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών
Επί της από 6-6-2017 εγκλήσεως της …………. του …….. , κατοίκου ……….. (………..), κατά του …………. του …………, κατοίκου ……… (………..) επάγομαι τα ακόλουθα.
Σύμφωνα με το άρθρο 47 §§ 1-2 ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 του ν. 3160/2003 και με την παρ. 2 άρθρου 28 Ν.4055/2012 Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την απορρίπτει με διάταξη, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφο της διάταξης. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρο 243 § 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 585 § 4 ΚΠΔ, ως προστέθηκε αυτή με το άρθρο 55 § 2 του ν. 3160/2003, ο εισαγγελέας όταν απορρίπτει την έγκληση (ΚΠΔ 47) επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του εγκαλούντος, αν πειστεί ότι η έγκληση ήταν εντελώς ψευδής και έγινε από δόλο.
Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
… Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 366§1 εδ. α ΠΚ, “αν το γεγονός του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη”. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, “η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά τη δυσφήμηση δεν αποκλείει την τιμωρία για εξύβριση, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης”. Τέλος, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ’ του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, αν πρόκειται περί κρίσεων ή εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή άσκηση νόμιμης εξουσίας ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφημήσεως ή αν, εκ του συνόλου των περιστάσεων, προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος ειδικώς στην προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής ή επαγγελματικής αξίας του προσώπου του ή με την περιφρόνηση αυτού. Ο ειδικός αυτός σκοπός εξυβρίσεως υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της εξυβριστικής συμπεριφοράς, όταν δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος ο τρόπος αυτός για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και που, ενώ αυτός (ο δράστης) το γνώριζε, ωστόσο τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Για το λόγο αυτό το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής συμπεριφοράς προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξύβρισης, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης και γενικότερα για να προστατεύσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του (ορ. σχετ. ΑΠ 905/2010 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ»).
Με την υπό κρίσιν έγκλησή της και κατά το κρίσιμο και ουσιώδες μέρος της η εγκαλούσα εκθέτει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ότι ο εγκαλούμενος άσκησε την από 8-9-2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εταιρειών με δ.τ «…………» και «…………» με την οποία ζητούσε δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας με τον ισχυρισμό ότι η πρώτη εκ των ως άνω εταιρειών ήταν εργοδότριά του και ότι η δεύτερη εκ των ως άνω εταιρειών ήταν διάδοχος της πρώτης ως προς τις εργοδοτικές υποχρεώσεις στο πλαίσιο μεταβίβασης επιχείρησης κατά την έννοια του π.δ. 178/2002. Ότι ο εγκαλούμενος την συκοφάντησε ισχυριζόμενος στην ως άνω αγωγή του και στις από 6-3-2017 προτάσεις του και την από 9-3-2017 προσθήκη-αντίκρουσή του επί της ως άνω αγωγής του τα εξής: Στην από 8-9-2014 αγωγή του «….τα μέλη της διοίκησης της πρώτης των εναγόμενων, μόνο κατά την τελευταία οικονομική χρήση, προέβησαν σε απολήψεις από το εταιρικό ταμείο ποσού 2.610.850,10 Ευρώ, οι οποίες, κατά την έκθεση ελέγχου του ορκωτού λογιστή. ……….., εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23α του ν. 2190/1920. Τα χρήματα αυτά, των οποίων την τύχη δεν γνώριζα μέχρι πρότινος, είναι πλέον προφανές που κατέληξαν: Αφού τα μέλη της Διοίκησης και μεγαλομέτοχοι της πρώτης των εναγόμενων τα έλαβαν παρανόμως από το εταιρικό ταμείο, στη συνέχεια τα διοχέτευσαν στη δημιουργία της νέας εταιρίας, με σκοπό την φαλκίδευση των δικαιωμάτων των δανειστών της. στους οποίους συγκαταλέγομαι κι εγώ…» Στις από 6-3-2017 προτάσεις του : «….