Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022
Περίληψη: Δημοτικοί υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας. Τα μέτρα που θεσπίστηκαν με τους ν. 3833/2010 και 3845/2010 δεν είναι κατ’ αρχήν απρόσφορα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Η ολοσχερής περικοπή με τον ν. 4093/2012 κρίνεται ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στο άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Πριν από τη κατάργηση των δώρων και του επιδόματος αδείας, ο νομοθέτης όφειλε να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου, οδηγούν σε επιτρεπτή μείωση του επιπέδου ζωής των μισθωτών. Για τη θέσπιση των ανωτέρω περικοπών, δεν αρκεί η επίκληση, αορίστως του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, αλλά η τεκμηρίωση με τη δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι η μόνη πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της χώρας, τηρουμένων των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας. Νόμιμο το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, διότι καταργήθηκαν οι διατάξεις των νόμων που απέκλειαν την προσωρινή εκτέλεση κατά του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των Ο.Τ.Α. ως ευρισκόμενες σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Διετής παραγραφή αξιώσεων υπαλλήλων. Επιδικάζει σε κάθε εργαζόμενη το ποσό των 3.000,00 Ευρώ.
Αριθμός Απόφασης
34/2019
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ
Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Αχιλλέα Κοκαρίδα και τη Γραμματέα Θεοφανώ Κυριακίδου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 29-3-2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ:
1) …………., κατοίκου ………… ( οδός ………… αρ. …) , 2) …………, κατοίκου ……….. ( οδός ………. αρ….) , 3) ………. , κατοίκου ………….. ( οδός ……….. αρ…..), 4) ………… , κατοίκου …………. ( οδός ……. αρ…..), 5) …………. , κατοίκου ………… ( οδός ………. αρ. …. ) , εκ των οποίων η 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν διά και η 3η, 4η, 5η, εκπροσωπήθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ………….. και δ.τ. ” ……………..” που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής ( οδός ………αρ. …. ) και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Έβελυν Αθανασοπούλου.
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 19-12-2017 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αύξοντα αριθμό έκθεσης καταθέσεως δικογράφου ……/……../2017 , της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η ημερομηνία που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο έκθεμα και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις, που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς τα ρητά κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα, συνιστώντας ένα γενικό δικαίωμα για κοινωνική αλληλεγγύη κατ’ αναλογία με την λειτουργία την οποία επιτελεί το άρθρο 5 παρ.1 ως προς τα ατομικά δικαιώματα. Η εν λόγω αρχή και τα κοινωνικά δικαιώματα συνιστούν δεσμευτικούς κανόνες για την κρατική εξουσία, ιδιαίτερα τη νομοθετική, προς την κατεύθυνση κατοχύρωσης της πληρέστερης δυνατής κοινωνικής προστασίας. Τα κοινωνικά δικαιώματα θεωρούνται μάλιστα ως «απαράγραπτα», ως δεσμεύοντα δηλαδή την άσκηση όλων των συντεταγμένων εξουσιών, τόσο του αναθεωρητικού, όσο και του κοινού νομοθέτη. Εξάλλου, τα κοινωνικά δικαιώματα είναι θεμελιώδη, εξίσου με τα ατομικά και τα πολιτικά και παράγουν κατά την επικρατούσα στην θεωρία άποψη ένα «σχετικό κοινωνικό κεκτημένο», η αξία και η προστατευτική λειτουργία του οποίου πρέπει να αναδεικνύονται ακόμη περισσότερό σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όταν οι πολίτες βάλλονται περισσότερο. Περαιτέρω στο άρθρο 106 του Συντάγματος ορίζεται ότι «για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στην χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας». Από την εν λόγω διάταξη απορρέει η συνταγματική επιταγή για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση των συνθηκών κοινωνικής ειρήνης, η οποία δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα και πρωτίστως τον νομοθέτη, περιορίζοντας το εύρος των επιτρεπτών επιλογών του. Η παραπάνω συνταγματική επιταγή θέτει δυο όρια στον νομοθέτη. Πρώτον δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων τα οποία, ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου μ’ αυτά σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγονται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης, δηλαδή καταλήγουν σε αποτέλεσμα ευθέως αντίθετο προς το σκοπό της συνταγματικής διάταξης. Ως σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης πρέπει να νοηθεί εξίσου η δραματική επιδείνωση των συνθηκών κοινωνικής διαβίωσης (όπως αύξηση του αριθμού των ανέργων, των αστέγων, όσων διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχιας), όσο και η διατάραξη της δημόσιας τάξης ασφάλειας (όπως βίαιες ενέργειες διαμαρτυρίας, αύξηση εγκληματικότητας κλπ) που απορρέει από την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών. Δεύτερον δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων τα οποία συνεπάγονται δραματική συρρίκνωση της εθνικής οικονομίας και του διαθέσιμου εισοδήματος επιχειρήσεων και νοικοκυριών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί μονομερώς ορισμένος έστω και δημοσίου συμφέροντος οικονομικός σκοπός. Ιδίως δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση μέτρων που επιδιώκουν τη διάσωση των δημοσίων οικονομικών επί θυσία της ιδιωτικής αυτονομίας. Αντιθέτως, όπως συνάγεται από τη συνταγματική διάταξη, το γενικό συμφέρον δεν ταυτίζεται με το αμιγώς δημοσιονομικό ούτε μόνο με το συμφέρον της δημόσιας οικονομίας αλλά απαιτεί να διασφαλίζεται η ισόρροπη ανάπτυξη τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής οικονομίας. Περαιτέρω στο άρθρο 4 παρ. 5 του Σ. ορίζεται ότι: « Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Στο άρθρο 25 παρ. 1 ορίζεται ότι: « Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας» και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου « Το κράτος δικαίου δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται κατ’ αρχήν να επιβάλλει στους πολίτες προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι έχουν περιορισμένη διάρκεια, ότι είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος και όχι δυσανάλογες σε σχέση προς αυτόν, ότι είναι επαρκώς αιτιολογημένες και ότι κατανέμονται ισότιμα μεταξύ όλων των πολιτών των απασχολούμενων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός. Επομένως δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την ασυνέπεια των οποίων-κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων-προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία (Ολ ΣτΕ 1286/2012), ούτε, κατά μείζονα λόγο, ή επισώρευση νέων επιβαρύνσεων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών (λ.χ διαδοχικές μειώσεις αποδοχών και συντάξεων), εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα κι εφόσον με τα νέα μέτρα οι ίδιες κατηγορίες πολιτών υφίστανται υπέρμετρη απώλεια του προηγουμένως διαθέσιμου εισοδήματος τους. Τούτο μάλιστα ιδίως όταν οι εν λόγω μειώσεις επέρχονται αιφνιδιαστικά και κλονίζουν ριζικά την οικονομική κατάσταση των ατόμων ή ανατρέπουν καταστάσεις στις οποίες αυτά είχαν καλόπιστα αποβλέψει (βλ. σχετ. μελέτη Κώστα X. Χρυσόγονου- Ακρίτα Καϊδατζή, Οριοθέτηση εισαγωγικών σκέψεων για την αντισυνταγματικότητα του ν.4093/2012 για το Μεσοπρόθεσμο και τα μέτρα εφαρμογής του, ΝοΒ 2012 τ.60 σελ 1682 επ.). Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α’ 256), ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Το εν λόγω Πρωτόκολλο κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ 53/1974 και έχει ως εκ τούτου υπερνομοθετική ισχύ κατ’ άρθρο 28 παρ.1 εδ. α του Συντάγματος. Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο – από – την τυπική – κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Εν όψει των ανωτέρω περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ’ όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Kechko κατά Ουκρανίας, της 8-2-2006, σκέψεις 23 και 26, Vilho Esken και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19-4-2007, σκέψη 94). Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Αθανάσιος Κανάκης κ.ά. κατά Ελλάδος, της 20-9- 2001, Juhani Saarinen κατά Φινλανδίας, No. 69136/01, Kechko κατά Ουκρανίας, της 8-2-2006, σκέψη 23, Vilho Esken και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19-4-2007, σκέψη 94, Andrejeva κατά Λετονίας, της 18-2-2009, σκέψη 77), με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ’ αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21-2-1986, No 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20-11-1995, σκέψη 37, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8-7-2004, σκέψη 25, Andrejeva κατά Λετονίας, της 18-2-2009, σκέψη 83). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50). Περαιτέρω στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τη διάταξη αυτή με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης η τουλάχιστον ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον καθένα, ενεργοποιείται ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών. Το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης η ενός ελάχιστου εισοδήματος, ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης σεβασμού της αξίας του ανθρώπου αναγνωρίζεται πρόσφατα και από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων (Ολ ΣτΕ 668/2012 σκ.35) αλλά και του ΕΔΔΑ σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα που προστατεύει κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα στην με αριθμό 7-5/2013 απόφαση, αν και το Δικαστήριο τόνισε πολλές φορές ότι η κοινωνική πολιτική είναι υπόθεση των κυβερνώντων, φρόντισε να θέσει την επιταγή της μη εξαθλίωσης, θέτοντας το συγκεκριμένο ζήτημα ως απώτατο όριο της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών. Πιο συγκεκριμένα, στη σκέψη 32 αναφέρεται σε υπερβολική επιβάρυνση, στη θέση 44 αναφέρει ότι η ύπαρξη των ατόμων δεν πρέπει να τίθενται σε κίνδυνο και τέλος στη σκέψη 46 κάνει λόγο για «κακουχίες ασυμβίβαστες με το αρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου». Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει δικαίωμα σε ένα συγκεκριμένο ποσό αποδοχών, από τα ως άνω εμμέσως υπονοεί ότι ένα μίνιμουμ ποσό ικανό να εξασφαλίσει στο άτομο το δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης αποτελεί το έσχατο απαραβίαστο όριο των μειώσεων. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 « Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος». Σύμφωνα με την παρ. 2 «Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία». Στη δε παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται: «Νόμος ορίζει τα σχετικά με την σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας από τους δημοσίους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου». Εξάλλου με το άρθρο 4 παρ. 1 του μέρους II του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που κυρώθηκε με τον ν 1426/1984 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 Σ υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αναγνωρίζεται «το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σε αυτούς και τις οικογένειες τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης». Εν όψει των ανωτέρω, η επιβολή μέτρων προς αντιμετώπιση δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας δεν δικαιολογεί εν λευκώ και εκ προοιμίου οποιοδήποτε μέτρο με οποιοδήποτε κόστος. Η επιλογή των συγκεκριμένων μέτρων δεν ανήκει στην ανέλεγκτη διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη ο οποίος ελέγχεται ως προς την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση κοινωνικής ειρήνης και δεσμεύεται, από τα όρια που θέτουν οι ως άνω απορρέουσες από τις συνταγματικές και τις υπερκείμενες νομοθετικά διεθνείς συμβάσεις διατάξεις αρχές την υπέρβαση των οποίων με κριτήρια την ένταση, την διάρκεια και τη σώρευση των μέτρων, τη δίκαιη κατανομή τους μεταξύ των πολιτών καθώς και την αιτιολόγηση και τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητας τους, ελέγχουν τα δικαστήρια κατ’ άρθρο 93 παρ.4 Σ. Τα τελευταία όταν διαπιστώνουν ότι οι εισαγόμενες ρυθμίσεις παραβιάζουν τις ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές καλούνται να τις αποκαταστήσουν, επιδικάζοντας στους φορείς του σχετικού δικαιώματος που απορρέει από αυτές, εις βάρος των οποίων εφαρμόστηκαν οι αντισυνταγματικές διατάξεις, τις διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή προς αυτούς των εν λόγω διατάξεων.
Στην εισηγητική έκθεση του Ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας – Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (ΦΕΚ Α’40/15-3-2010), αναφέρεται ότι με αυτόν επιδιώκεται η «αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει κλονίσει τηναξιοπιστία της Χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία». Επίσης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής : «Η δεινή θέση των δημοσίων οικονομικών, λόγω του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους που έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα στην ιστορία των δημοσίων οικονομικών της χώρας σε συνδυασμό με την χρηματοπιστωτική κρίση που περιόρισε τη ρευστότητα στις διεθνείς αγορές αλλά και το έλλειμμα αξιοπιστίας που εκθέτει τη Χώρα μας σεκερδοσκοπικές επιθέσεις καθιστούν αναγκαία τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημόσιων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων. Τα προτεινόμενα επείγοντα μέτρα είναι ανάλογα της άμεσης και επιτακτικής ανάγκης να προστατευτεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. … Η πραγματικότητα της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας … έχει … ως εξής : α) το δημοσιονομικό έλλειμμα ανέρχεται σε ύψος 12,7% του ΑΕΠ (30 δισ. ευρώ), β) το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης υπερβαίνει το 120% του ΑΕΠ (περίπου 300 δισ. ευρώ), ενώ το χρέος της γενικής κυβέρνησης υπερβαίνει το 113% του ΑΕΠ (άνω των 270 δισ. ευρώ), γ) οι ετήσιες δαπάνες για τόκους από 9 – 9,5 δισ. ευρώ που ήταν από το 2000 μέχρι το 2008 ξεπερνούν πλέον τα 12 δισ. ευρώ, δ) οι πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκαν … κατά 50% (20 δισ, ευρώ). Η δεινή αυτή δημοσιονομική κατάσταση πρέπει νααντιμετωπισθεί άμεσα, … Με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ), το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 16ης Φεβρουαρίου 2010, η Χώρα μας δεσμεύτηκε … να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Οι ρυθμίσεις που προτείνονται με το σχέδιο νόμου υλοποιούν μέρος του σχεδιασμού που περιλαμβάνεται στο ΠΣΑ και ενισχύουν τη δυνατότητα πραγματοποίησης του». Προς επίτευξη των εξαγγελλόμενων, στην εισηγητική έκθεση, σκοπών με τις διατάξεις του ανωτέρω ν.3833/2010, μειώθηκαν οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέσηεργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1) αναδρομικά από 1.1.2010. Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του ανωτέρω ν. 3833/2010 ορίσθηκαν τα εξής: “1………2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%). Τα επιδόματα των παραγράφων A3 των άρθρων 30 και 33 του ν. 3205/2003 … μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.ΤΑ, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 3. (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010, Α’ 58/23.4.2010). [Β]. Στις 3.5.2010 υπεγράφη αφ’ ενός από τον Υπουργό Οικονομικών και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και αφ’ ετέρου από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσης για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης κείμενο στην αγγλική γλώσσα με τον τίτλο «Memorandum of Understanding» («Μνημόνιο Συνεννόησης»), Στο κείμενο αυτό περιελήφθησαν τα μέτρα τριετούς προγράμματος που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές μετά από συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το «Μνημόνιο Συνεννόησης» απαρτίζεται από τρία επί μέρους Μνημόνια : α) το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» («Memorandum of Economic και Financial Policies»), β) το «Μνημόνιο στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» («Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality») και γ) το «Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης» («Technical Memorandum of Understanding»). Ειδικότερα, στο «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» – όπως έχει το κείμενο αυτού στην ελληνική γλώσσα, περιγράφονται κατ’ αρχάς οι δυσμενείς εξελίξεις των δημοσιονομικών μεγεθών της Ελλάδας οι οποίες κατέστησαν αδύνατη τη χρηματοδότηση της από τις διεθνείς αγορές και αναγκαία την προσφυγή της στο μηχανισμό στήριξης, και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο κεφάλαιο I «Πρόσφατες εξελίξεις» τα εξής : «1. Η οικονομική ύφεση εντάθηκε το 2010. Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά 2% το 2009 και οι δείκτες υποδεικνύουν ότι η οικονομική δραστηριότητα θα αποδυναμωθεί περαιτέρω το 2010. … 2. … η Ελλάδα εισήλθε στην ύφεση με μεγάλο δημόσιο έλλειμμα. Λόγω της υιοθέτησης αδύναμων πολιτικών εσόδων και χαλαρής φορολογικής διαχείρισης … και έχοντας ως πρόσθετο παράγοντα την ύφεση, ταέσοδα μειώθηκαν αισθητά. Οι δαπάνες, εν τω μεταξύ, αυξήθηκαν σημαντικά, ιδιαίτερα για μισθούς και επιδόματα, … Το έλλειμμα εκτινάχθηκε στο εκτιμώμενο 13,6% του ΑΕΠ ενώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σε πάνω από 115% του ΑΕΠ το 2009. 3. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει επηρεαστεί αρνητικά. Η επιδεινούμενη δημοσιονομική κατάσταση συνοδεύτηκε από υποβαθμίσεις των κυβερνητικών ομολόγων από τους οίκους αξιολόγησης και οι επενδυτές άρχισαν να υπαναχωρούναπό τα ελληνικά ομόλογα, πιέζοντας έτσι τις αποδόσεις τους. Επιπλέον, τα βαθιά μακροοικονομικά και διαρθρωτικά προβλήματα σε συνδυασμό με την αναπόφευκτα μεσοπρόθεσμα έντονη δημοσιονομική προσαρμογή είναι πιθανό να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα για κάποιο διάστημα. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων επηρεάζει αρνητικά το τραπεζικό σύστημα. … 4. Παρόλη την ύφεση, το εξωτερικό έλλειμμα μειώνεται μόνο οριακά. Ο πληθωρισμός και το εγχώριο κόστος έχουν αυξηθεί περισσότερο απ’ ότι στους εταίρους της Ελλάδας στην Ευρωζώνη την τελευταία δεκαετία και η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με απώλεια ανταγωνιστικότητας. … Το σύνολο των δαπανών για τόκους για το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε σε πάνω από 5% του ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει ότι θα χρειαστεί ένα πλεόνασμα στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών για να οδηγηθεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε μια πιο βιώσιμη κατάσταση. Αυτό απαιτεί την ενίσχυση των οικονομικών πολιτικών και της ανταγωνιστικότητας ώστε να μπουν τα θεμέλια για ένα μοντέλο ανάπτυξης το οποίο θα βασίζεται περισσότερο στις επενδύσεις και τις εξαγωγές». Στη συνέχεια, στο κεφάλαιο II. «Βασικοί στόχοι και προοπτικές» του ανωτέρω Μνημονίου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «5. Οι κύριοι στόχοι του προγράμματος είναι η διόρθωση των δημοσιονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Χωρίς την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη βιωσιμότητα της δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης το κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας είναι αναπόφευκτο ότι θα παραμείνει υψηλό αν όχι να αυξηθεί περαιτέρω. Οι δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες πρέπει να διορθωθούν. Η ταυτόχρονη αντιμετώπιση των δύο αυτών προβλημάτων … απαιτεί ριζικό επαναπροσανατολισμό της οικονομίας. Η ανάπτυξη δεν είναι πιθανό να είναι δυναμική άμεσα μετά την εφαρμογή των αρχικών διορθωτικών δημοσιονομικών μέτρων, αλλά με την εφαρμογή μιας χρηματοπιστωτικής πολιτικής για τη διατήρηση της ευρωστίας του τραπεζικού τομέα και δυναμικών μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών, η οικονομία θα αναδυθεί από αυτή την εμπειρία σε καλύτερη κατάσταση από ότι σήμερα, με μεγαλύτερη ανάπτυξη καί απασχόληση. 6. Η κυβέρνηση προβλέπει μια εκτεταμένη περίοδο προσαρμογής : Ο ρυθμός ανάπτυξης του πραγματικού ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα περιοριστεί σημαντικά το 2010-2011, αλλά αναμένεται να ανακάμψει σταδιακά στη συνέχεια. … Ενώ η δημοσιονομική εξυγίανση θα επιβαρύνει αναπόφευκτα την οικονομική δραστηριότητα αρχικά, αναμένεται ότι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης από τα εμπροσθοβαρή δημοσιονομικά μέτρα και το ισχυρό μεσοπρόθεσμο οικονομικό πρόγραμμα σε συνδυασμό με διεξοδικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για την επιστροφή σε θετική ανάπτυξη το 2012 και έπειτα. Ο πληθωρισμός πρέπει να μειωθεί σημαντικά κάτω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης ώστε η Ελλάδα να ανακτήσει γρήγορα ανταγωνιστικότητα, τιμή ζήτησης, τόσο μέσω της δημοσιονομικής προσαρμογής όσο και μέσω προσπαθειών για τη συγκράτηση των μισθών και των συντάξεων, καθώς και μέτρων για περιορισμό του κόστους στην οικονομία, θα είναι απαραίτητος για την ουσιαστική κάμψη του πληθωρισμού. Επιπλέον, ο περιορισμός των ολιγοπωλιακών δομών θα είναι επίσης σημαντικός νια τη μείωση των υψηλών περιθωρίων κέρδους σε ορισμένους κλάδους. Το εξωτερικό έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί σταδιακά στο μεσοπρόθεσμο διάστημα καθώς η εγχώρια ζήτηση και ο πληθωρισμός θα μειώνονται και η οικονομία θα ανταποκρίνεται στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τη βελτίωση των εξαγωγών και τη μείωση της εξάρτησης της από τις εισαγωγές». Στο κεφάλαιο III «Οικονομικές Πολιτικές» του ανωτέρω Μνημονίου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «7. Για την υλοποίηση των στόχων του προγράμματος θα γίνει χρήση όλων των διαθέσιμων δημοσιονομικών, χρηματοπιστωτικών και διαρθρωτικών πολιτικών. Η οικονομία έχει ανάγκη από ένα ισχυρό και βιώσιμο πρόγραμμα προσαρμογής για τη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών και τη στροφή του χρέους σε καθοδική πορεία στο μεσοπρόθεσμο διάστημα, … και την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. … Η εισοδηματική πολιτική και η πολιτική κοινωνικής προστασίας πρέπει να στηρίξουν την προσπάθεια για δημοσιονομική προσαρμογή και την επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Η προσαρμογή των εισοδημάτων σε βιώσιμα επίπεδα είναι αναγκαία για τη στήριξη της δημοσιονομικής διόρθωσης και της μείωσης του πληθωρισμού σε επίπεδα κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, καθώς και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους και τιμών σε μόνιμη βάση. Τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης θα πρέπει να ενδυναμωθούν για να αντιμετωπίσουν υποβόσκουσες διαρθρωτικές ανισορροπίες που οφείλονται στη γήρανση του πληθυσμού, καθώς τα κόστη ασφαλιστικών παροχών στην Ελλάδα προβλέπεται να είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τις τρέχουσες πολιτικές. Καθώς οι μεγαλύτερες υπερβάσεις ετησίως στον προϋπολογισμό προέρχονται συστηματικά από τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, οι μεταρρυθμίσεις για την περιφρούρηση της βιωσιμότητας του συστήματος δεν μπορούν πλέον να αναβληθούν. … Οι διαρθρωτικές αλλαγές που θα προάγουν την ικανότητα της οικονομίας να παράγει, να αποταμιεύει και να εξάγει θα είναι κριτικής σημασίας για τη μεσοπρόθεσμη ανάκαμψη. … Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να εφαρμόσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα και για την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της ευελιξίας των αγορών προϊόντων και εργασίας για την δημιουργία ενός περισσότερο ανοιχτού και προσβάσιμου περιβάλλοντος, για τους εγχώριους και τους ξένους επενδυτές και για τη μείωση της άμεσης συμμετοχής του δημοσίου στις εγχώριες βιομηχανίες. 8. Η κυβέρνηση δεσμεύεται σε δίκαιη κατανομή του κόστους προσαρμογής. Η δέσμευση για την προστασία των πιο ευάλωτων από τις συνέπειες της οικονομικής ύφεσης λαμβάνεται υπόψη στο σχεδίασμά των πολιτικών προσαρμογής. Στην εξυγίανση των δημοσιονομικών, μεγαλύτερη θα είναι η συνεισφορά από όσους δεν έχουν κατά παράδοση συμβάλλει με το μερίδιο που τους αναλογεί στη φορολογική επιβάρυνση».