στον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό της πρώτης των εναγόμενων από τον οποίο προκύπτει ότι τα μέλη της διοίκησής της, μόνο κατά την τελευταία οικονομική χρήση, προέβησαν σε απολήψεις από το εταιρικό ταμείο ποσού 2.610.850,10 ευρώ, οι οποίες, σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου του ορκωτού λογιστή. …………., εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23α του ν. 2190/1920. Τα κεφάλαια αυτά, των οποίων την τύχη δεν γνώριζα μέχρι πρότινος, είναι πλέον προφανές που κατέληξαν: Αφού τα μέλη της διοίκησης και μεγαλομέτοχοι της πρώτης των εναγόμενων τα έλαβαν παρανόμως από το εταιρικό ταμείο, στη συνέχεια τα διοχέτευσαν στη δημιουργία της δεύτερης με σκοπό την φαλκίδευση των δικαιωμάτων των δανειστών της. στους οποίους συγκαταλέγομαι κι εγώ...». Στην από 9-6-2017 προσθήκη-αντίκρουση: «…. Με άλλα λόγια, η επικαλούμενη δυσχερής οικονομική κατάσταση της πρώτης των εναγόμενων ήταν μεθοδευμένο αποτέλεσμα της προπεριγραφείσης υπαίτιας συμπεριφοράς της διοίκησής της, η οποία είχε ως αποκλειστικό σκοπό να συνεχίσει η πρώτη των εναγόμενων την επιχειρησιακή δραστηριότητά της, μέσω της δεύτερης εξ αυτών, απαλλαγμένη – με δόλιο τρόπο από το βάρος εκπλήρωσης των υποχρεώσεών…. Αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα είναι ότι, όταν οι (κοινές εν πολλοίς) διοικήσεις τους και μεγαλομέτοχοί τους – με τη ………….. να διαδραματίζει από την πρώτη στιγμή ρόλο «ιθύνοντος νου» – αποφάσισαν, για τους δικούς τους λόγους, να κλείσουν την πρώτη των εναγόμενων, προέβησαν σε παράνομες απολήγεις από το εταιρικό ταμείο, συνολικού ποσού ύψους 2.610.850,10 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια διοχέτευσαν στη δημιουργία της δεύτερης εξ αυτών, αφήνοντας εσκεμμένα χωρίς χρηματοδότηση την πρώτη και μεθοδεύοντας – με κάθε μέσο – την πτώχευση της, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν ανενόχλητοι την εμπορική δραστηριότητα τους υπό το νέο εταιρικό σχήμα, απαλλαγμένοι από τα βάρη και τις «αμαρτίες» του παρελθόντος…».
Ότι επιπλέον ο εγκαλούμενος την συκοφάντησε ισχυριζόμενος εμμέσως πλην σαφώς στην ανωτέρω προσθήκη αντίκρουσή του ότι η ίδια πλαστογράφησε: α) μία σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης μεταξύ των δύο εταιρειών με αντικείμενο την μίσθωση των ιδιόκτητων εγκαταστάσεων της ………… την οποία η εγκαλούσα προσεκόμισε μετ’ επικλήσεως στο ως ως άνω Δικαστήριο για να αποδείξει ότι οι δύο εταιρείες συστεγάζονται δυνάμει μισθωτικής σχέσης και β)συμβάσεις δανεισμού εργαζομένων μεταξύ των δύο εταιρειών τις οποίες η εγκαλούσα προσεκόμισε μετ’ επικλήσεως στο ως άνω Δικαστήριο για να αποδείξει ότι δεν είχε μεταφερθεί το σύνολο του προσωπικού της πρώτης στην δεύτερη και ότι η μόνη περίπτωση χρησιμοποίησης εργαζομένων της πρώτης από την δεύτερη αφορούσε δύο συμβάσεις δανεισμού εργαζομένων.
Ότι τα ανωτέρω ισχυρισθέντα ήταν ψευδή καθότι: α) η ίδια (η εγκαλούσα) ουδέποτε συμμετείχε ουσιαστικά στη διοίκηση της «…………..», παρά μόνο τύποις και, επομένως, δεν θα μπορούσε να λάβει χρήματα από το ταμείο της και επιπλέον η «…………» χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από ίδια κεφάλαια της ίδιας (της εγκαλούσας) και β) τα ανωτέρω έγγραφα (μισθωτήριο και συμβάσεις δανεισμού εργαζομένων) ήσαν γνήσια. Το, μεν, μισθωτήριο είχε κατατεθεί και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ έχοντας λάβει αριθμό πρωτοκόλλου ………../3-10-2013 γεγονός που προέκυπτε από το σώμα του εν λόγω εγγράφου. Όσον αφορά, δε, τις ανωτέρω συμβάσεις δανεισμού είχε κατατεθεί και στην …….. Αθηνών ως αρμόδια Δ.Ο.Υ …… Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ………/19.01.2015 η κατάσταση συμβάσεων δανεισμού μισθωτών που προβλέπεται από την εργατική νομοθεσία η οποία είχε προσκομισθεί στο Δικαστήριο.