Στις 6.5.2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3845/2010 (Α’ 65) με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο». Με τον νόμο αυτό μειώθηκαν, μεταξύ άλλων, περαιτέρω οι αποδοχές των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα. Περαιτέρω, στο νόμο αυτό προσαρτήθηκαν ως Παραρτήματα III και IV τα δύο από τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη τρία επί μέρους Μνημόνια. Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτοτου ανωτέρω νόμου, με τίτλο «Μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας», αναφέρονται τα εξής : «1. Με τη Δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ζώνης του ευρώ που δημοσιοποιήθηκε … την 25η Μαρτίου 2010 και προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παράρτημα I, αποφασίστηκε για την οικονομική και δημοσιονομική σταθερότητα της ευρωζώνης, η δημιουργία μηχανισμού στήριξης.2. Με τη Δήλωση για τη στήριξη της Ελλάδας από τα κράτη -μέλη της Ζώνης του ευρώ που δημοσιοποιήθηκε … την 11 η Απριλίου 2010 και προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παράρτημα II …, αποφασίστηκε η ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της παραγράφου 1 με την κατάρτιση κοινού προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις ελληνικές αρχές. 3. Για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης που συγκροτήθηκε σύμφωνα με τις Δηλώσεις των προηγούμενων παραγράφων, καταρτίστηκε από το Υπουργείο Οικονομικών με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σχέδιο προγράμματος (Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής) το οποίο με επιστολές του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος διαβιβάστηκε, αφ’ ενός προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αφ’ ετέρου προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το σχέδιο προγράμματος προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παραρτήματα III και IV, στην ελληνική γλώσσα». Επιπροσθέτως με το άρθρο τρίτο του ανωτέρω ν. 3845/2010 ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, το εξής (όμοια διάταξη άρθρου 16 Ν. 4024/2011) : «6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, … καθορίζονται ως εξής : α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές επιδόματα και αμοιβές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους». Η αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει τον ανωτέρω νόμο, αναφέρεται στους λόγους που οδήγησαν την Κυβέρνηση στην υποβολή αιτήματος για την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, καθώς και στις συνέπειες που έχει η ενεργοποίηση του μηχανισμού αυτού. Ειδικότερα στην αιτιολογική αυτή έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «Η προσφυγή στο μηχανισμό ήταν το τελευταίο καταφύγιο για να αποτραπεί η χρεοκοπία της χώρας. Ταυτόχρονα η ανάγκη προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης μας οδηγεί στην ανάγκη να λάβουμε πρόσθετα μέτρα, … Το πρόγραμμα σταθερότητας που σχεδιάστηκε και τα πρόσθετα μέτρα που προτείνονται … θέτουν σε εφαρμογή το μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της ευρωζώνης και το ΔιεθνέςΝομισματικό Ταμείο με την παροχή χρηματοδότησης ύψους 110 δις Ευρώ, εκ των οποίων 80 δις Ευρώ σε διμερή δάνεια από τις χώρες της ΕΕ και 30 δις Ευρώ από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εξ αυτών, 30 δις Ευρώ θα διατεθούν το 2010. Το πρόγραμμα για την ανάκαμψη της οικονομίας προβλέπει μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που ανέρχονται σε 11 μονάδες του ΑΕΠ ή περίπου 30 δις ευρώ έως το 2013, με στόχο το 2014 το έλλειμμα να είναι κάτω από 3% του ΑΕΠ. Το μακροοικονομικό σενάριο προβλέπει ύφεση 4% το 2010 και επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2012 και μετά. Με αφετηρία το έλλειμμα ύψους 13,6% του ΑΕΠ του 2009 και τις προοπτικές της οικονομίας κατά το τρέχον έτος η δημοσιονομική προσπάθεια που συνολικά θα χρειαστεί … το 2010 πλησιάζει το 9% του ΑΕΠ, ώστε να περιοριστεί το δημοσιονομικό έλλειμμα περισσότερο από 5 ποσοστιαίες μονάδες. Στην προσπάθεια που ήδη γίνεται προστίθενται μέτρα που αντιστοιχούν σε 2,5% του ΑΕΠ ή 5,6 δισεκατομμύρια ευρώ…. τα μέτρα που προτείνονται είναι… απαραίτητα για να αυξηθούν τα έσοδα, να περιοριστούν οι δαπάνες να συνεχιστεί η λειτουργία του κράτους να διατηρηθεί η δυνατότητα να καταβάλλονται μισθοί και συντάξεις … Τα μέτρα … επιφέρουν μείωση του εισοδήματος των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά και των συνταξιούχων. Καταβλήθηκε τεράστια προσπάθεια …, ώστε να θιγούν όσο γίνεται λιγότερο τα χαμηλά και μεσαία επίπεδα μισθών και συντάξεων …» (βλ. επίσης πρακτικά της ΡΙΕ’ Συνεδρίασης της 6.5.2010 της Α’ Συνόδου της ΙΓ’ Περιόδου Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας σελ. 6727-6794). [Δ]. Οι διατάξεις των Ν. 3833/2010, 3845/2010 περί περικοπής των επιδομάτων εορτών και αδείας στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν αντίκεινται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος αργή της αναλογικότητας διότι ο νομοθέτης δεν παρέλειψε να εξετάσει προ της λήψεως των συγκεκριμένων μέτρων, το ενδεχόμενο υιοθετήσεως εναλλακτικών λύσεων, ηπιότερων, δηλαδή, μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και αντιμετωπίσεως της κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της Χώρας. Συγκεκριμένα, η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της Χώρας και, περαιτέρω, η δημοσιονομική εξυγίανση αυτής δεν στηρίζεται μόνον στην μείωση των δαπανών μισθοδοσίας των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των δαπανών των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, αλλά στη λήψη και άλλων μέτρων, οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών, η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται από το νομοθέτη ότι θα συμβάλει στην έξοδο της Χώρας από την κρίση και στη βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών, κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και στο μέλλον. Ορισμένα από τα μέτρα αυτά, θεσπίζονται με διατάξεις των ίδιων νόμων 3833 και 3845/2010 (αύξηση κρατικών εσόδων μέσω της αυξήσεως των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας και ειδικών φόρων κατανάλωσης και της επιβολής εκτάκτων εισφορών), ενώ με άλλους νόμους θεσπίσθηκαν μέτρα για την αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής (ν. 3842/2010, Α’ 58), για τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ν. 3863/2010, Α’ 115) και του συστήματος συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων του Δημοσίου (ν. 3865/2010, Α’120), για την αναθεώρηση των διαδικασιών παρακολούθησης και ελέγχου της εξελίξεως των δημοσίων οικονομικών (ν. 3832/2010 «Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα (ΕΛ.Σ.Σ.) Σύσταση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ως Ανεξάρτητης Αρχής», Α’ 38), για την δημοσιονομική διαχείριση (ν. 3871/2010, Α’ 141, με τον οποίο αναμορφώθηκε πλήρως ο ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις», Α’ 247), για την απελευθέρωση ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων (βλ. ν. 3887/2010, Α’ 174, γιά τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές) και για την εξυγίανση δημοσίων επιχειρήσεων (βλ. ν. 3891/2010, Α’188, για την αναδιάρθρωση, την εξυγίανση και την ανάπτυξη του ομίλου …. και της….). Επιπλέον, δεν συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και παραβιάσεως του προστατεύοντος την ανθρώπινη αξία άρθρου 2 του Συντάγματος εφ’ όσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεων και δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η διαφοροποίηση αυτών αναλόγως με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες (Βλ. Ολομ ΣτΕ 668/2012, ο.π., απόφαση ΕΔΔΑ της 7.5.2013 Ιωάννας Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος). [Ε]. Με τις διατάξεις του άρθρου 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α’ 256), κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας ή οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Εν όψει των ανωτέρω περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελούν και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως αξιώσεις για την χορήγηση προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε καταβάλει στο παρελθόν υποχρεωτικώς εισφορές, όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Vesna Hasani κατά Κροατίας της 30.9.2010, Andrejeva κατά Λετονίας της 18.2.2009, No 55707/00, σκέψη 77, Stec και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, No 65731/01 και 65900/01, σκέψη 54, Jankovic κατά Κροατίαςτης 12.10.2000, No 43440/98, Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας της 12.10.2004, No 60669/00, σκέψη 39, Domalewski κατά Πολωνίας της 15.6.1999, No 34610/97). Περαιτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ’ όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Kechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψεις 23 και 26, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας της 19.4.2007, σκέψη 94). Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Αθανάσιος Κανάκης κ.ά. κατά Ελλάδος της 20.9.2001, Juhani Saarinen κατά Φινλανδίας No. 69136/01, Kechko κατά Ουκρανίας της 8.2.2006, σκέψη 23, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007, σκέψη 94, Andrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 77), με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ’ αρχήν διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Άλλωστε, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, No 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος της 8.7.2004, σκέψη 25 Adrejeva κατά Λετονίας – της 1 8.2.2009, σκέψη 83). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50). Με τους νόμους 3833 και 3845/2010 και 4093/2012 ελήφθησαν διάφορα μέτρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περικοπή αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αφ’ ενός μεν για την άμεση αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από το νομοθέτη οξείας δημοσιονομικής κρίσεως η οποία, κατ’ αυτόν, είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της χώρας μέσω των διεθνών αγορών και πιθανό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της και αφ’ ετέρου για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών με τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και μετά την τριετή περίοδο, στην οποία κατ’ αρχήν απέβλεπαν τα λαμβανόμενα μέτρα. Η λήψη των μέτρων αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η περαιτέρω περικοπή των επιδομάτων εορτών και αδείας η οποία συνεπάγεται, κατά τις εκτιμήσεις του νομοθέτη, τη μείωση του ελλείμματος κρίθηκε αναγκαία από τον νομοθέτη εν όψει του ότι, κατά την εκτίμηση του, τα προγενεστέρως θεσπισθέντα μέτρα, απεδείχθησαν ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της χώρας, με συνέπεια να καταστεί αναγκαία η προσφυγή στον αποφασισθέντα από τα λοιπά, πλην της Ελλάδας κράτη μέλη της Ευρωζώνης ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Με τα δεδομένα αυτά, η θεσπισθείσα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, περικοπή των επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της κατά την εκτίμηση του νομοθέτη άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης εν όψει της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολο της. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσεως τους συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών. Εν όψει τούτων, με τα δεδομένα, που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεως των επίμαχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται, κατ’ αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτό σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο και συνεπώς οι διατάξεις των 3833/2010 και 3845/2010 περί περικοπής των επιδομάτων εορτών και αδείας στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν προσκρούουν στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Αθανάσιος Κανάκης και λοιποί κατά Ελλάδος της 20.9.2001, No 59142/00, Νικόλαος Μάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος, της 17.10.2002, No 70626/01, Susini κ.ά. κατά Γαλλίας No 43716/98, Ολομ ΣτΕ668/2012 ο.π., απόφαση ΕΔΔΑ της 7.5.2013 Ιωάννας Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος). [ΣΤ}· Το προσαρτηθέν, στον Ν. 3845/2010, Μνημόνιο, ανεξαρτήτως ότι είναι προϊόν συνεργασίας μεταξύ των ελληνικών αρχών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και ανεξαρτήτως από τις υποχρεώσεις που η Ελλάδα ανέλαβε έναντι των λοιπών κρατών μελών της Ευρωζώνης με την επακολουθήσασα Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης αποτελεί, πάντως, το πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως με το οποίο καθορίζονται οι στόχοι της γενικότερης πολιτικής της και τα μέσα επιτεύξεως τους για την επόμενη τριετία, καθώς και το χρονοδιάγραμμα για την θέσπιση των μέτρων αυτών, προς το σκοπό της αντιμετωπίσεως της κατά την Κυβέρνηση, συντρεχούσης κατά τον χρόνο της εξαγγελίας του εν λόγω προγράμματος οξείας δημοσιονομικής κρίσεως και του κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας με την ενεργοποίηση και του αποφασισθέντος στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Με την προσάρτηση δε του Μνημονίου στο ν. 3845/2010, επιχειρείται απλώς η κατά πανηγυρικό τρόπο δημοσιοποίηση του περιεχομένου και του χρονοδιαγράμματος υλοποιήσεως του εν λόγω προγράμματος ορισμένα μέτρα, άλλωστε, του οποίου περιείχοντο ήδη, έστω και εν σπέρματι, και στο προηγηθέν και υποβληθέν από την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εν όψει των κατά το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώσεων της επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2010-2013. Ως κυβερνητικό πρόγραμμα το Μνημόνιο δεν αναγνωρίζει αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών ούτε θεσπίζει άλλους κανόνες δικαίου και δεν έχει άμεση εφαρμογή, αλλά, για να πραγματοποιηθούν οι εξαγγελλόμενες με αυτό πολιτικές πρέπει νά εκδοθούν σχετικές πράξεις από τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανα του Ελληνικού Κράτους (νόμοι ή κανονιστικές διοικητικές πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση νόμου). Ορισμένα μάλιστα από τα μέτρα, που εξαγγέλθηκαν με το Μνημόνιο, θεσπίζονται με τις λοιπές διατάξεις του ίδιου του ν. 3845/2010. Εξ άλλου, το γεγονός ότι το καταρτισθέν στην αγγλική γλώσσα κείμενο του Μνημονίου, υπεγράφη στις 3.5.2010 για λογαριασμό της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως εκπρόσωπο των κρατών μελών της Ευρωζώνης από τον αρμόδιο για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις Επίτροπο, δεν προσδίδει σε αυτό το χαρακτήρα διεθνούς συνθήκης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωζώνης και της Ελλάδας ούτε πολύ περισσότερο μεταξύ της τελευταίας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο δεν έχει υπογράψει το Μνημόνιο και κατά την έννομη τάξη του οποίου, οι διακανονισμοί για την χρηματοδότηση των κρατών μελών του (μεταξύ των οποίων, και μάλιστα από τα ιδρυτικά, είναι και η Ελλάδα) δεν αποτελούν διεθνείς συνθήκες. Δεν αποτελεί δε το Μνημόνιο διεθνή συνθήκη, διότι με αυτό δεν αναλαμβάνονται αμοιβαίες δεσμεύσεις των μερών που υπέγραψαν το κείμενο του στην αγγλική γλώσσα, ούτε, άλλωστε, προβλέπονται νομικά μέσα για τον εξαναγκασμό των ελληνικών αρχών στην πιστή και απαρέγκλιτη εφαρμογή του ή άλλου είδους νομικής φύσεως κυρώσεις μέσω των οποίων θα επιτυγχανόταν εμμέσως ο ίδιος σκοπός ούτε προκύπτει ότι τα υπογράψαντα το ανωτέρω κείμενο μέρη θέλησαν να προσδώσουν, κατ’ εξαίρεση, νομική δεσμευτικότητα στο κείμενο αυτό. Άλλωστε, ότι και τα υπογράψαντα, το ανωτέρω κείμενο του Μνημονίου, μέρη δεν εξέλαβαν αυτό ως έχον, νομικά, δεσμευτικό χαρακτήρα ή τον χαρακτήρα διεθνούς συμβάσεως με την οποία ανελήφθησαν από τα μέρη συγκεκριμένες υποχρεώσεις ως προς τα εφαρμοστέα μέτρα για την εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσεως συνάγεται από το γεγονός ότι μετά την δημοσίευση του ν. 3845/2010, στον οποίο προσαρτώνται ως Παραρτήματα τα δύο κυριότερα μέρη του Μνημονίου, εκδόθηκε, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 126 παρ. 9 και 136 της Σ.Λ.Ε.Ε., η απόφαση 2010/320/ΕΕ του Συμβουλίου, με την οποία προσδιορίσθηκαν τα μέτρα, τα οποία πρέπει να λάβει το Ελληνικό Κράτος για να εκπληρώσει την υποχρέωση, που υπέχει, ως κράτος μέλος της Ευρωζώνης να περιορίσει το υπερβολικό έλλειμμα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Εξάλλου, και οι δανειστές κατά τη σύναψη της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης απέβλεψαν, προκειμένου να παράσχουν χρηματοδοτική στήριξη στην Ελλάδα, στην έκδοση αποφάσεως από το Συμβούλιο για τον προσδιορισμό των μέτρων, που θα έπρεπε να ληφθούν από την Ελλάδα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσεως. Κυρίως δε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της Ελλάδος έναντι των άλλων κρατών μελών της Ευρωζώνης ως προς την λήψη μέτρων για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων ως προς τη δημοσιονομική ή οικονομική της πολιτική ή συνέπειες από την μη θέσπιση των μέτρων αυτών δεν απορρέουν πάντως από το ανωτέρω Μνημόνιο αυτό καθ’ εαυτό, αλλά ενδεχομένως από την υπογραφείσα μετά τη δημοσίευση του ν. 3845/2010, στον οποίο προσαρτάται το εν λόγω Μνημόνιο, Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης ή από την εκδοθείσα, επίσης μετά τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, 2010/320/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν όψει των ανωτέρω, το προσαρτημένο στο ν. 3845/2010 Μνημόνιο Συνεννόησης δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση και δεν εμπίπτει στην έννοια της διεθνούς συμβάσεως του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος (Βλ. Ολομ ΣτΕ 668/2012, ο.π.). [Ζ], Το άρθρο πρώτο του προαναφερθέντος ν. 3845/2010 όριζε στην παράγραφο 4 ότι «Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της προηγούμενης παραγράφου. Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για κύρωση». Με την παράγραφο 9 του άρθρου μόνου του ν. 3847/2010 (Α 67/11.5.2010), η οποία άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σύμφωνα με την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου μόνου, τροποποιήθηκε το δεύτερο εδάφιο της ανωτέρω παραγράφου 4 και η λέξη «κύρωση» αντικαταστάθηκε με τις λέξεις «συζήτηση και ενημέρωση», προστέθηκε δε νέο εδάφιο, με το οποίο ορίσθηκε ότι «Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους» [εννοείται : μνημόνιο, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού του εδαφίου α’]. Οι διατάξεις των εδαφίων β’ και γ’ της ανωτέρω παραγράφου 4 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, όπως ισχύουν μετά το ν.3847/2010, αφορούν μνημόνια, συμφωνίες και συμβάσεις δανεισμού, που ενδεχομένως θα καταρτισθούν ή θα συναφθούν στο μέλλον. Εξ άλλου, και το προσαρτηθέν στο ν. 3845/2010 Μνημόνιο, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα του, δεν διέπεται εν πάση περιπτώσει από τις ανωτέρω διατάξεις των εδαφίων β’ και γ’ της παρ. 4 του άρθρου τρίτου του εν λόγω νόμου, όπως ισχύουν μετά το ν. 3847/2010, εφ’ όσον είχε καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος τους και ως εκ τούτου δεν αντίκειται στο άρθρο 36 παρ.2 του Συντάγματος που ορίζει ότι «οι συνθήκες για … οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις,… ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει». (Βλ. Ολομ ΣτΕ 668/2012, ο.π.).