Από την αξιολόγηση του συνόλου του συλλεγέντος κατά την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικού υλικού, ήτοι της εγκλήσεως, των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, απάντων των επισυναφθέντων στην δικογραφία εγγράφων και των ανωμοτί εξηγήσεων του εγκαλουμένου προέκυψαν κατά την κρίση μας τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εγκαλούμενος, άσκησε την από 8-9-2014 με Γ.Α.Κ. ………./2014 και Ε.Α.Κ. ………/2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) στην οποία εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την …………, που εκμεταλλευόταν βιομηχανία παραγωγής ηλεκτροβιομηχσνικών ειδών, την 10-9-2011, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του χειριστή κλάρκ, αντί συμβατικού μισθού 1375 ευρώ μηνιαίως. Ότι από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, η ανωτέρω εταιρεία του κατέβαλλε εκπρόθεσμα και τμηματικά τις μηνιαίες αποδοχές του. Ότι η εργοδότριά του μονομερώς του επέβαλε από τις 1-1-2013 να εργάζεται με το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης για τρεις ημέρες την εβδομάδα, και ακολούθως στις 24-1-2014 για μία ημέρα την εβδομάδα για χρονικό διάστημα εννέα μηνών μονομερής επιβολή της εκ περιτροπής απασχόλησής του που είναι άκυρη ώς παράνομη και ως καταχρηστική για τους ειδικότερα εκτιθέμενους λόγους, με αποτέλεσμα να δικαιούται τις πλήρεις μηνιαίες αποδοχές του. Ότι την 1-10-2013 την πρώτη εναγόμενη …………. διαδέχθηκε, κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002, η δεύτερη εναγόμενη ………….., αναλαμβάνοντας και συνεχίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Ότι επειδή η εργοδότριά του δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση εργασίας του για την καταβολή του συνόλου των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του, άσκησε με την από 11-6-2014 εξώδικη δήλωσή του, το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του. Με βάση το ιστορικό αυτό αιτήθηκε , Α) να αναγνωριστεί α) η ακυρότητα της μονομερούς επιβολής της εκ περιτροπής απασχόλησής του στις 24-1-2014, β) ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας στις 11-6- 2014 και γ) ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Β) Να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του και τον νόμο, επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για δεδουλευμένες αποδοχές, καθώς και για αποδοχές υπερημερίας, λόγω της ασκηθείσας επίσχεσης, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, το συνολικό ποσό των 43.433,98 ευρώ, όπως εξειδικεύονται τα επιμέρους κονδύλια, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα
Η ανώνυμη εταιρία ………… στην οποία απασχολείτο ο εγκαλούμενος συνιστούσε στην πραγματικότητα μια οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ιδρύθηκε από τον ………….., στη μετοχική σύνθεση και το Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας μετείχε ανελλιπώς έχουσα ουσιαστική συμμετοχή από τη σύστασή της το έτος 1997 μέχρι τις 12-11-2013, πλην του ιδίου, και η θυγατέρα του, νυν εγκαλούσα, ………., ως βασική μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., αντίστοιχα. Δυνάμει δε της από 30-06-2012 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και του από 30-06-2012 πρακτικού Δ.Σ., το Διοικητικό Συμβούλιο της ως άνω εταιρείας συγκροτήθηκε από τον …………. ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την ………….. ως Αντιπρόεδρο και τη ………… Περαιτέρω, με την από 27-12-2013 αίτησή της, η ……………. αιτήθηκε την πτώχευσή της. Η αίτησή της απορρίφθηκε με τη με αριθμό 49/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως αβάσιμη στην ουσία της, καθώς κρίθηκε από το Δικαστήριο εκείνο ότι ασκήθηκε καταχρηστικά, προς τον σκοπό της δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών της. Μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, στις 07-08-2013, η μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της ……………., ……….., συνέστησε, δυνάμει της με αριθμό ……../07-08-2013 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών …………, τη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία «…………..». Το πρώτο δε Διοικητικό Συμβούλιο με πενταετή θητεία συγκροτήθηκε από τη ………, ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την υπέργηρη (γεννηθείσα το έτος’1924) συγγενή της ………. του ……….. και την ηλικιωμένη (γεννηθείσα το έτος 1945) …………. Η δεύτερη εταιρία, «…………», είχε ακριβώς τον ίδιο καταστατικό σκοπό με την πρώτη (…………….) και ακριβώς το ίδιο αντικείμενο εργασιών, ασκούσε ακριβώς την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα και λειτουργούσε στις ίδιες με αυτήν κτιριακές εγκαταστάσεις στη ……. Ν. ………. (οδός ………. αρ. …), χρησιμοποιώντας μάλιστα τους ίδιους τηλεφωνικούς – αριθμούς και αριθμό τηλεομοιοτυπίας (φαξ), τόσο στο κεντρικό κατάστημά της, όσο και στο υποκατάστημα που διατηρούσε μεταβιβάστηκε το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού Παράλληλα, η δεύτερη εταιρεία (………..) απέκτησε το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης εναγομένης και δη τη φήμη, την πελατεία της και την τεχνογνωσία της. στα οποία απέβλεπε ή δεύτερη ως άνω εταιρεία για την επιτυχή λειτουργία της νέας επιχείρησής της, λαμβανομένου υπόψη ότι η πρώτη εταιρεία ευρισκόταν εκεί και λειτουργούσε με επιτυχία την άνω επιχείρηση από πολλά έτη, με μεγάλη και σταθερή πελατεία ένεκα της φήμης της εμφανιζόμενη στις συναλλαγές της ως διάδοχος της πρώτης εταιρείας, συνεχίζοντας την εκτέλεση των εκκρεμών συμβάσεων και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα της τελευταίας. Η ….. ήδη από την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας της, τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2013, απασχόλησε εν τοις πράγμασι εργαζομένους της πρώτης εταιρείας, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι συνέχισαν να εμφανίζονται τυπικά ως εργαζόμενοι της πρώτης εταιρείας.
Η εγκαλούσα στην υπό κρίσιν έγκλησή της αιτιάται ότι είναι ψευδής και συκοφαντικός ο ισχυρισμός τον οποίο ο εγκαλούμενος διέλαβε στην αγωγή, τις προτάσεις και την προσθήκη αντίκρουσή του ότι η ίδια ήταν ο ιθύνων νους της προπεριγραφείσης μεθόδευσης των μελών της Διοίκησης της ……….., ήτοι ότι σχεδίασε και υλοποίησε μαζί με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. την δημιουργία δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της ……….. δια της παράνομης απόληψης από το ταμείο της ως άνω εταιρείας του ποσού των 2610850,10 ευρώ, το οποίο ακολούθως διοχέτευσε στην δημιουργηθείσα από την ίδια δεύτερη εταιρεία ………… που είχε ως αποκλειστικό σκοπό να συνεχίσει την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης απαλλαγμένη με δόλιο τρόπο από τις οικονομικές της υποχρεώσεις έναντι των δανειστών της προς φαλκίδευση των δικαιωμάτων αυτών. Η εγκαλούσα υποστηρίζει ότι τα ανωτέρω ήταν ψευδή, διότι, ναι μεν, έλαβε χώρα παράνομη απόληψη του ως άνω χρηματικού ποσού από το ταμείο της …………… ωστόσο, η ίδια δεν είχε καμία συμμετοχή στην ανωτέρω παράνομη πράξη καθότι ουδέποτε συμμετείχε ουσιαστικά στη διοίκηση της «…………», παρά μόνο τύποις και, επομένως δεν θα μπορούσε να λάβει χρήματα από το ταμείο της καθώς και διότι η «………..» χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από κεφάλαια της ιδίας (της εγκαλούσας).
Ωστόσο οι ανωτέρω ισχυρισμοί της τυγχάνουν αβάσιμοι στην ουσία τους, καθότι η ίδια είχε όχι μόνον την τυπική αλλά και την ουσιαστική εκπροσώπηση της ………. ως προκύπτει από το γεγονός ότι υπέγραφε για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας μηνύσεις και υπομνήματα αυτής (της εταιρείας) προς την Εισαγγελική Αρχή, όλους τους ισολογισμούς της πρώτης εναγομένης, καθώς και βεβαιώσεις προϋπηρεσίας εργαζομένων αυτής. Ειδικά μετά την αποστασιοποίηση του πατέρα της από τα εταιρικά ζητήματα, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, δηλαδή κυρίως από τις αρχές του 2013 και εξής, ασκούσε αποκλειστικά ουσιαστική διοίκηση στην «…………..». Τα, δε, κεφάλαια για την ίδρυση της «…………» δεν απεδείχθη ότι προήλθαν από την προσωπική περιουσία της εγκαλούσας. Σε κάθε, δε, περίπτωση με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με εκτίμηση των κρίσιμων γεγονότων (υποχρηματοδότηση της «………..» και παράνομες απολήψεις από το ταμείο της τεραστίου χρηματικού ποσού – αδρανοποίηση της «…………..» – ίδρυση και έναρξη δραστηριοποίησης της «…………. ανάληψη της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ………… από την ………….) εύλογα δημιουργήθηκε η πεποίθηση στον εγκαλούμενο ότι τα κεφάλαια που απαιτήθηκαν για την ίδρυση της ……………. προέρχονταν από το προαναφερθέν παρανόμως αποληφθέν από την …………… χρηματικό ποσόν.
Ομοίως αβάσιμη στην ουσία της τυγχάνει και η αιτίαση ότι ο εγκαλούμενος εν γνώσει της αναλήθειάς του διετύπωσε με την προσθήκη-αντίκρουση του στην ως άνω πολιτική δίκη τον ισχυρισμό ότι η εγκαλούσα πλαστογράφησε ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης και συμβάσεις δανεισμού εργαζομένων για να τα χρησιμοποιήσει προς υποστήριξη ανταποδεικτικών ισχυρισμών της στην δίκη επί της ως άνω αγωγής. Η αβασιμότητά του ως άνω ισχυρισμού έγκειται στο ότι ο εγκαλούμενος σε κανένα σημείο της προσθήκης-αντίκρουσής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν αναφέρει ότι η εγκαλούσα ήταν το πρόσωπο που πλαστογράφησε τα ανωτέρω έγγραφα. Ακόμη όμως και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι εκ των διαλαμβανομένων στην προσθήκη-αντίκρουση του εγκαλουμένου συνάγεται σαφώς ότι ο ως άνω ισχυρισμός αναφέρεται στην εγκαλούσα, το ότι: 1)το ανωτέρω φερόμενο ως πλαστό μισθωτήριο δεν είχε προσκομισθεί ενώπιον Δικαστηρίου σε καμία από τις πολλές προηγηθείσες δίκες συναδέλφων του εγκαλουμένου, που είχαν κινηθεί δικαστικά εναντίον της «………..» και της «…………..» μολονότι και σε αυτές τις δίκες οι ανωτέρω εταιρείες είχαν προβάλει τον ισχυρισμό ότι συστεγάζονταν δυνάμει μισθωτικής σχέσης, γεγονός που προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στην παρούσα: α) υπ’ αριθμέ 551/2017, τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθώς και β)από τις, υπ’ αριθμ. 2582/2015, 385/2016, 1383/2016, 891/2017 και 49/2015, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2) οι επικαλούμενες συμβάσεις δανεισμού του προσωπικού της ………… στην …………….. δεν προσκομίσθηκαν στις δίκες των συναδέλφων του εγκαλούντος κατά των ως άνω εταιρειών, που προηγήθηκαν της δίκης του εγκαλούντος, στις οποίες η ……………. ουδέποτε είχε κάνει λόγο περί δανεισμού εργαζομένων , αντίθετα, ισχυριζόταν από κοινού με την …………… ότι απασχολεί συνολικά δύο άτομα (ορ. επισυναφθείσες στην παρούσα αποφάσεις ΜονΠρωτΑθ 1383/2016 και 891/2017), εύλογα δημιούργησαν στον εγκαλούντα επί τη βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της λογικής την πεποίθηση πως τα ως άνω έγγραφα κατασκευάστηκαν από τις εταιρίες της εγκαλούσας για τις ανάγκες της μεταξύ τους δίκης. Ως εκ τούτου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποστηριχθεί βάσιμα ότι ο εγκαλούμενος σε αυτή την περίπτωση τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των υπ’ αυτού ισχυριζομένων.