Με την υποπαράγραφο Γ.1. της παραγράφου Γ. του Ν 4093/2012 τα ανωτέρω επιδόματα καταργήθηκαν ολοσχερώς ειδικότερα, ορίστηκαν τα εξής: «1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ, και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013». Στην εισηγητική δε έκθεση του παραπάνω νόμου, ουδεμία αιτιολογία αναφέρεται περί της αναγκαιότητας λήψης των εν λόγω μέτρων, ενώ ουδόλως προκύπτει ότι τα λαμβανόμενα μέτρα ήταν αναγκαία, αλλά και τα μόνα ικανά και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό τηρουμένων και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας. Εν τούτοις νομοθετήθηκε η εξ ολοκλήρου κατάργηση των ανωτέρω επιδομάτων, μολονότι είχαν ήδη περιοριστεί από τους προηγούμενους ανωτέρω αναφερόμενους νόμους και επομένως ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στις σχετικές ρυθμίσεις, οι οποίες αναφέρονται στην σχετική ομάδα θιγόμενων πολιτών, χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Επίσης, ακόμη και αν ήθελε κριθεί, πως τα επίδικα μέτρα ήταν πρόσφορα, ο νομοθέτης όφειλε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητα τους, εξετάζοντας την ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμίας για την επίτευξη των επιδιωκόμενων δημοσίων σκοπών. Επομένως πριν από τη κατάργηση των δώρων και του επιδόματος αδείας, όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου, οδηγούν σε επιτρεπτή μείωση του επιπέδου ζωής των μισθωτών (Ολ. ΣτΕ 2287/2015, σκέψη 24, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΘΠΔΔ 2015 σελ. 668, ΑΡΜ 2015 σελ. 1371, Ε7 2016 σελ.270). Ως εκ τούτου για τη θέσπιση των ανωτέρω περικοπών, δεν αρκεί η επίκληση, αορίστως του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, αλλά η τεκμηρίωση με τη δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι η μόνη πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της χώρας, τηρουμένων των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας (βλ. σχετ. μελέτη Κ. Χρυσόγονου – Α. Καιδατζή, ΝοΒ 2012 τ. 60 σελ. 1682 επ.). Άλλωστε σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίζει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη, από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 Σ. Όμως η περικοπή των δώρων και του επιδόματος αδείας, οι οποίες έχουν νομοθετηθεί σε συνέχεια των ανωτέρω αναφερόμενων νόμων με τους οποίους περικόπηκαν οι αποδοχές των μισθωτών, επιβαρύνουν σωρευτικά την ίδια ομάδα πολιτών (μισθωτών) και ως εκ τούτου η επιβάρυνση αυτή είναι εξόφθαλμα δυσανάλογη ιδίως για όσους υπηρετούν στο δημόσιο, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί σοβαρές οικονομικές απώλειες (βλ. ΟλΣτΕ 1972/2012 σκέψη 17 γνώμη μειοψηφίας, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΔΦΟΡΝ 2012 σελ. 1070, ΛΟΓΙΣΤΗΣ 2012 σελ. 1130, ΝΟΒ 2012 σελ. 1550, ΕΔΚΑ 2012 σελ. 583, ΔΕΕ 2012 σελ. 868, ΕφΑΔ 2012 σελ. 739, ΑΡΜ 2012 σελ. 1454). Επιπλέον, οι εν λόγω ρυθμίσεις, αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 5 Σ., καθόσον δεν πλήττουν, κατ’ αποτέλεσμα, στον ίδιο βαθμό τους υψηλόμισθους υπαλλήλους αφενός και τους χαμηλόμισθους υπαλλήλους αφετέρου, με αποτέλεσμα οι μεν υψηλόμισθοι να εξακολουθούν να διατηρούν ένα ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης οι χαμηλόμισθοι, όμως, οι οποίοι αποτελούν ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, οδηγούνται στην κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση καλούμενοι να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά προφανή αναντιστοιχία με τις δυνάμεις τους. Επίσης συντρέχει προσβολή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον με τις επίμαχες ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012 πλήττονται γεγενημένα δικαιώματα, που αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα εντασσόμενα στην προστασία του εδ. 1 του άρθρου 1 αυτού, δεδομένου ότι η χορήγηση και ο τρόπος υπολογισμού των περικοπτόμενων – καταργούμενων επιδομάτων (εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας), προβλέπονταν από τους νόμους 3205/2003 και 287/1976 (πρβλ. ΕλΣυν 7412/2015, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Για τον λόγο αυτό η εν όλω αφαίρεσή τους συνιστά την κατά το εδάφιο 2 του άρθρου 1 του εν λόγω Πρωτοκόλλου στέρηση της ιδιοκτησίας η οποία δύναται μεν να χωρήσει για δημόσια ωφέλεια, αλλά πάντοτε «υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον νόμο και έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημίωσης για την απώλειά της». Ενόψει αυτού, η εν όλω περικοπή αποδοχών δεν συνιστά απλό περιορισμό ιδιοκτησιακού δικαιώματος, ο οποίος δύναται να χωρήσει προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και να δικαιολογηθεί, εφόσον δεν θίγει τον πυρήνα του ιδιοκτησιακού δικαιώματος καθόσον, εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτίθενται, ελλείπει η συνδρομή των προϋποθέσεων νομίμου περιορισμού των επίμαχων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα οποία είχαν καλόπιστα προβλέψει οι θιγόμενοι, ως προς το είδος το ύψος και τη διάρκεια των επιβαλλόμενων περικοπών, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αλλά και στη κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος αρχή. Με το εν λόγω νομοθέτημα παραβιάζεται επιπλέον και το από 2 παρ. 1 του Συντάγματος και ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, απορρέον δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, που σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναγνωρίζεται από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του Ε.Δ.Δ.Α., στον βαθμό που οι ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 δεν συναρτούν την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με τον προσδιορισμό ενός ελάχιστου ποσού αποδοχών, διασφαλίζοντας το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχει ταυτόχρονα και προσβολή του δικαιώματος εργασίας κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος προσβολή και του άρθρου 4 παρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Η προσβολή του δικαιώματος επέρχεται ήδη σε αφηρημένο επίπεδο, καθότι στις επίμαχες ρυθμίσεις για περικοπές αποδοχών δεν προσδιορίζεται ένα ελάχιστο ποσό αποδοχών, που να εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, το οποίο να εξαιρείται των περικοπών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής (ΟλΑΠ 11/2003). Η συμπλήρωση δε της παραγραφής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (βλ. άρθρο 52 εδ.γ του ν.