Ως εκ τούτου δεν δύναται εν προκειμένω να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθότι, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι ο εγκαλούμενος ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούσα ψευδή και συκοφαντικά πραγματικά περιστατικά εν γνώσει της αναλήθειάς τους, ενόψει των περί του αντιθέτου δεδομένων που προκύπτουν από τα προαναφερθέντα στοιχεία. Περαιτέρω δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί εν προκειμένω ούτε το αδίκημα της απλής δυσφημήσεως (παραβ. αρθρ. 362 ΠΚ) : α) διότι οι επίμαχοι ως δυσφημιστικοί ισχυρισμοί έγιναν στα πλαίσια αγωγικού δικογράφου και δικογράφων προτάσεων και προσθήκης αντίκρουσης προς διαφύλαξη δικαιώματος του εγκαλουμένου για την καταβολή σε αυτόν δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας και σε κάθε περίπτωση ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προέβη ο εγκαλούμενος στην διατύπωση του ως άνω ισχυρισμού δικαιολογούν κατ’ αντικειμενική κρίση το ενδιαφέρον του για την προστασία του εν λόγω δικαιώματος του, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπερβαίνει το προς τούτο αναγκαίο αντικειμενικό μέτρο, καθότι η εν λόγω διατύπωση συνιστούσε στα πλαίσια των ανωτέρω δικογράφων επιβαλλόμενη και αντικειμενικώς αναγκαία διατύπωση προς θεμελίωση της αξίωσης και αντίκρουση των ισχυρισμών της αντιδίκου πλευράς και β) διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί εν προκειμένω ότι ο εγκαλούμενος εκφράστηκε κατά την διατύπωση των επίμαχων ισχυρισμών με εξυβριστικό τρόπο μη αναγκαίο για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του για την προστασία των δικαιωμάτων- εννόμων συμφερόντων του και τούτο διότι η φρασεολογία που χρησιμοποίησε δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων και δεν περιέλαβε εξυβριστικές- καταφρονητικές για την εγκαλούσα λέξεις και φράσεις που να εμπεριέχουν αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής ή επαγγελματικής αξίας του προσώπου της, οι οποίες θα καταδείκνυαν σκοπό εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπό κατευθυνόμενο ειδικώς στην προσβολή της τιμής της εγκαλούσης που κατά το άρθρο 367§2 β Π.Κ θα απέκλειε την εφαρμογή της §1 του ιδίου άρθρου. Τέλος, λόγω της μη συνδρομής εν προκειμένω στο πρόσωπο του εγκαλουμένου κατά τα προαναφερθέντα, σκοπού εξυβρίσεως της εγκαλούσης δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί εν προκειμένω ούτε το αδίκημα της εξυβρίσεως (παραβ. αρθρ. 361παρ.1 ΠΚ).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω δεν προκύπτει κατ’ επαρκείς ενδείξεις ότι εγκαλούμενος διέπραξε την καταγγελλόμενη άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως ή έστω τα επικουρικώς ερευνώμενα σε περίπτωση μη στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως αδικήματα της απλής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως, γεγονός που καθιστά την υπό κρίση έγκληση απορριπτέα λόγω μη συνδρομής επαρκών ενδείξεων για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά τους ορισμούς του άρθρου 47 παρ. 2-1 του ΚΠΔ.
Εξάλλου, κρίνουμε ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση επιβολής των δικαστικών εξόδων, κατ’ άρθρο 585 § 4 ΚΠΔ λόγω μη συνδρομής εν προκειμένω των όρων της σχετικής διατάξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτουμε την από 6-6-2017 έγκληση της ………… του ………., κατοίκου ………… (……….), κατά του ………….. του ………., κατοίκου ………. (………..).
Δεν επιβάλλουμε τα δικαστικά έξοδα στην εγκαλούσα.
Αθήνα, 25-3-2019
Ο Εισαγγελέας