δ. 496/1974 και νομολογία: ΟλΑΠ 31/2007, ΑΠ 274/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1037/2005 ΔΕΝ 61, 1498). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 51 εδ. β του ν.δ. 496/1974, η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεων από καθυστερούμενες αποδοχές των απασχολούμενων με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου στα ΝΠΔΔ, εκτός άλλων περιπτώσεων, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αίτησης περί πληρωμής της απαίτησης αρχίζει δε, εκ νέου στην περίπτωση αυτή από της χρονολογίας την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης Αρχής, σε περίπτωση, δε, μη απάντησης, η παραγραφή αρχίζει πάλι μετά πάροδο εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αίτησης (ΑΠ 1865/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 159/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι είναι υπάλληλοι του εναγομένου προσληφθείσες από την 28-10-2011 δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας φερομένων ως ορισμένου χρόνου ως ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, απασχολούμενες κατά πλήρες ωράριο συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και σήμερα ( όπως αναφέρεται στην αγωγή) η 1η 2η και 4η εκ των εναγουσών με την ειδικότητα της οικογενειακής βοηθού Υ.Ε. , η 3η με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας Δ.Ε. και η 5η με την ειδικότητα της κοινωνικής λειτουργού Τ.Ε. στο πλαίσιο του προγράμματος Βοήθεια στο σπίτι κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, και ότι το μισθολογικό και υπηρεσιακό τους καθεστώς διέπεται από τον Ν. 3205/2003 και τον Ν.4024/2011 . Ισχυρίζονται, επίσης ότι δυνάμει της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010 τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώθηκαν κατά 30% αναδρομικά από 01-01-2010, έπειτα δυνάμει της διάταξης του άρθρου 3 του Ν. 3845/2010 καθορίστηκαν στα ποσά των 500 ευρώ, 250 ευρώ και 250 ευρώ αντίστοιχα, με αναδρομική ισχύ από 01-06-2010, ότι με το άρθ. 16 του Ν. 4024/2011 επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ποσά με ισχύ από 01-11-2011 και έπειτα ότι με την υποπαρ. Ε.1 (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 τα ανωτέρω επιδόματα καταργήθηκαν ολοσχερώς. Εκθέτουν, επίσης ότι οι προαναφερόμενες περικοπές είναι αντίθετες στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος αντίθετες στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ η οποία έχει κυρωθεί με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, στις διεθνείς συμβάσεις εργασίας 87, 98, 150 και 151, και στο άρθρο 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα. Επιπλέον ότι οι αποδοχές εκάστης ενάγουσας δεν υπερβαίνουν κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή τους επίμαχα χρονικά διαστήματα καταβολής των επιδομάτων, δεν υπερβαίνουν τα 3.000 ευρώ τον μήνα και δικαιούνται να επικαλεστούν την αντισυνταγματικότητα, άλλως το μη νόμιμο αυτών. Με βάση τα περιστατικά αυτά, οι ενάγουσες ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει εντόκως αφ’ης η εκάστη αξίωση κατέστη απαιτητή εκ της γενέσεώς της άλλως από την επίδοση της αγωγής ( όπως αναλυτικά υπολογίζονται, στην αγωγή τους) : 1) στην 1η ενάγουσα ……………. α) για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2015 το ποσό των 725,28 ευρώ , β) για επίδομα αδείας 2015 το ποσό των 696,27 ευρώ , γ) για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των 1456,28 , δ) για επίδομα Πάσχα 2016 725,28,ευρώ ε) για επίδομα αδείας 2016 το ποσό των 699,02 ευρώ ζ) για επίδομα Χριστουγέννων 2016 το ποσό των 1456,28 ευρώ , η) για επίδομα Πάσχα 2017 το ποσό των 728,14 ευρώ , θ) για επίδομα αδείας 2017 το ποσό των 713,65 ευρώ , ι) για επίδομα Χριστουγέννων 2017 το ποσό των 1486,76 ευρώ και συνολικά το ποσό των 8.681,23 ευρώ , 2) στην 2η ενάγουσα ……….. α) για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2015 το ποσό των 659,28 ευρώ , β) για επίδομα αδείας 2015 το ποσό των 632,92 ευρώ , γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2015 το ποσό των 1318,56 ευρώ , δ) για επίδομα Πάσχα 2016 το ποσό των 659,28 ευρώ ε) για επίδομα αδείας 2016 το ποσό των 635,42 ευρώ ζ) για επίδομα Χριστουγέννων 2016 το ποσό των 1323,77 ευρώ , η) για επίδομα Πάσχα 2017 το ποσό των 661,89 ευρώ , θ) για επίδομα αδείας 2017 το ποσό των 635,42 ευρώ , ι) για επίδομα Χριστουγέννων 2017 το ποσό των 1323,77 ευρώ και συνολικά το ποσό των 7.850,31 ευρώ. 3) στην 3η ενάγουσα ………… α) για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2015 το ποσό των 650,04 ευρώ , β) για επίδομα αδείας 2015 το ποσό των 624,05 ευρώ, γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2015 το ποσό των 1300,09 ευρώ , δ) για επίδομα Πάσχα 2016 το ποσό των 650,04 ευρώ ε) για επίδομα αδείας 2016 το ποσό των 626,55 ευρώ ζ) για επίδομα Χριστουγέννων 2016 το ποσό των 1305,30 ευρώ , η) για επίδομα Πάσχα 2017 το ποσό των 652,65 ευρώ , θ) για επίδομα: αδείας 2017 το ποσό των 780,38 ευρώ , ι) για επίδομα Χριστουγέννων 2017 το ποσό των 1625,77 ευρώ και συνολικά το ποσό των 8.214,87 ευρώ. 4) στην 4η ενάγουσα ………….. α) για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2015 το ποσό των 613,09 ευρώ , β) για επίδομα αδείας 2015 το ποσό των 588,57 ευρώ , γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2015 το ποσό των 1226,18 ευρώ , δ) για επίδομα Πάσχα 2016 το ποσό των 613,09 ευρώ ε) για επίδομα αδείας 2016 το ποσό των 590,89 ευρώ ζ) για επίδομα Χριστουγέννων 2016 το ποσό των 1231,01 ευρώ , η) για επίδομα Πάσχα 2017 το ποσό των 615,51 ευρώ , θ) για επίδομα αδείας 2017 το ποσό των 605,52 ευρώ , ι) για επίδομα Χριστουγέννων 2017 το ποσό των ευρώ 1261,49 και συνολικά το ποσό των 7.345,35 ευρώ. 5) στην 5η ενάγουσα ……………. α) για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2015 το ποσό των 930,95 ευρώ , β) για επίδομα αδείας 2015 το ποσό των 893,72 ευρώ , γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2015 το ποσό των 1861,90 ευρώ , δ) για επίδομα Πάσχα 2016 το ποσό των 930,95 ευρώ ε) για επίδομα αδείας 2016 το ποσό των 884,80 ευρώ ζ) για επίδομα Χριστουγέννων 2016 το ποσό των 1843,32 ευρώ , η) για επίδομα Πάσχα 2017 το ποσό των 921,66 ευρώ , θ) για επίδομα αδείας 2017 το ποσό των 886,05 ευρώ , ι) για επίδομα Χριστουγέννων 2017 το ποσό των 1845,93 ευρώ, και συνολικά το ποσό των 10.999,28 ευρώ. Να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή. Τέλος, ζητούν να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη.
Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 7, 9 και 14 παρ. 1, 25 ΚΠολΔ), κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρα 591 επ, 614 περ. 3α, 621 – 622 του ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν μεταξύ άλλων σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’87/23-7-2015) και ισχύουν για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’87/23-7- 2015)] είναι επαρκώς ορισμένη παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εναγομένου . Επίσης είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 361, 648, 653 ΑΚ, και 176 ΚΠολΔ και σε όσες διατάξεις αναφερθούν λεπτομερώς κατωτέρω, μόνο όμως μέχρι του ύψους των απαιτήσεων που προβλέπονται σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν4024/2011 ήτοι έως του ποσού των 250 ευρώ για επίδομα Πάσχα , έως του ποσού των 250 ευρώ για επίδομα αδείας και έως του ποσού των 500,00 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων , απορριπτομένων των επιπλέον αιτηθέντων ποσών ως μη νόμιμων . Επίσης , το αίτημα περί καταβολής τόκων από το τέλος κάθε μήνα που καθεμία από τις ένδικες περιοδικά καταβαλλόμενες παροχές κατέστη απαιτητή, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον από τη διάταξη του Κώδικα των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (άρθρο 21 εδ. β’) προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών του Δημοσίου – το δε εναγόμενο απολαμβάνει τα προνόμια του Δημοσίου (ν.δ. 31/1968) – αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 163/2013 ΤΝΠ Ισοκράτης και ΑΠ 272/2009, ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 7/2000 ΤΝΠ Νόμος). Ως προς το παρεπόμενο αίτημα κήρυξης της εκδοθησομένης δικαστικής απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής, ερειδόμενο στις διατάξεις των άρθρων 907, 908 ΚΠολΔ, είναι νόμιμο, δεδομένου ότι κατ’ άρθρο 51 αριθμ. 3 ΕισΝΚΠολΔ από την εισαγωγή του πιο πάνω Κώδικα καταργήθηκαν οι διατάξεις των νόμων που απέκλειαν την προσωρινή εκτέλεση κατά του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των Ο.Τ.Α. (ΟλΑΠ 17/2002 ΕλλΔνη 2002.1009, ΠολΠρΑΘ 2447/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΠΠρΘεσ 10823/2010 Αρμ 2011.505, ΜΠρΧαν 123/2012, ΜΠρθεσπρ 40/2012 ΤΝΠ Νόμος, Πρακτικό 7ης Γεν.Συνεδρίασης της ΟλΕλΣ της 19-3-2003 ΕΔΚΑ 2003.606, Πρακτικά της 6ης Γεν.Συνεδρίασης της ΟλΕλΣ της 12-3-2003, ΕΔΚΑ 2003.674, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 909 παρ. 2 σελ. 441, Ν. Νίκα, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης 2010 σελ. 206-208, Μπακόπουλος, Ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ελληνικού δημοσίου και του αλλοδαπού δημοσίου, ΕλλΔνη 44.1540, Απαλαγάκη X., Διαδικαστικά ζητήματα από την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Ελληνικού Δημοσίου, Δ 2004.773-774), ως ευρισκόμενες – κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου – σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 Συντ., 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Πρέπει επομένως η αγωγή , κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Το εναγόμενο ΝΠΔΔ με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και αναφέρεται και στις έγγραφες προτάσεις του αρνήθηκε την αγωγή και ζήτησε να απορριφθεί . Περαιτέρω , προέβαλε την ένσταση αοριστίας η οποία ήδη έχει κριθεί απορριπτέα , ένσταση διετούς παραγραφής, για όσες εκ των απαιτήσεων έχουν υποπέσει σε αυτή, οποία είναι νόμιμη και θα εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσάγουν και επικαλούνται, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, αποδείχθηκαν ιδίως τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγουσες , είναι υπάλληλοι του εναγομένου από το έτος 2011 , συνδεόμενες με αυτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου , για την υλοποίηση του κοινωνικού προγράμματος ” Βοήθεια στο Σπίτι” , λαμβάνοντας μηνιαίες αποδοχές που δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 3.000,00 ευρώ ( βλ. προσκομιζόμενα εκ των εναγουσών εκκαθαριστικά σημειώματα) και απασχολούμενες στο εναγόμενο καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2015 2016 και 2017. Ειδικότερα οι ενάγουσες απασχολούνται στο εναγόμενο η 1η, 2η, και 4η με την ειδικότητα της οικογενειακής βοηθού Υ.Ε., η 3η με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας Δ.Ε. και η 5η με την ειδικότητα της κοινωνικής λειτουργού ΤΕ. ( βλ. προσκομιζόμενα εκ των εναγουσών εκκαθαριστικά σημειώματα) . Περαιτέρω , η μισθολογική κατάσταση των εναγουσών , κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ρυθμίζονταν από τον Ν. 4024/2011 και 4354/2015 περί ενιαίου μισθολογίου, εντούτοις σε εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης (ν. 4046/2012), ακολούθησε η ψήφιση του νόμου 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012) «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», δυνάμει του οποίου επιχειρήθηκε νομοθετική παρέμβαση στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων. Συμμορφούμενος δε προς το περιεχόμενό του τελευταίου (Ν. 4046/2012), το εναγόμενο προέβη στην εξ ολοκλήρου κατάργηση των επιδομάτων εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας, εφαρμόζοντας το άρθρο 1 της υποπαραγράφου Γ, της παραγράφου Γ αυτού (ν. 4046/2012), κατά το περιεχόμενο της οποίας «Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιοδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1-1-2013». Εντούτοις σύμφωνα με όσα αναλυτικό αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η ως άνω διάταξη τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις διεθνών συνθηκών, εφόσον στερεί από τις ενάγουσες το δικαιούμενο ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Με τις παραπάνω σκέψεις ο ισχυρισμός των εναγουσών περί μη εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4093/2012 (με βάση τις οποίες το εναγόμενο μείωσε τις αποδοχές τους), ως αντισυνταγματικού, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και ως εκ τούτου το εναγόμενο οφείλει καταρχάς να καταβάλει σε εκάστη των εναγουσών τα ποσά που αναλογούν στην μείωση των αναφερομένων αποδοχών τους, που τους επιβλήθηκαν βάσει των ανωτέρω διατάξεων, για τα ως άνω αναφερόμενα επίδικα χρονικά διαστήματα . Περαιτέρω , και ως αναφέρθηκε και στην μείζονα ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής (ΟλΑΠ 11/2003). Η συμπλήρωση δε της παραγραφής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (βλ. άρθρο 52 εδ.γ του ν.δ. 496/1974 και νομολογία: ΟλΑΠ 31/2007, ΑΠ 274/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1037/2005 ΔΕΝ 61, 1498).Όπως προκύπτει από την υπ’αριθμ. ……./20-12-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη , η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο την 20-12-2017 . Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν απαιτήσεις των εναγουσών που να έχουν υποπέσει σε παραγραφή καθόσον η παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων έτους 2015 , που είναι και οι παλαιότερες , αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο αυτές γεννηθήκανε ( ήτοι από 1-1-2016) και ως εκ τούτου έως και την επίδοση της υπό κρίση αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί διετία, για τους λόγους αυτούς η προβληθείσα εκ του εναγομένου ένσταση παραγραφής για όσες απαιτήσεις υπέπεσαν σε αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Ως εκ τούτου , εκάστη εκ των εναγουσών δικαιούται να λάβει τα δώρα και επιδόματα όπως αυτά καθορίστηκαν από την διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο) απορριπτομένων των επιπλέον αιτουμένων ποσών ως νόμω αβασίμων ως άνω αναφέρθηκε. Σημειώνεται ότι το εναγόμενο δεν αρνείται ειδικώς τους αναφερόμενους εις την αγωγή χρόνους πρόσληψης και υπηρεσίας των εναγόντων συναγομένης ως εκ τούτου της ομολογίας του. Επομένως και βάσει της διάταξης του άρθρου 16 του Ν.4024/2011, εκάστη εκ των εναγουσών δικαιούται α) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2015, 2016, και 2017 το ποσό των 1500,00 ευρώ ( 500,00 ευρώ X 3 έτη =1500,00) , β) για επίδομα εορτών Πάσχα των ετών 2015, 2016 και 2017 το ποσό των 750,00 ευρώ ( 250,00 ευρώ X 3 έτη = 750,00), γ) για επίδομα αδείας των ετών 2015 , 2016 και 2017 το ποσό των 750,00 ευρώ ( 250,00 ευρώ X 3 έτη = 750,00) . Συνολικά εκάστη εκ των εναγουσών δικαιούται για τους ως άνω αναφερόμενους λόγους να λάβει, και το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλλει, το ποσό των 3.000,00 ευρώ δεκτής εν μέρει της αγωγής και ως ουσίας βάσιμης . Τα ανωτέρω ποσά εκάστη εκ των εναγουσών δικαιούται να λάβει με το νόμιμο τόκο, ανερχόμενο σε 6% (άρθρο 21 του ν.δ. της 26.6./10-7=1944, 304 του π.δ. 410/1995), από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση δεν πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, δεδομένου ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση δεν δύναται να δημιουργήσει σημαντική ζημία στις ενάγουσες . Τέλος, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 179 ΚΠολΔ και ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με την παρουσία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή .
Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει σε εκάστη εκ των εναγουσών το ποσό των ευρώ τριών χιλιάδων ( 3.000,00 ευρώ) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για το Δημόσιο ( 6% ετησίως) από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως,
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Μαρούσι, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ του έτους 2019.
